← Κύπρος

Σάββα Ευαγγέλου ν. Εκδόσεις « Αρκτίνος» Λτδ, Αρ. Αγωγής 3677/08, 18 Φεβρουαρίου 2009

Σάββα Ευαγγέλου ν. Εκδόσεις « Αρκτίνος» Λτδ, Αρ. Αγωγής 3677/08, 18 Φεβρουαρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3677/08 Μεταξύ: Σάββα Ευαγγέλου Ενάγοντα και Εκδόσεις « Αρκτίνος» Λτδ Εναγομένων ------------------ Ημερομηνία: 18 Φεβρουαρίου 2009 Εμφανίσεις: Για εναγομένους - αιτητές: κα Κ. Γεωργίου Για ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: κ. Χ. Τιμοθέου ΑΠΟΦΑΣΗ Με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο του, το οποίο καταχωρήθηκε στις 22.9.2008, ο ενάγοντας ζητά από τους εναγομένους γενικές και ή τιμωρητικές και επαυξημένες και ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για δυσφήμηση του που διέπραξαν οι εναγομένοι μέσω της εφημερίδας «Πολίτης», με δημοσιεύματα τους ημερομηνίας 13.6.2008 και 23.6.2008 που δημοσιεύτηκαν σε ολόκληρη την Κύπρο συμπεριλαμβανομένης και της Λεμεσού και ή στο διαδίκτυο. Οι εναγομένοι στις 23.10.2008 καταχώρησαν την υπό εξέταση αίτηση μαζί με σημείωμα εμφάνισης. Με την παρούσα αίτηση οι εναγομένοι ζητούν τα πιο κάτω: (Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή της αγωγής ως μη αποκαλύπτουσα καλή και ή λογική αιτία αγωγής και ή ως επιπόλαια και ή ενοχλητική και ή μηδαμινή και ή καταχρηστική και ή κακόπιστη και ή καταπιεστική και ή που τείνει να προκαλέσει στους εναγομένους αχρείαστη αγωνία και ή ταλαιπωρία και ή έξοδα και ή ως σκανδαλώδη και ή αόριστη. (Β) Διαζευκτικά του Α πιο πάνω, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή της γενικής οπισθογράφησης της αγωγής ή διαγραφή της παραγράφου Α αυτής ως μη αποκαλύπτουσα καλή και ή λογική αιτία αγωγής και ή μηδαμινή και ή καταχρηστική και ή κακόπιστη και ή καταπιεστική και ή που τείνει να προκαλέσει στους εναγομένους αχρείαστη αγωνία και ή ταλαιπωρία και ή έξοδα και ή ως σκανδαλώδη και ή αόριστη και ή που τείνει να προκαταβάλει και ή περιπλέξει και ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής. Η αίτηση των εναγομένων στηρίζεται στη Δ.2 κ.9, Δ.19 κ.26, Δ.48 κ.κ.1-9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Γιάννη Παπαδόπουλου. Με την ένορκη δήλωση του ο κ. Παπαδόπουλος, ο οποίος είναι ένας από τους διευθυντές των εναγομένων, αναφέρει από ότι καλύτερα γνωρίζει και από ότι τον πληροφορεί και η δικηγόρος των εναγομένων, η γενική οπισθογράφηση του ενάγοντα δεν είναι ορθά συνταγμένη, αλλά, πολύ γενικά και αόριστα και κατ' επέκταση επικίνδυνη για τους εναγομένους. Η οπισθογράφηση του ενάγοντα συνεχίζει ο κ. Παπαδόπουλος αναφέρει δημοσιεύματα με βάση κάποιες ημερομηνίες χωρίς να διευκρινίζει επακριβώς τα δημοσιεύματα στα οποία θα βασισθεί και χωρίς να δίνει οποιαδήποτε πληροφορία και ή λεπτομέρεια για αυτά από την οποία να αναγνωρίζεται επαρκώς το κάθε δημοσίευμα το οποίο αποτελεί και ξεχωριστή αιτία αγωγής. Ο κ. Παπαδόπουλος αναφέρει επίσης ότι η γενική οπισθογράφηση του ενάγοντα αφήνει την πλευρά των εναγομένων σε άγνοια για τις ακριβείς αιτίες αγωγής και το καλύτερο που μπορούν να κάνουν είναι να υποθέτουν για το τί ακριβώς τους ενάγει, κάτι το οποίο καταλήγει σε κατάχρηση σε βάρος τους και της διαδικασίας ολόκληρης. Οι εναγομένοι με τον τρόπο που έχει συνταχθεί η γενική οπισθογράφηση του ενάγοντα μπορεί να καταληφθούν εξ' απίνης σε μεταγενέστερο στάδιο, και να περιπλεχθεί η εκδίκαση της αγωγής και ή να καθυστερήσει αδικαιολόγητα. Πέραν αυτών, φέρνει την πλευρά τους σε μειονεκτική θέση αφού οι εναγομένοι δεν γνωρίζουν επακριβώς ποιες και πόσες είναι οι αιτίες αγωγής εναντίον τους. Επιπλέον ο κ. Παπαδόπουλος ισχυρίζεται ότι με τον τρόπο αυτό δίδεται η ευκαιρία στον ενάγοντα σε μεταγενέστερο στάδιο να καθορίσει τις αιτίες αγωγής κάτι το οποίο όφειλε να κάνει με την έγερση της αγωγής και ή να τις τροποποιήσει μονόπλευρα. Ο κ. Παπαδόπουλος αναφέρει επίσης, από ότι τον πληροφορεί η δικηγόρος των εναγομένων, ότι ο τρόπος που συντάχθηκε η γενική οπισθογράφηση του ενάγοντα, είναι κατά παράβαση των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας σύμφωνα με τους οποίους γενική οπισθογράφηση σε αγωγή για λίβελο πρέπει να περιέχει επαρκείς λεπτομέρειες για να αναγνωρίζεται το επίδικο δημοσίευμα. Ο ενάγοντας στις 3.12.2008 καταχώρησε την ένσταση του η οποία περιέχει τους πιο κάτω λόγους: (α) η αίτηση των εναγομένων είναι καταχρηστική και ή αχρείαστη και ή καταχωρήθηκε με σκοπό την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής και ή με αλλότρια κίνητρα, (β) οι αιτούμενες θεραπείες είναι ακατάλληλες υπό τις περιστάσεις και ή η δικαιοσύνη μπορεί να αποδοθεί με την παροχή λεπτομερειών οι οποίες εν πάση περιπτώσει περιέχονται στην έκθεση απαίτησης του ενάγοντα και, (γ) οι εναγομένοι δεν θα υποστούν καμία δυσχέρεια και ή δυσμένεια καθότι γνωρίζουν επακριβώς τα δημοσιεύματα για τα οποία παραπονείται ο ενάγοντας. Η ένσταση του ενάγοντα δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, αλλά στηρίζεται, ως αναφέρει, στα γεγονότα τα οποία φαίνονται στο φάκελο της διαδικασίας. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των μερών. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών κατά τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους επικαλούμενοι σχετικά συγράμματα και τη νομολογία που διέπει το θέμα. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης παρατηρώ ότι από τη νομική βάση της αίτησης ελλείπει η Δ.27 κ.3 η οποία δίδει τη διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να απορρίψει μία αγωγή όταν αυτή δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική. Στο σημείο αυτό θεωρώ ορθό να αναφέρω ότι ο σκοπός της Δ.19 κ. 26, στην οποία στηρίζεται η αίτηση, σχετίζεται με τη διαγραφή ισχυρισμών από δικόγραφα ενώ η Δ.27 κ.3 αφορά κατά κανόνα τη διαγραφή της ίδιας της αγωγής ή της έκθεσης απαίτησης ή της υπεράσπισης όπου δεν φαίνεται να υπάρχει ουσιαστικό επίδικο ζήτημα ή τα δικόγραφα είναι τόσο καθαρά επιπόλαια και ενοχλητικά που η κατάθεση τους αποτελεί στην ουσία κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μπορεί να τερματίσει ή να αναστείλει την αγωγή ή να δώσει απόφαση όπως είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Ο λόγος της αναφοράς μου στην παράλειψη αυτή των εναγομένων εδράζεται στο περιεχόμενο της θεραπείας που αυτοί ζητούν με τη παράγραφο Α της αίτησης τους. Η Δ.19 κ.26 δεν τυγχάνει εφαρμογής στο αίτημα των εναγομένων για διαγραφή της αγωγής οπότε και το Δικαστήριο καλείται να ασχοληθεί με τις συνέπειες αυτού και ειδικότερα κατά πόσο η παράλειψη αυτή των αιτητών ισοδυναμεί με παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τη Δ.64 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι σε τέτοιου είδους αιτήσεις ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας ή των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 κ.κ.1,2 των Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου (Μαχλουζαρλιδης ν. Ιωαννίδης κ.α.

(1990)1Α.Α.Δ.965). Στην υπόθεση Χριστόφορου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοίζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1 (B) A.A.Δ. 743 ημερ. 1.6.2001 λέχθηκε ότι ο λόγος για τον οποίο οι ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει να προσδιορίζουν επακριβώς τις διατάξεις πάνω στις οποίες στηρίζονται είναι γιατί η ενδιάμεση διαδικασία εξέτασης των αιτήσεων αυτών έχει ένα ασυνήθιστο χαρακτήρα αφού τα επίδικα θέματα πρέπει να εξετάζονται έξω από τα πλαίσια της ολοκληρωτικής δίκης και με αυτό το πνεύμα ο προσδιορισμός τους πρέπει να γίνεται με ακρίβεια για να μπορεί το Δικαστήριο να επιστρώσει το έδαφος για τη γρήγορη εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς (βλ. Kouppa and another v. Vassiliades
(1981)1JSC 120). Επομένως η επίκληση της ορθής διαταγής στην υπό κρίση αίτηση είναι επιβεβλημένη για την έγκυρη στοιχειοθέτηση της. Από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι φανερό ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάζει μια αίτηση ή έστω μέρος αυτής έξω από την νομική βάση στην οποία στηρίζεται. Μελετώντας τη συγκεκριμένη αίτηση και λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω δεν μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να οδηγηθεί σε περαιτέρω εξέταση της θεραπείας στην παράγραφο Α της παρούσας αίτησης. Η αίτηση στηρίζεται επίσης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Καμία πλευρά δεν αναφέρθηκε σε σχετική νομολογία ούτε επίσης στις αρχές που διέπουν το θέμα αυτό. Παρόλα αυτά όμως, είναι νομολογημένο ότι, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο, ως Δικαστήριο Δικαίου, δεν επεκτείνεται όμως πέραν του ορίου αυτού, ούτε αποτελεί πηγή δικαίου, ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς. Στην προκείμενη περίπτωση η ανυπαρξία του σωστού δικονομικού πλαισίου επηρεάζει όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω άμεσα την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου σε βαθμό που δεν μπορεί ούτε η επίκληση της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου να περισώσει ένα λανθασμένο δικονομικό διάβημα (βλ. Θεόπιστος Πατσαλοσαββής ν Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 45, Falekkos Ltd v Reana Manufacturers Ltd
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 443). Το Δικαστήριο ερχόμενο τώρα να εξετάσει τη θεραπεία την οποία οι εναγομένοι ζητούν με την παράγραφο Β της αίτησης τους θα περιοριστεί στη Δ.19 κ.26 στην οποία όπως ανέφερα στηρίζεται. Η Δ.19 κ.26 επιτρέπει τη διαγραφή ή τροποποίηση οιουδήποτε ζητήματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που θα τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής. Όπως αναφέρεται στην Δ.19 κ.4 μόνο τα ουσιώδη γεγονότα πρέπει να δικογραφούνται τα οποία είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα ενώ το ουσιαστικό γεγονός εξαρτάται πάντοτε από τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Οι διάδικοι θα πρέπει να τηρούν τους δικογραφικούς κανόνες αν και δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να υποδείξει σε αυτούς πως θα πρέπει να καταγράφουν τις αντίστοιχες θέσεις τους (βλ. Knowles v Roberts
(1888)38 Ch. D. 263,270). Η εξουσία του Δικαστηρίου να διαγράφει ισχυρισμούς in Limine είναι αναμφίβολα δραστική και θα πρέπει να ασκείται με προσοχή και φειδώ. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί ένα χρήσιμο όπλο προς αποφυγή κατάχρησης της διαδικασίας με την προώθηση σκανδαλωδών, αχρείαστων ή ενοχλητικών θεμάτων (Drummond Jackson v British Medical Association
(1970)1 All E.R. 1094, Mavromoustaki v Yeroudis
(1965)1 CLR 176, In re Pelmaco Development
(1991)1 Α.Α.Δ 246 και Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 685). Γενικά θεωρούνται ως σκανδαλώδη ενοχλητικά και αχρείαστα τα θέματα εκείνα τα οποία θεωρούνται ανήθικα υποβιβαστικά ή γίνονται με στόχο τον επηρεασμό της άλλης πλευράς αλλά εάν είναι σχετικά δεν είναι κατ' ανάγκη και σκανδαλώδη ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός απλώς και μόνο διότι είναι αχρείαστος εκτός και εάν είναι εμφανώς άσχετος (The Annual Practice, 1956, σελ. 366,367 και 368, Rossage v Rossage
(1960)1 All E.R. 600, Buttes Gas & Oil Co. V Hammer
(1975)2 W.L.R. 425, 439). Περαιτέρω υπενθυμίζεται ο γενικός κανόνας της δικογραφίας ότι δεν πρέπει να προκαλείται αμηχανία στον εναγομένο. Στην υπόθεση Philips v P. Q.B.D.139 λέχθηκε: «In my opinion it is absolutely essential that the pleading not be embarrassing to the defendants should state those facts which will put the defendants on their guard and tell them what they have to meet when the case comes on for trial.». Η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή και χωρίς πλατειασμούς. Το λόγο γι' αυτό μας δίνει η British Airways Pension Trustees Ltd v Sir Robert McAlpine
(1944)72 B.L.R. 26 : «The basic purpose of pleadings is to enable the opposing party to know what case is being made in sufficient detail to enable that the party properly to answer it. ............................. Pleadings are not a game to be played at the expense of the litigants, they are not an end in themselves, but a means to the end, and that end is to give each party a fair hearing.» Στην υπόθεση Bruce v Odhams Press Ltd
(1936)1 K.B. 697 δίδεται η έννοια του ουσιαστικού « material» και ερμηνεύτηκε ότι σημαίνει, «απαραίτητο» δηλαδή «necessary for the purpose of formulating a complete cause of action ». Στην υπόθεση Christie v Christie L.R.8 Ch.503, αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο ένα θέμα θεωρείται σκανδαλώδες κρίνεται από το αν είναι θέμα για το οποίο θα γινόταν αποδεκτή μαρτυρία για να καταδειχθεί η αλήθεια με την αιτούμενη θεραπεία. Στην υπόθεση Willington v Loring 6 Q.B.D. 196 αναφέρθηκε ότι κάποιο θέμα δεν θεωρείται σκανδαλώδες αν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα. Aναφορικά με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ενοχλητικό («embarrassing») το οποίο προκαλεί σύγχυση, σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Mayor of London v Horner
(1914)111L.T. : « I take "embarrassing" to mean that the allegations are so irrelevant that to allow them to stand would involve useless expense and would also prejudice the trial of the action by involving the parties in a dispute that is wholly apart from the issues.» Στο σύγγραμμα Bullen & Leak & Jacobs Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ.147 αναφέρεται: « Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations. » Στο σημείο αυτό θεωρώ ορθό να αναφέρω ότι οι πιο πάνω αναφορές μου ειδικότερα σε σχέση με τη Δ.19 κ.4 έγιναν για σκοπούς πληρότητας της διαδικασίας ενόψει του ότι οι εναγόμενοι επικαλούνται τη συγκεριμένη Δ.19 κ.26 για διαγραφή της παραγράφου Α της οπισθογράφησης του κλητηρίου. Στην ουσία οι εναγομένοι ισχυρίζονται ότι η γενική οπισθογράφηση, η οποία αποτελεί και τον ορθό τύπο έναρξης μίας αγωγής για δυσφήμηση, δεν αποκαλύπτει καλή αιτία αγωγής, είναι παράτυπη και κατ' επέκταση ενοχλητική και ή σκανδαλώδη και ή καταχρηστική προκαλώντας τους αδικία. Παρόλο που η ορθή δικονομική διάταξη για ισχυριζόμενη παρατυπία δεν είναι αυτή που επικαλούνται οι εναγομένοι στην αίτηση τους, αντλώντας καθοδήγηση από τις πιο πάνω πρόνοιες για το τί αποτελεί ενοχλητική και ή σκανδαλώδη και ή καταχρηστική αναφορά στην οπισθογράφηση, παρατηρώ τα πιο κάτω. Στην παρούσα υπόθεση ο ενάγοντας όπως ανέφερα και πιο πάνω καταχώρησε στις 22.9.2008 γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο με το οποίο ζητά από τους εναγομένους γενικές και ή τιμωρητικές και επαυξημένες και ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για δυσφήμηση του που διέπραξαν οι εναγόμενοι μέσω της εφημερίδας «Πολίτης», με δημοσιεύματα τους ημερομηνίας 13.6.2008 και 23.6.2008 που δημοσιεύτηκαν σε ολόκληρη την Κύπρο συμπεριλαμβανομένης και της Λεμεσού και ή στο διαδίκτυο. Η Δ.2 κ.6 σε ελεύθερη μετάφραση προνοεί ότι: «Σε αγωγές:...
(4)Σε όλες τις άλλες αγωγές στο Επαρχιακό Δικαστήριο (εκτός από αγωγές για λίβελο, συκοφαντία, κακόβουλη δίωξη...)..το κλητήριο ένταλμα δύναται, κατά την επιλογή του ενάγοντα, να είναι ειδικά οπισθογραφημένο με την έκθεση απαίτησης ή με τη θεραπεία που απαιτεί ότι δικαιούται». Ακολούθως στον κ. 9 προνοείται ότι: «..Σε αγωγές για λίβελλο η οπισθογράφηση στο κλητήριο πρέπει να περιέχει επαρκείς λεπτομέρειες για να αναγνωριστούν οι δημοσιεύσεις σχετικά με την έγερση της αγωγής». Η Αγγλική Διαταγή 3 κανονισμός 9 η οποία είναι πανομοιότυπη με τη δική μας προνοεί ότι η οπισθογράφηση πρέπει να περιέχει ικανοποιητικές λεπτομέρειες ώστε να αναγνωρίζεται το δημοσίευμα. Στο Annual Practice 1958 με παραπομπή στο Παράτημα Α, Μέρος ΙΙΙ, κάτω από τον τίτλο «Defamation» παρατίθεται ο τύπος της οπισθογράφησης ως ακολούθως: «The plaintiff´s claim is for damages for libel contained in (state sufficient particulars to identify the publications).» Όσον αφορά την φράση «επαρκείς λεπτομέρειες», στο The Annual Practice 1958 από όπου και αντλώ καθοδήγηση ερμηνεύεται ως ακολούθως: «Sufficient Particulars.- In a libel action it is essential to know the very words on which the claim is founded. The actual words must be set out. In Collins v Jones
(1955)2 W.L.R. 813, C.A. it was held that, where the words complained of were alleged to have occurred in letters, the plaintiff must furnish particulars of each letter specifying the date, time and place of publication of each, identifying those to whom publication was alleged and setting out the precise words complained of in each letter». (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Μελετώντας το περιεχόμενο του γενικά οπισθογραφημένου κλητήριου είναι φανερό ότι αποκαλύπτει καλή αιτία αγωγής αφού η αναφορά του είναι για δυσφήμηση η οποία αποτελεί αστικό αδίκημα σύμφωνα με το άρθρο 17 του Κεφ.148. Στην οπισθογράφηση αυτή ο ενάγοντας παραθέτει δύο ημερομηνίες κατά τις οποίες έγιναν οι σχετικές δημοσιεύσεις και την εφημερίδα στην οποία αυτές έγιναν, χωρίς όμως να αναφέρει τον τίτλο και ή το περιεχόμενο των δημοσιευμάτων. Ο ενάγοντας στις 21.11.2008, δηλαδή μετά την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης αλλά πριν την εκδίκαση της, καταχώρησε την έκθεση απαίτησης του όπως εξάλλου είχε δικαίωμα να κάνει, στην οποία παρατίθενται λεπτομερώς οι τίτλοι και οι λεπτομέρειες των δημοσιευμάτων (βλ. Bullen & Leake and Jacobs Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ.622 και Gatley on Libel and Slander, 8η έκδοση, παρ.1069). Στην υπόθεση Grounsell v Cuthell and Another
(1952)2 All E.R. 135 παρατυπία στην οπισθογράφηση του κλητηρίου θεραπεύτηκε με την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης η οποία καταχωρήθηκε μετά την αίτηση για παραμερισμό του κλητηρίου αλλά πριν την ακροαματική διαδικασία αυτής. Το Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση θεώρησε ότι η άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας υπέρ του ενάγοντα δεν αποστερούσε τον εναγόμενο από την υπεράσπιση του (βλ. Hill v Luton Corporation
(1951)1 All E.R. 1028 και Χριστοφόρου ν Χριστοφόρου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1551). Η θέση της κας Γεωργίου ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη την έκθεση απαίτησης του ενάγοντα η οποία καταχωρήθηκε μετά την υπό εξέταση αίτηση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να ακούσει και να εκδικάσει την αίτηση με βάση το περιεχόμενο του φακέλου που έχει ενώπιον του τη δεδομένη στιγμή. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης κρίνω ότι η παράγραφος Α της γενικής οπισθογράφησης του ενάγοντα, πέραν του ότι αποκαλύπτει καλή αιτία αγωγής, δεν μπορεί να θεωρηθεί ενοχλητική και ή σκανδαλώδης και ή καταχρηστική και ή τέτοια που θα περιπλέξει την υπόθεση και ή θα καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής. Κρίση μου είναι ότι αν και η γενική οπισθογράφηση του ενάγοντα δεν περιέχει τις επιθυμητές λεπτομέρειες για τα επίδικα δημοσιεύματα, με την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης, πριν την εκδίκαση της παρούσας, αυτές έχουν δοθεί με επάρκεια και χωρίς να επηρεάζονται με οποιονδήποτε τρόπο δυσμενώς τα δικαιώματα των εναγομένων, με αποτέλεσμα η αίτηση των εναγομένων να καταστεί άνευ αντικειμένου. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, η αίτηση των εναγομένων δεν μπορεί να έχει άλλη κατάληξη από την απόρριψη της. Ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του ενάγοντα και σε βάρος των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία να καταβληθούν στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ............... Φ. Καπετάνιου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject:Civil/Other Action/Interim Αναφορά:Πολιτική Δικονομια/Δ.19 κ.26/Διαγραφή Οπισθογράφησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.