← Κύπρος

Cyprus Investment Securities Corporation Ltd ν. Μαρία Γ. Νικολαϊδου, Αρ. Αγωγής 7233/03, 26.2.09

Cyprus Investment Securities Corporation Ltd ν. Μαρία Γ. Νικολαϊδου, Αρ. Αγωγής 7233/03, 26.2.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A54 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 7233/03 Μεταξύ: Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd Εναγόντων και Μαρία Γ. Νικολαϊδου, από τη Λεμεσό Εναγομένης ---------------------------------- 26.2.09 Για τους Ενάγοντες: κα Λ. Μαλέκκου Για την Εναγόμενη: Κα Β. Χριστοδουλίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η επίδικη διαφορά σχετίζεται με αγοραπωλησίες μετοχών. Είναι μια από τις πολλές υποθέσεις που οδηγήθηκαν στα Δικαστήρια μετά από τη χρηματιστηριακή ευφορία που επικράτησε κατά τη χρονική περίοδο 1999-2000 και τη μετέπειτα κατακόρυφη πτώση της αξίας των μετοχών. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη υπήρξε πελάτιδα τους κατά την πιο πάνω χρονική περίοδο και έδιδε οδηγίες για αγοραπωλησίες μετοχών. Οι εντολές της Εναγόμενης, σύμφωνα με την εκδοχή των Εναγόντων, εδίδοντο στο γραφείο τους στη Λεμεσό, μέσω του αδελφού της Παντελή Νικολαϊδη τον οποίο είχε εξουσιοδοτήσει να την εκπροσωπεί στις συναλλαγές της με τους Ενάγοντες. Όλες οι εντολές της, υποστηρίζουν οι Ενάγοντες, αφού στάληκαν από τους λειτουργούς των Εναγόντων που εργάζονταν στα γραφεία της Λεμεσού, στα κεντρικά τους γραφεία στη Λευκωσία, διαβιβάστηκαν ακολούθως στο ΧΑΚ και εκτελέστηκαν. Από τις συναλλαγές αυτές, που καλύπτουν την περίοδο 5.7.1999 - 4.7.2000, δημιουργήθηκε υπόλοιπο ύψους £83.158,47 (€142.084,68) προς όφελος των Εναγόντων, το οποίο η Εναγόμενη αρνείται να εξοφλήσει, γι' αυτό και καταχωρίστηκε η παρούσα αγωγή. Η Εναγόμενη αρνήθηκε την αξίωση των Εναγόντων. Πρόβαλε πλήρη άγνοια για τη διενέργεια των επίδικων συναλλαγών στο όνομα της, υποστηρίζοντας πως ουδέποτε έδωσε οδηγίες στους Ενάγοντες ή εξουσιοδότησε οποιοδήποτε πρόσωπο για άνοιγμα λογαριασμού ή για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών. Οι Ενάγοντες κάλεσαν 6 μάρτυρες και παρουσίασαν σωρεία εγγράφων, στην προσπάθεια τους να αποδείξουν τις αγοραπωλησίες μετοχών που εκτελέστηκαν στο όνομα της Εναγόμενης. Δεν κρίνω απαραίτητο να παραθέσω λεπτομερειακά την ογκοδέστατη μαρτυρία για το ζήτημα αυτό, αφού δεν αμφισβητήθηκε, τελικά, η διενέργεια των συναλλαγών. Είναι αρκετό να ειπωθεί πως ο τότε διευθυντής του Χρηματιστηριακού Τμήματος των Εναγόντων, Σταύρος Αγρότης (Μ.Ε.1), παρουσίασε έγγραφα και στοιχεία τα οποία βεβαιώνουν τη διεκπεραίωση όλων των συναλλαγών που σχετίζονται με το λογαριασμό τον οποίο άνοιξαν οι Ενάγοντες στο όνομα της Εναγόμενης (Τεκμήριο 1). Μεταξύ άλλων κατέθεσε: α) Τα σημειώματα συμβολαίων (Contract notes) για όλες τις συναλλαγές που διενεργήθηκαν στο όνομα της Εναγόμενης (Τεκμήρια 1-58). β) Αντίγραφα καταστάσεων εκτελεσθεισών συναλλαγών του ΧΑΚ στα οποία παρουσιάζονται αρκετές από τις επίδικες συναλλαγές (Τεκμήρια 3(β), 6(β), 10(α) κ.λ.π.) γ) Διάφορα έντυπα τηλεφωνικών εντολών τα οποία διαβιβάζονταν στο πάτωμα του ΧΑΚ για εκτέλεση, μέσω του γραφείου των Εναγόντων στη Λεμεσό, όπως για παράδειγμα τα Τεκμήρια 3(α), 6(α), 9(α)και 47(α). δ) Γραπτά σημειώματα εντολών που αποστάληκαν από το γραφείο της Λεμεσού στα Κεντρικά γραφεία των Εναγόντων στη Λευκωσία (Τεκμήρια 12(α), 13(α), 16(α), 17(α) κ.ά.) ε) Γραπτά έντυπα εντολών με υπογραφή της Εναγόμενης (Τεκμήρια 35(α), 35(β), 36(α) και 38(α) και στ) Δύο χειρόγραφες εντολές απευθυνόμενες σε υπάλληλο των Εναγόντων στο γραφείο της Λεμεσού, υπογεγραμμένες από την Εναγόμενη (Τεκμήρια 42

(1)και 61(α)). Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 επιβεβαιώθηκε από τον διευθυντή του γραφείου των Εναγόντων στη Λεμεσό, Γλαύκο Ψιλλάκη (Μ.Ε.4), ο οποίος εξήγησε τη διαδικασία λήψης και διαβίβασης εντολών για τη διενέργεια των χρηματιστηριακών πράξεων. Ο Μ.Ε.4 έδωσε επίσης εξηγήσεις για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ανοίχθηκε ο λογαριασμός στο όνομα της Εναγόμενης, ζήτημα το οποίο σχολιάζεται στη συνέχεια. Σχετική με το θέμα είναι η μαρτυρία του Παναγιώτη Χριστοφόρου (Μ.Ε.6), λειτουργού του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ), ο οποίος κατέθεσε αναλυτική κατάσταση όλων των χρηματιστηριακών πράξεων που διενεργήθηκαν στο όνομα της Εναγόμενης κατά την περίοδο 1.10.1999 μέχρι 4.7.2000 (Τεκμήριο 84). Όπως εξήγησε, πριν από τον Οκτώβριο του έτους 1999, δεν ήταν απαραίτητο να δίδεται ο αριθμός ταυτότητας του επενδυτή και αυτός ήταν ο λόγος που δεν ήταν δυνατό να εντοπιστούν οι συναλλαγές στο όνομα της Εναγόμενης κατά την προηγηθείσα χρονική περίοδο. Δεν διατηρώ αμφιβολία ότι όλες οι συναλλαγές που περιέχονται στο Τεκμήριο 1, έχουν διαβιβαστεί από τους Ενάγοντες στο ΧΑΚ και διεκπεραιώθηκαν. Όλες οι αγοραπωλησίες μετοχών στο όνομα της Εναγόμενης, διενεργήθηκαν, αφού δόθηκαν εντολές - τηλεφωνικές ή με τη μορφή τηλεομοιοτύπων - από το γραφείο των Εναγόντων στη Λεμεσό. Το γεγονός αυτό δεν αμφισβητήθηκε, εν τέλει, από την Εναγόμενη. Εκείνο που αμφισβητήθηκε, έντονα, είναι η θέση των Εναγόντων πως οι εντολές για τη διενέργεια των επίδικων χρηματιστηριακών συναλλαγών στο όνομα της Εναγόμενης, δόθηκαν από την ίδια προσωπικά, ή από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο της. Για το ζήτημα αυτό, σχετική είναι η μαρτυρία του Ψιλλάκη (Μ.Ε.4), της Χριστίνας Παλλαρή (Μ.Ε.2), της Ελευθερίας Κουμουλή (Μ.Ε.3), του Παναγιώτη Μηνά (Μ.Ε.5) και της Εναγόμενης. Ο Μ.Ε.4, ήταν ο διευθυντής του γραφείου των Εναγόντων στη Λεμεσό. Όπως ανέφερε, ο ρόλος του γραφείου στη Λεμεσό ήταν η άμεση διαβίβαση των εντολών που λάμβαναν από πελάτες/επενδυτές, στα Κεντρικά γραφεία των Εναγόντων που βρίσκονταν στη Λευκωσία. Οι εντολές, είπε, δίδονταν από τους πελάτες, προφορικά, τηλεφωνικά ή γραπτά. Στην περίπτωση που διδόταν γραπτή εντολή, υπήρχε στο γραφείο ειδική φόρμα την οποία συμπλήρωνε και υπέγραφε ο πελάτης και το γραφείο τους τη διαβίβαζε στα γραφεία της Λευκωσίας, μέσω τηλεομοιότυπου. Οι τηλεφωνικές εντολές δίδονταν από τους πελάτες είτε στα τηλέφωνα του γραφείου, είτε στα κινητά τηλέφωνα των χρηματιστών οι οποίοι πολλές φορές βρίσκονταν στο πάτωμα του Χρηματιστηρίου. Δεν ήταν απαραίτητο, τότε, όπως εξήγησε, να προπληρώνεται η αξία των μετοχών από τους πελάτες. Επεξηγώντας τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ανοίχθηκε λογαριασμός στο όνομα της Εναγόμενης, ο Μ.Ε.4 ανέφερε πως ανάμεσα στους πελάτες του γραφείου ήταν και ο Παντελής Νικολαϊδης, τον οποίο εμπιστευόταν γιατί ήταν εκπαιδευτικός και αντιπρόεδρος του Παγκύπριου Συνδέσμου Επενδυτών Χρηματιστηριακών Αξιών. Το πρόσωπο αυτό, συνέχισε, επισκεπτόταν συχνά τα γραφεία τους και έδιδε εντολές για αγοραπωλησίες μετοχών τόσο στο όνομα του, όσο και στο όνομα άλλων συγγενικών του προσώπων, μεταξύ των οποίων και της Εναγόμενης. Αρχικά, είχαν σχηματίσει την εντύπωση πως ήταν ο σύζυγος της Εναγόμενης, αλλά αργότερα πληροφορήθηκε πως ήταν αδελφός της. Όλα τα στοιχεία για το άνοιγμα του λογαριασμού στο όνομα της Εναγόμενης, δόθηκαν από τον Π. Νικολαϊδη και η ίδια ουδέποτε επισκέφθηκε τα γραφεία τους. Δήλωσε, περαιτέρω, πως όλα τα έγγραφα μεταβίβασης και εκχώρησης αναφορικά με πωλήσεις μετοχών, στο όνομα της Εναγόμενης, τα παρέδιδε στο γραφείο της Λεμεσού ο αναφερθείς Π. Νικολαϊδης. Αυτός, συμπλήρωσε, παραλάμβανε για λογαριασμό της Εναγόμενης όλα τα contract notes και τους τίτλους μετοχών που εκδίδονταν στο όνομα της μετά τη διεκπεραίωση των συναλλαγών. Δέχθηκε, περαιτέρω, πως όλες οι προφορικές εντολές αναφορικά με την Εναγόμενη, δόθηκαν από τον Π. Νικολαϊδη. Τις εκτέλεσαν, διευκρίνισε, δείχνοντας εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε και σε γραπτές εντολές της Εναγόμενης οι οποίες, όπως επεξήγησε, παραδόθηκαν και πάλι από τον αδελφό της. Αναφορά έγινε, επίσης, και σε δύο χειρόγραφες εντολές οι οποίες είχαν αποσταλεί στο γραφείο τους με υπογραφή της Εναγόμενης. Αντεξεταζόμενος επί του σημείου αυτού, ανέφερε πως δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν οι υπογραφές που παρουσιάζονται στις γραπτές και χειρόγραφες εντολές, ανήκουν στην Εναγόμενη. Κατά το χρόνο που υποβλήθηκαν, είπε, θεώρησαν ότι τόσο οι γραπτές, όσο και οι προφορικές εντολές, προέρχονταν από την Εναγόμενη, στηριζόμενοι στις διαβεβαιώσεις του Π. Νικολαϊδη. Εξέφρασε, τέλος, την εκτίμηση πως η Εναγόμενη ήταν ενήμερη για όλες τις συναλλαγές που αφορούν το λογαριασμό της. Την εκτίμηση αυτή, όπως εξήγησε, τη στηρίζει στο γεγονός ότι η Εναγόμενη εξαργύρωσε, σε κάποιες περιπτώσεις, μερίσματα ενώ ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ότι διενεργήθηκαν συναλλαγές στο όνομα της, χωρίς η ίδια να το γνωρίζει. Ανάλογη εκτίμηση εκφράστηκε και από το Μ.Ε.1, ο οποίος αναφέρθηκε και σε συνομιλίες που είχαν με την Εναγόμενη υπάλληλοι του συγκροτήματος της Τράπεζας Κύπρου, στην προσπάθεια τους να ανακτήσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο, καθώς και σε συναντήσες και συνομιλίες που είχαν με τον αδελφό της Π. Νικολαϊδη. Τα στοιχεία αυτά, ανέφερε, προκύπτουν από έγγραφα και σημειώσεις τα οποία τηρήθηκαν από υπαλλήλους του συγκροτήματος, οι οποίοι είχαν καταβάλει προσπάθειες για είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Κατέθεσε έγγραφο στο οποίο καταγράφονται στοιχεία από τηλεφωνικές συνομιλίες που είχαν οι υπάλληλοι της Τράπεζας Κύπρου με την Εναγόμενη ή τον αδελφό της (Τεκμήριο 62), καθώς και χειρόγραφες σημειώσεις από συναντήσεις που είχαν άλλοι λειτουργοί του συγκροτήματος με τον αδελφό της Εναγόμενης (Τεκμήρια 62(α), 63(α) και 63(β)). Όπως εξήγησε η Μ.Ε.2, στο Τεκμήριο 62 καταγράφονται τα ουσιώδη σημεία των τηλεφωνικών συνομιλιών που είχε η ίδια και ακόμη μια υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου, με την Εναγόμενη και τον αδελφό της. Τα τηλεφωνήματα έγιναν μέσα στα πλαίσια των προσπαθειών για είσπραξη από την Εναγόμενη του οφειλόμενου ποσού. Παρά τις πολλές προσπάθειες της να επικοινωνήσει προσωπικά με την ίδια την Εναγόμενη, αυτό δεν έγινε κατορθωτό γιατί, όπως είπε, τις περισσότερες φορές δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση. Οι κλήσεις της απαντήθηκαν σε δύο μόνο περιπτώσεις από τον Παντελή Νικολαίδη, ο οποίος της ανέφερε πως ενεργούσε εκ μέρους της συζύγου του και ότι θα έδινε εντολή για πώληση μετοχών. Το ίδιο της είπε και σε άλλη τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί του, χωρίς όμως να προβεί σε πωλήσεις μετοχών. Προτού αναλάβει η ίδια, συνέχισε, καταβλήθηκαν προσπάθειες από άλλη συνάδελφο της να επικοινωνήσει με την Εναγόμενη, αλλά δεν γνωρίζει τι λέχθηκε μεταξύ τους. Τα τηλέφωνα που καλούσε, ήταν καταγραμμένα στο σύστημα και ήταν ένας αριθμός σταθερού τηλεφώνου και ένας αριθμός κινητού. Εκείνο που της έκανε εντύπωση, αναφέρει η Μ.Ε.2 στη γραπτή δήλωση της («Β»), είναι ότι ο σύζυγος της Εναγόμενης (όπως παρουσιαζόταν), προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο με το να μην απαντά στα τηλεφωνήματα και με υποσχέσεις ότι θα επικοινωνούσε μαζί της. Τελικά, καταλήγει, παρουσιάστηκε πλήρως αρνητικός σε σχέση με το χρέος της Εναγόμενης. Ο Παναγιώτης Μηνά (Μ.Ε.5), λειτουργός της Τράπεζας Κύπρου από το έτος 1987, ανέφερε ότι η εμπλοκή του με την υπόθεση της Εναγόμενης, άρχισε από τον Ιούλιο του έτους 2001, όταν είχε μετατεθεί στην υπηρεσία «Recoveries». Συναντήθηκε, όπως ανέφερε, με τον αδελφό της Εναγόμενης Π. Νικολαϊδη στις 7.9.
  1. Στη συνάντηση ήταν παρών κάποιος άλλος συνάδελφος του με το όνομα Μάριος Χριστοφόρου και συζητήθηκε τρόπος διευθέτησης του χρέους της Εναγόμενης προς τους Ενάγοντες. Κατέληξαν, είπε, σε συμφωνία με τον Εναγόμενο να του παραχωρήσουν δάνειο ύψους £62.000 προς εξόφληση του χρέους της Εναγόμενης το οποίο, τότε, ανερχόταν στις £75.
  2. Με τη διευθέτηση αυτή θα διαγράφονταν τόκοι ύψους £13.
  3. Η πρόταση για διευθέτηση διαλάμβανε και χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής του δανείου από τον Π. Νικολαϊδη το οποίο σημείωσε στις χειρόγραφες σημειώσεις που κρατούσε, σε αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού της Εναγόμενης («Κίνησης Διαθεσίμων») την οποία κατάθεσε ως Τεκμήριο
  4. Η εισήγηση, συνέχισε, εγκρίθηκε από την Τράπεζα και κοινοποιήθηκε στο υποκατάστημα της Λινόπετρας το οποίο θα παραχωρούσε το δάνειο στο Π. Νικολαϊδη με σχετικό υπόμνημα, αντίγραφο του οποίου κατέθεσε ως Τεκμήριο
  5. Ο Μ.Ε.5 αναφέρθηκε και στις χειρόγραφες σημειώσεις που κρατούσε ο συνάδελφος του Μ. Χριστοφόρου σε σχέση με τις συναντήσεις που είχε με τον Παντελή Νικολαίδη (Τεκμήριο 63(β)), καθώς και σε χειρόγραφη σημείωση του ιδίου προσώπου, στην οποία κατέγραψε το περιεχόμενο τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε με την Εναγόμενη στις 21.6.2001 (Τεκμήριο 63(α)). Στο εν λόγω σημείωμα, ο Μ. Χριστοφόρου κατέγραψε πως σε τηλεφωνική συζήτηση που είχε με την Εναγόμενη, του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι γνώριζε πως ο αδελφός της χρησιμοποιούσε τα στοιχεία της για να «παίζει μετοχές» και πως είχε υπογράψει κάποια έντυπα που της έδωσε ο αδελφός της, χωρίς να γνωρίζει τι αφορούσαν. Καταγράφει επίσης, ότι του είχε αναφέρει πως η ίδια είχε κρατήσει κάποιες επιταγές που τις έδινε ο αδελφός της και τις κατέθεσε στο λογαριασμό της. Όταν η υπηρεσία του αντελήφθηκε ότι ο Π. Νικολαϊδης υπαναχώρησε, κατέληξε ο Μ.Ε.5, στάληκαν στην Εναγόμενη και τον αδελφό της οι επιστολές που κατέθεσε ο Μ.Ε.1 (Τεκμήρια 64, 65 και 66). Η Ελευθερία Κουμουλλή (Μ.Ε.3), λειτουργός των Εναγόντων από το έτος 1999, είχε υπηρετήσει σε διάφορα τμήματα, όπως ανέφερε και είχε αναμιχθεί τόσο στην ετοιμασία των σημειωμάτων συμβολαίων που εκδίδονταν από τους Ενάγοντες, όσο και στον έλεγχο της ορθότητας των λογαριασμών που τηρούσαν για όλους τους πελάτες τους. Σε σχέση με την ετοιμασία των λογαριασμών, εργάστηκε, όπως ανέφερε, στο λογιστήριο των Εναγόντων και βοήθησε στην ετοιμασία του συστήματος «client ledger», αντιπαραθέτοντας τα contract notes του κάθε πελάτη με τα υπόλοιπα του. Τα στοιχεία αυτά, συνέχισε, μεταφέρονταν σε καταστάσεις λογαριασμών όπως είναι το Τεκμήριο 1 το οποίο κατατέθηκε από τον Μ.Ε.1 και αφορά το λογαριασμό της Εναγόμενης. Αφού αναφέρθηκε στη διαδικασία έκδοσης των σημειωμάτων συμβολαίων για κάθε χρηματιστηριακή συναλλαγή που διεκπεραιωνόταν, εξήγησε πως ενημέρωναν στη συνέχεια την υπηρεσία φάκτορς για τα ανεξόφλητα contract notes, λειτουργοί της οποίας αναλάμβαναν να επικοινωνήσουν με τους πελάτες για να εισπραχθούν. Με την Εναγόμενη, διευκρίνισε, επικοινώνησε αρχικά η υπάλληλος της υπηρεσίας φάκτορς, Μαρία Χατζημιχαήλ, ήτοι κατά την περίοδο 15.11.99 μέχρι 6.4.2000 και στη συνέχεια η Χριστίνα Παλλαρή (Μ.Ε.2.). Μετά την έκδοση των contract notes, συνέχισε η Μ.Ε.3, ενημερωνόταν από το Back Office, στο οποίο επίσης απασχολήθηκε, το «transaction report by security» στο οποίο, όπως εξήγησε και ο Μ.Ε.1, παρουσιάζονται όλες οι εκτελεσθείσες πράξεις στο όνομα κάθε πελάτη των Εναγόντων. Το έγγραφο αυτό που σχετίζεται με τις συναλλαγές της Εναγόμενης, κατατέθηκε από τον Μ.Ε.1 ως Τεκμήριο 59 και σε αυτό αναφέρεται ο αριθμός σταθερού και κινητού τηλεφώνου της Εναγόμενης. Τα στοιχεία αυτά, όπως και όλα τα προσωπικά στοιχεία της Εναγόμενης, πρόσθεσε η Μ.Ε.3, καταγράφονται και στο φάκελο της Εναγόμενης τον οποίο τηρούσαν οι Ενάγοντες, αντίγραφο του οποίου κατέθεσε ως Τεκμήριο
  6. Η Μ.Ε.3 κατέθεσε, τέλος, αντίγραφα των εγγράφων μεταβίβασης/εκχώρησης μετοχών τις οποίες είχε αποκτήσει η Εναγόμενη σε 3 δημόσιες εταιρείες (Τεκμήρια 68-80). Από τα έγγραφα αυτά, υπέδειξε η μάρτυς, καταδεικνύεται ότι η Εναγόμενη υπέγραψε ως πωλητής και καταρρίπτεται, συνεπώς, η θέση της πως δεν γνώριζε για τη διενέργεια των συναλλαγών. Στη δική της μαρτυρία η Εναγόμενη υποστήριξε πως ουδέποτε ασχολήθηκε με αγοραπωλησίες μετοχών και δεν έδωσε ποτέ οδηγίες στους Ενάγοντες να ανοίξουν λογαριασμό στο όνομα της. Ανέφερε, περαιτέρω, πως ουδέποτε εξουσιοδότησε ή ζήτησε από τον αδελφό της να ανοίξει λογαριασμό στο όνομα της, προσθέτοντας, επίσης, πως ο αδελφός της την πληροφόρησε πως δεν είχε ζητήσει να ανοιχθεί ο επίδικος λογαριασμός. Ούτε προφορικές, αλλά ούτε γραπτές εντολές έδωσε στους Ενάγοντες για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών και δεν γνωρίζει κάτω από ποιες συνθήκες διενεργήθηκαν οι επίδικες συναλλαγές. Όσον αφορά τις γραπτές και χειρόγραφες εντολές που παρουσιάζουν την υπογραφή της, υποστήριξε πως δεν είναι δικά της γράμματα, ούτε δική της η υπογραφή στα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Προσέθεσε πως ουδέποτε επισκέφθηκε τα γραφεία των Εναγόντων στη Λεμεσό και συνεπώς δεν είναι δυνατό να κατέγραψε η ίδια τις εντολές που περιέχονται στα σχετικά έντυπα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Συνεχίζοντας η Εναγόμενη, είπε πως δεν παρέλαβε οποιοδήποτε έγγραφο, είτε κατευθείαν από τους Ενάγοντες, είτε μέσω του αδελφού της, σχετιζόμενο με τις επίδικες συναλλαγές. Δέχθηκε πως ο αριθμός ταυτότητας που αναγράφεται σε διάφορα έγγραφα των Εναγόντων, καθώς και στη σχετική μερίδα του ΧΑΚ (Τεκμήριο 85) είναι ο δικός της. Διευκρίνισε, ωστόσο, πως η διεύθυνση και τα τηλέφωνα που αναγράφονται σε όλα τα έγγραφα, ανήκουν στον αδελφό της. Η ίδια διαμένει, όπως ανέφερε, στην οδό Ιανού αρ. 6 και όχι στην οδό Δάμωνος αρ. 8, στην οποία κατοικεί ο αδελφός της. Όσον αφορά τον ισχυρισμό των Εναγόντων για είσπραξη μερισμάτων, η Εναγόμενη υποστήριξε πως δεν εισέπραξε οποιοδήποτε μέρισμα, ούτε παρέλαβε επιταγή για μερίσματα μέσω του αδελφού της. Αντέκρουσε, περαιτέρω, το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 63(α) στο οποίο αναφέρεται ότι συγκεκριμένος υπάλληλος των Εναγόντων επικοινώνησε μαζί της τηλεφωνικά και του ανέφερε ότι γνώριζε για το χρέος της, ότι εισέπραξε μερίσματα μέσω του αδελφού της και υπέγραψε κάποια έγγραφα. Μια και μοναδική φορά, ανέφερε, μίλησε τηλεφωνικά με κάποιον υπάλληλο των Εναγόντων ή της Τράπεζας Κύπρου. Το τηλεφώνημα έγινε μέσα στο έτος 2001 και της αναφέρθηκε ότι είχε υπόλοιπο στους Ενάγοντες. Αντέδρασε, είπε, λέγοντας του πως δεν είχε σχέση ή γνώση για το υπόλοιπο αυτό και του ζήτησε να μην την ενοχλήσουν ξανά γι' αυτό το θέμα γιατί δεν είχε σχέση με οποιεσδήποτε συναλλαγές στο Χρηματιστήριο. Η επόμενη φορά, κατέληξε, που ενοχλήθηκε γι' αυτή την υπόθεση, ήταν όταν παρέλαβε την επιστολή των Εναγόντων ημερομηνίας 31.1.2002, Τεκμήριο
  7. Για όλους τους μάρτυρες των Εναγόντων, σχημάτισα θετική εντύπωση. Κατέθεσαν με ειλικρίνεια για όλα τα γεγονότα που γνώριζαν ή περιήλθαν στην αντίληψη τους, χωρίς περιστροφές. Δεν διέκρινα προσπάθεια από οποιονδήποτε μάρτυρα να αποκρύψει οτιδήποτε γνώριζε για την υπόθεση, ενώ δεν δίστασαν να καταθέσουν στοιχεία και γεγονότα τα οποία δεν βοηθούσαν την υπόθεση των Εναγόντων. Όπως για παράδειγμα, ο Μ.Ε.4, ο οποίος δήλωσε με ειλικρίνεια πως η Εναγόμενη ουδέποτε επισκέφθηκε τα γραφεία τους και πως όλες οι εντολές δόθηκαν από τον αδελφό της. Στο βαθμό που η μαρτυρία των έξι μαρτύρων της Ενάγουσας αφορά γεγονότα που περιήλθαν στη δική τους αντίληψη, την αποδέχομαι ως ορθή στο σύνολο της. Αναφορικά με την Εναγόμενη, διέκρινα μια τάση υπερβολής στη μαρτυρία της, ιδιαίτερα όσον αφορά την ενημέρωση που ισχυρίστηκε ότι είχε για την υπόθεση από τον αδελφό της. Ενώ η θέση της πως δεν είχε ενημερωθεί για το άνοιγμα του λογαριασμού στο όνομα της, κρίνεται πειστική, η προσπάθεια της να προστατεύσει τον αδελφό της, λέγοντας ότι της είπε πως ούτε εκείνος είχε σχέση με το άνοιγμα του, δεν πείθει. Εκτιμώ πως η αναφορά της αυτή δεν ήταν αληθής. Αποδέχομαι όμως τη γενικότερη θέση και ισχυρισμούς της πως δεν έδωσε οδηγίες, ούτε γνώριζε ή αποδέχθηκε όπως ανοιχθεί λογαριασμός στο όνομα της για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών. Βρίσκω πειστική και αληθινή τη θέση της πως η ίδια δεν ασχολήθηκε με το Χρηματιστήριο και πως δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στη διενέργεια των επίδικων συναλλαγών. Από το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, διαφάνηκε ξεκάθαρα πως τόσο οι οδηγίες για άνοιγμα του λογαριασμού όσο και όλες οι εντολές για τη διενέργεια των επίδικων συναλλαγών, δόθηκαν από τον αδελφό της Εναγόμενης ο οποίος, είχε, μάλιστα, παρουσιαστεί ως ο σύζυγος της. Το γεγονός ότι η Εναγόμενη παρουσιάζεται να διατηρεί χαρτοφυλάκιο και σχετική μερίδα στο Χρηματιστήριο, δεν αποδυναμώνει την εκδοχή της. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία, η αλληλογραφία και όλα τα έγγραφα τα οποία της αποστέλλονταν από το Χρηματιστήριο ή τις Δημόσιες εταιρείες, παραλαμβάνονταν από τον αδελφό της αφού στέλλονταν στη διεύθυνση του, την οποία ο ίδιος είχε δηλώσει ως διεύθυνση της Εναγόμενης, χωρίς να την ενημερώνει. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, αποδέχομαι ότι όλες οι επίδικες συναλλαγές διεκπεραιώθηκαν κατόπιν οδηγιών και εντολών του αδελφού της Εναγόμενης, Π. Νικολαϊδη. Δέχομαι, επίσης, ότι στο λογαριασμό Τεκμήριο 1, περιέχονται οι χρεώσεις και πιστώσεις για τις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στο όνομα της Εναγόμενης, κατόπιν των αναφερθεισών εντολών του Π. Νικολαϊδη. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να υποδειχθεί πως οι Ενάγοντες δεν ενομιμοποιούντο να χρεώσουν τόκους και έξοδα διαχείρισης. Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία, στη βάση της οποίας θα εδικαιολογείτο η διεκδίκηση τόκων ή άλλων εξόδων από τους Ενάγοντες. Το υπόλοιπο, συνεπώς, που θα μπορούσαν οι Ενάγοντες να διεκδικήσουν από την Εναγόμενη είναι αυτό που αναφέρεται στο Τεκμήριο 1, μείον το ποσό που εισπράχθηκε από την πώληση των 1.090 ΔΑΜ της Τράπεζας Κύπρου (βλ. Τεκμήριο 61). Με βάση και το Τεκμήριο 60, το υπόλοιπο, αφού αφαιρεθούν οι τόκοι και οι λοιπές χρεώσεις για διαχειριστικά έξοδα, ανέρχεται στις £61.234,49 που αντιστοιχεί με €104.625,
  8. Αυτό, βρίσκω, είναι το οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού και όχι το αξιούμενο ποσό των £83.158,
  9. Οι Ενάγοντες απέτυχαν, όμως, να αποδείξουν οποιαδήποτε συμβατική σχέση με την Εναγόμενη. Ειδικότερα, απέτυχαν να αποδείξουν ότι ο επίδικος λογαριασμός ανοίχθηκε ή ότι οι συναλλαγές διεκπεραιώθηκαν με οδηγίες ή με τη γνώση και συγκατάθεση της Εναγόμενης. Η κατάληξη αυτή, προκύπτει από τα ακόλουθα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: α) Ο λογαριασμός ανοίχθηκε με οδηγίες του Παντελή Νικολαϊδη, αδελφού της Εναγόμενης. β) Όλες οι προφορικές εντολές, δόθηκαν από το πιο πάνω πρόσωπο. γ) Οι γραπτές εντολές, επίσης παραδόθηκαν από τον Π. Νικολαίδη, στο γραφείο των Εναγόντων στη Λεμεσό. δ) Τα σημειώματα συμβολαίων, οι τίτλοι και όλα τα έγγραφα που αφορούσαν τις συναλλαγές παραδίδονταν από τους Ενάγοντες στον αδελφό της. ε) Ουδέποτε η Εναγόμενη τηλεφώνησε ή επισκέφθηκε το γραφείο των Εναγόντων στη Λεμεσό για να δώσει εντολές σχετιζόμενες με τις επίδικες συναλλαγές. στ) Τα τηλέφωνα και η διεύθυνση διαμονής που αναγράφονται στα έγγραφα και στα αρχεία που τηρούσαν οι Ενάγοντες, ανήκουν στον Π. Νικολαϊδη. Οι Ενάγοντες υποστήριξαν πως παρόλ' αυτά, η Εναγόμενη ευθύνεται για το χρέος που δημιουργήθηκε γιατί γνώριζε για το άνοιγμα του λογαριασμού στο όνομα της και ότι ο αδελφός της ενεργούσε κατόπιν των οδηγιών της. Η γνώση της, υποστήριξαν οι Ενάγοντες, συνάγεται από τις υπογραφές της επί των γραπτών και χειρόγραφων εντολών, όπως και επί των εγγράφων μεταβίβασης/εκχώρησης μετοχών που είχε αποκτήσει. Η εισήγηση δεν βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία που έχει κατατεθεί και στα ευρήματα του Δικαστηρίου. Με βάση τη μαρτυρία της Εναγόμενης, η οποία έγινε αποδεκτή , δεν υπέγραψε οποιαδήποτε εντολή για αγοραπωλησία μετοχών. Η μαρτυρία της υποστηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από τη μαρτυρία του Μ.Ε.4, ο οποίος δέχθηκε πως τα γραπτά έντυπα εντολών είχαν παραδοθεί στο γραφείο του από τον αδελφό της Εναγόμενης. Σε σχέση με τα έγγραφα εκχώρησης (Τεκμήρια 68-80), δέχθηκε πως παραδόθηκαν, υπογεγραμμένα, από τον αδελφό της και ότι δεν υπέγραψε στην παρουσία της υπαλλήλου που αναφέρεται ως μάρτυρας στα εκχωρητήρια έγγραφα. Ο Ενάγοντες, υποστήριξαν επίσης πως η Εναγόμενη εισέπραξε μερίσματα από κάποιες μετοχές, γεγονός που υποδηλώνει τη γνώση της. Ούτε αυτή η εισήγηση βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία. Οι επιταγές των μερισμάτων, όπως προέκυψε από τη μαρτυρία, αποστέλλονταν στη διεύθυνση του αδελφού της και δεν προσκομίστηκε αποδεκτή μαρτυρία ότι παραδόθηκαν στην Εναγόμενη. Είναι, ίσως, κατάλληλο το σημείο αυτό να σχολιάσω και τη θέση των Εναγόντων, ότι κάποιος υπάλληλος, ονόματι Μάριος Χριστοφόρου, μίλησε τηλεφωνικά με την Εναγόμενη και του είπε πως της έδωσε ο αδελφός της κάποιες επιταγές τις οποίες κατέθεσε στο λογαριασμό της. Η μαρτυρία προέρχεται από σημειώσεις του προσώπου αυτού, οι οποίες κατατέθηκαν από τον Μ.Ε.1 ως Τεκμήριο 63(α). Πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία στην οποία δεν θα μπορούσε να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα, δεδομένου ότι δεν κλήθηκε ως μάρτυρας το πρόσωπο που έχει συντάξει τη σημείωση, ούτε δόθηκαν λόγοι για την απουσία του από το εδώλιο του μάρτυρα (βλ. Ηρακλής Γεωργίου ν. Ερμιόνης Σταύρου Στυλιανού Πολιτική Έφεση αρ. 319/2006, ημερ. 22.1.2009). Η μαρτυρία της Εναγόμενης, η οποία αρνήθηκε τέτοια συνομιλία με το αναφερόμενο πρόσωπο, κρίθηκε από το Δικαστήριο, πειστική και έγινε αποδεκτή. Κάτω από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, βρίσκω λογική και δικαιολογημένη την εκδοχή της Εναγόμενης, για πλήρη άγνοια σε σχέση με το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού και τη διενέργεια των συναλλαγών που περιέχονται σε αυτόν. Η στενή συγγενική σχέση της Εναγόμενης με το πρόσωπο που έδινε τις οδηγίες, δεν υποστηρίζει, δίχως άλλο, την εκδοχή των Εναγόντων. Ο Π. Νικολαϊδης παρουσιαζόταν αρχικά ως σύζυγος της Εναγόμενης. Αυτό ανέφερε ο Μ.Ε.4, καθώς και η Μ.Ε.2 όταν επικοινώνησε μαζί του για να διευθετήσει το χρέος της Εναγόμενης. Αν όμως ο Π. Νικολαίδης ενεργούσε με οδηγίες και για λογαριασμό της Εναγόμενης, δεν θα είχε λόγο να παρουσιάζεται ως σύζυγος της. Είχε, συνεπώς, άλλους λόγους να λέει ψέματα στους Ενάγοντες για τη σχέση του με το πρόσωπο που, δήθεν, εκπροσωπούσε. Από τη μαρτυρία προέκυψαν και άλλα στοιχεία που αποδυναμώνουν την εκδοχή των Εναγόντων, ότι ο Π. Νικολαϊδης ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της Εναγόμενης. Στις συζητήσεις που έλαβαν χώρα, μεταγενέστερα, για διευθέτηση του υπολοίπου, έγινε πρόταση στο Π. Νικολαϊδη για να δανειοδοτηθεί προσωπικά ο ίδιος από υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου, προκειμένου να εξοφλήσει το χρέος. Το γεγονός αυτό αποτελεί μια πρόσθετη ένδειξη ότι ο Π. Νικολαίδης θεωρούσε ως αποκλειστικά δική του υποχρέωση, το χρέος που είχε δημιουργήσει με τις εντολές που έδινε για αγοραπωλησίες μετοχών στο όνομα της Εναγόμενης. Είναι φανερό πως στην παρούσα περίπτωση, οι Ενάγοντες άνοιξαν λογαριασμό στο όνομα της Εναγόμενης, χωρίς τις γραπτές ή προφορικές οδηγίες της. Βασίστηκαν αποκλειστικά στις διαβεβαιώσεις του αδελφού της, ο οποίος είχε παρουσιαστεί ως σύζυγος, χωρίς να ζητήσουν να παρουσιάσει κάποιο πληρεξούσιο ή άλλο έγγραφο το οποίο να τον εξουσιοδοτούσε για να προβεί σε μια τέτοια πράξη. Διαφάνηκε όμως πως ο Π. Νικολαίδης, ενεργούσε για δικό του όφελος, χωρίς τη γνώση ή ενημέρωση της Εναγόμενης. Για όλους τους λόγους που εξήγησα, η αξίωση των Εναγόντων εναντίον της Εναγόμενης αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: (General/Civil/Final) (Aναφορά: X.A.K. ) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.