ΑΝΔΡΗ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ ν. ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΠΙΣΣΙΔΗΣ, Αρ. Αγωγής: 1758/05, 25.2.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1758/05 Μεταξύ: ΑΝΔΡΗ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ Ενάγουσας και ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΠΙΣΣΙΔΗΣ Εναγόμενου Ημερομηνία: 25.2.2009 Για Ενάγουσα: κ. Σ. Στυλιανού Για Εναγόμενο: κ. Πιριλίδης με κ. Ερωτοκρίτου ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα με την αγωγή της αξιώνει από τον εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ.13,000 ως υπόλοιπο οφειλόµενο δυνάµει εγγράφου συµφωνίας, πλέον νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α. Στην έκθεση απαίτησης της ισχυρίζεται ότι δυνάµει εγγράφου συµφωνίας, η οποία έγινε περί την 27.10.1998 µεταξύ αυτής και του εναγοµένου, µεταξύ άλλων θεµάτων διευθέτησαν τις περιουσιακές τους διαφορές και ο εναγόµενος µέσα στα πλαίσια της διευθέτησης αυτής µεταξύ άλλων, ανέλαβε να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ.15.000 ως ακολούθως: (α) ποσό Λ.Κ.2,000 μέσα σε 15 ηµέρες από την υπογραφή της συµφωνίας και (β) ποσό Λ.Κ.13,000 µέσα σε 3 έτη από την υπογραφή της ίδιας συµφωνίας. Ο εναγόµενος κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ.2,000 και κατά παράβαση της πιο πάνω συµφωνίας και/ή όρου αυτής παρέλειψε και παραλείπει να καταβάλει στην ενάγουσα το υπόλοιπο οφειλόµενο ποσό των Λ.Κ.13,000. Η ενάγουσα επανειληµµένα εκάλεσε τον εναγόµενο όπως εξοφλήσει το χρέος του, αυτός όµως αρνείται και/ή παραλείπει µέχρι σήµερα να συµµορφωθεί. Ο εναγόμενος στην υπεράσπιση του εγείρει αρχικά δύο προδικαστικές ενστάσεις. Σύμφωνα με την πρώτη ένσταση το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή ενόψει των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης και/ή του νομικού υπόβαθρου και/ή σχέσεως των διαδίκων. Η δεύτερη προδικαστική ένσταση υποστηρίζει ότι η ενάγουσα κωλύεται και/ή εμποδίζεται από του να προωθήσει τις αιτούμενες θεραπείες λόγω γραπτών και/ή προφορικών παραστάσεων της. Άνευ βλάβης και/ή διαζευκτικά των ως άνω προδικαστικών ενστάσεων ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι τα αληθινά γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως εξής: Συνεπεία της διαλύσεως του γάμου τους ετοιμάσθηκε και υπογράφθηκε και από τους δύο διαδίκους κατά την 27.10.1998 η συμφωνία διαχωρισμού οικογενειακών και περιουσιακών στοιχείων, στην οποία αναφέρεται η ενάγουσα. Ως αντάλλαγμα των οικονομικών διευθετήσεων και διευθετήσεων διαχωρισμού των δικαιωμάτων επί της περιουσίας και αναλήψεως των αντιστοίχων υποχρεώσεων προς τα τέκνα των διαδίκων που προνοούσε η εν λόγω συμφωνία, η ενάγουσα απάλλασσε τον εναγόμενο από πάσης φύσεως απαιτήσεις παρούσες ή μελλοντικές. Ήταν ρητός όρος της συμφωνίας ότι ο εναγόμενος θα αναλάμβανε να καταβάλλει στην ενάγουσα ποσό Λ.Κ.400 μηνιαίως ως διατροφή των τέκνων τους, της πρώτης δόσεως αρχομένης την 1.11.1998, πράγμα το οποίο ο εναγόμενος έπραττε ανελλιπώς έκτοτε. Περαιτέρω ο εναγόμενος παραδέχεται ότι δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας ανέλαβε να καταβάλει προς την ενάγουσα ποσό εκ Λ.Κ.2,000 εντός 15 ημερών από της υπογραφής της και περαιτέρω ποσό εκ Λ.Κ.13,000 καταβλητέου εντός τριών
(3)ετών από της υπογραφής της. Ισχυρίζεται όμως ότι το ποσό των Λ.Κ.13,000 το κατέβαλλε προς την ενάγουσα, ως προέβλεπε η συμφωνία, δια μηνιαίων δόσεων ποσού εκ Λ.Κ.
- Αναφέρει μάλιστα ότι το ποσό αυτό μέχρι την 8.2.2003 όχι μόνο το έχει εξοφλήσει πλήρως αλλά έχει καταβάλει στην ενάγουσα μεγαλύτερο ποσό από το συμφωνηθέν και συγκεκριμένα κατέβαλε το ποσό των ΛΚ.20,000 και συνεπώς δεν έχει καμία περαιτέρω υποχρέωση και/ή δεν οφείλει οιονδήποτε ποσό στην ενάγουσα. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται περαιτέρω ότι την 20.5.2004 με επιστολή των δικηγόρων του προς την ενάγουσα τερμάτισε την εν λόγω συμφωνία. Συνεπώς η ενάγουσα δεν δύναται να αιτείται θεραπείες στηριζόμενες επί της εν λόγω τερματισθείσας συμφωνίας. Ως εκ των άνω ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Στην απάντηση της στην υπεράσπιση η ενάγουσα αναφέρει ότι το ποσό το οποίο ο εναγόμενος κατέβαλλε για τη διατροφή και συντήρηση των ανήλικων παιδιών τους δεν ήταν μόνο Λ.Κ.400 το μήνα αλλά πολύ περισσότερο. Μετά τη σύναψη της γραπτής συμφωνίας και/ή παράλληλα προς αυτήν, ο εναγόμενος συνήψε με την ενάγουσα άλλη προφορική συμφωνία, δυνάμει της οποία ανέλαβε να καταβάλλει στην ενάγουσα επιπρόσθετο ποσό διατροφής. Ο εναγόμενος δεν απεδέχθη όπως το ποσό αυτό είναι δηλωμένο γραπτώς, επειδή δεν ήθελε να δεσμευθεί ότι κατέβαλλε μεγαλύτερο ποσό από τις Λ.Κ.400 το μήνα. Ο εναγόμενος ουδέποτε έχει εξοφλήσει το χρέος του προς την ενάγουσα ή κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι αυτού. Ο ισχυριζόμενος τερματισμός και/ή υπαναχώρηση του εναγομένου από τη πιο πάνω γραπτή συμφωνία, ο οποίος ήταν αυθαίρετος και αδικαιολόγητος, δεν έγινε αποδεκτός από την ενάγουσα και αφορούσε μόνο τη συμβατική υποχρέωση του για καταβολή διατροφής. Εν πάση περιπτώσει ο εναγόμενος με την ισχυριζόμενη υπαναχώρηση του από την συμφωνία και/ή τον ισχυριζόμενο τερματισμό αυτής, δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση του για καταβολή του πιο πάνω οφειλόμενου από αυτόν υπολοίπου των Λ.Κ.13,000 το οποίο εν πάση περιπτώσει, η ενάγουσα δικαιούται και/ή απαιτεί διαζευκτικά και ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Για την απόδειξη της υπόθεσης της η ενάγουσα κατέθεσε στο Δικαστήριο η ίδια. Το ίδιο έπραξε και ο εναγόμενος. Περαιτέρω κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά 10 τεκμήρια. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή τόσο την ενάγουσα όσο και τον εναγόμενο κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία και συμπεριφορά κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με βάση την πηγή γνώσεων τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τη μνήμη τους και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν καθώς και την αμεσότητα και ευθύτητα των απαντήσεων τους. Στην εν λόγω ενέργεια προέβηκα έχοντας υπόψη ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση για τον καθένα ξεχωριστά αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων καθώς και από το συσχετισμό με τα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον μου και έχοντας πάντα κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας και όχι αυτήν αποσπασματικά. Είμαι κατά συνέπεια σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία τους. Η ενάγουσα μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία της απαντούσε με απλότητα, ευθύτητα, αμεσότητα και με βάση τη μνήμη της ως προς τα γεγονότα, οι θέσεις της χαρακτηρίζονταν από λογική ενώ δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Γενικά άφησε στο Δικαστήριο την εντύπωση ενός ειλικρινούς μάρτυρα. Δεν μου διαφεύγει ότι η μαρτυρία της σε κάποιο σημείο παρουσιάζει μια ασυνέπεια στην οποία θα γίνει αναφορά πιο κάτω. Όπως όμως θα εξηγηθεί η ασυνέπεια αυτή λαμβανομένου υπόψην του συνόλου της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου δεν μπορεί να θεωρηθεί ουσιώδης και σε βαθμό που να πλήττει καίρια την αξιοπιστία της και να καθιστά το σύνολο της μαρτυρίας της μη αποδεκτό. Η ενάγουσα κατά τη μαρτυρία της υποστήριξε ότι ο εναγόμενος μέχρι σήμερα δεν της κατέβαλε τις Λ.Κ.13,000 τις οποίες της όφειλε ως υπόλοιπο δυνάμει της γραπτής συμφωνίας διαχωρισμού των οικογενειακών και περουσιακών τους στοιχείων ημερ. 27.10.98 (τεκμήριο 1). Απαντώντας στην ουσία στη θέση του εναγόμενου περί εξοφλήσεως του ποσού αυτού υποστήριξε ότι την ίδια μέρα που συνήφθη μεταξύ τους η πιο πάνω γραπτή συμφωνία, σύναψαν και μια προφορική συμφωνία με βάση την οποία ο εναγόμενος ανέλαβε να καταβάλλει στην ενάγουσα και της κατέβαλλε ποσό διατροφής για τα παιδιά τους μεγαλύτερο των Λ.Κ.400 που προβλεπόταν στη γραπτή συμφωνία. Ήταν δε η θέση της ότι ο εναγόμενος δεν ήθελε το επιπρόσθετο αυτό ποσό να είναι δηλωμένο γραπτώς γιατί δεν ήθελε να δεσμευθεί ότι κατέβαλλε μεγαλύτερο ποσό από τις Λ.Κ.400 το μήνα. Είναι η θέση της υπεράσπισης του εναγόμενου ότι η μη αναφορά στα τεκμήρια 3 και 4 της εν λόγω προφορικής συμφωνίας και στο τεκμήριο 3 της οφειλής του ποσού των Λ.Κ.13,000 καταδεικνύει ότι η εναγόμενη δεν είπε σχετικά την αλήθεια. Όσον αφορά το θέμα αυτό πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Το τεκμήριο 3 είναι επιστολή του δικηγόρου της ενάγουσας ημερ. 11.6.04 προς τους δικηγόρους του εναγόμενου, η οποία, ως φαίνεται από το περιεχόμενο της, έγινε προς απάντηση σε επιστολή των τελευταίων προς την ενάγουσα ημερ. 20.5.04 (τεκμήριο 2) με την οποία αυτή ενημερώνεται ότι ο εναγόμενος παύει να καταβάλλει το ποσό της διατροφής των Λ.Κ.400 το μήνα που προέβλεπε η συμφωνία τεκμήριο
- Συνεπώς το κύριο και βασικό θέμα στο οποίο απαντά η επιστολή τεκμήριο 3 είναι το θέμα της διατροφής σε σχέση με το οποίο αναφέρει ότι το ποσό των Λ.Κ.400 διατυπώθηκε εικονικά στη συμφωνία τεκμήριο 1 καθώς ο εναγόμενος δεν ήθελε να δηλωθεί το πραγματικό ποσό διατροφής που ήταν Λ.Κ.800, το οποίο αυτός μέχρι το 2002 κατέβαλλε οικειοθελώς και το οποίο μετά το 2002 μειώθηκε μονομερώς από τον εναγόμενο σε Λ.Κ.600 και από το Μάρτιο του 2004 σε Λ.Κ.
- Πέραν αυτού το τεκμήριο 3 αναφέρει ότι ο εναγόμενος δεν έχει τηρήσει ή εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις δυνάμει της συμφωνίας τεκμηρίου
- Άλλωστε με δεδομένο ότι η επιστολή τεκμήριο 3 έγινε από το δικηγόρο της ενάγουσας ήταν λογική η θέση αυτής ότι η ίδια δεν είναι δικηγόρος για να καταλαβαίνει που πρέπει να γράφεται το συγκεκριμένο θέμα. Η πιο πάνω θέση της ενάγουσας για καταβολή από τον εναγόμενο ποσού πέραν των Λ.Κ.400 και μάλιστα Λ.Κ.800, η οποία δεν έρχεται σε αντίθεση με τη θέση της για ύπαρξης της προφορικής συμφωνίας, και η μείωση του ποσού αυτού τίθεται και πάλι στην ένορκη δήλωση της η οποία υποστηρίζει την αίτηση της στο οικογενειακό δικαστήριο για διατροφή, η οποία έγινε στις 16.6.04 (τεκμήριο 4) εξ αφορμής του τερματισμού από τον εναγόμενο μέσω του τεκμηρίου 2 της καταβολής της διατροφής. Συνεπώς δεν μπορεί να λεχθεί με βάση τα πιο πάνω ότι η μη ρητή αναφορά στα τεκμήρια 3 και 4 σε προφορική συμφωνία καταδεικνύει την μη ύπαρξη αυτής και ότι η ενάγουσα είπε ψέματα για αυτό. Όσο δε αφορά το ποσό των Λ.Κ.13,000 στο τεκμήριο 3 γίνεται αναφορά στη μη τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων του εναγόμενου δυνάμει της γραπτής συμφωνίας τεκμηρίου 1, ανάμεσα στις οποίες ήταν και η καταβολή προς την ενάγουσα του ποσού αυτού. Περαιτέρω ως φαίνεται από τα όσα η ίδια η ενάγουσα ανέφερε σε σχετικές απαντήσεις της κατά την αντεξέταση, η αναφορά της σε οικειοθελή καταβολή επιπλέον ποσού διατροφής από τον εναγόμενο δεν είχε την έννοια της μη συμφωνημένης καταβολής του ποσού αυτού αλλά ως η ίδια η ενάγουσα το αντιλαμβανόταν σήμαινε ότι ήταν στη «διακριτική ευχέρεια» του εναγόμενου η καταβολή αυτού του ποσού όχι γιατί δεν υπήρχε η προφορική συμφωνία αλλά γιατί αυτή δεν ήταν γραπτή. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το ότι σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι αν ο εναγόμενος δεν πλήρωνε με τη θέληση του η ίδια θα είχε «ηθική απαίτηση» και όχι νομική στηρίζοντας την αντίληψη της αυτή και πάλι στο ότι η ίδια έκανε λάθος να μην καλυφθεί για τα ποσά αυτά με γραπτή συμφωνία ενώ σε άλλο μέρος της μαρτυρίας της είπε σχετικά ότι δέχθηκε μάλιστα η συμφωνία αυτή να είναι προφορική παρά το ότι ο δικηγόρος της τότε τη συμβούλευσε να είναι γραπτή. Από τα πιο πάνω είναι εμφανές λαμβανομένου υπόψη ότι η ενάγουσα δεν κατέχει νομικές γνώσεις ότι τα περί «οικειοθελούς» καταβολής του ποσού από τον εναγόμενο και τα περί «μη νομικής υποχρέωσης» από τη μη καταβολή του ποσού αυτού, στα οποία η ενάγουσα αναφερόταν, στηρίζονταν στην αντίληψη της όχι ότι δεν υπήρχε η προφορική συμφωνία που ανέφερε αλλά στο ότι αυτή δεν ήταν γραπτή. Συνεπώς η μαρτυρία της αυτή δεν καταρρίπτει τη θέση της για την ύπαρξη της προφορικής συμφωνίας αλλά εδράζεται στην αντίληψη της ως προσώπου που δεν έχει νομικές γνώσεις για τις συνέπειες παράβασης συμφωνίας η οποία δεν είναι γραπτή. Όσον αφορά τώρα τη μαρτυρία της σε σχέση με την πληρωμή από τον εναγόμενο ποσού διατροφής πέραν από αυτό που προβλεπόταν στη συμφωνία τεκμήριο 1, η ενάγουσα κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση αυτή με υπόσχεση να δίδει κατά καιρούς μεγαλύτερο ποσό διατροφής σύμφωνα με τις ανάγκες των παιδιών. Το ποσό αυτό δεν το πλήρωνε με τον μήνα αλλά όποτε παρουσιαζόταν ανάγκη. Μπορούσε, ανέφερε, 2-3 μήνες να χρειαστούν τα παιδιά κάποια χρήματα επιπλέον. Δεν ήταν προκαθορισμένος ούτε ο χρόνος ούτε το ποσό. Όταν της υποδείχθηκε ότι στην επιστολή του δικηγόρου της στον εναγόμενο (τεκμήριο 3) αναφέρθηκε σε συγκεκριμένο ποσό, δέχθηκε ότι εκεί όντως γράφει Λ.Κ.800, δηλαδή όπως εξήγησε Λ.Κ.400 ήταν προφορικά αλλά ότι όπως είπε και πριν από τη στιγμή που δεν ήταν γραπτώς προσαρμόζονταν σύμφωνα με τις ανάγκες των παιδιών. Όσον αφορά τη μείωση του ποσού των Λ.Κ.800 που αναφέρει στο τεκμήριο 3 δεν μπορούσε να προσδιορίσει τα ποσά αυτά γιατί δεν ήταν πάντα τα ίδια και ούτε κατ' επανάληψη μετά από ένα χρονικό σημείο δίδονταν βάσει των αναγκών των παιδιών. Σε ερώτηση εάν αυτό γινόταν κάθε δύο, τρεις, τέσσερις μήνες απάντησε ότι δεν μπορεί να πει ακριβώς, μπορεί και ένα μήνα, έτυχε και απανωτά. Δεν θυμόταν ακριβώς τον χρόνο που άρχισε να μειώνεται το ποσό αυτό. Το μόνο που μπορούσε να πει με σιγουριά είναι ότι έδιδε ποσά μεγαλύτερα από τις Λ.Κ.400 που ήταν γραπτώς σύμφωνα με τις ανάγκες των παιδιών. Τα μικρότερα ποσά των Λ.Κ.800 εάν θυμάται δεν ήταν πάντα το ίδιο ήταν Λ.Κ.30, 50,
- Το ποσό των Λ.Κ.800 νομίζει ότι μειώθηκε μέχρι Λ.Κ.
- Στην ουσία με την πιο πάνω μαρτυρία της η ενάγουσα δέχεται ότι τα επιπρόσθετα ποσά που της κατέβαλλε ο εναγόμενος δυνάμει της πιο πάνω αναφερόμενης προφορικής συμφωνίας δεν δίδονταν σε σταθερά χρονικά διαστήματα, ούτε ήταν προκαθορισμένα ως προς το ύψος τους. Στην απάντηση της όμως στην υπεράσπιση αναφέρει στην παράγραφο 6 ότι ο εναγόμενος στην εκάστοτε πληρωμή του ποσού διατροφής των παιδιών του, ζητούσε και/ή υποχρέωνε την ενάγουσα όπως τους εκδίδει και/ή υπογράφει απόδειξη είσπραξης για το ποσό των Λ.Κ.400 μόνο και όχι το πραγματικό ποσό το οποίο ήταν μεγαλύτερο. Στην αντεξέταση της δέχθηκε και πάλι ότι ο εναγόμενος ζήτησε και έπαιρνε αποδείξεις μόνο για το ποσό της διατροφής που ήταν δηλωμένο γραπτώς γιατί για το άλλο δεν έπαιρνε για να το κρύβει από το φόρο. Επίσης κατά την αντεξέταση της κατατέθηκε με πρωτοβουλία της υπεράσπισης του εναγομένου, μετά που η ίδια είδε και αναγνώρισε την υπογραφή της σε αυτές, δύο σετ αποτελούμενα από 50 αποδείξεις το καθένα (τεκμήρια 6 και 7). Το τεκμήριο 6 αποτελείται από 50 αποδείξεις πληρωμής από τον εναγόμενο στην ενάγουσα του ποσού των Λ.Κ.400 η κάθε μια για «Διατροφή» όπως αναγράφεται σε αυτές, οι οποίες φέρουν ημερομηνία την πρώτη ή τη δεύτερη μέρα κάθε μηνός από τον Ιανουάριο του 1999 μέχρι τον Φεβρουάριο του
- Το τεκμήριο 7 αποτελείται επίσης από 50 αποδείξεις πληρωμής από τον εναγόμενο στην ενάγουσα του ποσού των Λ.Κ.400 η κάθε μια για «Διατροφή (Συμπλ.)», οι οποίες φέρουν ημερομηνία την όγδοη μέρα κάθε μηνός επίσης από τον Ιανουάριο του 1999 μέχρι τον Φεβρουάριο του
- Περαιτέρω οι αριθμοί των αποδείξεων των τεκμηρίων 6 και 7 είναι συνεχόμενοι δηλ. η πρώτη απόδειξη του τεκμηρίου 6 φέρει αριθμό 9001 και η πρώτη απόδειξη του τεκμηρίου 7 φέρει αριθμό 9002 και ούτω κάθε εξής. Η ενάγουσα σε σχέση με τις αποδείξεις αυτές ανέφερε ότι και τα δύο σετ αποτελούσαν ποσά διατροφής που κατέβαλλε ο εναγόμενος για τα παιδιά του. Σε υποβολή ότι οι αποδείξεις του τεκμήριου 7 ήταν για τις Λ.Κ.13,000 τις οποίες ο εναγόμενος όχι μόνο κάλυψε αλλά υπερκάλυψε για να μην ξεσπά πάνω του και στα παιδιά του και για να την έχει ικανοποιημένη χρηματικά και να εξαγοράζει την ηρεμία των παιδιών του διαφώνησε κάθετα. Από τα πιο πάνω φαίνεται από τη μια ότι τα τεκμήρια 6 και 7 καταρρίπτουν τη θέση της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος ζητούσε και του υπέγραφε αποδείξεις μόνο για Λ.Κ.400 και όχι για το πραγματικό ποσό που της έδιδε καθώς και ότι τα μεγαλύτερα ποσά που έδιδε ο εναγόμενος πέραν των Λ.Κ.400 δεν ήταν προκαθορισμένα χρονικά, ούτε και σταθερά ως προς το ύψος τους. Από την άλλη όμως τα ίδια τεκμήρια δεν έρχονται σε αντίθεση ούτε καταρρίπτουν τη βασική και ουσιώδη θέση της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος κατέβαλλε για διατροφή των παιδιών τους, με βάση και την προαναφερόμενη προφορική τους συμφωνία, ποσά μεγαλύτερα από τις Λ.Κ.400 που προέβλεπε η γραπτή συμφωνία τεκμήριο 1 και ότι τα ποσά που αναφέρονται στις αποδείξεις τεκμήριο 7 δεν αφορούσαν το ποσό των Λ.Κ.13,000 αλλά την εν λόγω διατροφή. Αντίθετα ως θα εξηγηθεί στη συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εναγομένου το περιεχόμενο των αποδείξεων των τεκμηρίων 6 και 7 επιβεβαιώνει τη θέση της ενάγουσας σε σχέση με το ότι τα ποσά αυτά αφορούσαν διατροφή και καταρρίπτει τη θέση του εναγόμενου ότι το τεκμήριο 7 αποδυκνείει ότι αυτός εξόφλησε το οφειλόμενο δυνάμει της συμφωνίας ποσό των Λ.Κ.13,
- Συνεπώς είναι πρόδηλο από τα πιο πάνω ότι η αναφερόμενη ασυνέπεια στη μαρτυρία της ενάγουσας δεν μπορεί να θεωρηθεί ουσιώδης και σε βαθμό που να πλήττει την αξιοπιστία της. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω κρίνω ότι εκτός από τη θέση της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος για την πληρωμή της διατροφής των παιδιών του ζητούσε και του υπέγραφε αποδείξεις μόνο για Λ.Κ.400 και όχι για το πραγματικό ποσό που της έδιδε καθώς και ότι τα μεγαλύτερα ποσά που έδιδε ο εναγόμενος πέραν των Λ.Κ.400 δεν ήταν προκαθορισμένα χρονικά, ούτε και σταθερά ως προς το ύψος τους, η οποία δεν μπορεί να γίνει δεκτή για το λόγο που προαναφέρθηκε, η υπόλοιπη μαρτυρία της ενάγουσας ορώμενη στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά αλλά και σε σχέση με την υπόλοιπη μαρτυρία, γίνεται δεκτή. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στις υποθέσεις Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ.
- Εξετάζοντας στη συνέχεια τη μαρτυρία του εναγομένου πρέπει να λεχθεί ότι αυτός δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Προσπάθησε εμφανώς να προσαρμόσει τη μαρτυρία του με μοναδικό σκοπό να πείσει ότι εξόφλησε την υπό αναφορά οφειλή του προς την ενάγουσα. Όμως η σχετική μαρτυρία του σε αρκετά σημεία δεν ήταν πειστική, δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική ενώ επιπλέον η κύρια και ουσιώδης θέση του περί εξόφλησης, με την οποία συνδέεται άρρηκτα η όλη εκδοχή του, διαψεύδεται από το τεκμήριο στο οποίο ο ίδιος τη στήριξε. Συγκεκριμένα: Ως έχει ήδη αναφερθεί ήταν η θέση του εναγόμενου ότι το υπόλοιπο των Λ.Κ.13,000 που όφειλε στην ενάγουσα δυνάμει της συμφωνίας τεκμήριο 1 το κατέβαλε και ότι μάλιστα κατέβαλε στην ενάγουσα πολύ μεγαλύτερο ποσό από το συμφωνηθέν με μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ.
- Προς υποστήριξη δε της θέσης του για την πληρωμή αυτή στηρίχθηκε στις αποδείξεις του τεκμηρίου
- Στην κυρίως εξέταση του διέψευσε τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι σύναψαν προφορική συµφωνία δυνάµει της οποίας ανέλαβε να καταβάλλει στην ενάγουσα επιπρόσθετο ποσό διατροφής και ότι ο ίδιος δεν αποδέχθηκε όπως το ποσό αυτό είναι δηλωµένο γραπτώς επειδή δεν ήθελε να δεσµευτεί ότι κατέβαλλε περισσότερο ποσό από τις Λ.Κ.
- Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι το γεγονός ότι δεν τέθηκε σε αυτόν κατά την αντεξέταση του η θέση της ενάγουσας για την προφορική συμφωνία δεν έχει σημασία μιας και δεν ήταν απαραίτητο εφόσον ο ίδιος προέβαλε τη σχετική θέση του διαψεύδοντας τον ισχυρισμό αυτό της ενάγουσας στην κυρίως εξέταση του και έτσι το Δικαστήριο έχει τη θέση του και μπορεί να την αξιολογήσει. Ήταν λοιπόν η θέση του ότι δεν υπήρξε η προφορική συμφωνία που ανέφερε η ενάγουσα. Ενώ όμως στην υπεράσπιση του αναφέρει ότι το ποσό των Λ.Κ.13,000 το κατέβαλλε, ως προέβλεπε η γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 27.10.98, δια μηνιαίων δόσεων εκ Λ.Κ.400 και δεν αναφέρει οτιδήποτε για οποιαδήποτε άλλη συμφωνία μεταξύ τους, κατά την αντεξέταση του για πρώτη φορά κάνει αναφορά σε συμφωνία με την ενάγουσα για καταβολή του ποσού των Λ.Κ.13,000 με μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ.
- Συγκεκριμένα σε υποβολή ότι όλες οι αποδείξεις των τεκμηρίων 6 και 7 αφορούν διατροφές των παιδιών απάντησε ότι η συμφωνία προέβλεπε να πληρώνει Λ.Κ.400 διατροφή τον μήνα και επειδή τότε η ενάγουσα του ασκούσε αφόρητες πιέσεις για την εξόφληση των Λ.Κ.13,000 που για εκείνον ήταν αδύνατο λόγω του ότι η οικονομική του κατάσταση δεν ήταν καλή έκαναν μια συζήτηση και συμφώνησαν ότι τις Λ.Κ.13,000 θα τις εξοφλούσε στην ενάγουσα καταβάλλοντας της το ποσό των Λ.Κ.400 το μήνα κάτι το οποίο η ενάγουσα αποδέχτηκε. Όσον αφορά το πότε έγινε αυτή η συμφωνία είπε ότι έγινε αμέσως μετά την υπογραφή του τεκμηρίου 1, δεν θυμάται ακριβώς ημερομηνίες. Σε ερώτηση γιατί δεν το ανέφερε αυτό στην υπεράσπιση του υπεκφεύγοντας απάντησε ότι αυτό που γνωρίζει είναι ότι είχε μια συμφωνία να πληρώσει ένα συγκεκριμένο ποσό το οποίο και έκαμε και διερωτήθηκε γιατί βρίσκεται σήμερα στο Δικαστήριο. Τέλος σε σχέση με το θέμα αυτό πρέπει να λεχθεί ότι η εκδοχή του εναγόμενου για την ύπαρξη αυτής της συμφωνίας δηλ. για πληρωμή του οφειλόμενου ποσού με δόσεις δεν τέθηκε στην ενάγουσα κατά την αντεξέταση της για να τοποθετηθεί και για να έχει το Δικαστήριο τη θέσης της επ' αυτού ώστε να μπορέσει να την αξιολογήσει. Περαιτέρω ήταν η θέση του ότι όχι μόνο εξόφλησε πλήρως το ποσό των Λ.Κ.13,000 αλλά κατέβαλε στην ενάγουσα και ποσό πέραν του συµφωνηθέντος και τούτο όχι γιατί δεν το είχε αντιληφθεί αλλά το έκανε µε πλήρη επίγνωση των πράξεων του για να αγοράζει την ηρεµία και ευτυχία των παιδιών του και του ιδίου αφού κατά τα πρώτα χρόνια µετά το χωρισµό και την υπογραφή της συµφωνίας, η ενάγουσα συνεχώς φρόντιζε να βρίσκει τρόπους να ταλαιπωρεί τόσο τον ίδιο όσο και τα παιδιά τους µε πείσµατα ή άλλες παράλογες τοποθετήσεις και με νοοτροπία που ο µόνος τρόπος να ελεγχθεί ήταν µέσω της συνέχισης πληρωµής του ποσού των Λ.Κ.400 πέραν του ποσού της μηνιαίας διατροφής που πλήρωνε. Σε ερώτηση όμως πότε εξόφλησε τις Λ.Κ.13,000 επαναλαμβάνοντας αρχικά ότι πλήρωσε πολύ περισσότερα, απάντησε ότι αυτό έγινε περίπου δύο χρόνια μετά την συμφωνία μπορεί και λίγο περισσότερο αλλά δεν θυμόταν ακριβή ημερομηνία. Σε άλλη σχετική ερώτηση ποια ήταν η τελευταία απόδειξη εξόφλησης του ποσού των Λ.Κ.13,000 απάντησε και πάλι, χωρίς να καθορίζει ποια ήταν αυτή η απόδειξη, ότι συνέχιζε και πλήρωνε και μετά την συμπλήρωση του ποσού αυτού γιατί με τον τρόπο αυτό είχε την ηρεμία των παιδιών του. Ισχυρίστηκε δε περαιτέρω ότι για τον ίδιο λόγο δηλ. για την ηρεμία του ιδίου και των παιδιών του πλήρωσε στην ενάγουσα και άλλα ποσά για τα οποία είχε τις αποδείξεις. Σε ερώτηση στην αντεξέταση του γιατί εφόσον είχε και άλλες αποδείξεις προχώρησε στην επιλεκτική προσκόμιση μόνο των συγκεκριμένων αποδείξεων που αναφέρονται σε σταθερά ποσά των Λ.Κ.400 απάντησε ότι του ζητούν να αποδείξει εάν έχει πληρώσει τις Λ.Κ.13,000 και αποδεικνύει ότι πλήρωσε πολύ περισσότερα και ότι θεωρεί ότι οι πενήντα αποδείξεις από μόνες τους υπερβαίνουν το ποσό που καλείται να αποδείξει γι΄ αυτό κατέθεσε αυτές. Η θέση του όμως αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική γιατί ενώ γνώριζε ότι με βάση τη συμφωνία, η οποία έγινε για τελική και συνολική διευθέτηση των περιουσιακών τους στοιχείων, δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να πληρώσει στην ενάγουσα ποσό πέραν των Λ.Κ.13,000, ακόμη και μετά που εξόφλησε το ποσό αυτό συνέχισε να πληρώνει στην ενάγουσα καταβάλλοντας της συνολικά όχι μόνο το επιπλέον ποσό των Λ.Κ.7,000 που φαίνεται στο τεκμήριο 7 δηλ. συνολικά Λ.Κ.20,000 αλλά και άλλα ποσά για τα οποία είχε αποδείξεις τις οποίες δεν προσκόμισε. Είναι λοιπόν εμφανές ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί του για συμφωνία με την ενάγουσα και πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.13,000 με δόσεις των Λ.Κ.400 αλλά και η συνέχιση πληρωμής των δόσεων και μετά την εξόφληση του πιο πάνω ποσού δεν είναι πειστικοί αλλά αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του με μοναδικό σκοπό να πείσει ότι εξόφλησε και με το παραπάνω το οφειλόμενο ποσό αλλά και για να δικαιολογήσει γιατί οι αποδείξεις του τεκμηρίου 7 στις οποίες στηρίζει τη θέση του για εξόφληση των Λ.Κ.13,000 αφορούν συνολικά ποσό πολύ μεγαλύτερο από το οφειλόμενο. Επιπλέον το ότι ο εναγόμενος δεν είπε την αλήθεια καθώς και το ότι η θέση της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος είχε συμφωνήσει και κατέβαλλε ποσό διατροφής πέραν των Λ.Κ.400 που προέβλεπε η συμφωνία τεκμήριο 1 είναι πειστική, φαίνεται και από τα ακόλουθα: Στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση για διατροφή που υπέβαλε η ενάγουσα εναντίον του εναγόμενου ημερ. 16.6.04 (τεκμήριο 4) η ενάγουσα αναφέρει ότι ο ενάγων κατέβαλλε και μετά τη διάσταση και μέχρι το 2002 για διατροφή ποσό Λ.Κ.
- Μέχρι το 2002, αναφέρει, κατέβαλλε Λ.Κ.800 ενώ μετά το 2002 μείωσε στο ποσό των Λ.Κ.600 και το Μάρτιο 2004 σε Λ.Κ.
- Στις 20.5.04 με επιστολή των δικηγόρων του (τεκμήριο 2) ο εναγόμενος αναφέρει ότι τερματίζει τη συμφωνία και ότι θα πάψει από εκείνη τη μέρα να καταβάλλει Λ.Κ.400 ως διατροφή. Ακολουθεί στις 16.6.04 η πιο πάνω αίτηση της ενάγουσας για διατροφή. Οι αποδείξεις των τεκμηρίων 6 και 7 τελειώνουν το Φεβρουάριο του
- Ως έχει ήδη αναφερθεί αν και σύμφωνα με τον εναγόμενο αυτός έπαιρνε αποδείξεις για όλα όσα πλήρωνε για την ενάγουσα που ήταν αρκετά άλλα πλην των ανωτέρω και ενώ είχε τις αποδείξεις αυτές περιορίστηκε να προσκομίσει μόνο τις αποδείξεις του τεκμηρίου 6 και 7 ισχυριζόμενος ότι αυτές ήταν αρκετές. Από τα πιο πάνω προκύπτει λοιπόν ότι είναι λογική η θέση της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος πλήρωνε τα ποσά που φαίνονται στα τεκμήρια 6 και 7 για διατροφή και ότι τα μείωσε μετά το
- Άλλωστε αυτό εξηγεί και το λόγο που οι αποδείξεις των τεκμηρίων 6 και 7 σταματούν τότε και γιατί ο εναγόμενος έφερε μόνο αποδείξεις μέχρι εκείνη την ημερομηνία και όχι για μεταγενέστερο χρόνο. Επίσης ο εναγόμενος δεν εξήγησε γιατί ενώ μέχρι το Φεβρουάριο του 2003 συνέχιζε να πληρώνει τα πιο πάνω ποσά για εξαγορά της ηρεμίας του και των παιδιών του αποφάσισε να σταματήσει τότε τις πληρωμές αυτές. Περαιτέρω σε σχέση με την εξόφληση του ποσού των Λ.Κ.13,000 ο εναγόμενος ανέφερε ότι έπραξε αυτό με μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ.
- Υποστήριξε ως αναφέρθηκε ότι τα τεκμήρια 6 και 7 και ειδικότερα το τεκμήριο 7 αποτελεί απόδειξη της πιο πάνω θέσης του. Συγκεκριμένα υποστήριξε ότι τα ποσά που φαίνονται στις αποδείξεις του τεκμηρίου 6 ήταν για τη διατροφή των παιδιών του, ως προέβλεπε η συμφωνία τεκμήριο 1, ενώ τα ποσά που φαίνονται στις αποδείξεις του τεκμηρίου 7 ήταν για την εξόφληση του ποσού των Λ.Κ.13,
- Τα τεκμήρια 6 και 7, ως προαναφέρθηκε, κατατέθηκαν μετά από αίτημα της υπεράσπισης που τα προσκόμισε και τα υπέδειξε στην ενάγουσα κατά την αντεξέταση αυτής. Τις αποδείξεις στα τεκμήρια αυτά, ως ο ίδιος ο εναγόμενος ανέφερε κατά την αντεξέταση του, τις συμπλήρωνε είτε ο ίδιος ο εναγόμενος είτε μια κοπέλα στο γραφείο του και η ενάγουσα απλά υπέγραφε. Όλες δε οι αποδείξεις εκδίδονταν πάντα στην παρουσία της ενάγουσας και τα πρωτότυπα αυτών (τεκμήρια 6 και 7) τα είχε στην κατοχή του ο εναγόμενος. Σε υποβολή κατά την αντεξέταση του ότι οι αποδείξεις των τεκμηρίων 6 και 7 αφορούν όλες ποσά διατροφής, ο εναγόμενος απάντησε διερωτώμενος εφόσον η συμφωνία προέβλεπε να πληρώνει Λ.Κ.400 διατροφή γιατί να βγάλει τις υπόλοιπες αποδείξεις. Τις έβγαλε, είπε, ακριβώς γιατί αφορούσε το ποσό που συμφώνησαν. Ενώ όμως οι αποδείξεις αυτές δεν συμπληρώθηκαν από την ενάγουσα εντούτοις ο εναγόμενος δεν εξήγησε γιατί ενώ ισχυρίζεται ότι οι αποδείξεις του τεκμηρίου 7 αποτελούσαν απόδειξη της πληρωμής με δόσεις του ποσού των Λ.Κ.13,000 και όχι διατροφής, αναγράφουν ότι ήταν για «Διατροφή (Συμπλ.)» και όχι για το ποσό των Λ.Κ.13,
- Περαιτέρω ενώ ο ίδιος κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι είχε κλονισθεί η εμπιστοσύνη που είχε στην ενάγουσα και ότι έπαιρνε αποδείξεις για όλα όσα τις πλήρωνε και ενώ ως αναφέρει στην υπεράσπιση του ως αντάλλαγμα των διευθετήσεων και όσων προβλέπονται στη συμφωνία τεκμήριο 1 η ενάγουσα απάλλασσε αυτόν από κάθε άλλη αξίωση παρούσα ή μελλοντική, πέραν του ότι δεν εξήγησε γιατί οι αποδείξεις του τεκμηρίου 7 αναφέρουν ότι είναι για διατροφή, δεν εξήγησε ούτε γιατί ενώ ισχυρίζεται ότι εξόφλησε το οφειλόμενο ποσό δεν ζήτησε από την ενάγουσα μια εξοφλητική απόδειξη. Συνεπώς το περιεχόμενο των τεκμηρίων 6 και 7 διαψεύδει την πιο πάνω θέση του εναγόμενου για εξόφληση του ποσού των Λ.Κ.13,000 και στηρίζει τη θέση της ενάγουσας ότι όλα τα ποσά που αναφέρονται και στα δύο τεκμήρια αφορούσαν διατροφή για τα παιδιά τους αλλά και ότι η ενάγουσα ουδέποτε υπέγραψε ή έκδωσε επ' ονόματι ή προς όφελος του εναγομένου οποιαδήποτε εξοφλητική ή άλλη απόδειξη ή έγγραφο για την είσπραξη οποιουδήποτε ποσού έναντι του πιο πάνω υπολοίπου των Λ.Κ.13,
- Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι ο εναγόμενος δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και συνεπώς η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή και απορρίπτεται. Πριν προχωρήσω στην εξέταση των υπολοίπων θεμάτων πρέπει αρχικά να αναφερθώ στις δύο προδικαστικές ενστάσεις τις οποίες ο εναγόμενος εγείρει με την υπεράσπιση του. Σε σχέση με αυτές πρέπει να λεχθεί ότι περάν του ότι δεν ζήτηθηκε όπως προδικαστούν ο συνήγορος της υπεράσπισης κατά τις τελικές αγορεύσεις του δεν τις υποστήριξε και συνεπώς θεωρείται ότι αυτές εγκαταλείφθηκαν. Εξετάζοντας τώρα την ουσία της υπόθεσης, από τα δικόγραφα αλλά και από τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι διάδικοι συνεπεία του ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους συνήψαν στις 27.10.1998 τη συμφωνία διαχωρισµού οικογενειακών περιουσιακών στοιχείων τεκμήριο
- Η συμφωνία αυτή προέβλεπε μεταξύ άλλων ότι ο εναγόμενος θα κατέβαλλε στην ενάγουσα ποσό Λ.Κ.2,000 εντός 15 ημερών από την υπογραφή της και περαιτέρω ποσό Λ.Κ.13,000 εντός τριών ετών από την υπογραφή της. Ο εναγόμενος στα πλαίσια του πιο πάνω μέρους της συμφωνίας κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ.2,
- Άλλωστε τα πιο πάνω είναι παραδεκτά και από τις δύο πλευρές. Η διαφωνία τους εδράζεται στο κατά πόσο ο εναγόμενος εξόφλησε το πιο πάνω συμφωνηθέν ποσό. Όσον αφορά το θέμα αυτό από την αξιολόγηση της μαρτυρίας, ως φαίνεται ανωτέρω, η σχετική θέση της ενάγουσας έγινε δεκτή ενώ αντίθετα η θέση του εναγόμενου για τους λόγους που εξηγούνται με λεπτομέρεια δεν έγινε δεκτή και απορρίφθηκε. Η ενάγουσα στην παρούσα είχε φυσικά το γενικό ή άλλως το νομικό βάρος απόδειξης της απαίτησης της, το οποίο δεν μετατοπίζεται. Με την παρουσίαση όμως αξιόπιστης και επαρκούς μαρτυρίας για την ύπαρξη της οφειλής των Λ.Κ.13,000 και τη μη εξόφλησης της, το ειδικό βάρος απόδειξης, ήτοι το βάρος παρουσίασης ικανοποιητικής και αξιόπιστης μαρτυρίας για την εξόφληση της οφειλής, εφόσον ο εναγόμενος παραδέχτηκε την ύπαρξη της και ισχυρίστηκε τέτοια εξόφληση, μετατοπίστηκε στον εναγόμενο (βλ. Phipson on Evidence 11th ed σελ.. 41, Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 63-68 και Ιορδάνου ν. Ζήνωνος
(1998)1 Α.Α.Δ. 652 στην οποία γίνεται αναφορά στην Henderson v. Henry E, Jenkings & Sons [1963] 3 All E.R. 756). Η μαρτυρία του όμως για τους λόγους που αναφέρθηκαν δεν έγινε δεκτή και απορρίφθηκε. Συνεπώς ο εναγόμενος δεν κατάφερε με τη μαρτυρία που παρουσίασε να καταδείξει την εξόφληση του υπό αναφορά ποσού. Θα εξετάσω τέλος τη θέση της υπεράσπισης ότι αν κριθεί ότι υπήρχε η προφορική συμφωνία στην οποία αναφέρθηκε η ενάγουσα για την πληρωμή ποσού διατροφής πέραν του προβλεπόμενου στη συμφωνία τεκμήριο 1, αυτή θα ήταν άκυρη ελλείψει ανταλλάγµατος, σύµφωνα µε τις πρόνοιες του άρθρου 25 του περί Συµβάσεων Νόµου, Κεφ. 149. Σε σχέση με το θέμα αυτό πρέπει να λεχθεί ότι σημασία στην παρούσα υπόθεση έχει το κατά πόσο η προφορική αυτή συμφωνία υπήρξε ως γεγονός, σύμφωνα με τη θέση της ενάγουσας, η οποία έγινε δεκτή και όχι κατά πόσο αυτή ήταν έγκυρη ή όχι. Η εγκυρότητα της συμφωνίας αυτής δεν αποτελεί επίδικο θέμα με την έννοια ότι οι συνέπειες μιας ακυρότητας και τα δικαιώματα που θα είχε ενδεχομένως ο εναγόμενος σε τέτοια περίπτωση δεν αποτελούν αλλά και ούτε μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης. Πρέπει όμως να λεχθεί ότι ακόμη και αν η προφορική αυτή συμφωνία εθεωρείτο άκυρη για το λόγο που εισηγείται η υπεράσπιση δεν θα μετέβαλλε καθ' οιονδήποτε τρόπο τα πράγματα. Αυτό γιατί ως έγινε δεκτό τα ποσά που καταβλήθηκαν στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής καταβλήθηκαν από τον εναγόμενο ως διατροφή για τα παιδιά του και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ενόψει τέτοιας ακυρότητας τα ποσά αυτά δόθηκαν ή μπορούν να θεωρηθούν ότι δόθηκαν προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο εναγόμενος κατά παράβαση της συμφωνίας τεκμήριο 1 δεν κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ.13,000 το οποίο εξακολουθεί να οφείλει. Κατ' επέκταση κρίνω ότι η ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει την απαίτηση της στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €22,211.82 ισάξιο των Λ.Κ.13,000 με νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω τα έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου. (Υπ.) ............. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Αστικό/Τελική Απόφαση/Οφειλή χρέους) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο