← Κύπρος

SALGROVE PROPERTIES INC ν. AMETRON CONSULTANTS LTD, Αρ. Αγωγής: 7538/02, 17.02.2009

SALGROVE PROPERTIES INC ν. AMETRON CONSULTANTS LTD, Αρ. Αγωγής: 7538/02, 17.02.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7538/02 Μεταξύ: SALGROVE PROPERTIES INC, από το Ισραήλ Ενάγουσας - και - AMETRON CONSULTANTS LTD, από τη Λεμεσό Εναγόμενης - - - - - - - - - - - - - και ως ετροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 11.10.2007 Μεταξύ: SALGROVE PROPERTIES INC, από το Ισραήλ Ενάγουσας - και -

  1. AMRO CONSULTANTS LTD, από τη Λεμεσό GEORGE GREGORY PSAKIDES, από το Ηνωμένο Βασίλειο
  2. LORIS GEORGE, από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - 17.2.2009 Για την Ενάγουσα: κ. Α. Χαραλάμπους, κα Ν. Ιωάννου για ν΄ ακούσει απόφαση Για τους Εναγομένους: κ. Γ. Τριλλίδης, κα Ν. Δημητρίου για ν΄ ακούσει απόφαση Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στον Παναμά και έχει την έδρα της στο Ισραήλ. Η Εναγόμενη 1 ήταν κατά τους ουσιώδης χρόνους υπεράκτια εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο (πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών ημερ. 7.8.2008 όπου αναφέρεται πως εγγράφηκε την 6.10.1997 και εξακολουθεί να βρίσκεται στο μητρώο έγινε Τεκμήριο 5

(21)- Ιδρυτικό Έγγραφο και Καταστατικό έγινε Τεκμήριο 5
(25)). Σύμφωνα με την αξίωση η Εναγόμενη 1 παρουσιάστηκε στην Ενάγουσα ως ειδικοί για θέματα επενδύσεων στο εξωτερικό και ως σύμβουλοι επενδύσεων και με την συμπεριφορά και τις υποσχέσεις τους για σίγουρο κέρδος παραπλάνησαν και έπεισαν την Ενάγουσα να επενδύσει μέσω της σε επενδύσεις που η Εναγόμενη 1 θα έκανε. Η Ενάγουσα συμφώνησε και απέστειλε περί το Φεβρουάριο του 2000 στην Εναγόμενη 1 $70.000 εξουσιοδοτώντας την τελευταία να τα επενδύσει. Βασική παράμετρος, αντικατοπτρίζουσα τη μορφή της συμφωνίας των μερών, ήταν πως η Εναγόμενη 1 αποκλειστικά θα αποφάσιζε ποια επένδυση θα έκαμνε και θα μπορούσε να πωλεί μετοχές, που ήταν το είδος της επένδυσης που τα μέρη είχαν υπόψη, όποτε η ίδια επιθυμούσε. Ήταν κατ΄ ακολουθία καθήκον και υποχρέωση τους προς την Ενάγουσα να ασκούν την επιδεξιότητα και προσοχή του ειδικού επί του θέματος, να ενεργούν προς το συμφέρον της Ενάγουσας εξασφαλίζοντας κέρδος για την τελευταία, να την ενημερώνουν και να την ικανοποιούν. Αγοράστηκαν μετοχές σε πέντε εταιρείες και το συνολικό ποσό της επένδυσης ήταν $70.652,
  1. Το Μάρτιο του 2000 κατ΄ ακολουθία συμβουλών της Εναγόμενης 1 και υποσχέσεως για σίγουρο κέρδος, η Ενάγουσα πείσθηκε και αγόρασε, όχι μέσω της Εναγόμενης 1, μετοχές μιας έκτης εταιρείας της «Internet Advisory» επενδύοντας $20.
  2. Είναι η θέση της Ενάγουσας πως απώλεσε το σύνολο της επένδυσης των $90.000 το οποίο διεκδικεί με τόκους. Δικογραφείται ακόμα στο σώμα της Αγωγής απώλεια κέρδους $50.
  3. Μπορεί εκ προοιμίου να λεχθεί πως κανένας ισχυρισμός δεν παρατίθεται αναφορικά με τη συγκεκριμένη απώλεια κέρδους και η διεκδίκηση δεν επαναλαμβάνεται στο παρακλητικό της Αγωγής. Καταλογίζει η Ενάγουσα στην Εναγόμενη 1 παραβίαση της μεταξύ τους συμφωνίας, αμέλεια και παράβαση νομικών καθηκόντων. Ακόμη πως η συμφωνία τους είχε επιτευχθεί και ήταν το αποτέλεσμα δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της Εναγόμενης
  4. Δικαιούται, όπως διατείνεται η Ενάγουσα, τιμωρητικές, παραδειγματικές ή και επαυξημένες αποζημιώσεις ενώ θέτει την διεκδίκηση της και στη βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού. Εγείρει ακόμη ζήτημα ακυρότητας της συμφωνίας των μερών εξυπαρχής ή κατ΄ επιλογή της στην βάση παρανομίας, επί το ότι η Εναγόμενη 1 ενεργούσε χωρίς άδεια ή κατά παράβαση της άδειας της από την Κεντρική Τράπεζα. Οι Εναγόμενοι 2 και 3, που φέρονται ως διευθυντές και μέτοχοι της Εναγόμενης 1 (Πιστοποιητικά διευθυντών και μετόχων του Εφόρου Εταιρειών ημερ. 7.8.2007 παρουσιάστηκαν ως Τεκμήρια 5
(22)και 5
(23)αντίστοιχα), γνώριζαν τα γεγονότα και χρησιμοποίησαν την Εναγόμενη 1 για να αποκομίσουν παράνομα όφελος. Ως εκ τούτου στοιχειοθετείται, κατά την αξίωση, προσωπική τους ευθύνη. Η Εναγόμενη 1 παραδέχεται ότι είναι σύμβουλος επενδύσεων. Κοινοποιούν προς τους πελάτες τους πληροφορίες στις οποίες το κοινό έχει πρόσβαση, προβαίνουν σε ανάλυση και επεξήγηση των στοιχείων, αλλά δεν εκφέρουν άποψη ούτε παροτρύνουν τους πελάτες τους να αγοράσουν συγκεκριμένες μετοχές. Εναπόκειται στον πελάτη να εξισορροπήσει τα στοιχεία και να αποφασίσει τι θα αγοράσει με δικό του ρίσκο. Η Εναγόμενη 1 διενεργεί πράξεις αγοράς μετοχών προς όφελος του πελάτη μόνο κατόπιν συγκεκριμένης εξουσιοδότησης του. Είναι η θέση των Εναγομένων πως έτσι έγινε και στην επίδικη περίπτωση αρνούμενοι τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που εναποθέτει στην Εναγόμενη 1 η Ενάγουσα ή ότι ενήργησαν δόλια ή την εξαπάτησαν ή προέβησαν σε ψευδείς παραστάσεις. Ισχυρίζονται ακόμη πως η Ενάγουσα είχε πολύχρονη πείρα και γνώσεις καθ΄ όσον αφορά τις επενδύσεις και δεν παραπλανήθηκε ή παροτρύνθηκε από την Εναγόμενη 1. Κατά πάντα χρόνο την Ενάγουσα εκπροσωπούσε ο Dan Shapira (Μ.Ε.2) (γραπτή δήλωση Τεκμήριο 5) (βλ. Τεκμήριο 5
(1)) και το σύνολο των επαφών του με την Εναγόμενη 1 γινόταν με Helen Papas (Μ.Υ.1) (γραπτή δήλωση Τεκμήριο 9 και μετάφραση Τεκμήριο 10) που φέρει τον εαυτό της ως αυτοεργοδοτούμενη στην Εναγόμενη
  1. Ανεξάρτητα με τις όποιες ιδιαιτερότητες μπορεί να διέπουν το εργασιακό καθεστώς της H. Papas στην Εναγόμενη 1, είναι πρόδηλο πως αυτή εκπροσωπούσε και αντιπροσώπευε την Εναγόμενη 1 και οι όποιες παραστάσεις ήθελε φανεί ότι έκαμε προς τον D. Shapira δεσμεύουν την Εναγόμενη
  2. Ακόμη και αν δεν είχε ρητή εξουσιοδότηση να παραστήσει οτιδήποτε, η Εναγόμενη 1 χρησιμοποιώντας την στη θέση που είχε την παρουσίαζε να έχει φαινομενική ή εμφανή εξουσία (ostensible or apparent authority) να ομιλεί εκ μέρους της. Άλλωστε η Εναγόμενη 1 εμμένει στην ισχύ των όσων έγιναν μέσω της H. Papas. Είναι κοινό έδαφος πως η επαφή της Ενάγουσας με την Εναγόμενη 1 έγινε με πρωτοβουλία του D. Shapira ο οποίος, όπως ανέφερε, είχε ακούσει για την Εναγόμενη 1 από φιλικό του πρόσωπο, κάποιο Ισραηλίτη από το Houston, που είχε συνεργαστεί μαζί της και ήταν ικανοποιημένος. Ο D. Shapira μαρτύρησε πως επικοινώνησε τηλεφωνικά με την H. Papas η οποία παρουσίασε τον εαυτό της και την Εναγόμενη 1 ως ειδικούς στην παγκόσμια αγορά μετοχών (global stock market) και ειδικά στις αγοραπωλησίες μετοχών ξένων εταιρειών και πως διαχειρίζονταν χαρτοφυλάκια πελατών τους ανά το παγκόσμιο. Του έδωσε την εντύπωση προσώπου που γνώριζε πολύ καλά τη δουλειά του και ο ίδιος βασιζόμενος στις υποσχέσεις της για σίγουρο κέρδος πείστηκε να επενδύσει μέσω της Εναγόμενης
  3. Είναι η θέση του ότι βασίστηκε στην ειδικότητα της και της Εναγόμενης 1 καθώς ο ίδιος δεν είχε γνώσεις αναφορικά με μετοχές ξένων εταιρειών. Συμφώνησε με την H. Papas πως η Εναγόμενη 1 θα είχε πλήρη και αποκλειστική ευχέρεια να αποφασίσει το είδος της επένδυσης, πως η Εναγόμενη 1 μέσω της H. Papas θα διαχειριζόταν το χαρτοφυλάκιο της Ενάγουσας και θα πωλούσε τις μετοχές όταν θα έκρινε ορθό και πως θα πληροφορούσε τον ίδιο αναφορικά με την πρόοδο των επενδύσεων. Στη βάση των πιο πάνω την περίοδο Φεβρουαρίου - Μαρτίου 2000 του απεστάλησαν προς υπογραφή σχετικά Σημειώματα Συμβάσεων και του ζητήθηκε να εμβάσει σε τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης 1 στην Αθήνα το σχετικό ποσό των $70.652,
  4. Είναι η θέση του πως οι εταιρείες στις οποίες αγοράστηκαν μετοχές επιλέγησαν από την Εναγόμενη 1 χωρίς ποτέ να ζητηθεί η άποψη του. Δεν είχε ξανακούσει γι΄ αυτές και όταν ο ίδιος ρώτησε την H. Papas τους λόγους της επιλογής, η τελευταία τον πληροφόρησε πως ήταν πολύ επιτυχημένες εταιρείες και πως είχαν διάφορες πληροφορίες γι΄ αυτές βάσει των οποίων είχαν ισχυρή πίστη πως οι μετοχές τους θα ήταν πολύ αποδοτικές καθότι ήταν μοναδικές. Ο ίδιος είχε απλά αναφέρει πως το ποσό που ήταν διατεθειμένος να επενδύσει ήταν $60.000 - $70.000 και πως αποδεχόταν να αγοραστούν μετοχές που για ένα έτος δεν θα μπορούσαν να πωληθούν (Restricted stock). Ήταν η θέση του D. Shapira πως εκτός από τα Σημειώματα Συμβάσεων (Contract Notes) (Τεκμήρια 5
(2)-
(7)) τίποτε άλλο δεν του αποστάληκε πριν την ολοκλήρωση της αγοράς των πέντε μετοχών από την Ενάγουσα. Παραπονείται ο D. Shapira πως τρεις από τις εταιρείες οι μετοχές των οποίων αγοράστηκαν (Global Connections Inc., Rockport Healthcare Group Inc., και Portalzone Com. Inc. εν τοις εφεξής οι Global, Rockport και Portalzone) δεν ήταν καν εισηγμένες (listed) στο Χρηματιστήριο και ήταν πρακτικά αδύνατο να μπορέσει να τις πωλήσει ακόμη και μετά την πάροδο του πρώτου έτους (σελ. 4 της γραπτής του δήλωσης - Τεκμήριο 5). Όταν παραπονέθηκε στην H. Papas ότι η τιμή τους είχε πέσει σημαντικά, η τελευταία τον ενεθάρρυνε αναφέροντας του πως η Εναγόμενη 1 πίστευε πως επρόκειτο για πολύ καλή επένδυση και πως θα ανέκαμπταν. Ότι δεν έχω κατανοήσει είναι πώς διαπιστώνετο η πτώση στην τιμή τους αν δεν ήταν εισηγμένες στο Χρηματιστήριο; Κάπου ίσως έχει λάθος ο D. Shapira γιατί οι μετοχές των τριών πιο πάνω εταιρειών χαρακτηρίζονται ως «listed» σε επιστολή ημερομηνίας 1.5.2000 κάποιων «Idalari, S.A.» (Τεκμήριο 5
(11)) που ο ίδιος επικαλέστηκε. Για την Rockport το παραδέχεται πως ήταν εισηγμένη (σελ. 6 παραγρ. 3 της γραπτής του δήλωσης - Τεκμήριο 5). Οι άλλες δύο εταιρείες στις οποίες αγοράστηκαν μετοχές ήταν η Brunnar HF και η Road-Show Com. Inc. εν τοις εφεξής οι Brunnar και Road-Show. Παραπονείται ο D. Shapira πως μόνο για τις δύο τελευταίες και την Portalzone έλαβε τίτλους μετοχών (Τεκμήρια 5
(10), 5
(8)και 5
(9)αντίστοιχα). Καθ΄ όσον αφορά τις μετοχές κόστους $20.000 που η Ενάγουσα αγόρασε χωρίς την μεσολάβηση της Εναγόμενης 1, ο D. Shapira ισχυρίστηκε πως μεταγενέστερα της αγοράς των πρώτων μετοχών η H. Papas του τηλεφωνούσε επανειλημμένα και του ζητούσε να αγοράσει μετοχές στην «Internet Advisory». Για λόγους που δεν μπορούσε να του εξηγήσει, η Εναγόμενη 1 δεν μπορούσε να μεσολαβήσει, τον διαβεβαίωσε όμως πως είχαν πληροφορίες για την εν λόγω εταιρεία και πως η αγορά μετοχών της θα έφερνε τεράστια κέρδη στην Ενάγουσα σε μικρή χρονική περίοδο. Η H. Papas του ζήτησε να μην τις πωλήσει παρά μόνο με την έγκριση της γιατί είχε εμπιστευτικές πληροφορίες και μπορούσε να του πει πότε θα ήταν ο κατάλληλος χρόνος για να πράξει τούτο. Ανέφερε ο D. Shapira πως δυο περίπου εβδομάδες μετά την αγορά των μετοχών της "Internet Advisory" η τιμή της μετοχής της ανέβηκε στα $7 και παρά την επιθυμία του να τις πωλήσει αφού τις είχε αγοράσει για $4.5 δεν το έπραξε γιατί η H. Papas δυναμικά του ζήτησε να περιμένει γιατί η αξία τους θα ξεπερνούσε τα $10. Οι διαβεβαιώσεις της H. Papas συνεχίζονταν ακόμη και μετά που άρχισε η πτώση στην τιμή της πιο πάνω μετοχής. Η τιμή έπεσε κάτω από τα $4.5 και η H. Papas δεν είχε πλέον εξηγήσεις. Στη συνέχεια ο μάρτυρας δεν κατόρθωνε να της μιλήσει στο τηλέφωνο ενώ σε κάποιο στάδιο η H. Papas έπαυσε να εργάζεται στην Εναγόμενη 1. Παραδέχεται ο D. Shapira το πρόδηλο, ότι δηλαδή μπορούσε να πωλήσει τις μετοχές της «Internet Advisory» όποτε ήθελε αλλά δεν το έπραξε γιατί το είχε υποσχεθεί στην H. Papas και δεν είχε τότε οιεσδήποτε υποψίες για την Εναγόμενη 1. Την 30.1.2001 η Ενάγουσα παραπονέθηκε στην Εναγόμενη 1 για πρώτη φορά γραπτώς (Τεκμήριο 5
(12)). Ερωτάται η Εναγόμενη 1 για τους μη παραδοθέντες τίτλους των εταιρειών Global και Rockport και για τις αξίες των μετοχών των εταιρειών τις οποίες η Ενάγουσα αγόρασε. Δεν ρωτά η Ενάγουσα ποιος θα διαχειριζόταν το χαρτοφυλάκιο της όπως διατείνεται ο D. Shapira (σελ. 5 παραγρ. 2 της γραπτής του δήλωσης) προφανώς για να δημιουργήσει εντυπώσεις. Με απαντητικό ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 7.2.2001 (Τεκμήριο 5
(13)) η Εναγόμενη 1 τον πληροφορούσε πως η Portalzone είχε πωληθεί σε άλλη εταιρεία και μέχρι τότε δεν είχε ανταποκριθεί στο βαθμό που προσδοκείτο. Η Rockport ήταν απογοητευτική από απόψεως τιμής. Επετύγχανε όμως τους σκοπούς της και πίστευαν πως τελικά θα ανταποκρίνετο στις αρχικές προσδοκίες. Η τιμή της μετοχής της Global είχε πάει στα $0.11 αλλά πίστευαν ότι θα ανέκαμπτε. Η ιδιωτική τοποθέτηση της Road-Show είχε ανέβει στα $5.50 και αναμένετο να εισαχθεί στους επόμενους 6 μήνες. Δεν είχε απαντηθεί η απορία του D. Shapira για τους ελλείποντες τίτλους, που επανήλθε με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 9.2.2001 (Τεκμήριο 5
(14)) ρωτώντας για τους μη παραδοθέντες τίτλους και εκφράζοντας την επιθυμία του να πωλήσει τις μετοχές της Road-Show που είχαν ανεβεί. Αυτές δεν μπορούσαν φυσικά να πωληθούν στο χρηματιστήριο αφού η εταιρεία δεν ήταν εισηγμένη. Αν η Εναγόμενη 1 έβρισκε αγοραστή θα του τις πρότεινε, όπως καταγράφουν σε ηλεκτρονικό τους μήνυμα ημερομηνίας 19.2.2001 (Τεκμήριο 5
(15)) προς τον D. Shapira. Αναφερόταν ακόμη πως οι τίτλοι δεν είχαν απωλεσθεί, ήταν απλά ζήτημα διοικητικό στις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι ήταν στη διαδικασία επίλυσης του. Η αλληλογραφία συνεχίζεται τον επόμενο Ιανουάριο, του 2002 (βλ. Τεκμήρια 5
(16)-
(18)). Με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 22.3.2002 (Τεκμήριο 5
(19)) η Εναγόμενη 1 πληροφορεί τον D. Shapira πως η Brunnar διαλύθηκε και πως οι προοπτικές δεν ήταν καλές ως προς την πιθανότητα να εισπράξουν οτιδήποτε οι μέτοχοι. Η αλληλογραφία τελειώνει με επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη 1 ημερομηνίας 22.4.2002 (Τεκμήριο 5
(20)). Οι αξίες των μετοχών που αγόρασε η Ενάγουσα είναι σχεδόν μηδέν, ανάφερε ο D. Shapira, σημειώνοντας πως και η Rockport έχει επίσης διαλυθεί, σύμφωνα με τις πληροφορίες του και εν πάση περιπτώσει η αξία της μετοχής της είναι μηδενική. Η H. Papas μαρτύρησε ότι συστήθηκε στον D. Shapira ως σύμβουλος και πως η δουλειά της ήταν να του παράσχει όλες τις πληροφορίες που χρειαζόταν. Αρνείται ότι παρέστησε ότι η Εναγομένη 1 παρείχε εξειδικευμένες επενδυτικές συμβουλές ή ότι μπορούσε να διαχειρίζεται χαρτοφυλάκια. Είναι η θέση της πως είναι ο D. Shapira που αποφάσισε ποιες μετοχές ήθελε να αγοράσει η Ενάγουσα και πόσες. Η ίδια δεν τον ενεθάρρυνε να αγοράσει οιαδήποτε μετοχή ούτε πρότεινε συγκεκριμένες αλλά του έδωσε πληροφορίες για ένα αριθμό εταιρειών και ο ίδιος αποφάσισε. Κατά τον ίδιο τρόπο μετά τις επίδικες αγορές του παράσχε πληροφορίες και για άλλες εταιρείες όπως την DCHT και την Idial Networks (βλ. Τεκμήρια 16 και 17). Το Τεκμήριο 16 αποστάληκε την 20.7.2000 και το Τεκμήριο 17 την 19.9.2000 δηλαδή σε χρόνους μετά την αγορά των επίδικων μετοχών. Δεν αποδεικνύεται θετικά πως πληροφορίες εδόθηκαν στην Ενάγουσα πριν την αγορά των επιδίκων μετοχών, αποδεικνύεται όμως πως εδίδονταν πληροφορίες για κάποιες εταιρείες και ίσως αυτό να μην συμβαδίζει με τη θέση του D.Shapira ότι απλά απέστειλε ένα ποσό προς την Εναγομένη 1 και δεν είχε συμμετοχή στην επιλογή των επενδύσεων. Είναι η θέση της H. Papas πως τα ονόματα των εταιρειών, μετοχές των οποίων αγόρασε η Ενάγουσα μέσω της Εναγομένης 1 αλλά και η «Internet Advisory», ήσαν ονόματα που ο D. Shapira γνώριζε όταν πρωτομίλησε μαζί της και αυτός τα ανάφερε. Τα παρουσιασθέντα Σημειώματα Συμβάσεων ετοίμασε η ίδια κατ΄ ακολουθία της επιλογής του D. Shapira, του τα απέστειλε, ο τελευταίος τα υπέγραψε και της τα έστειλε πίσω. Η αγορά των μετοχών πραγματοποιήθηκε μετά που η Ενάγουσα έκαμε το σχετικό έμβασμα στο λογαριασμό της Εναγομένης
  1. Εάν η Ενάγουσα επιθυμούσε να πωλήσει μέσω της Εναγομένης 1 τις μετοχές που αγόρασε θα έπρεπε να την πληροφορήσει συγκεκριμένα για την πρόθεση της οπότε η ίδια θα προσπαθούσε να εντοπίσει ένα πιθανό αγοραστή. Όμως ποτέ ο D. Shapira δεν εκδήλωσε τέτοια πρόθεση. Ότι κατά καιρούς τον πληροφορούσε για την πορεία των μετοχών του ήταν από αβροφροσύνη και μόνο. Αναφέρει η H. Papas πως ο D. Shapira ποτέ δεν της ζήτησε είτε γραπτώς είτε προφορικώς να του παράσχει οιεσδήποτε πληροφορίες και όποιες πληροφορίες του είχε δώσει ήταν με δική της προαίρεση. Υποστήριξε η H. Papas πως του απέστειλε όσες πληροφορίες είχε για διάφορες μετοχές για να τις μελετήσει και πως μετά που τις μελέτησε συζήτησαν τηλεφωνικά τα καλά και τα κακά των περιπτώσεων, όπως ότι κάποιες ήσαν περιορισμένες ή δεν ήσαν ενταγμένες στο χρηματιστήριο. Ακόμη του έδωσε και προγνωστικά για κάθε μετοχή και ο ίδιος αποφάσισε. Ήταν ακόμη η θέση της H. Papas πως ο D. Shapira είχε ήδη πολλές δικές του πληροφορίες για τις εταιρείες στις οποίες τελικά αγόρασε η Ενάγουσα και είναι περαιτέρω πληροφορίες που ήθελε από κοντά της. Αναφορικά με την περίπτωση της Internet Advisory του είχε αναφέρει πως έμοιαζε καλή εταιρεία και πως οι μετοχές της φαίνονταν εντάξει και ότι ήταν ήδη εγγεγραμμένες στον NASDAQ. Ο D. Shapira αγόρασε μετοχές της πιο πάνω εταιρείας μέσω δικού του χρηματιστή. Όταν της ζήτησε να τις πωλήσει όταν θα έφταναν τα $7 του ανέφερε ότι δεν θα μπορούσε να του τις πωλήσει αφού δεν ήταν χρηματιστές και παραδέχεται πως σε σχετική ερώτηση του είπε πως τα προγνωστικά για τη μετοχή ήταν ότι μπορούσε να φθάσει και τα $10 κάτι που, κατά τη θέση της, ήταν τότε η πραγματικότητα. Αρνείται ότι ανέφερε ότι είχε εμπιστευτικές πληροφορίες ή ότι άλλο της καταλογίζεται αναφορικά με τις μετοχές αυτές. Αρνείται πως όταν άρχισαν να πέφτουν οι τιμές των μετοχών ανέφερε στον D. Shapira ότι η Εναγόμενη 1 και η ίδια πίστευαν ότι οι μετοχές ήταν καλές και θα ανέκαμπταν. Όταν τον Ιούνιο του 2000 συναντήθηκε με τον D. Shapira στο Ισραήλ δεν θυμάται να του παρέδωσε οιαδήποτε έγγραφα σε σχέση με την Brunnar αφού ότι σχετικό είχε του το είχε ήδη αποστείλει. Είναι η θέση της H. Papas πως η Εναγομένη 1 απέστειλε με DHL στο D. Shapira στο Ισραήλ ένα βιβλιάριο της Brunnar και διάφορα έντυπα και εκθέσεις όλων των εταιρειών μετοχές των οποίων είχαν αποκτηθεί από την Ενάγουσα (βλ. Τεκμήριο 14). Η χρήση της λέξης «είχαν» (σελ.6, παραγρ. 6 του Τεκμηρίου 10, "had " στη σελ. 6, παραγρ. 1 του Τεκμηρίου 9) υποδηλεί πως η μάρτυρας αναφέρεται σε χρόνους μετά την αγορά των μετοχών. Άλλωστε η δέσμη εγγράφων που αφορά την Road-Show έχει ημερομηνία 7.5.
  2. Ούτε το επιχείρημα της ότι δεν του μετέφερε έγγραφα στο Ισραήλ γιατί του τα είχε παραδώσει όλα πιο πριν ευσταθεί. Ο D. Shapira παρουσίασε δεκάδες εκτυπώσεις ιστοσελίδων που αναφέρονται σε ζητήματα αγοράς μετοχών που προειδοποιούν τους επενδυτές για δόλιες και ανέντιμες μεθόδους που διάφορες εταιρείες χρησιμοποιούν για να πείσουν ανυποψίαστους επενδυτές να επενδύσουν σε μετοχές που τους προτείνουν. Σε ορισμένες από αυτές υπάρχουν αναφορές στο όνομα της Εναγόμενης
  3. Μια καταχώρηση που γίνεται από την «Irish Financial Services Regulatory Authority» (Τεκμήριο 5
(26)(Ι)) αναφέρεται στην Εναγόμενη 1 και πολλές άλλες εταιρείες πως λειτουργούν στην Ιρλανδία χωρίς τη δέουσα άδεια, δεν άπτεται των επίδικων συναλλαγών που έγιναν στην Κύπρο. Ο Λάκης Αγαθοκλέους (Μ.Ε.3) (γραπτή δήλωση Τεκμήριο 6) σπούδασε στις Ηνωμένες Πολιτείες και το 2000 απέκτησε άδεια χρηματιστή στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου και εργάστηκε μέχρι το 2001. Γνωρίζει τους νόμους και κανονισμούς που αφορούν τα Αμερικάνικα Χρηματιστήρια. Οι υπηρεσίες του ζητήθηκαν από τους δικηγόρους της Ενάγουσας ως εμπειρογνώμονα σε χρηματιστηριακά ζητήματα. Ο Λ. Αγαθοκλέους απευθύνθηκε με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 19.2.2008 προς την «Irish Financial Services Regulatory Authority» ερωτώντας ποιος ήταν ο λόγος ή οι λόγοι για τους οποίους περιλήφθηκε η Εναγομένη 1 εταιρεία στη λίστα προειδοποίησης τους. Η απάντηση που στάληκε στις 22.2.2008 (Τεκμήριο 6
(1)) ήταν πως η Εναγομένη 1 δεν ήταν εξουσιοδοτημένη να δίδει επενδυτικές συμβουλές ή υπηρεσίες επενδύσεων στην Ιρλανδία. Σε μια άλλη καταχώρηση στο διαδίκτυο από την «International Registry Commission» (Τεκμήριο 5
(26)(ΙΙΙ)) παρουσιάζεται κατάλογος εταιρειών που χαρακτηρίζονται ως «Cold callers» και περιλαμβάνεται και η Εναγόμενη
  1. «Cold callers» εξηγήθηκε πως χαρακτηρίζονται οι εταιρείες που χρησιμοποιούν τη μέθοδο να τηλεφωνούν σε άγνωστο και του προτείνουν και τον υποκινούν να αγοράσει συγκεκριμένες μετοχές. Στην υπό εκδίκαση περίπτωση είναι, όπως προειπώθηκε, κοινό έδαφος πως η επαφή έγινε τη πρωτοβουλία του D. Shapira για την Ενάγουσα. Άλλες καταχωρήσεις αναφέρονται σε κάποιο κανονισμό «Regulation S» που ισχύει στις Ηνωμένες Πολιτείες και επιτρέπει σε εταιρείες που δεν είναι εισαγμένες στα Χρηματιστήρια να μαζεύουν κεφάλαια από ξένους επενδυτές χωρίς να απαιτείται να προσφέρουν επίσημα τις μετοχές τους. Αναφέρεται πως ο κανονισμός δίδει το υπόβαθρο για απάτη και γίνονται εισηγήσεις για κατάργηση του για να επιλυθεί το πρόβλημα. Οι εταιρείες που εξαπατούν τους επενδυτές ονομάζονται «boiler rooms» και προσφέρουν μη εμπορεύσιμες, υπερτιμημένες, ακόμη και ανύπαρκτες μετοχές. Πολλές από τις παρουσιασθείσες ιστοσελίδες συνιστούν χώρους όπου διάφοροι, συνήθως παραπονούμενοι επενδυτές, κατά το πλείστον ανώνυμα, καταχωρούν απόψεις και προτρέπουν άλλους επενδυτές πώς και τί να προσέχουν. Από την ιστοσελίδα του «International Registry Commission» παρουσιάστηκε από την Υπεράσπιση εκτύπωση (Τεκμήριο 25) όπου διατυπώνεται πρόσκληση προς παραπονούμενους επενδυτές εάν πιστεύουν ότι μια εταιρεία τους μεταχειρίστηκε άδικα να καταχωρήσουν παράπονο (βλ. ακόμη Τεκμήριο 26). Στην ίδια ιστοσελίδα αναφέρεται πως οι πληροφορίες που εμπεριέχονται πιστεύεται πως ήταν πλήρεις και ακριβείς όταν καταχωρήθηκαν αλλά η επιτροπή δεν εγγυάται την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα των πληροφοριών καθ΄ όλους τους χρόνους. Η πλευρά της Ενάγουσας παρουσίασε το υλικό για να καταδείξει πως αυτά για τα οποία οι διάφοροι προειδοποιούν προσομοιάζουν με τα όσα επεσυνέβησαν στην επίδικη περίπτωση και συνεπώς καταδεικνύουν πως οι Εναγόμενοι είναι απατεώνες. Δεν θα εμπλακώ σε σύγκριση της επίδικης περίπτωσης με περιγραφόμενες στο υλικό περιστάσεις, όμως είναι δίκαιο να λεχθεί πως υπάρχουν και ομοιότητες και διαφορές, όπως για παράδειγμα το ότι η Εναγόμενη 1 δεν «εξαφανίστηκε», όπως αναφέρθηκε συνήθως να συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, αλλά εξακολουθεί να λειτουργεί εξ΄ ου και η παρούσα αγωγή την οποία υπερασπίζεται. Το παρουσιασθέν υλικό που θα μπορούσε να δημιουργήσει μεγάλη προκατάληψη εναντίον της Εναγόμενης 1 έχει ελάχιστη αποδεικτική αξία σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα. Ότι μπορεί να λεχθεί είναι πως ο κανονισμός «Regulation S» που ισχύει στις Ηνωμένες Πολιτείες, παρέχει τη δυνατότητα σε εταιρείες να εξαπατούν επενδυτές και πείθοντας τους να τους πωλούν μετοχές Αμερικανικών εταιρειών που έχουν στην πραγματικότητα μικρή ή καθόλου αξία και που ενδεχομένως ουδέποτε θα εισαχθούν στο Χρηματιστήριο και που ίσως οι εταιρείες αυτές να δημιουργήθηκαν και οι μετοχές τους να εκδόθηκαν με μοναδικό σκοπό να εξαπατηθούν επενδυτές εκτός των συνόρων των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο προαναφερθείς Λ. Αγαθοκλέους εξήγησε περισσότερο όσα λίγο πολύ έγιναν κατανοητά από τα κείμενα των διαφόρων ιστοσελίδων που παρουσιάστηκαν. Ο όρος «boiler room» εφαρμόζεται από εταιρείες που ασχολούνται με χρηματιστηριακές πράξεις, αδειούχες και μη, οι οποίες χρησιμοποιούν ψευδείς και αναληθείς αναλύσεις και ανακοινώσεις με σκοπό να πωλήσουν μετοχές υψηλού κινδύνου σε επενδυτές μέσω τηλεφώνου. Πρόκειται για μετοχές εταιρειών που συνήθως δεν είναι εισαγμένες σε οργανωμένα Χρηματιστήρια (στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχουν και μη οργανωμένα Χρηματιστήρια) με σχεδόν καθόλου πωλήσεις, χαμηλά κέρδη, πολύ λίγα περιουσιακά στοιχεία και πολύ μικρές ή καθόλου προοπτικές. Οι εταιρείες αυτές, εξηγεί ο μάρτυρας, δεν έχουν άλλο τρόπο να μαζέψουν χρήματα, γι΄ αυτό και διαθέτουν τις μετοχές τους στις ίδιες τις χρηματιστηριακές εταιρείες, τα «boiler rooms», σε πάρα πολύ χαμηλές τιμές και επιτρέπουν στις τελευταίες να χρεώνουν τους επενδυτές τεράστιο ποσοστό προμήθειας για κάθε πώληση. Έχω αντιληφθεί πως οι χρηματιστηριακές αυτές εταιρείες δεν παρουσιάζουν στον επενδυτή πελάτη τους πως τον χρεώνουν με υψηλή προμήθεια, κάτι που προφανώς ο τελευταίος δεν θα αποδεχόταν, αλλά του αποκρύπτουν την πραγματική τιμή στην οποία αγόρασαν τη μετοχή και του παρουσιάζουν πως η μετοχή θα αγοραστεί για λογαριασμό του σε κάποια άλλη τιμή που είναι πολύ μεγαλύτερη από την πραγματική, όμως ο πελάτης επενδυτής δεν το γνωρίζει. Ο George Psakides (Μ.Υ.2) (γραπτή δήλωση Τεκμήριο18 Α και Β) διευθυντής της Εναγόμενης 1, προκλήθηκε κατά την αντεξέτασή του να παρουσιάσει στοιχεία αναφορικά με τα ποσά που πληρώθηκαν από την Εναγόμενη 1 για την αγορά των μετοχών που αγόρασε η Ενάγουσα. Το μόνο στοιχείο που παρουσίασε ήταν ένα ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 25.6.2008 (Τεκμήριο 27) από κάποιο Gerry με το οποίο τον πληροφορούσε από θύμηση πως η τιμή που αγοράστηκε η μετοχή της Road-Show ήταν $3,
  2. Επρόκειτο για απαντητικό μήνυμα σε μήνυμα του G. Psakides προς τον Gerry, πως χρειαζόταν να αποδείξει πως $3,5 ήταν η τιμή της μετοχής της Road-Show στις 17.3.
  3. Ουδεμία βαρύτητα μπορώ να αποδώσω στο περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος του Gerry. Πρόκειται, πιστεύω, για απάντηση που θα μπορούσε να είχε δοθεί για να εξυπηρετήσει τον G. Psakides που ουσιαστικά υπόβαλε στον Gerry ποια θα έπρεπε να ήταν η απάντηση του. Πώς μπορεί κάποιος να έχει τέτοια θύμηση; Νομίζω πως ο Gerry ήθελε αφενός να βοηθήσει, αφετέρου όμως δεν θα ήθελε να δεσμευτεί γι΄ αυτό και κατέγραψε πως η τιμή ήταν εκείνη απ΄ ότι θυμόταν. Κατά τα άλλα, ο G. Psakides δεν είχε να παρουσιάσει οιονδήποτε στοιχείο από άλλους κύριους αντιπροσώπους (Principal Agents), καμιά βεβαίωση για την τιμή ή οδηγία για το ποσό που θα έπρεπε να πωλείται μια μετοχή. Καθ΄ όσον αφορά την πληρωμή της Εναγομένης 1 προς τους κύριους αντιπροσώπους για την περίπτωση της Ενάγουσας, είπε πως δεν είναι δυνατό να διαφανεί το ποσό γιατί τα σχετικά εμβάσματα γίνονταν για αριθμό συναλλαγών για διάφορους πελάτες. Ερωτηθείς για τις συμφωνίες που είχαν με τους κύριους αντιπροσώπους, είπε πως δεν τις αποκάλυψαν γιατί η αξίωση δεν ήταν εναντίον των κύριων αντιπροσώπων. Συμπεριφερόμενος ως εάν να μην αντιλαμβανόταν το σημείο και υποτιμώντας την αντίληψη του Δικαστηρίου εξέφρασε απορία, διερωτώμενος εάν αμφισβητείται ότι οι μετοχές αγοράστηκαν στις συγκεκριμένες τιμές. Ο Λ. Αγαθοκλέους προσπάθησε να ανακαλύψει τις τιμές των μετοχών των εταιρειών στις οποίες επένδυσε η Ενάγουσα. Η έρευνα του ήταν μέσω διαδικτύου. Κατέστηκε δυνατός ο εντοπισμός στοιχείων μόνο για την Rockport και την Internet Advisory. Με ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο 7) ζήτησε πληροφορίες από την "U.S. Securities and Exchange Commission" και του απάντησαν (Τεκμήριο 8) πως δεν διατηρούν στοιχεία για τις τιμές. Τον παρέπεμψαν σε κάποιο "Bloomberg's information service". Η Rockport είχε μια ξέφρενη πορεία ανόδου από το Φεβρουάριο μέχρι τον Απρίλιο του
  4. Από τα $3 ανέβηκε μέχρι τα $
  5. Τον Ιούλιο του 1999 άρχισε η κατακόρυφη πτώση της. Το 2001 η τιμή της ήταν κάτω από τα $0,50 και το 2005 κάτω από τα $0,
  6. Οι τιμές παρουσιάζονται σε σχετικό πίνακα (Τεκμήριο 6
(3)). Η μετοχή αυτή αγοράστηκε από την Ενάγουσα στα $1,65 στις 17.2.2000. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 6
(3)η τιμή της στις 18.2.2000 που υπάρχουν στοιχεία, είχε ανοίξει στα $1,88, είχε μέγιστη τιμή $2,12, ελάχιστη τιμή $1,50 και έκλεισε στα $
  1. Αποδέχεται ο Λ. Αγαθοκλέους πως στην περίπτωση της Rockport δεν ισχύει η θέση της Ενάγουσας πως η μετοχή είχε αγοραστεί σε χαμηλότερη τιμή. Στην περίπτωση αυτή το κέρδος της Εναγόμενης 1 ήταν η χρεωθείσα προμήθεια. Είναι η θέση του Λ. Αγαθοκλέους πως η Εναγόμενη 1 παράβλεψε πολλούς βασικούς κανόνες στην επιλογή των εταιρειών, μετοχές των οποίων θα αγόραζε η Ενάγουσα. Οι περιορισμένες μετοχές συνοδεύονται πάντοτε από μεγάλους κινδύνους. Οι εταιρείες που τις εκδίδουν είναι πολύ μικρές και προσπαθούν να μαζέψουν χρήματα για να υλοποιήσουν τους επιχειρηματικούς τους στόχους. Είναι συνήθως νεοσύστατες με λίγα ή καθόλου εισοδήματα και πολύ λίγους πελάτες. Στο μεσοδιάστημα του ενός χρόνου, που οι μετοχές δεν μπορούν να πωληθούν, η απώλεια μερικών πελατών ή η εμφάνιση ενός ανταγωνιστικού προϊόντος μπορεί να προκαλέσει τέτοια μείωση στα έσοδα της εταιρείας ώστε αυτή ακόμα και να κλείσει. Τέτοιες μετοχές δεν είναι ορθό να προσφέρονται σε άτομα που δεν έχουν εξειδικευμένες γνώσεις, προς τούτο δε ο χρηματιστής οφείλει μέσω ειδικού ερωτηματολογίου να βεβαιωθεί για τις γνώσεις και την καταλληλόλητα του επικείμενου επενδυτή. Κατάλληλος επενδυτής στην περίπτωση εταιρείας είναι η εταιρεία που έχει περιουσιακά στοιχεία πέραν των $5.000.
  2. Στην επίδικη περίπτωση το μόνο επί του ζητήματος έντυπο που συμπληρώθηκε από την Ενάγουσα αφορούσε την περίπτωση της αγοράς των μετοχών της Road-Show και τούτο την 10.4.2000, δηλαδή μετά την αγορά των μετοχών (Τεκμήριο 12). Το έντυπο είχε αποσταλεί από την Εναγόμενη 1 την ίδια ημέρα (Τεκμήριο 15). Βέβαια εφόσον μια εταιρεία είναι κατάλληλος επενδυτής είναι κατάλληλη για όλες τις μετοχές της κατηγορίας. Ότι μπορεί να ειπωθεί είναι πως, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 12, η Ενάγουσα ήταν κατάλληλος επενδυτής έστω και αν η σχετική πληροφορία ετέθηκε γραπτώς υπόψη της Εναγόμενης 1 μετά την αγορά των μετοχών. Αναφορικά με κάποια δήλωση που εμπεριέχεται στο έντυπο επανέρχομαι πιο κάτω. Είναι η θέση του Λ. Αγαθοκλέους πως οι χρηματιστηριακές εταιρείες πρέπει να ενημερώνουν ειδικά τον επικείμενο πελάτη για τους κινδύνους που εμπεριέχονται στις περιορισμένες μετοχές. Καθ΄ όσον αφορά τις μετοχές της Road-Show και της Brunnar που δεν ήταν περιορισμένες αναφέρει ο Λ. Αγαθοκλέους πως αυτές οι εταιρείες ήταν χαμηλής κεφαλαιοποίησης και είχαν μικρό αριθμό μετοχών ώστε να ελέγχονται εύκολα. Δεν ήταν εμπορεύσιμες και κατ΄ επέκταση δεν υπήρχε λόγος να ήταν περιορισμένες. Όλες οι εταιρείες στις οποίες επένδυσε η Ενάγουσα ήταν πολύ μικρές με ελλιπή ή καθόλου έγκυρα στοιχεία για την πορεία τους. Υποστήριξε ο Λ. Αγαθοκλέους πως η Εναγόμενη 1 δεν δικαιολογείτο να συμβουλεύσει την αγορά των συγκεκριμένων έξι μετοχών που αγόρασε η Ενάγουσα. Παρουσίασε τα οικονομικά αποτελέσματα της «Internet Advisory» για το έτος 2000 (Τεκμήριο 6
(2)) και σχολίασε πως η εταιρεία ήταν σε πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση, είχε ζημιές εξ υπαρχής και θα συνεχίζονταν, δεν είχε κάμει ποτέ κέρδη και χρωστούσε $3.000.000. Στη σελίδα 6 των οικονομικών αποτελεσμάτων αναφέρεται πως οι εκθέσεις των ελεγκτών της εταιρείας που συνοδεύουν τους ελεγμένους λογαριασμούς για τα έτη που τελείωσαν στις 31.12.2000 και 31.12.1999 καταδεικνύουν ότι υπάρχει ουσιαστική αμφιβολία αναφορικά με την ικανότητα της εταιρείας να συνεχίσει τη λειτουργία της. Στη σελίδα 7 αναφέρεται πως στην εταιρεία δεν θα μπορούσαν να ήσαν σίγουροι ότι θα επετύγχαναν εις τους κινδύνους που αναλάμβαναν και η αποτυχία θα είχε ουσιαστικά αρνητικά αποτελέσματα στην εργασία τους στην οικονομική τους κατάσταση και λειτουργία. Στη σελίδα 8 αναφέρεται πως πίστευαν ότι τα μετρητά που είχαν και οι εισπράξεις από τις επιχειρήσεις τους θα ήταν ικανοποιητικά για τους επόμενους τρεις μήνες αλλά μη αναμενόμενες καταστάσεις και έξοδα θα μπορούσε να καταστήσουν αναγκαίο το δανεισμό καθότι η εταιρεία ήταν ανίκανη να λειτουργήσει επικερδώς. Ότι θα πρέπει να σημειωθεί είναι πως το Τεκμήριο 6
(2)είναι έγγραφο που ετοιμάστηκε και κατατέθηκε στις εποπτικές αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών το 2001 και δεν γνωρίζουμε κατά πόσο τα στοιχεία που εμπεριέχει ήταν δημοσιοποιημένα ή γνωστά στην Εναγόμενη 1 ενωρίτερα. Ανάφερε ο Λ. Αγαθοκλέους πως τέτοιες πληροφορίες πρέπει να είναι προσιτές στο κοινό, δεν εμφανίζονται όμως απαραίτητα στην ιστοσελίδα της εταιρείας. Η εταιρεία, εκτιμά, θα προσπαθούσε να τις κρύψει. Είναι η θέση του Λ. Αγαθοκλέους πως είτε η Εναγόμενη 1 είχε τα στοιχεία είτε όχι δεν δικαιολογείτο στη σύσταση της για την «Internet Advisory» γιατί είτε έχεις αρνητικά στοιχεία είτε δεν έχεις στοιχεία δεν δικαιολογείσαι να συστήσεις αγορά των μετοχών. Η σύσταση γίνεται μόνο όταν έχεις θετικά στοιχεία. Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι η πραγματικότητα είναι πως η μετοχή της «Internet Advisory» ανέβηκε μετά τον χρόνο αγοράς της από την Ενάγουσα και πως η τελευταία μπορούσε να ρευστοποιήσει τις μετοχές της και να αποκομίσει γύρω στις $31.108 από τις οποίες οι $11.108 θα ήταν κέρδος, δηλαδή πέραν του 50% κέρδος και τούτο σε διάστημα 15 ημερών περίπου. Πέραν της «Internet Advisory» και της Rockport ήταν αδύνατο να βρεθούν στοιχεία για τις υπόλοιπες εταιρείες πέραν κάποιων ψευδών καταχωρήσεων που οι ίδιες εισάγουν στο διαδίκτυο. Ο G. Psakides είπε πως ο τομέας της τεχνολογίας και του διαδικτύου στον οποίο επένδυσε η Ενάγουσα ευρισκόταν στο απόγειο του την εποχή που αγοράστηκαν οι επίδικες μετοχές. Υπήρχε μεγάλη προθυμία στις Ηνωμένες Πολιτείες για επενδύσεις στον τομέα αυτό. Μετά την άνοιξη του 2000 οι τιμές των μετοχών στον τομέα αυτό άρχισαν να πέφτουν. Παρουσίασε σχετικό διάγραμμα που εκτύπωσε από το διαδίκτυο (Τεκμήριο 23). Ακολούθησε πανικός στην αγορά που κατέρρευσε. Δέχθηκε ο D. Shapira πως ο τεχνολογικός τομέας ήταν ψηλά το Φεβρουάριο του 2000 και πως μετέπειτα είχε μεγάλη πτώση. Σημειώνει όμως πως η Brunnar και η Rockport δεν ήταν στον τομέα αυτό. Δυνατές εταιρείες του τεχνολογικού τομέα επέζησαν της κρίσης και μετά οι μετοχές τους ανέβησαν, όχι όμως αυτές που αγόρασε η Ενάγουσα. Τεκμήριο 24 είναι εκτύπωση από κάποια ιστοσελίδα όπου γίνεται αναφορά στην Global που ασχολείται με ασφαλιστικά προϊόντα και αναφέρεται πως με την αυξανόμενη ζήτηση δανείων η ασφάλιση μέσω διαδικτύου που παρέχει η εταιρεία την καθιστά παγκόσμιο οδηγό. Δεν αποδίδω οιαδήποτε σημασία στο Τεκμήριο ούτε ως προς την αλήθεια του ούτε ως προς το κατά πόσο η Εναγόμενη 1 ειλικρινά βασίστηκε σ΄αυτό. Μπορεί να πρόκειται για το είδος των πληροφοριών που κακόπιστα καταχωρούνται για να χρησιμοποιηθούν στη συνέχεια για παραπλάνηση των επενδυτών. Είναι η περαιτέρω θέση του Λ. Αγαθοκλέους πως τα Σημειώματα Συμβάσεων προδίδουν πως η Εναγομένη 1 δεν ήταν μόνο σύμβουλοι αλλά πρόσφεραν και επενδυτικές υπηρεσίες. Αν ήταν μόνο σύμβουλοι τότε οι πράξεις θα έπρεπε να γίνουν μέσω κάποιου τρίτου που θα εξέδιδε τα σχετικά Σημειώματα Συμβάσεων που δεν θα ήταν στο όνομα τους. Ο σύμβουλος επενδύσεων δεν εκδίδει Σημειώματα Συμβάσεων. Το γεγονός ότι έκδιδαν Σημειώματα Συμβάσεων δείχνει, κατά τον Λ. Αγαθοκλέους, ότι ο ρόλος τους δεν ήταν απλά συμβουλευτικός αλλά προέβαιναν σε λήψη και διαβίβαση εντολών. Ότι η Εναγόμενη 1 εξέδωσε Σημειώματα Συμβάσεων είναι κοινό έδαφος, ότι όμως ενδιαφέρει σε πρώτο στάδιο είναι κατά πόσο οι συγκεκριμένες αγορές μετοχών έγιναν με τον τρόπο που περίγραψε ο D. Shapira ή όπως περίγραψε η H. Papas. Η σημασία της θέσης αυτής του Λ. Αγαθοκλέους θα φανεί στη συνέχεια. Αναφέρθηκε πως η εταιρεία Primex Capital η οποία παρουσιάζεται ως ο κύριος αντιπρόσωπος (Principal Agent) σε τρία από τα Σημειώματα Συμβάσεως (Contract Notes) (Τεκμήρια 5
(3),
(6)και
(7)) ήταν όργανο κάποιου Mark Rice και χρησιμοποιήθηκε για τη δόλια πώληση μετοχών της Portalzone, της Rockport και της Global. Πιστεύει, ανέφερε ο D. Shapira, πως η Εναγομένη 1 είχε συνωμοτήσει με τον Mark Rice τούτο όμως χωρίς να έχει στοιχεία και βασιζόμενος στις λίστες προειδοποίησης του διαδικτύου. Ο Λ. Αγαθοκλέους ανέφερε πως ο Mark Rice είχε ετοιμάσει ένα κείμενο (newsletter) το οποίο διευθέτησε να διανεμηθεί μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε ανυποψίαστους επενδυτές. Αυτό, όπως και άλλες ανακοινώσεις που έκαμε, αποτελούνταν από ψευδείς δηλώσεις και στοιχεία. Με αυτό τον τρόπο επηρέασε παράνομα την τιμή κάποιων μετοχών μεταξύ των οποίων της Portalzone, της Rockport και της Global. Ανέβηκε το ενδιαφέρον των επενδυτών γι΄ αυτές τις εταιρείες και αυξήθηκε η τιμή τους, κάτι που ο ίδιος εκμεταλλεύτηκε για να ξεφορτωθεί τις μετοχές που ο ίδιος κατείχε στις πιο πάνω εταιρείες. Για τη δράση του καταδικάστηκε από την Αμερικάνικη Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και διατάχθηκε να επιστρέψει τα παράνομα κέρδη. Ο D. Shapira δεν έχει στοιχεία ότι η Εναγόμενη 1 είχε συνωμοτήσει με τον Mark Rice, κι αν δεν είχε συνωμοτήσει γιατί να μην πλανήθηκε κι αυτή και να σχημάτισε λανθασμένη εντύπωση για τις τρεις πιο πάνω εταιρείες όπως τόσοι άλλοι. Ο D. Shapira παρουσίασε, όπως προειπώθηκε, τον εαυτό του να μην έχει γνώσεις αναφορικά με τις μετοχές σε ξένες εταιρείες. Κατά την αντεξέταση είπε πως οι γνώσεις του στο πεδίο είναι γενικές και πως βασίζεται στους ειδικούς. Αποκάλυψε ωστόσο πως για χρόνια επενδύει για την Ενάγουσα σε μετοχές μέσω χρηματοοικονομικών γραφείων. Οι επενδύσεις της Ενάγουσας είναι σε bonds, κυβερνητικά χρεώγραφα και ακίνητα και φθάνουν τα 7 - 8 εκατομμύρια δολάρια. Για αγορά μετοχών οι επενδύσεις της Ενάγουσας είναι περιορισμένες και τα τελευταία 10 χρόνια ανέρχονται στις $200.000 - $300.000. Ο D. Shapira κάθε άλλο παρά την εικόνα προσώπου με περιορισμένες γνώσεις στο ζήτημα μου έδωσε. Φαίνεται πως είναι ένας επιχειρηματίας που διαχειρίζεται τεράστια κεφάλαια. Έδωσε την εντύπωση έμπειρου προσώπου στις επιχειρήσεις και τις επενδύσεις και δεν θα μπορούσα να αποδεχτώ πως θα διαχειριζόταν $70.000 περιουσία της Ενάγουσας με τον τρόπο που ανέφερε. Δεν θα μπορούσα να αποδεχτώ πως έδωσε εν λευκώ την εξουσία σε μια εταιρεία την οποία δεν γνώριζε, με αξιωματούχους της οποίας ουδέποτε συνομίλησε, τους χώρους εργασίας της ουδέποτε επισκέφθηκε, απλά και μόνο γιατί η ανταποκρίτρια του στην άλλη πλευρά του ακουστικού του έδωσε την εντύπωση πως γνώριζε καλά τη δουλειά της. Πώς αυτός ο έμπειρος επιχειρηματίας θα μπορούσε να εισακούσει και να αποδεχτεί ως σοβαρή και πραγματική τυχόν υπόσχεση για βεβαιότητα στην αποκόμιση οικονομικού οφέλους από την αγορά συγκεκριμένων μετοχών. Κατά την δια ζώσης μαρτυρία του ο D. Shapira, προφανώς αντιλαμβανόμενος πως η θέση για υπόσχεση για βεβαιότητα κέρδους (definite profit) θα ακουγόταν αναληθοφανής και σε υποβολή πως δεν του εδόθησαν προφορικές διαβεβαιώσεις για σίγουρο κέρδος απάντησε πως κανένας δεν μπορεί να πει 100% ότι θα έχει κέρδος μια μετοχή αλλά υπάρχουν στοιχεία που τις επηρεάζουν όπως η καλή διεύθυνση, διαχείριση και τα καλά προϊόντα που φτιάχνει η εταιρεία. Η H. Papas, ανέφερε, του είπε ότι ξέρει τις εταιρείες η ίδια όπως και άλλοι στην Εναγομένη 1, ότι είναι άνετοι με αυτές τις εταιρείες και ότι έχουν την πεποίθηση ότι θα έχουν ψηλές αποδόσεις. Ο D. Shapira παρουσίασε τα Σημειώματα Συμβάσεων (Contract Notes) που αφορούν τις μετοχές που η Ενάγουσα αγόρασε μέσω της Εναγομένης 1 (Τεκμήρια 5
(2),
(3),
(5),
(6)και
(7)). Αναφέρονται επί των Σημειωμάτων τα εξής: «Risk Warning Ametron Consultants Limited act as agents for various brokers in the International Financial Markets. Some shares (e.g. shares of smaller companies) are speculative and carry a higher degree of risk than blue chip investments. Therefore, investments in shares other than blue chip shares should be restricted to the minimum one can afford to lose since there is always the risk of partial or complete capital loss. It is more difficult to buy and sell shares in small companies and it may not always be possible to deal. Market makers operate with a wider spread between the buying and selling prices for smaller companies and this spread and fluctuations in share prices may mean that you do not get back the full amount invested. Investments in stocks and shares are not suitable for everyone. You should note that the past is not necessary a guide to future performance.» Επισημαίνω τις αναφορές σε «υψηλότερο βαθμό κινδύνου», «πρέπει να περιορίζονται στο ελάχιστο που κάποιος μπορεί να χάσει καθότι υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος μερικής ή πλήρους απώλειας του κεφαλαίου», «δεν είναι πάντοτε δυνατόν να τις διαπραγματευτείς», «μπορεί να σημαίνει ότι δεν θα πάρεις πίσω το πλήρες ποσό της επένδυσης», «δεν είναι κατάλληλες για τον καθένα». Κάτω από την προειδοποίηση καταγράφετο δήλωση για να υπογραφεί από την Ενάγουσα με την οποία η τελευταία επιβεβαίωνε ότι κατενόησε και αποδέχτηκε τα πιο πάνω. Δεν υπάρχει υπογραφή εκ μέρους της Ενάγουσας, προδήλως γιατί πρόκειται για τα αντίγραφα που παρέμειναν στα χέρια του D. Shapira. Τα όσα καταγράφονται στην προειδοποίηση για τους κινδύνους είναι εκ διαμέτρου αντίθετα με τα όσα ο D. Shapira διατείνεται πως η H. Papas προφορικά του παρέστησε. Ωστόσο, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για το περιεχόμενο των εγγράφων που καλείτο να υπογράψει, ούτε διαβίβασε την οποιαδήποτε ανησυχία του προς την Εναγόμενη
  1. Αντίθετα, φαίνεται να υπόγραψε τα σημειώματα, κάτι που δεν παραδέχεται ρητά στη γραπτή του δήλωση και στη συνέχεια, έχοντας υπόψη την προειδοποίηση κινδύνου, προχώρησε στην πληρωμή του κόστους των μετοχών. Δεν κατανοώ γιατί ο D. Shapira επικαλέστηκε το μικρό μέγεθος των χαρακτήρων της προειδοποίησης κινδύνου αφού δεν ήταν η θέση του ότι η προειδοποίηση διέλαθε της προσοχής του. Αποδέχτηκε, ανέφερε, την προειδοποίηση γνωρίζοντας ότι αγόρασε καλές μετοχές από καλό γραφείο. Όποιες μετοχές και να διάλεγε η Εναγόμενη 1 αυτός θα υπόγραφε. Αξίζει ακόμα αναφορά στο περιεχόμενο του εντύπου της 10.4.2000 (Τεκμήριο 12), στο οποίο για άλλους λόγους αναφέρθηκα πιο πάνω, όπου ο D. Shapira επιβεβαιώνει, για λογαριασμό της Ενάγουσας, πως έχει τη δυνατότητα να διεξάγει από μόνη της τη δέουσα έρευνα, ότι έχει επιθεωρήσει το επιχειρηματικό σχέδιο της Road-Show και το υποστηρικτικό υλικό. Ότι κατανοεί ότι η εταιρεία είναι ιδιωτική και τα αξιόγραφα που αγοράζει είναι περιορισμένα αξιόγραφα. Ίσως να έχει περισσότερη σημασία ότι ο D. Shapira υπόγραψε το έντυπο και τη σχετική δήλωση περί τους δύο μήνες μετά, αφού είδε την πορεία των μετοχών και δεν είχε μέχρι τότε σκεφτεί να παραπονεθεί. Ο δικηγόρος της Ενάγουσας παρέπεμψε στον τύπο των Σημειωμάτων και την αναφορά σε ημερομηνία διαπραγμάτευσης (Bargain Date) και ώρα Κεντρικής Ευρώπης (Time (CET)) και δήλωση ότι έχουμε [η Εναγομένη 1] σήμερα εκ μέρους σας: ΑΓΟΡΑΣΕΙ (We have today on your behalf: BOUGHT) και υποστήριξε πως κατά την έκδοση των Σημειωμάτων και συνεπώς κατά την παραλαβή τους από τον D. Shapira οι συγκεκριμένες μετοχές είχαν ήδη αγοραστεί. Ο D. Shapira κατάθεσε πως παρέλαβε τα Σημειώματα Συμβάσεων με ημερομηνία 17.2.2000 και 18.2.2000 και κατ΄ ακολουθία έμβασε το ποσό των $60.403 στην Alpha Credit Bank στην Αθήνα όπως η Εναγομένη 1 ζήτησε. Το ίδιο σε σχέση με το Σημείωμα Σύμβασης ημερομηνίας 17.3.2000 το οποίο παρέλαβε και στη συνέχεια πλήρωσε το ποσό των $10.
  2. Δέχθηκε πως όταν πλήρωνε γνώριζε ποιες μετοχές είχαν αγοραστεί. Ακόμη πως αν δεν πλήρωνε δεν θα αγοράζονταν οι μετοχές παρόλο που είχαν συμφωνήσει πριν του αποσταλούν τα Σημειώματα Συμβάσεων. Προφανώς εννοεί πως η συμφωνία δεν ήταν μέχρι τότε δεσμευτική ή ήταν προκαταρκτική ή υπό αίρεση ή η Εναγόμενη 1 δεν θα είχε άλλη επιλογή πρακτικά από του να δεχτεί την υπαναχώρηση. Μαρτύρησε ο G. Psakides πως η Εναγόμενη 1 ασχολείτο με το να συγκεντρώνει κεφάλαια για εταιρείες για χρήση από τις ίδιες τις εταιρείες. Η Εναγόμενη 1 δεν χειριζόταν η ίδια ιδιωτικές τοποθετήσεις αλλά συνεργαζόταν με τον κύριο χρηματιστή (principal broker) στον σκοπό της συγκέντρωσης των κεφαλαίων. Είναι γεγονός πως ο ρόλος αυτός αποκαλύπτεται στα Σημειώματα Συμβάσεων και έτσι πρέπει να είναι. Τα στοιχεία που επισημάνθηκαν επί των Σημειωμάτων Συμβάσεων ως επιβεβαιωτικά πως η Εναγόμενη 1 είχε ήδη αγορασμένες τις μετοχές δεν οδηγούν απαρέκλητα σε τέτοιο συμπέρασμα. Επρόκειτο για προκαταρτική συμφωνία με τον κύριο χρηματιστή. Η ουσία βέβαια είναι κατά πόσο υπήρχε διαπλοκή μεταξύ της Εναγόμενης 1 και του κύριου χρηματιστή. Ένα αντικειμενικό στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της αναλήθειας της βασικής θέσης του D. Shapira είναι η απουσία οιασδήποτε συνεννόησης αναφορικά με την αμοιβή της Εναγόμενης
  3. Είναι κοινό έδαφος πως καμιά αμοιβή δεν συμφωνήθηκε, σε καμιά αμοιβή δεν δικαιούτο η Εναγόμενη 1 και ουδεμία πλήρωσε η Ενάγουσα. Το μόνο οικονομικό όφελος που θα είχε, όπως προκύπτει και από τα Σημειώματα Συμβάσεων, ήταν η προμήθεια (Commission) που θα ελάμβανε από την αγορά των μετοχών. Αυτή συγκεκριμενοποιείτο στο κάθε Σημείωμα Συμβάσεως και το σύνολο των προμηθειών της Εναγόμενης 1 ανερχόταν στα $
  4. Να σημειωθεί πως αναφορικά με τις μετοχές της «Internet Advisory», που δεν αγοράστηκαν μέσω της Εναγόμενης 1, η Εναγόμενη 1 εις ουδεμία προμήθεια εδικαιούτο και ουδεμία έλαβε. Δεν μπορώ να πιστέψω πως ένα πρόσωπο με την εμπειρία και γνώσεις του D. Shapira, όπως καταδείχθησαν με την εν γένει παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, θα μπορούσε ποτέ να πιστέψει και να δεχτεί πως η Εναγόμενη 1 παρείχε στην Ενάγουσα τέτοιες συμβουλές και επενδυτικές υπηρεσίες αναφορικά με επενδύσεις της τάξεως των ποσών που αναφέρθηκαν και μοιραζόταν μαζί της τόσο αξιόλογες πληροφορίες επ΄ ανταλλάγματι μιας προμήθειας της τάξεως των $
  5. Μάλιστα πως θα συνέχιζε να διαχειρίζεται το χαρτοφυλάκιο της Ενάγουσας και να επαγρυπνεί για την προώθηση των οικονομικών της συμφερόντων άνευ αμοιβής, ενδεχομένως με μοναδικό όφελος μια ανάλογη προμήθεια κατά την πώληση των μετοχών. Ποια μπορεί να ήταν η αντίληψη του D. Shapira αναφορικά με την περίπτωση των μετοχών της «Internet Advisory»; Για ποιο λόγο η Εναγόμενη 1 και η H. Papas να μοιραστεί με την Ενάγουσα εμπιστευτικές πληροφορίες τόσο σημαντικές που ο αποδέχτης τους να μπορούσε να αποκομίσει σε σύντομο χρονικό διάστημα τεράστιο κέρδος; Και τι θέλει να πιστέψουμε όταν διατείνεται πως η H. Papas σε έντονο ύφος («in a very strong attitude») του είπε να μην τις πωλήσει. Οι μετοχές αυτές δεν είχαν αγοραστεί μέσω της Εναγόμενης 1, ποιος θα τον έλεγχε, πώς θα οφελείτο η Εναγόμενη 1 από την μη πώληση; Ο D. Shapira δεν ήταν κανένα παιδάκι ή αγράμματη γριά στην οποία η όποια H. Papa θα μπορούσε να επιβληθεί απλά υψώνοντας τον τόνο της φωνής της στο τηλέφωνο. Απορρίπτω τις θέσεις του D. Shapira. Αγόρασε τις μετοχές της «Internet Advisory» χωρίς καθόλου παρέμβαση της Εναγόμενης
  6. Δεν μπορεί απλά και μόνο εγείροντας το θέμα σε μια υπάλληλο της Εναγομένης 1 στο τηλέφωνο και επειδή η τελευταία από ευγένεια ίσως και χωρίς όφελος κατά την συζήτηση του είπε τι πρόγνωση είχε υπόψη της να καταστεί η Εναγόμενη 1 υπόλογη για την αποτυχία της επένδυσης του αυτής. Ανάφερε κατά την δια ζώσης μαρτυρία του ο D. Shapira πως για την αγορά μετοχών η Ενάγουσα συνεργαζόταν ήδη με κάποια «E-Trade» και κάποια «Prudential Base». Ο ίδιος έδιδε οδηγίες στην «Ε.Trade» για να του αγοράζουν και να του πουλούν συγκεκριμένες μετοχές κατ΄ ακολουθία εισηγήσεων που ελάμβανε από τους χρηματιστές του στην Αγγλία την «Prudential Base». Η «E. Trade» ελάμβανε ένα μικρό ποσό προμήθειας (commission) της τάξεως των $20-$50 για κάθε πράξη. Ερωτήθηκε κατά πόσο πλήρωνε για την παροχή των πληροφοριών που η «Prudential Base» του έδιδε και απάντησε πως δεν πλήρωνε αμοιβή αλλά η προμήθεια της «Prudential Base» ήταν δέκα φορές μεγαλύτερη από την προμήθεια της «E.Trade». Έτσι ελάμβανε τις πληροφορίες από την «Prudential Base» και αγόραζε μέσω της «E. Trade» αποφεύγοντας να πληρώσει την ψηλή προμήθεια της πρώτης. Είναι αντιληπτό πως η «Prudential Base» ελάμβανε ψηλή προμήθεια γιατί παρείχε την υπηρεσία της παροχής πληροφοριών για τις οποίες είχε ευθύνη και επενδυτικών υπηρεσιών αναφορικά με μετοχές. Ανάμενε πως ο πελάτης που ελάμβανε τις πληροφορίες θα αγόραζε μέσω της ώστε να αποκομίσει την ψηλή της προμήθεια, γι΄αυτό προφανώς και δεν τον χρέωνε ξεχωριστά για την παροχή των σχετικών πληροφοριών. Ο D. Shapira εκμεταλλευόταν την περίπτωση και η κακοπιστία με την οποία ενεργούσε επιβεβαιώνει πως ήταν αντιληπτό στο μυαλό του πως αυτός που παρέχει πληροφορίες και υπεύθυνες συμβουλές και είναι υπόλογος γι΄ αυτές και επενδυτικές υπηρεσίες αμείβεται πολύ περισσότερο από εκείνον ο οποίος λαμβάνει την μικρή προμήθεια στην οποία δικαιούται ο καθένας μέσω του οποίου απλά διενεργείται η αγορά ή πώληση των μετοχών. Ο D. Shapira δεν διαμόρφωσε ποτέ την αντίληψη ότι η Ενάγουσα αγόραζε μετοχές οι οποίες με βεβαιότητα θα απέφεραν σε αυτήν οικονομικό όφελος. Ποτέ δεν πείστηκε, από οτιδήποτε άκουσε από την H. Papas, πως οι επενδύσεις δεν περιείχαν κινδύνους γιατί η εμπειρία και η ειδικότητα της Εναγόμενης 1 και της H. Papas το εγγυόνταν. Είναι εύρημα μου πως η αντίληψη του για το όλο εγχείρημα αντανακλάται στο περιεχόμενο της προειδοποίησης κινδύνου που αναφέρεται στα Σημειώματα Συμβάσεων. Αντιλαμβανόταν και κατανοούσε τους κινδύνους ασφαλώς όμως και ευελπιστούσε να εξασφαλίσει κέρδος. Εν γνώσει του προέβηκε στις αγορές των συγκεκριμένων μετοχών με σκοπό το μεγάλο οικονομικό κέρδος, ενδεχομένως επηρεασμένος από το φιλικό του πρόσωπο το οποίο προφανώς είχε αποκομίσει οικονομικό όφελος από τη συνεργασία του με την Εναγόμενη 1 και ήταν εν πάση περιπτώσει ευχαριστημένο από αυτήν, όπως του διαβίβασε. Ο D. Shapira έψαξε για την Ενάγουσα το γρήγορο και μεγάλο κέρδος και επέτυχε μερικώς γιατί η ανάλογη επένδυση της Ενάγουσας στην «Internet Advisory» απέφερε πέραν των $11.000 σε δύο βδομάδες. Τέτοιες επιδιώξεις επισύρουν και μεγάλους κινδύνους, όπως με κάθε καθαρότητα ρητά και εμφαντικά, ωμά και χωρίς περιστροφές αναφερόταν στις προειδοποιήσεις κινδύνου. Η Ενάγουσα εδράζει την αξίωση της σε αμέλεια και διαζευκτικά σε δόλο. Εκείνο που προσπάθησε να καταδείξει η πλευρά της Ενάγουσας ήταν πως εξαπατήθηκε. Ότι η Εναγόμενη 1 και δια των διευθυντών της Εναγομένων 2 και 3 ήσαν μέρος απάτης, που διενεργήθηκε με όργανο την H. Papas μέσω του D. Shapira, εναντίον της Ενάγουσας. Με την παρουσιασθείσα μαρτυρία αφέθηκαν υπόνοιες ότι η Εναγόμενη 1 εμπλέκετο στο σενάριο της προώθησης πώλησης μετοχών που χαρακτηρίζεται σαν boiler room, όμως πέραν των υπονοιών δεν παρουσιάστηκαν στοιχεία που να είναι ασυμβίβαστα με κατάληξη πως η Εναγόμενη 1 δεν είχε τέτοια συμμετοχή και να δικαιολογούν ως περισσότερο πιθανή δόλια εμπλοκή της. Σημαντικό στοιχείο θα ήταν να καταδειχθεί θετικά πως η Εναγόμενη 1 είχε αγοράσει κάποιες ή κάποια από τις πέντε μετοχές σε πιο χαμηλή τιμή από αυτή που χρέωσε την Ενάγουσα. Δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο. Η μόνη θετική, αξιόπιστη μαρτυρία αφορούσε την περίπτωση της Rockport όπου τα στοιχεία έπεισαν και τον Λ. Αγαθοκλέους πως η θέση της Ενάγουσας δεν ισχύει για την περίπτωση αυτή. Δεν θα μπορούσα να αποκλείσω δόλια εμπλοκή της Εναγόμενης 1 ούτε όμως έχω πεισθεί πως είναι περισσότερο πιθανό παρά όχι η Εναγόμενη 1 να ήταν μέρος σε τυχών εξαπάτηση της Ενάγουσας. Η εκδοχή που η Ενάγουσα, μέσω του D. Shapira πρόσφερε ήταν, σε συντομία, πως έδωσε στην Εναγόμενη 1 ένα ποσό της τάξεως των $70.000 με εντολή «επενδύστε το, διαχειριστείτε τις μετοχές, κρατείστε μας ενήμερους και αποδώστε μας τα κέρδη». Αυτή την εκδοχή απορρίπτω χωρίς κανένα ενδοιασμό. Είμαι βέβαιος πως δεν έγιναν έτσι τα πράγματα για τους λόγους που πιο πάνω εξήγησα. Από την άλλη ούτε η H. Papas μου έκαμε θετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Ιδιαίτερα όσον αφορά την πτυχή της μαρτυρίας της αναφορικά με την παροχή όλων των πληροφοριών προς τον D. Shapira για διάφορες μετοχές στους χρόνους που προηγήθηκαν των επιδίκων αγορών. Ενδεχόμενα η πραγματικότητα να είναι κάπου μεταξύ των δυο προβαλλόμενων θέσεων είτε πιο κοντά στη μια είτε πιο κοντά στην άλλη. Όταν η μια πλευρά στη διαδικασία διατείνεται ότι επεσυνέβηκε το Α και η άλλη πλευρά ότι επεσυνέβηκε το Β το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί ότι στην πραγματικότητα επεσυνέβηκε το Γ χωρίς προς τούτο άλλη μαρτυρία (βλ. σχετικά Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία Λτδ ν. Καλαμαρά
(1993)1 Α.Α.Δ.1059). Στην υπόθεση Νικολάου κ.α. ν. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ.938, 945 γίνεται αναφορά στην Αγγλική υπόθεση Rhesa Shipping Co. S.A. v. Edmunds
(1985)1 W.L.R.948, 954 όπου ελέχθηκε πως (σε δική μου μετάφραση): «Ο Δικαστής δεν είναι πάντοτε υπόχρεος να προβεί σε ευρήματα προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση αναφορικά με τα γεγονότα που ισχυρίζονται οι διάδικοι. Είναι ανοικτή γι΄αυτόν τρίτη προσέγγιση του να αποφασίσει ότι ο διάδικος ο οποίος φέρει το βάρος απόδειξης σε σχέση με οιονδήποτε προβαλλόμενο ισχυρισμό απέτυχε να αποσείσει το βάρος.» Μεταγενέστερα στην Αγκαστινιώτης ν. Φιλιππίδης Σπρινγκ Κο Λτδ
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ.1590, 1596 ελέχθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να καταλήξει σε συγκεκριμένο εύρημα. Η υποχρέωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι απλώς να αποφασίσει κατά πόσο η μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς του ενάγοντα ήταν ικανοποιητική σε βαθμό που να πείθει το Δικαστήριο, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων για την υπόθεση του. Παραπέμφθηκα στη θεμελιακή υπόθεση Hedley Byrne & Co Ltd v. Heller & Partners Ltd
(1963)2 All E.R. 575 όπου διατυπώθηκε ο γνωστός κανόνας της Hedley Byrne: «If, in the ordinary course of business or professional affairs, a person seeks information or advice from another, who is not under contractual or fiduciary obligation to give the information or advice, in circumstances in which a reasonable man so asked would know that he was being trusted, or that his skill or judgment was being relied on, and the person asked chooses to give the information or advice without clearly so qualifying his answer as to show that he does not accept responsibility, then the person replying accepts a legal duty to exercise such care as the circumstances require in making his reply; and for a failure to exercise that care an action for negligence will lie if damage results.» Ακόμα και αν η Εναγομένη 1 είχε συστήσει τις πέντε μετοχές που η Ενάγουσα αγόρασε μέσω της, ότι μπορεί να λεχθεί είναι πως σαφέστατα έθεσε υπόψη του D. Shapira και της Ενάγουσας την εμπλοκή της ως αντιπροσώπου των διαφόρων χρηματιστών και ότι δεν αναλάμβαναν ευθύνη αναφορικά με τέτοιες συστάσεις. Αυτό είναι το ξεκάθαρο νόημα της Προειδοποίησης Κινδύνου επί των Σημειωμάτων Συμβάσεων (Contract Notes) με τα οποία οι κίνδυνοι ρητά εκτίθενται με αποτέλεσμα η ευθύνη να εναποτίθεται στην αγοράστρια Ενάγουσα. Εγείρεται με την Έκθεση Απαίτησης (παραγρ. 18) ζήτημα παρανομίας και πως οι πράξεις ήταν εξ υπαρχής άκυρες ή και ακυρώσιμες κατ΄ επιλογή της Ενάγουσας γιατί η Εναγόμενη 1 λειτούργησε στην προκειμένη περίπτωση κατά παράβαση των όρων της άδειας της ή και χωρίς άδεια από την Κεντρική Τράπεζα κάτι που η Ενάγουσα δεν γνώριζε. Σημειώνω πως το ζήτημα δεν αγγίζει την περίπτωση των μετοχών της «Internet Advisory» όπου η Εναγόμενη 1 καμιά εμπλοκή δεν είχε στην πράξη της αγοράς των εν λόγω μετοχών. Η Χρυστάλλα Κενέ (Μ.Ε.1), εγκεκριμένη λογιστής στην υπηρεσία της Κεντρικής Τράπεζας από το 1982, παρουσίασε επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας προς τους δικηγόρους της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 26.9.1997 (Τεκμήριο 3) που συνιστά, όπως ανέφερε, την άδεια (EC/ROC/30221) της Εναγόμενης 1. Αναφέρεται στην επιστολή πως: «
(2)The company (a) shall not provide any financial services other than to its shareholders or bodies corporate in its group of companies (for the purposes hereof the term "financial services" means dealing in investments, managing investments, giving investment advice or establishing and operating collective investment schemes and the term "investments" means shares, debentures, government and public securities, warrants, certificates representing securities, units in collective investment schemes, options, futures and contracts for differences) ..» Εξήγησε η μάρτυρας Χρ. Κενέ πως η Εναγομένη 1 δεν εδικαιούτο να παρέχει χρηματοοικονομικές υπηρεσίες ούτε να συμβουλεύει για επενδύσεις σε μετοχές. Όπως αναφέρεται σε επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας προς τους διερευνόντες δικηγόρους της Ενάγουσας, ημερομηνίας 27.8.2007 (Τεκμήριο 2): «Τον Οκτώβριο του 1997, η εταιρεία Ametron αιτήθηκε τροποποίηση των όρων της εν λόγω συναλλαγματικής άδειας, ούτως ώστε να δύναται να παρέχει χρηματοοικονομικές υπηρεσίες στο ευρύ κοινό, κάτι το οποίο απορρίφθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, στις αρχές του
  1. Ως εκ τούτου, η εταιρεία Ametron τερμάτισε τις εργασίες της και η εν λόγω συναλλαγματική άδεια ανακλήθηκε τον Ιούλιο του 2000.» Πρόκειται για την επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας προς τους δικηγόρους της Εναγομένης 1 ημερομηνίας 24.7.2000 (Τεκμήριο 4) με την οποία η άδεια (EC/ROC/30221) ανακαλείται με ισχύ από 24.7.
  2. Την 15.12.1999 η Εναγόμενη 1 με ειδικό ψήφισμα της γενικής της συνέλευσης (Τεκμήριο 19) αποφάσισε την τροποποίηση του ιδρυτικού της εγγράφου καθ΄όσον αφορούσε τους σκοπούς της. Διεγράφηκε η πρόνοια ότι όλες οι δραστηριότητες της θα διεξάγονταν αποκλειστικά και μόνο έξω από την Κύπρο. Η τροποποίηση επετράπηκε από το Δικαστήριο στις 14.9.2000 (αρ.αιτ.249/00 Ε.Δ. Λεμεσού) (Τεκμήριο 22) και η Έφορος Εταιρειών εξέδωσε σχετικό πιστοποιητικό τροποποίησης των σκοπών της εταιρείας στις 22.3.2001 (Τεκμήριο 21). Η άδεια της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 26.9.1997 φαίνεται να ανακλήθηκε κατόπιν παράκλησης των δικηγόρων της Εναγόμενης 1 που με επιστολή τους ημερομηνίας 19.5.2000 (Τεκμήριο 20) πληροφορούσε την Κεντρική Τράπεζα ότι η Εναγόμενη 1 θα λειτουργούσε πλέον σαν onshore. Ήταν η θέση της Ενάγουσας πως από υπεράκτια εταιρεία έγινε onshore και δικαιούτο πλέον να εκτελεί τις ίδιες εργασίες χωρίς άδεια. Σε κάθε περίπτωση το ζήτημα αφορά σε χρόνους μετά τους ουσιώδεις χρόνους. Κατά τους ουσιώδεις χρόνους η Ενάγουσα ήταν υπεράκτια εταιρεία και η σχετική της άδεια από την Κεντρική Τράπεζα (EC/ROC/30221) ήταν σε ισχύ. Ο G. Psakides υποστήριξε πως η Εναγόμενη 1 δεν πρόσφερε υπηρεσίες στην Κύπρο, ούτε και καθ΄ οιονδήποτε τρόπο χρηματοοικονομικές υπηρεσίες (financial services). Η δουλειά τους ήταν η χρηματοδότηση εταιρειών. Η απόκτηση μετοχών από τους χρηματοδότες ήταν το αποτέλεσμα. Η Εναγόμενη 1 μεσολαβούσε μεταξύ του κύριου αντιπροσώπου και του χρηματοδότη - επενδυτή. Οι προσφερθείσες προς την Ενάγουσα υπηρεσίες από την Εναγόμενη 1, αναφορικά με την αγορά των πέντε μετοχών που αγοράστηκαν από την πρώτη μέσω της, συνιστούν υπηρεσίες εντός της έννοιας του απαγορευτικού όρου της αδείας της Κεντρικής Τράπεζας προς την Εναγόμενη
  3. Τα Σημειώματα Συμβάσεων (Contract Notes) (Τεκμήρια 5
(2)-
(7)) εκδόθηκαν από την Εναγόμενη 1 που αυτοαποκαλείται ως «Introducing Broker». Ο δικηγόρος των Εναγομένων υποστήριξε κατά την τελική του αγόρευση πως κι αν ακόμη οι προσφερθείσες υπηρεσίες ήταν τέτοιες δεν ήταν στην προκειμένη περίπτωση παράνομες γιατί προσφέρθηκαν σε μη Κύπριο και εκτός Κύπρου, παρέπεμψε δε σε αντιδιαστολή στο άρθρο 10 του Περί Ελέγχου Συναλλάγματος Νόμου, Κεφ. 199 που αφορά σε τίτλους αξιών εγγεγραμμένων ή που θα εγγραφούν στην Κύπρο. Απορρίπτω το σκεπτικό της επιχειρηματολογίας του δικηγόρου των Εναγομένων πως επειδή οι συναλλαγές αφορούσαν την Εναγόμενη 1 και μη Κύπριο και την αγορά μετοχών Αμερικανικών εταιρειών με χρήματα που πληρώθηκαν από αλλοδαπή εταιρεία, την Ενάγουσα, στην Αθήνα, αυτές δεν απαγορεύονταν από τον απαγορευτικό όρο της άδειας της Κεντρικής Τράπεζας προς την Εναγόμενη
  1. Ότι ουσιαστικά εισηγήθηκε ο δικηγόρος της Εναγόμενης 1 ήταν πως η τελευταία μπορούσε να διενεργεί νόμιμα οιαδήποτε πράξη ή συναλλαγή στο υπόλοιπο της Υφηλίου φτάνει ο αντισυμβαλλόμενος της να μην ήταν Κύπριος. Σε κάθε περίπτωση οι δραστηριότητες μιας υπεράκτιας εταιρείας θα έπρεπε να διεξάγονται εκτός Κύπρου οπόταν ο θεματικός περιορισμός της άδειας δεν θα είχε σημασία αν η εισήγηση του δικηγόρου των Εναγομένων ευσταθούσε. Βρίσκω πως υπήρξε παραβίαση της χορηγηθείσας από την Κεντρική Τράπεζα άδειας. Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο τούτο καθιστά τις γενόμενες συμβάσεις παράνομες. Το άρθρο 23 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 προνοεί πως: «
  2. Η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός εάν- (α) είναι κατά νόμον απηγορευμένος· ή (β) είναι τοιαύτης φύσεως ώστε, εάν επετρέπετο, θα κατεστρατήγει τας διατάξεις οιουδήποτε νόμου· ή (γ) συνιστά απάτην· ή (δ) επάγηται ή ενέχη βλάβην εις το πρόσωπον ή την περιουσίαν ετέρου· ή (ε) το Δικαστήριον ήθελε κρίνει τούτον ως αντικείμενον εις τα χρηστά ήθη ή την δημοσίαν πολιτικήν. Εν εκάστη των τοιούτων περιπτώσεων η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας θεωρείται παράνομος. Πάσα συμφωνία ης ο σκοπός ή αντιπαροχή είναι παράνομος είναι άκυρος.» Ο δικηγόρος της Ενάγουσας παρέπεμψε στην Αγαθοκλέους ν. Λάππα
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2202 όπου υιοθετείται απόσπασμα από την Cope v. Rowlands
(1836)2 M & W 149 ότι: «The legislature had in view, as one object, the benefit and security - of the public in those important transactions which are negotiated by brokers. The clause, therefore, which imposes a penalty, must be taken . . to imply a prohibition of all unadmitted persons to act as brokers, and consequently to prohibit by necessary inference all contracts which such persons make for compensation to themselves for so acting.» Στην G.M. Platritis & Co and Others v. Computer Patent Annuities and Others
(1988)1 C.L.R. 135 γίνεται στη σελ. 142 παραπομπή στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, 10η έκδοση, σελ. 227, όπου αναφέρεται πως: «When conditions are prescribed by statute for the conduct of any particular business or profession, and such conditions are not observed, agreements made in the course of such business or profession are void if it appears by the context that the object of the Legislature in imposing the condition was the maintenance of public order or safety or the protection of the persons dealing with those on whom the condition is imposed; (but they) are valid if no specific penalty is attached to the specific transaction, and if it appears that the condition was imposed for merely administrative purposes, e.g. the convenient collection of the revenue.» Δεν παραπέμφθηκα σε οιαδήποτε νομοθετική πρόνοια που να καταδείκνυε πως οι επίδικες συναλλαγές για την αγορά των πέντε μετοχών από την Ενάγουσα ήταν απαγορευμένες ή καταστρατηγούσαν τις διατάξεις οιουδήποτε νόμου. Ο δικηγόρος της Ενάγουσας δεν υπέδειξε συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια. Σήμερα ισχύει ο Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος του 2007 (Ν. 144
(1)/07). Ο νόμος αυτός κατάργησε και αντικατέστησε τον Περί των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) Νόμο του 2002 (Ν. 148
(1)/02). Ο Νόμος αυτός δεν αντικατέστησε άλλο. Στις μεταβατικές διατάξεις του Νόμου αυτού σημειώνω το άρθρο 70
(1)που προνοούσε πως τα μέλη του Χ.Α.Κ. για να διατηρήσουν την ιδιότητα τους αυτή υποχρεούνταν όπως σε τακτό χρονικό διάστημα υποβάλουν στην επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας Κ.Ε.Π.Ε.Υ. (Κυπριακές Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών). Κατά τους ουσιώδεις χρόνους το καθεστώς λειτουργίας μιας υπεράκτιας εταιρείας καθοριζόταν από τις πρόνοιες της χορηγηθείσας προς αυτή άδειας από την Κεντρική Τράπεζα που λειτουργούσε ως εποπτική αρχή τέτοιων εταιρειών. Καθίσταται αντιληπτό πως στην προκειμένη περίπτωση δεν τυγχάνει εφαρμογής η παράγραφος (α) ή (β) του άρθρου 23 (πιο πάνω). Ότι παραμένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η αγορά των μετοχών μέσω της Εναγόμενης 1 αντίκειται στη δημόσια πολιτική. Στην Pilavachi & Co Ltd v. International Chemical Co Ltd
(1965)1 C.L.R. 97 αναφέρθηκε πως το άρθρο 23 δεν παρέχει ορισμό του τι συνιστά δημόσια πολιτική. Στην υπόθεση εκείνη η δημόσια πολιτική συναρτήθηκε προς αρχές που προκύπτουν από υφιστάμενο νόμο. Στην Διαχειριστικό Συμβούλιο Εμπορικής Σχολής Μιτσή ν. Πετράκη
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 941, γίνεται αναφορά στη σελ. 949 σε βιβλιογραφία επί του ζητήματος της δημόσιας πολιτικής. Στην ίδια σελίδα σημειώνεται η προθυμία των Δικαστηρίων να επεκτείνουν στον τομέα των συμβάσεων αρχή δημόσιας πολιτικής που καθαρά διαμορφώνει ο νομοθέτης. Μελέτησα τις σχετικές παραπομπές. Είμαι της άποψης πως η περίπτωση δεν μπορεί να κριθεί παράνομη ως αντιβαίνουσα τη δημόσια πολιτική. Ως εκ των ανωτέρω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι Εναγόμενοι που είχαν κοινή υπεράσπιση και εκπροσώπηση θα δικαιούνται σε ένα μόνο σετ εξόδων. (Υπ.) ................. Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ-ΜΚ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Σύμβαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.