← Κύπρος

Παναγιώτη Μανδρίτη κ.α. ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πολεμιδίων, Αρ. Γεν. Αίτησης: 130/04, 12.2.09

Παναγιώτη Μανδρίτη κ.α. ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πολεμιδίων, Αρ. Γεν. Αίτησης: 130/04, 12.2.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A36 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιο: Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Γεν. Αίτησης: 130/04 Μεταξύ: Επί τοις αφορώσι τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο (Νόμο αρ. 22 του 1985 και 68 του 1987) και τους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς - και - Επί τοις αφορώσι την απόφαση του διαιτητή κου Γεώργιου Π. Στυλιανού ημερομηνίας 30/03/2004 στην αίτηση διαιτησίας Δ.766/5 Μεταξύ:

  1. Παναγιώτη Μανδρίτη, από Λεμεσό
  2. Μαρία Μανδρίτη, από Λεμεσό
  3. Κύρου Μ. Κλεάνθους, από Αγγλία
  4. Ανδρέα Μανιταρά, από Αγγλία Εφεσειόντων - και - Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πολεμιδίων, από Κάτω Πολεμίδια Εφεσίβλητης 12.2.09 Για εφεσείοντες - αιτητές: κος Κουκούνης, για την εκφώνηση της απόφασης ο κ. Α. Γεωργίου Για εφεσίβλητους - καθ'ων η αίτηση: κος Γ. Χριστοδούλου, για την εκφώνηση της απόφασης η κα Σοφοκλέους Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι εφεσείοντες - αιτητές επιδιώκουν το παραμερισμό πορίσματος διαιτητή ημερ. 30.3.2004 στην αίτηση διαιτησίας Δ.766/5 με νομικό υπόβαθρο τους περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμους (22/85 και 68/87, αρθ. 2, 52, 53, 55(1-6), τους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, Θεσμοί 78, 79, τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, αρθ. 2, 3 - 33, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθ.30, τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 και Δ.49 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η απόφαση του διαιτητή Γεωργίου Π. Στυλιανού στο συντεταγμένο κείμενο της είναι υπέρ των εφεσίβλητων και εναντίον του Παναγιώτη Μανδρίτη (καθ'ου η αίτηση 1 εναντίον του οποίου η διαδικασία διεξήχθη ερήμην και η παρούσα έφεση δεν τον αφορά) και των εφεσειόντων/καθ'ων η αίτηση 2, 3 και 4) «όπως καταβάλλουν προς τους αιτητές το ποσόν των ΛΚ74,305.40 πλέον τόκους προς 8.5% ετησίως επί του ποσού των Λ.Κ.46,000 από 1.1.2002 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα διαιτησίας, πλέον τα έξοδα του δικηγόρου των αιτητών. Επειδή η αναφορά στη νομική βάση της αίτησης είναι τόσο ευρεία θα πρέπει να γίνει μια συνοπτική απεικόνιση της νομικής εμβέλειας των πιο πάνω νομοθεσιών και θεσμών στο βαθμό που μπορεί να καλύψουν την αίτηση και το πραγματικό της βάθρο που επίσης περικλείεται σε πολλές σελίδες αναφοράς στην ένορκη δήλωση της Μαρίας Μανδρίτη που συνοδεύει την αίτηση. Παρά το πλατύ έρεισμα της έφεσης - αίτησης, η κύρια νομική βάση που την στηρίζει είναι ο περί Διαιτησίας Νόμος Κεφ. 4 (α) αρθ. 20

(2). Με βάση το άρθρο αυτό το Δικαστήριο έχει εξουσία να παραμερίσει απόφαση - πόρισμα διαιτητή. Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διαιτησίας είναι ο περιορισμός του επιδίκων θεμάτων. Ετσι, ο περί Διαιτησίας νόμος, Κεφ.4, επιτρέπει την ακύρωση μιας τέτοιας απόφασης για τους περιορισμένους λόγους που εκθέτει το άρθρο 20
(2). Όταν το Διαιτητικό Δικαστήριο έχει εκτελέσει την αποστολή του στην υπόθεση που του ανατέθηκε με την έκδοση της τελικής του ετυμηγορίας και έχει καταστεί, κατά το ρωμαϊκό δίκαιο, functus officio είναι μόνον το άρθ. 20
(2)που μπορεί να δώσει στο Δικαστήριο την εξουσία παραμερισμού. (Βλ. Αναφορικά με την διαιτησία μεταξύ της Τσιμεντοποιϊας Βασιλικού Λτδ. - ν - Αρχής Λιμένων
(2001)Α.Α.Δ
(1)σελ. 24, όπου διευκρινίζεται ότι ο νόμος μας έχει ως πρότυπο τον ομώνυμο αγγλικό νόμο του 1934, βλ. και Russel on the "Law of Arbitrations 19η έκδ. στη σελ. 426 και Mustill and Boyd "Commercial Arbitration in Englad
(1982)σελ. 526). Η παρούσα έφεση ορθά στηρίζεται επίσης στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 όπως έχει τροποποιηθεί και τους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς αφού ακριβώς η δυνατότητα υποβολής έφεσης σε απόφαση του διαιτητή και ο χρόνος μέσα στον οποίο υποβάλλεται η έφεση προνοούνται από το άρθρο 52
(4)του Νόμου 22/85. Το άρθρο 20
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 καθορίζει τους λόγους για τους οποίους μπορεί να ακυρωθεί ή αμφισβητηθεί μια διαιτητική απόφαση που είναι οι εξής:- "20
(1).........................
(2)Oταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση". Boηθητικό στη διερεύνηση των προϋποθέσεων του άρθρου αυτού είναι το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd Edn., σελ. 55 ως αντανακλόν το παλαιό αγγλικό δίκαιο. Είναι σαφές ότι στην κρινόμενη περίπτωση παρά το ότι οι αιτητές χρησιμοποιούν ως βάση όλες τις σχετικές πρόνοιες του Κεφ.4, το μόνο άρθρο που μπορεί να τύχει εφαρμογής είναι το άρθ. 20
(2)αφού η διαιτησία έχει αποπερατωθεί και έχει εκδοθεί σχετικό πόρισμα. Αναφέρονται συναφώς στο Halsbury's ως άνω σελ. 57: 125 "125. Grounds for setting aside award. The grounds on which an award may be set a side are:
(1)that the arbitration or ward has been improperly procured, as, for example, where the arbitrator has been deceived (a), or material evdiece has been fraudulently concealed (b); and
(2)tha the arbitrator or umpire has fraudulently concealed (b); tha the arbitrator or umpire has misconducted himself or the proceedings". Tονίζεται πόσο δύσκολο είναι να καθορισθεί εννοιολογικά η έννοια της κακής συμπεριφοράς αφού μπορεί να έχει την έννοια της διαφθοράς αλλά ακόμη και απλού λάθους επί του πλαισίου της εξουσίας του διαιτητή ή λάθους που να εμφανίζεται στο ίδιο το κείμενο της ετυμηγορίας. Ακόμα μπορεί να περιλαμβάνει την παράλειψη του διαιτητή να αποφασίσει για όλα τα επίδικα θέματα (βλ. South Sea Co - v - Bumstead
(1734)2 Eg. Cos Abr. 80, αν η ετυμηγορία του είναι αντιφτική (βλ. Armes v. Miltward
(1818), 8 Taunt, 637; and ef. North Metropolitan Tranways Co. v. Leyton U.D.C
(1908), 98 L.T. 792, C.A) ή ακόμη όταν είναι το πόρισμα ασαφές ή αβέβαιο. "An award is uncertain if it is not reasonably possible to say whether the matter in dispute is determined or not (Re Tribe and Upperton
(1835), 3 Ad. & El. 295; Mortin v. Burge
(1836). 4 Ad. & El 973)". Μπορεί να κριθεί ως συμπεριφορά που οδηγεί σε παραμερισμό η λάθος αντίληψη του διαιτητή επί πραγματικού θέματος (mistake of fact) αλλά σ'αυτή την περίπτωση το λάθος πρέπει να είναι παραδεκτό ή ολοφάνερο. Η παράθεση τέτοιας συμπεριφοράς συνεχίζεται στο Halsbury's ω εξής: «............................ the award is inconsistent (f), or is uncertain or ambiguous (g), or is on the face erroneous in matter of law, (h); or even if there is some mistake of fact, but, in such case, the mistake must be either admitted or at least clear beyond any reasonable doubt (i); if there has been irregularity in the proceedings, as, for example, where the arbitrator failed to give notice to the parties of the time and place of meeting (k), or where the agreement of reference required the evidence to be taken viva voce, and the arbitrator received affidavits (l), or where the arbitrator refused to hear the evidence of a material witness (m), or where, the reference being to two or more arbitrators, they did not act together (o), or where the umpire, after hearing evidence from both arbitrators, received further evidence from one without informing or hearing the other (p); if the arbitrator or umpire has failed to act fairly towards both parties (q)». Και ομοίως και άλλα. Χρήσιμη αναφορά για τους πιο πάνω όρους γίνεται και στην υπόθεση Galatis v. S. Savvides
(1965)2 A.A.Δ σελ. 87. Εκείνο δε που ιδιαίτερα πρέπει να προσεχθεί είναι ότι το Δικαστήριο σε έφεση κατά απόφασης διαιτητή δεν έχει εξουσία να επανεξετάσει τη διακριτική ευχέρεια του διαιτητή εφόσον ο διαιτητής ενεργεί μέσα στα πλαίσια των εξουσιών του και των αρχών δικαιοσύνης συμπεριφερόμενος δίκαια και στα δύο μέρη χωρίς τούτο να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εξουσία του διαιτητή είναι απεριόριστη. Επιστρέφοντας τώρα στην κρινόμενη περίπτωση οι πολυσέλιδοι λόγοι του παραπόνου των εφεσειόντων μπορεί να συνοψισθούν ως εξής: (α) Η εισήγηση για διπλή διαδικασία διαιτησίας:- Oι εφεσείοντες αρχικά έλαβαν επιστολή-κοινοποίηση διορισμού διαιτητή από Θ. Ιωαννίδη, παρουσιάσθηκαν ενώπιον του με τον δικηγόρο τους προβάλλοντες διάφορα προδικαστικά θέματα και η διαδικασία αναβλήθηκε σ' άλλη ημερομηνία. Σε μεταγενέστερο στάδιο, στις 10.4.02, πήραν επιστολή κοινοποίηση από τον διαιτητή Γ. Στυλιανού για να παρουσιαστούν στο γραφείο του για το ίδιο θέμα, δηλαδή το ισχυριζόμενο δάνειο μεταξύ της ΣΠΕ Πολεμιδιών και των εφεσειόντων. Η ένσταση των εφεσειόντων για το παράτυπο της διαδικασίας και της ακυρότητας του διορισμού τέθηκε προφορικώς και εγγράφως ενώπιον του διαιτητή ο οποίος αφού άκουσε και τα δύο μέρη εξέδοσε ενδιάμεση απόφαση στις 30.5.02 στην οποία θεωρούσε ότι ο διορισμός του και η διαδικασία ήταν έγκυρη και νόμιμη. Ο λόγος του παραπόνου των εφεσειόντων εκτίθεται κυρίως στην παρ. 9 και 10 της ένορκης δήλωσης της Μαρίας Μανδρίτου. Οι καθ'ων η αίτηση - εφεσίβλητοι επ'αυτού του ισχυρισμού απαντούν ότι η ενδιάμεση απόφαση του διαιτητή ήταν καθόλα ορθή και άλλωστε δεν είχε ασκηθεί εναντίον της απόφασης κανένα ένδικο μέσο. Θεωρώ ότι ο λόγος αυτός της έφεσης αναμφίβολα δεν μπορεί να πετύχει. Σ'ένα αρχικό στάδιο της διαδικασίας έγινε αλλαγή διαιτητή, ο νέος διαιτητής άκουσε την ένσταση της πλευράς των εφεσειόντων καθώς και την άλλη πλευρά, όπως αυτή του είχε τεθεί και αποφάσισε ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια. Δεν μπορώ να δω κανένα από τους έγκυρους λόγους που η νομολογία θέτει για παρέμβαση του Δικαστηρίου στην απόφαση αυτή, αφού ακριβώς δεν καταδείχθηκε οποιανδήποτε προκατάληψη ή έννοια κακής διαχείρισης εκ μέρους του διαιτητή. Είναι επίσης ορθό ότι στο στάδιο εκείνο ήταν επιτρεπτό, αν οι εφεσείοντες ένοιωθαν έντονα, να χρησιμοποιήσουν ένδικα μέσα (ως το άρθ. 20
(1)ή 19). Αντ' αυτού παρέμειναν στη διαδικασία. (β) Η απόφαση του διαιτητή δεν συνάδει με τα γεγονότα της αίτησης ή είναι αναιτιολόγητη. Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε από τον κ. Κουκούνη στην αγόρευση του στο ότι ο διαιτητής αποδέχθηκε εξ ακοής μαρτυρία, δηλαδή του Γιαν, Ανδρέου μάρτυρα των εφεσίβλητων. Δίδονται δε παραδείγματα αυτής λανθασμένης θεώρησης στη σελ. 8 - 10 της ένορκης δήλωσης της εφεσειούσας 1. Ούτε αυτή η θεώρηση με βρίσκει σύμφωνη. Στην ιδία την απόφαση του διαιτητή δηλώνεται και επεξηγείται η προσωπική γνώση του μάρτυρα της ΣΠΕ καθώς και η σύνδεση του τόσο με την διαδικασία χορηγήσεων όσο και με τα κατατεθέντα έγγραφα (βλ. αναφορές στη σελ. 5 της απόφασης του διαιτητή Τεκμ.4). Δεν είναι δυνατόν η απομόνωση κάποιας φράσεως που γίνεται από τον ευπαίδευτο συνήγορο εφεσειόντων, επιλεκτικά στη μαρτυρία του μάρτυρα, να αποτελέσουν επαρκή λόγο ανατροπής του ευρήματος του διαιτητή αφού κανένα εμφανές σφάλμα δεν περιέχει η απόφαση του. Αντίθετα, σ'αυτή υπάρχει η αναγκαία αιτιολογία. Όπως έχει εξηγηθεί το έργο του Δικαστηρίου δεν μπορεί να οδηγήσει σε αναβίωση όλης της μαρτυρίας και υποκατάσταση του στο έργο της αξιολόγησης που ήδη έχει συντελεσθεί από τον διαιτητή. (Βλ. Καλογήρου ν. ΣΠΕ Αθηαίνου, Π.Ε. 12010, ημ. 14.7.05). (γ) Σοβαρές αντιφάσεις και κενά Προσπάθησα ιδιαίτερα να αντιληφθώ τη σημασία των προβαλλόμενων από τον κ. Κουκούνη ως σοβαρών αντιφάσεων και κενών στη μαρτυρία. Καμμιά από τις αναφορές του δεν με έχει πείσει υπό το πρίσμα ενός αντικειμενικού παρατηρητή, χωρίς και πάλι αντικατάσταση του ρόλου του διαιτητή στη συντελεσθείσα αξιολόγηση. Ολοι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, όπως ορθά έθεσε το θέμα ο κ. Χριστοδούλου, ετέθησαν ενώπιον του διαιτητή και αυτός αποφάσισε, χωρίς νομικό ή πραγματικό λάθος που θα έδινε την δυνατότητα ενεργοποίησης της θεραπείας του άρθ. 20
(2), Oλα αυτά τα οποία εκτενώς και επαναλαμβανόμενα προβάλει η ένορκη δήλωση ως θέσεις των εφεσειόντων, (ως η μη νομική ύπαρξη του δανείου, και της σχέσης των διαδίκων, η αθέμιτη επιρροή που ασκήθηκε στην εφεσείουσα 1 από τον σύζυγον της και την ΣΠΕ, η ασάφεια και η αντίφαση στη μαρτυρία του Ανδρέου για την πραγματική ημερομηνία υπογράφηκε από τον εφεσείοντα 3 το τεκμήριο 1, καθώς και άλλα παρεπόμενα θέματα) τέθησαν ενώπιον του διαιτητή και αυτός απεφάσισε επ'αυτών στη βάση μιας επαρκούς αιτιολογίας πραγματικού και νομικού υπόβαθρου. Πολλές δε από τις εισηγήσεις του κ. Κουκούνη ως παραδείγματα είτε του αναιτιολόγητου είτε των κενών της απόφασης λειτουργούν αντίθετα, δηλαδή ως επιβεβαίωση της ορθότητας της διαδικασίας. Επί παραδείγματι, είναι αξιον απορίας η εισήγηση του κ. Κουκούνη ότι δεν αποδείχθηκε η νομική οντότητα της ΣΠΕ και η σχέση της με τους διαδίκους. Ενόψει της σαφούς παραδοχής της υπεράσπισης στη διαιτητική διαδικασία για την οντότητα της εφεσίβλητης ΣΠΕ αλλά και της ρητής αναφοράς του διαιτητή στο αιτιολογητικό του για την ιδιότητα των εφεσειόντων, η εισήγηση αυτή καταδεικνύει το αβάσιμο των θέσεων των εφεσειόντων με τρόπο καταλυτικό. Το ίδιο ισχύει θα έλεγα και για την εισήγηση ότι ο διαιτητής παρέλειψε να αποφασίσει επί της ανταπαίτησης. Είναι εντελώς αστήρικτη αυτή η θέση αφού σαφώς η ανταπαίτηση σχετιζόταν άμεσα με την απαίτηση καθώς ουσιαστικά ζητείται ακύρωση των εγγράφων τα οποία στήριζαν την απαίτηση. Μοιραία λοιπόν η αξιολόγηση και η απόφαση δεν ήταν τυπικά ή ουσιαστικά ξέχωρες διεργασίες. Η θέση που τόσο έντονα προέβαλε ο κ. Κουκούνης για το άκυρο του εγγράφου (Τεκμ.1) που φέρει την υπογραφή του εφεσείοντα 3, απασχόλησε τη δικογραφία, την μαρτυρία και καλύπτει μέρος της αιτιολογίας της απόφασης του διαιτητή. Δεν χωρεί πεδίο παρέμβασης του Δικαστηρίου. Περαιτέρω θα προσθέσω ότι δεν θα αναμένετο από τον διαιτητή, όπως θα έλεγα ότι δεν αναμένεται και από το Δικαστήριο, μια εξαντλητική αναφορά σε κάθε επιχείρημα. Σημασία έχει αν με βάση την δικογραφία και την δοθείσα μαρτυρία υπάρχει αιτιολογία και επίλυση - απόφαση στα επίδικα ερωτήματα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο διαιτητής πρέπει να αφιερώνει σελίδες για να ακολουθήσει την δομή των επιχειρημάτων των πλευρών. Δεν έχει αυτή την έννοια η περιγραφείσα ως υποχρέωση του διαιτητή να αποφασίσει. Στην Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ σελ. 490 τονίζεται ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης, ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. Παραμένει ένα τελευταίο θέμα. Το θέμα της αντισυνταγματικότητας της διαδικασίας της διαιτησίας κατά παράβαση του άρθ. 30
(3)του Συντάγματος. Το ζήτημα έχει τεθεί τόσο επιδερμικά που δεν θεωρώ ότι θα δεσμευόμουν να επιληφθώ του μέρους αυτού της έφεσης. Όμως, επειδή το ζήτημα έχει κριθεί νομολογιακά με καθαρότητα δεν έχω παρά να παραθέσω τις υποθέσεις που ο κ. Γ. Χριστοδούλου ανάφερε στις αγορεύσεις του και οι οποίες προσδιόρισαν το συνταγματικό των σχετικών διαδικασιών διαιτησίας δηλαδή τις υποθέσεις Co - operative Grocery of Vasilia - v - Ppirou and others 4 R.S.C.C 12, Σιήκη - ν - Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Πρ. 278/01 ημ. 28.6.02 και In re Pericleous
(1985)1 C.L.R σελ. 178, Για όλους τους λόγους που εξήγησα θεωρώ ότι η έφεση είναι αβάσιμη και πρέπει να αποτύχει. Η έφεση - αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ εφεσιβλήτων ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή κι' εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - πaραμερισμός απόφασης διαιτητή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.