← Κύπρος

Λαγοπολίδη Χρυσόστομου ν. Αναστάσιου Αναστασιάδη άλλως Τάσου κ.α., Αρ. Αγωγ. 1900/05, 18 Φεβρουαρίου 2009

Λαγοπολίδη Χρυσόστομου ν. Αναστάσιου Αναστασιάδη άλλως Τάσου κ.α., Αρ. Αγωγ. 1900/05, 18 Φεβρουαρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγ. 1900/05 Μεταξύ: Λαγοπολίδη Χρυσόστομου Ενάγοντα και

  1. Αναστάσιου Αναστασιάδη άλλως Τάσου
  2. Κυριάκου Παναγιώτου
  3. Θέμη Λούπου
  4. Ξένιου Νικολάου Εναγομένων --------------- Αίτηση Τροποποίησης Ημερομηνίας: 17.11.2008 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18 Φεβρουαρίου 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή: κα Ζήνωνος για κ. Μ Ιωάννου Για Καθ΄ων η αίτηση : κ. Αργυρού Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε από τον ενάγοντα στις 17.11.2008 με την οποία ο ενάγοντας ζητά την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής με την αντικατάσταση της υφιστάμενης κλίμακας των ΛΚ 10.000 - ΛΚ25.000 με την κλίμακα €50.000 - €250.000, την αντικατάσταση των υφιστάμενων παραγράφων 4,6,7,9 της έκθεσης απαίτησης όπως επίσης και των λεπτομερειών των ειδικών ζημιών, την προσθήκη δύο νέων παραγράφων και την αντικατάσταση του παρακλητικού της αγωγής όπως λεπτομερώς περιγράφεται στην αίτηση του. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.25 κ.κ.1,5 και
  5. στη Δ.48 θ.1, 2 και 9, στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Ο ενάγοντας στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι από γεγονότα τα οποία ο ίδιος γνωρίζει και από πληροφορίες που έλαβε από το δικηγόρο του, ο οποίος διορίστηκε σε αντικατάσταση του προηγούμενου, πληροφορήθηκε ότι από λάθος και παραδρομή δεν περιλήφθηκαν στην αρχική έκθεση απαίτησης του τα αληθινά και πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης οπότε η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία έτσι ώστε να προβάλλονται σ' αυτή όλοι οι ισχυρισμοί και όλα τα γεγονότα για την πλήρη διεκπεραίωση της υπόθεσης. O ενάγοντας αναφέρει ότι η ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση προέκυψε, όπως τον ενημέρωσε ο δικηγόρος του, κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για την ακροαματική διαδικασία και σε συνέντευξη που είχαν κατ' ιδίαν για το σκοπό αυτό. Η καταχώρηση της παρούσας έγινε ευθύς μόλις έγιναν αντιληπτά τα λάθη. Ο ενάγοντας αναφέρει ότι η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται καλόπιστα και για την προστασία των δικαιωμάτων του και δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των εναγομένων. Η ένσταση των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση η οποία συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του εναγομένου 1, κ. Αναστάσιου Αναστασιάδη εκ μέρους και των υπολοίπων εναγομένων, αναφέρει τους πιο κάτω λόγους ένστασης : α) Οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο αιτητής για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι αδικαιολόγητοι και/ή μη επαρκείς και δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί από το Δικαστήριο. β) Η υπέρμετρη καθυστέρηση υπό τις περιστάσεις στην υποβολή της παρούσας αίτησης, για τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος για γεγονότα που είναι γνωστά και/ή θα έπρεπε να είναι γνωστά από το έτος 2005 και/ή εν πάση περιπτώσει πολύ πριν την καταχώρηση του εν λόγω κλητηρίου εντάλματος του ενάγοντα που καταχωρήθηκε στις 12.4.2005 και πολύ πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρησης της Δικαστικής διαδικασίας. γ) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. δ) Ο αιτητής εμφανίζεται στο Δικαστήριο με κακή πίστη. ε) Η αιτούμενη τροποποίηση αποτελεί εισαγωγή νέου ισχυρισμού στο κλητήριο ένταλμα γεγονός που αποτελεί κατάφορη κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου αλλά και των ίδιων των δικαιωμάτων των εναγομένων. στ) Η αιτούμενη κλίμακα είναι λανθασμένη. ζ) Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα επιφέρει επιπτώσεις ως επίσης και θα δημιουργήσει αδικία στα καλώς νοούμενα συμφέροντα των εναγομένων. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών κατά τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους επικαλούμενοι και τη σχετική νομολογία που διέπει το θέμα. Πέραν τούτου η δικηγόρος του ενάγοντα κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου και με τη σύμφωνη θέση του κ. Αργυρού διευκρίνισε ότι η κλίμακα της αγωγής περιορίζεται σε €50.000 - €100.
  6. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.25 θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών θεσμών η οποία αποτελεί τη βασική πρόνοια που παρέχει δυνατότητα τροποποίησης κλητηρίου εντάλματος και/ή δικογράφου. Οι γενικές διατάξεις της Δ.25 είναι αυτές που δίδουν στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να προβαίνει στις σχετικές τροποποιήσεις. Η Δ.25 Θ.1 στην οποία στηρίζεται η αίτηση προνοεί ως ακολούθως: "
  7. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties." Όσον αφορά τις βασικές αρχές σε θέματα τροποποίησης στο The Annual Practice 1958, στη σελ. 622, η γενική αρχή εκτίθεται ως εξής: "In Tildesley v. Harper, 10 Ch. D. pp. 396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" (per Brett, M.R., Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. p. 263; Weldon v. Neal, 19 Q.B. D. p. 396; Australian Steam Navigation Co. v. Smith, 14 App. Cas. P.320; Hunt v. Rice & Son, 53 T.L. R.931, C.A and see the remarks of Bowen, L.J., Cropper v. Smith, 26 Ch. D. pp. 710, 711, of Lindley, L.J., Indigo Co. v. Ogilvy,

(1891)2 Ch. 39, and of Pollock, B., Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B.D. p. 180, and C.A.P. 558). An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided." Ειδικότερα στο ίδιο σύγγραμμα, σελ. 624, γίνεται εκτενής αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν την τροποποίηση πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης, όπως ισχύει στην προκειμένη περίπτωση: "Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B. D.556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs .» Όπως αναφέρθηκε στην Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R.180: «The pleadings in an action are the foundations of the litigation; they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run. The Civil Procedure Rules (Or.19, r.4) are clear on the point; and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If in the course of the trial it appears that a party΄s pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails". Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι πλούσια και ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ.11 και Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenman Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ.33, τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd v. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 162 στη σ. 164 επισημαίνεται: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο κυρίαρχος παράγων ο οποίος διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι ένας άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 223. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου & Άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα. Η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Αναφορικά με το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, παραπέμπω στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κα
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, στην οποία λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, εάν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Το όλο ζήτημα παραμένει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Σχετική είναι και η υπόθεση SABA & Co. ( T.M.P ) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, στην οποία λέχθηκε ότι: « .δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή..» . Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης θα ασχοληθώ με τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι η ένορκη δήλωση του ενάγοντα είναι αντικανονική αφού βασίζεται σε πληροφορίες του δικηγόρου του. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος 1 στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις μία ένορκη δήλωση μπορεί να αναφέρεται σε γεγονότα γα τα οποία ο ενόρκως δηλών δεν έχει προσωπική γνώση φτάνει όμως να αποκαλύπτει την πηγή, από που δηλαδή αντλεί τη σχετική πληροφόρηση. Με τον πιο πάνω συλλογισμό ο οποίος περιέχεται στην ένορκη δήλωση του εναγομένου και ο οποίος είναι ορθός, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αντιληφθεί τον ισχυρισμό του περί αντικανονικότητας της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα αφού όπως πολύ ορθά παρατηρεί και ο ίδιος ο ενάγοντας πέραν των γεγονότων που γνωρίζει προσωπικά αναφέρει ότι αντλεί την πληροφόρηση του από το δικηγόρο του. Με τα πιο πάνω δεδομένα κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.39 κ.2 (βλ. Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453) και ως εκ τούτου η θέση αυτή των εναγομένων απορρίπτεται. Τώρα όσον αφορά τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι η αίτηση γίνεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο και κακόπιστα και επηρεάζει με αυτό τον τρόπο τα δικαιώματα αναφέρω ότι για να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα για το θέμα της καθυστέρησης και κατ' επέκταση της πρόκλησης αδικίας και επηρεασμού των δικαιωμάτων των εναγομένων θα πρέπει να εξετάσει το ιστορικό της υπόθεσης όπως επίσης και το χρονικό πλαίσιο στο οποίο καταχωρείται η αίτηση και ακολούθως τις συνέπειες που αυτή τυχόν έχει στην άλλη πλευρά. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του κ. Λαγοπολίδη η ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση περιήλθε σε γνώση του όπως επίσης και του δικηγόρου του, ο οποίος διορίστηκε σε αντικατάσταση του προηγούμενου, κατά την ετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση, η οποία ήταν ορισμένη στις 27.11.2008, κατά τη συνάντηση που είχε με το δικηγόρο του. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 17.11.2008 και ορίστηκε στις 27.11.
  1. Ανατρέχοντας στο ιστορικό της αγωγής φαίνεται ότι η έκθεση απαίτησης του ενάγοντα καταχωρήθηκε από τον πρώτο δικηγόρο του στις 12.4.
  2. Ακολούθησε η καταχώρηση της υπεράσπισης των εναγομένων 1,2 και 4 στις 11.10.2005 από τους τότε δικηγόρους τους. Όσον αφορά τον εναγόμενο 3 η αγωγή είχε επανειλημμένα οριστεί για απόδειξη λόγω παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης στις 8.12.2005, 19.1.2006,16.2.2006, 20.3.2006 και στις 17.4.
  3. Κατά την τελαυταία αυτή ημερομηνία ο δικηγόρος του ενάγοντα αποσύρθηκε και η αίτηση ορίστηκε για οδηγίες στις 4.5.2006 ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε και η ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου από τον νυν δικηγόρο του ενάγοντα τον κ. Μ. Ιωάννου. Στις 4.5.2006 η αίτηση για απόφαση ενατίον του εναγομενου 3 αποσύρθηκε άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του ενάγοντα. Ακολούθως η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 19.6.2006, 21.9.2006, 23.10.2006 και τελικά για ακρόαση στις 5.3.
  4. Σημειώνω εδώ ότι στις 20.7.2007 καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων από την πλευρά των εναγομένων και στις 28.7.2006 καταχωρήθηκε η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων από την πλευρά του ενάγοντα. Στις 5.3.2007 η ακρόαση της αγωγής αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του δικαστηρίου και ορίστηκε εκ νέου στις 8.6.
  5. Στις 8.6.2007 η ακρόαση της αγωγής πάλιν αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και ορίστηκε στις 13.12.
  6. Η ακρόαση της αγωγής αναβλήθηκε και αυτή τη φορά λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου όπως επίσης και στις 14.5.
  7. Στις 27.11.2008 που η αγωγή ήταν τελευταία φορά ορισμένη για ακρόαση ζητήθηκε αναβολή από την πλευρά του ενάγοντα λόγω του ότι είχε ήδη καταχωρηθεί η αίτηση για τροποποίηση στις 17.11.
  8. Εντωμεταξύ στις 4.11.2007 καταχωρήθηκε και ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου από την πλευρά των εναγομένων αυτή τη φορά όμως εκ μέρους όλων. Τη συγκεριμένη ημερομηνία ο κ. Αργυρού δεν έφερε ένσταση στο αίτημα του ενάγοντα για αναβολή ενόψει του ότι ζήτησε χρόνο να καταχωρήσει ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε ευθύς αμέσως μόλις περιήλθε σε γνώση του δικηγορου του ότι υπήρχαν οι ισχυριζόμενες παραλείψεις στην ουσία δεν αμφισβητείται από τους εναγόμενους αλλά η θέση τους είναι ότι αυτό δεν αποτελεί επαρκή δικαιολογία για την καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης του όπως επίσης και το ότι έγινε αλλαγή δικηγόρου αφού αυτή έγινε στις 4.5.
  9. Η ολιγωρία την οποία επέδειξε ο ενάγοντας στην ετοιμασία της υπόθεσης του για την ακροαματική διαδικασία στις 27.11.2008 και κατ' επέκταση και στην καταχώρηση της αίτησης είναι η θέση των εναγομένων ενόψει και του ότι η αγωγή είχε προηγουμένως οριστεί για ακρόαση τουλάχιστο 4 φορές δεικνύει και κακοπιστία. Η καθυστέρηση όμως από μόνη της όπως είναι νομολογημένο δεν επιφέρει απόρριψη της αίτησης αλλά απαιτείται ο προσδιορισμός κακοπιστίας ή καταχρηστικής χρήσης των θεσμών (βλ. Bouer v Divngorsk
(2002)1 A.A.Δ. 618). Το βάρος για την απόδειξη τέτοιου ισχυρισμού βαρύνει τον διάδικο που τον επικαλείται. Επιπλέον, για να δικαιολογείται μια τέτοια κατάληξη πρέπει η κακοπιστία να είναι εμφανής και διάχυτη. Ο ενάγοντας διόρισε νέο δικηγόρο στις 4.5.2006 αλλά η αναγκαιότητα για την αιτούμενη τροποίηση διαπιστώθηκε από το δικηγόρο του κατά την ετοιμασία της υπόθεσης η οποία ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 27.11.
  1. Η καθυστέρηση μετρά από την ημέρα της διαπίστωσης της αναγκαιότητας αυτής. Συμφωνω με τη θέση του κ. Αργυρού ότι ο διορισμός νέου δικηγόρου δεν αποτελεί επαρκή δικαιολογία για την καθυστέρηση υποβολής αίτήματος για τροποποίηση, όμως το λάθος του προηγούμενου δικηγόρου δεν πρέπει να αποτελεί και την αιτία κάποιος διάδικος να στερηθεί του δικαιώματος του να προβεί σε τροποποίηση εάν αυτή γίνει εντός εύλογου χρόνου πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας (βλ. Cargill v Bower 4 Ch. D. 78). Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί κακοπιστία από μέρους του αιτητή, είτε διάθεση πρόκλησης καθυστέρησης ή κατάχρηση τη δικαστικής διαδικασίας. Στόχος και σκοπός της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν είναι άλλος από την απονομή της δικαιοσύνης και η προσφορά δυνατότητας θεμελίωσης των ισχυρισμών της κάθε πλευράς. Η προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου εδράζεται στη εξέταση όλων των θεμάτων που έχουν σχέση με την παρούσα υπόθεση. Το ιστορικό της υπόθεσης δεν δείχνει ευθύνη ή πρόθεση καθυστέρησης ή και κωλυσιεργίας από μέρους του ενάγοντα. Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ο χρόνος καταχώρησης της αίτησης και/ή οι προθέσεις του αιτητή είναι τέτοιες που να δικαιολογούν το συμπέρασμα ότι η παρούσα αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και με σκοπό να επιφέρει βλάβη στους εναγομένους οι οποίοι εάν και εφόσον επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση θα έχουν το δικαιώμα να καταχωρήσουν υπεράσπιση. Συνεπώς κρίνω ότι η αίτηση του εναγομένου καταχωρήθηκε αμέσως όταν έγινε αντιληπτή η αναγκαιότητα για τροποποίηση και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Το βασικό στοιχείο που πρέπει να εξεταστεί στο στάδιο αυτό είναι ο ισχυρισμός της πλευράς των εναγομένων ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση σκοπό έχει να εισαγάγει νέους ισχυρισμούς, γεγονός που αποτελεί κατάφορη κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και των δικαιωμάτων των εναγομένων. Θεωρώ από το περιεχόμενο της ένστασης των εναγομένων ότι η αναφορά τους αυτή περιορίζεται στο αίτημα του ενάγοντα για την προσθήκη της αξίωσης του για απώλεια μισθών και/ή εισοδήματος και το ότι η απώλεια αυτή θα είναι μόνιμη. Παρόλο που το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της ορθότητας των ισχυρισμών που προβάλλονται, κάτι το οποίο γίνεται κατά την ακροαματική διαδικασία της ουσίας της αγωγής, η οποία ακόμη δεν έχει αρχίσει, έχει υποχρέωση να αποφασίσει για το διαδικαστικό μέρος και να εξετάσει με κάθε λεπτομέρεια τις αιτούμενες τροποποιήσεις, και κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να επιτραπούν με τα δεδομένα της υπόθεσης που έχει ενώπιον του. Εξετάζοντας προσεκτικά τις αιτούμενες τροποποιήσεις παρατηρώ ότι ο ενάγοντας με τις παραγράφους Β, Γ και Δ της αίτησης του όπου ζητά αντικατάσταση των υφιστάμενων παραγράφων 4,6 και 7 στην ουσία καθορίζει με το πρώτο αιτητικό του τη διόρθωση του χώρου εργασίας του εναγομένου 1 (βλ. παρ.4), ακολούθως ζητά να προσθέσει ότι ο εναγόμενος 3 είναι Ρουμανικής καταγωγής (βλ. παρ.6) και ζητά τη διόρθωση της ηλικίας του εναγομένου 4 από 44 ετών σε 29 διαγράφοντας τον ισχυρισμό για τη Ρουμανική καταγωγή του (βλ. παρ.7). Καμία από τις πιο πάνω αιτούμενες τροποποιήσεις δεν θεωρώ ότι επηρεάζει την ουσία της αγωγής. Στην υφιστάμενη παράγραφο 9 της έκθεσης απαίτησης ο ενάγοντας ζητά να προσθέσει λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης επίθεσης που υπέστη από τους εναγομένους 1,2,3 και 4, η οποία επίθεση σημειώνω είναι και η βάση της αγωγής του, συγκεκριμενοποιώντας και επεξηγώντας τις κατ' ισχυρισμό πράξεις τους, κάτι το οποίο πάλιν δεν θεωρώ ότι επηρεάζει και/ή αλλοιώνει με οποιοδήποτε τρόπο την ουσία και/ή τη βάση της αγωγής του εφόσον σύμφωνα και με τη Διαταγή
  2. κ.4 κάθε διάδικος έχει την υποχρέωση να εκθέτει συνοπτικά όλα τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης του. Στην ίδια παράγραφο Ε της αίτησης του ο ενάγοντας ζητά την διόρθωση των ημερών της νοσηλείας του στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού σε 10 ημέρες αντί 5 κάτι το οποίο πάλιν δεν θεωρώ ότι επηρεάζει την υπόθεση. Με την παράγραφο Ζ της αίτησης του ζητά την αντικατάσταση των ειδικών ζημιών στα σημεία (α) μέχρι και (ε) όπου πλην της αναφοράς των αιτούμενων ποσών σε ευρώ δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη διαφοροποίηση. Στην ίδια παράγραφο Ζ ο ενάγοντας ζητά και την προσθήκη της απώλειας μισθών και/ή εισοδήματος του η οποία ανέρχεται σε €61.509,65 όπως επίσης και περαιτέρω αποζημιώσεις για μόνιμη απώλεια. Όπως ανέφερα και πιο πάνω το Δικαστήριο στο παρών στάδιο δεν θα προβεί σε αξιολόγηση της ορθότητας των ισχυρισμών που προβάλλονται. Με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης και με τα γεγονότα όπως αυτά φαίνονται από τα δικόγραφα θεωρώ ότι το αίτημα του ενάγοντα αποτελεί νέο ισχυρισμό αλλά σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί νέα βάση αγωγής η εισαγωγή της οποία κατά κύριο λόγο δεν επιτρέπεται. Στην υπόθεση Saba & Co v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, με αναφορά στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης για τροποποίηση. Στην τελευταία υπόθεση αποφασίστηκε ότι η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Το θέμα της κακοπιστίας έχει εξεταστεί πιο πάνω από το Δικαστήριο. Στο Annual Practice 1958, στη σελίδα 627 διατυπώνεται με καθαρότητα το κριτήριο του τι αποτελεί νέα βάση αγωγής : " The court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v Murdoch, 1 Ch. D. 42, Hubbuck v Helms, 56 L.J. Ch. p.539). But it will do so where the amendment would change the action into one of substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action.". Στην παρούσα υπόθεση η αιτούμενη προσθήκη της απώλειας του εισοδήματος του ενάγοντα και η κατ' ισχυρισμό μονιμότητα της απορρέει από την ισχυριζόμενη επίθεση η οποία όπως ανέφερα και πιο πάνω είναι και η βάση της αγωγής του. Με αυτό το δεδομένο κρίνω ότι η τροποποίηση αυτή διευρύνει την απαίτηση του ενάγοντα αλλά δεν επιφέρει ριζική αλλαγή στην βάση της υπόθεσης του. Με την πιο πάνω αιτούμενη τροποποίηση δεν εντοπίζω να επιδιώκεται παρέκκλιση από την υφιστάμενη δομή της έκθεσης απαίτησης και μεταβολή της βάσης του νομικού και πραγματικού πλαισίου εντός του οποίου τροχιοδρομήθηκε η απαίτηση του. Ίδια είναι η θέση μου και για την παράγραφο Η της αίτησης του, πλέον του ότι περιέχει και κάποια εξειδίκευση των ήδη υφιστάμενων ισχυρισμών του που περιέχονται στην παράγραφο 11 της έκθεσης απαίτησης του. Με την αντικατάσταση του παρακλητικού που ζητά στην παράγραφο Θ της αίτησης του ο ενάγοντας στην ουσία προσθέτει την αξίωση του για ειδικές ζημιές στο ποσό των €62.389,59 και ακολούθως το ποσό των ΛΚ.600 μηνιαία απόρροια της παραγράφου Ζ της αίτησης του. Με γνώμονα τα πιο πάνω, βρίσκω ότι η έγκριση της αίτησης του ενάγοντα όσον αφορά τις παραγράφους Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Η και Θ της αίτησης του δεν δημιουργεί οποιοδήποτε εμπόδιο ή δυσμενή επηρεασμό στα συμφέροντα των εναγομένων ο οποίος να μην μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Ως εκ τούτου το μέρος αυτό της αίτησης του ενάγοντα - αιτητή επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης του σχετικά. Η αίτηση του ενάγοντα ως προς την παράγραφο Α απορρίπτεται για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω. Ο ενάγοντας με την αίτηση του ζητά και τροποποίηση της κλίμακας της αγωγής. Οι εναγόμενοι με την ένσταση τους επεσήμαναν ότι η αιτούμενη κλίμακα είναι λανθασμένη. Κατά την ακροαματική διαδικασία η κα Ζήνωνος με την άδεια του Δικαστηρίου και με την σύμφωνη γνώμη του κ. Αργυρού συγκεκριμενοποίησε ότι η ορθή κλίμακα είναι €50.000 - €100.000 εντός της οποία και περιόρισε την απαίτηση του ενάγοντα. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι η κλίμακα της αγωγής δεν αποτελεί συστατικό της απαίτησης. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Βασιλειάδης κ.α. ν Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 16 : «Η κλίμακα της αγωγής δεν αποτελεί μέρος της γραπτής πρότασης αλλά συνέπεια της (Thoma v Chambou
(1986)1 CLR 68). Με γνωστή την αξίωση των εφεσείοντων η κλίμακα θα προκύψει ως ζήτημα αριθμητικού υπολογισμού και θα εναπόκειται στους εφεσείοντες αλλά και στο Πρωτοκολλητείο να βεβαιωθούν ότι θα έχουν καταβάλει τα προβλεπόμενα τέλη.» (βλ. Βίκτωρος ν Χριστοδούλου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1085). Ενόψει της έγκρισης του πιο πάνω μέρους της αίτησης του ενάγοντα όσον αφορά τις παραγράφους Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η και Θ και λαμβάνοντας υπόψη και την δήλωση της κας Ζήνωνος κατά την έναρξη της διαδικασίας η κλίμακα της αγωγής καθορίζεται σε €50.000 - €100.000. Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης/ κλητήριο ένταλμα να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από σήμερα, και υπεράσπιση στο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα/ έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του τροποποιημένου δικογράφου στους δικηγόρους των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση. Όσον αφορά τα έξοδα, αναφέρω ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων, υπάρχει η τάση όπως αυτά επιδικάζονται υπέρ του καθ'ου η αίτηση εκτός εάν τα γεγονότα δικαιολογούν διαφορετική προσέγγιση όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Χαρίλαου Χατζηγέρου ν. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου
(2003)3 Α.Α.Δ. 31. Στην παρούσα περίπτωση δεν θεωρώ ότι υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος παρέκκλισης από αυτή την πρακτική, εφόσον η αίτηση επιτυγχάνει έστω και αναφορικά με μέρος της, και συνεπώς τα έξοδα της αίτησης και όσα θα δημιουργηθούν ως συνέπεια της τροποποίησης επιδικάζονται σε βάρος του ενάγοντα - αιτητή και υπέρ των εναγομένων - καθ'ων η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία θα καταβληθούν από τον ενάγοντα μετά το τέλος της διαδικασίας στην αγωγή. (Υπ.) ............. Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Τροποποίηση - Δ.25) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.