Αναφορικά με την πτώχευση της ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΟΜΗΡΟΥ, Ειδ.Πτώχευσης αρ. 2241/08, 27 Φεβρουαρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A56 Den dothike ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Ειδ.Πτώχευσης αρ. 2241/08 Αναφορικά με την πτώχευση της ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΟΜΗΡΟΥ, οδός Καλαματιανού 11, Κ. Πολεμίδια, 4150, Λεμεσός. Αίτηση χωρίς ειδοποίηση από την ALPHA BANK CYPRUS LTS, από τη Λεμεσό Αιτητές Ημερομηνία: 27 Φεβρουαρίου 2009 Για Πιστωτές: κα Σταυρινίδου για κ. Τσαγγαρίδη Για Χρεώστη: κ. Κονταξής για κ. Σοφρωνίου ΑΠΟΦΑΣΗ Οι πιστωτές στις 16.10.2008 εξέδωσαν ειδοποίηση πτώχευσης εναντίον της οφειλέτιδας από τη Λεμεσό, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Σύμφωνα με την δεύτερη παράγραφο της ειδοποίησης η οφειλέτιδα κατά το μεγαλύτερο μέρος των έξι προηγούμενων μηνών διέμενε στην Λεμεσό. Επισυνάπτεται επίσης με την ειδοποίηση πιστό αντίγραφο της τελικής απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην αγωγή 5800/99, ημερομηνίας 23.9.99 υπέρ των πιστωτών, όπως αυτή μετονομάστηκαν ως λεπτομερώς αναφέρεται στην παράγραφο 5 της πιο πάνω ειδοποίησης, και εναντίον της οφειλέτιδας, αλληλέγγυα με τους εναγομένους 2,3,4 και 5, για το ποσό των ΛΚ 4.871,62 πλέον τόκους και έξοδα. Αναφέρεται τέλος στην αίτηση για την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης ότι η εκτέλεση της πιο πάνω απόφασης δεν έχει ανασταλεί και ειδοποιείται η οφειλέτιδα να καταβάλει εντός επτά ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης, στους δικηγόρους τους, το ποσό των €6.104,75, πλέον τόκους και έξοδα. Η ειδοποίηση πτώχευσης επιδόθηκε προσωπικά στην οφειλέτιδα στις 21.10.2008 και στις 23.10.2008 η οφειλέτιδα καταχώρησε εμπρόθεσμα ένορκη δήλωση δική της και του κ. Πολύδωρου Πατρόκλου. Η ένορκη δήλωση της οφειλέτιδας ενεργεί ως αίτηση ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης. To Δικαστήριο σε τέτοια περίπτωση δύναται να παρατείνει την προθεσμία εντός της οποίας θεωρείται ότι συντελείται η πτωχευτική πράξη για να εξετάσει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης (της αίτησης για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης). Στην ένορκη δήλωση που καταχώρησε η οφειλέτιδα αναφέρεται ότι η ειδοποίηση πτώχευσης θα πρέπει να παραμεριστεί λόγω του ότι: (α) η παρούσα διαδικασία είναι πρόωρη, νομικά αβάσιμα και απορριπτέα λόγω του ότι οι αιτητές δεν εξέδωσαν προηγουμένως ένταλμα κατάσχεσης της κινητής της περιουσίας και εάν αποτύχαιναν τότε να προχωρούσαν με την παρούσα, (β) η παρούσα διαδικασία είναι το αποτέλεσμα αμέλειας και ή κακής και ή λανθασμένης τήρησης των βιβλίων και των λογαριασμών τους λόγω του ότι τους έχει εξοφλήσει πλήρως από τις αρχές του 2000, γεγονός το οποίο δεν το δηλώνουν και ή το απέκρυψαν και ή δεν ανέτρεξαν ορθολογιστικά στα βιβλία τους για να το διαπιστώσουν, (γ) το θέμα της εξόφλησης της απαίτησης επιμαρτυρείται από την ένορκη δήλωση του ιδιώτη Δικαστικού επιδότη κ. Πατρόκλου, η οποία επισυνάπτεται, σύμφωνα με την οποία φαίνεται ότι ο προαναφερόμενος αγόρασε από την ίδια και τους αιτητές το αυτοκίνητο με αριθμός εγγραφής ΕΤΕ 384 και πλήρωσε στην τράπεζα και αφαιρέθηκε το ισόποσο ποσό από το λογαριασμό της. Με την πράξη αυτή αναφέρει η ενόρκως δηλούσα - οφειλέτιδα έχει πληρωθεί ολόκληρο το χρέος πλην του ποσού των ΛΚ 500 για το οποίο ποσό οι αιτητές δανειοδότησαν το σύζυγο της και πίστωσαν και εξόφλησαν το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό, και (δ) διαζευκτικά των πιο πάνω αναφέρει ότι οι αιτητές επίσης είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές αφού έχουν δεσμεύσει με ΜΕΜΟ ακίνητο της εναγομένης 4 στην αγωγή. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των δύο μερών. Με τις αγορεύσεις τους οι δικηγόροι υποστήριξαν τις θέσεις τους με αναφορά στη νομοθεσία, στους σχετικούς κανονισμούς και στη νομολογία που διέπει το θέμα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5, χρεώστης διαπράττει πράξη πτώχευσης σε κάθε περίπτωση από αυτές που αναφέρονται στις υποπαραγράφους του εν λόγω άρθρου. Το άρθρο 3
(1)(ζ) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 καθορίζει ως πράξη πτώχευσης την εντός επτά ημερών, μη συμμόρφωση σε ειδοποίηση Πτώχευσης που αφορά χρεός το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση, και ο οφειλέτης δεν συμμορφωθεί ή ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή για τουλάχιστο ισάξιο ποσό του χρέους. Η διαδικασία της ειδοποίησης ρυθμίζεται από το Μέρος III των Πτωχευτικών Κανονισμών και ειδικότερα από τους Κανονισμούς 38 εώς 43. Η ειδοποίηση καταχωρείται στο Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου στο οποίο η αίτηση πτώχευσης θα μπορούσε να καταχωρηθεί. Καταχωρούνται επίσης σύμφωνα με τον κανονισμό 39,δύο αντίγραφα της ειδοποίησης για να σφραγιστούν προς επίδοση. Σύμφωνα με τους Κανονισμούς 44 και 45 όπως επίσης και το άρθρο 88 του Κεφ. 5 που αφορούν αιτήσεις πτώχευσης, δικαιοδοσία έχει το Δικαστήριο της Επαρχίας όπου ο οφειλέτης έχει κατά το μεγαλύτερο διάστημα τον έξι μηνών τη διαμονή του ή και την εργασία του. Σύμφωνα επίσης και με τον Κανονισμό 40
(2), ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να καταχωρήσει ένορκη δήλωση και να προβάλλει ως λόγους παραμερισμού της ειδοποίησης ότι έχει ανταπαίτηση, ανταγωγή ή συμψηφισμό που ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος και η οποία δεν μπορούσε να εγερθεί στην διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση που αφορά την ειδοποίηση. Η ένορκος αυτή δήλωση λειτουργεί σύμφωνα με τον Κανονισμό 41 ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης και θα πρέπει να καταχωρείται εντός τριών ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης στον οφειλέτη, σε περιπτώσεις που η επίδοση γίνεται στη Δημοκρατία . Ο οφειλέτης δεν μπορεί να εγείρει με την ένορκη δήλωση οποιοδήποτε άλλο θέμα πέραν αυτών που αναφέρονται στον Κανονισμό 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών. Σχετική είναι η υπόθεση Νίκος Λάρκος ν Ελένη Παναγή Κατσαρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 1694, στην οποία λέχθηκε ότι η περίπτωση που παρέχεται για αμφισβήτηση της ειδοποίησης πτώχευσης δυνάμει του Κανονισμού 40
(2)είναι η ύπαρξη ανταπαίτησης, ανταξίωσης ή συμψηφισμού που υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος. Το βάρος απόδειξης των πιο πάνω ισχυρισμών είναι αποκλειστικά στους ώμους του οφειλέτη. Αυτό προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 3
(1)(ζ) του Κεφ.5, καθώς και του Κανονισμού 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών (βλ. Re Ντίνος Ασπρής
(1988)1 J.S.C. 93). Ο οφειλέτης περαιτέρω πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει μια γνήσια ανταπαίτηση με εύλογες πιθανότητες επιτυχίας. Απλοί ισχυρισμοί για μια οποιαδήποτε ανταπαίτηση δεν αρκούν (βλ. In re Debtor
(1958)2 CH. 81). Η ειδοποίηση πτώχευσης μπορεί να ακυρωθεί και για άλλους λόγους από αυτούς που αναφέρονται στον Κανονισμό 40
(2)και στο άρθρο 3
(1)(ζ) του Κεφ.5, αλλά με ξεχωριστή αίτηση για παραμερισμό που διέπεται από τις πρόνοιες των Κανονισμών 16,17 και 18 και όχι με το συνοπτικό τρόπο της ένορκης δήλωσης που προβλέπει ο Κανονισμός 40
(2). Βάσει του κανονισμού 16, κάθε αίτηση θα εκθέτει το Νόμο ή τους Κανονισμούς στους οποίους στηρίζεται και θα συνοδεύεται και από ένορκη δήλωση που βεβαιώνει τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται. Σχετική είναι η υπόθεση Re Costas Louka
(1986)2 JSC 365. Στην πιο πάνω υπόθεση μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική Αγγλική νομολογία λέχθηκαν τα ακόλουθα : « In view of the above authorities I hold that a debtor is entitle to apply for the setting aside of a bankruptcy notice on grounds other than those set out in r.40
(2)of the Bankruptcy Rules, but in such a case he has to apply by means of an application and not by means of an affidavit. In this connection, I think, r.16 of the Bankruptcy Rules is the rule applicable.». Άλλοι λόγοι ακύρωσης της ειδοποίησης εκτός αυτών που αναφέρονται στον Κανονισμό 40
(2)είναι η παρατυπία στην έκδοση ή κακή επίδοση της ειδοποίησης καθώς και ισχυρισμοί για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Στην πιο πάνω απόφαση Re Costas Louka παρατίθεται το πιο κάτω απόσπασμα από τη σελίδα 38 του συγγράμματος The Law and Practice in Bankruptcy, 19η έκδοση των Williams and Muir Hunter: « Setting aside Bankruptcy notice on grounds other than set off. The debtor may apply by motion (i.e. not by the summary affidavit procedure of B.R. 139) to set aside the notice on other grounds, e.g. irregularity, bad service, payment (or quaere legal tender) of the debt, etc. ». Έχει λεχθεί στην ίδια υπόθεση ότι στις περιπτώσεις αυτές δεν ισχύει η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για την ένορκη δήλωση του Κανονισμού 40. Στην απόφαση Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν Δημήτρης Δημητρίου (Πολ.Έφ. 278/06, ημερ.17.4.2008), πέραν του ότι το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε τις αρχές που τέθηκαν και αναλύθηκαν στην υπόθεση Re Costas Louka (πιο πάνω), με παραπομπή στην υπόθεση Αναφορικά με το Γεώργιο Λαρτίδη, Ειδοποίηση Πτώχευσης Αρ. 583/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει αν σημειωθεί πως ο οφειλέτης δεν μπορεί να εγείρει με την ως άνω ένορκη δήλωση του οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, πέραν αυτών που αναφέρονται στο άρθρο 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών. (Βλ. Νίκος Λάρκος ν Ελένη Παναγή Κατσάρη, Π.Ε. 10610, ημερ. 23.10.2000 και In Re Costas Luca
(1986)2 JSC 365). ................................ Σημαντικό είναι πάντως να αναφερθεί πως τυχόν άλλοι λόγοι ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης, εκτός από αυτούς που αναφέρονται στον Κ.40.2, όπως παρατυπία στην έκδοση ή κακή επίδοση της ειδοποίησης, ως επίσης ισχυρισμοί για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, μπορούν ασφαλώς να προβληθούν, στην περίπτωση όμως αυτή η ορθή διαδικασία είναι η καταχώρηση ξεχωριστής αίτησης και όχι η επιδίωξη ακύρωσης τςη ειδοποίησης πτώχευσης με την ένορκη δήλωση που προβλέπεται στον Κ.40.2. Στις περιπτώσεις μάλιστα αυτές, ως έχει νομολογηθεί, δεν ισχύει η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για την ένορκη δήλωση του Κ.40 (βλ. In Re Costas Luca (πιο πάνω) και Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ.38) », κατέληξε ότι: «. το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα παραμέρισε την ειδοποίηση πτώχευσης..», όπου ο ισχυρισμός του οφειλέτη με την ένορκη του δήλωση ήταν η εξόφληση, «.αφού δεν είχε δικαιοδοσία να πράξει κάτι τέτοιο με βάση ένορκη δήλωση. Ο ισχυρισμός της εξόφλησης θα μπορούσε να εγερθεί μόνο σε ξεχωριστή αίτηση για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης.». Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης η ένορκη δήλωση που καταχώρησε η οφειλέτιδα δεν περιέχει οποιαδήποτε αναφορά σε ανταξίωση, συμψηφισμό ή ανταγωγή, οπότε αφού η ειδοποίηση πτώχευσης αναφέρει ότι η οφειλέτιδα οφείλει να πληρώσει στους πιστωτές το ποσό των €6.104,75, πλέον τόκους και έξοδα σύμφωνα με την τελική απόφαση του Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 23.9.1999, πιστό αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται, και αφού η εκτέλεση της εν λόγω απόφασης δεν αναστάληκε, συνάγεται ότι η οφειλέτιδα εξακολουθεί να οφείλει το πιο πάνω ποσό πλέον τόκους και έξοδα. Είναι πασιφανές με μια απλή ανάγνωση της ένορκης δήλωσης της οφειλέτιδας ότι οι λόγοι που επικαλείται δεν συμπεριλαμβάνονται στους λόγους που περιοριστικά καθορίζονται στον Κανονισμό 40
(2). Η ένορκη της δήλωση δεν περιέχει οποιοδήποτε ισχυρισμό για ύπαρξη ανταπαίτησης, ανταξίωσης ή συμψηφισμού ο οποίος θα μπορούσε να προβληθεί στη διαδικασία στην οποία λήφθηκε η επίδικη απόφαση και άρα δεν πληρούνται ούτε και οι προϋποθέσεις του άρθρου 3
(1)(ζ) του Κεφ. 5 (βλ. Μιχαλάκης Αλωνεύτης ν Ελληνική Τράπεζα Λτδ, Πολ. Εφ. 315/05, ημερ.29.3.2007). Οποιοιδήποτε άλλοι λόγοι θα μπορούσαν ενδεχομένως να προβληθούν μόνο με αίτηση βάσει του Κανονισμού
- Ως εκ τούτου η παρούσα ένορκη δήλωση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Παρά την πιο πάνω απόφαση μου, για σκοπούς πληρότητας, θεωρώ ορθό να προβώ στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, αν σε περίπτωση έφεσης η πιο πάνω θέση μου δεν γίνει αποδεκτή. Άλλος ένας λόγος για τον οποίο η οφειλέτιδα ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο πρέπει να παραμερίσει και ή να απορρίψει την παρούσα διαδικασία είναι λόγω του ότι οι εν λόγω πιστωτές είναι εξασφαλισμένοι δυνάμει εγγραφής της δικαστικής απόφασης (ΜΕΜΟ) επί της ακίνητης περιουσίας της εναγομένης
- Η εγγραφή της δικαστικής απόφασης δεν αμφισβητήθηκε από τους πιστωτές. Κρίση μου βέβαια είναι ότι η εγγραφή του ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας άλλου ατόμου πλην του οφειλέτη είναι άσχετη με την παρούσα διαδικασία. Παρόλα αυτά όμως για σκοπούς πληρότητας σημειώνω ότι κάτι τέτοιο δεν θεωρείται ως εξασφάλιση αλλά αποτελεί αναγκαίο διάβημα για να προχωρήσει κάποιος πιστωτής σε πώληση ακίνητης περιουσίας. Η εγγραφή της δικαστικής απόφασης γίνεται με σκοπό η ακίνητη ιδιοκτησία να πωληθεί και θεωρείται μέτρο εκτέλεσης της απόφασης όπως αναφέρεται και στο Μέρος V του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, κάτω από τον τίτλο « Εκτέλεση επί Ακινήτων - Εκτέλεση με Πώληση». Επομένως, έστω και εάν η εγγραφή της απόφασης ήταν επί της ακίνητης ιδιοκτησία της οφειλέτιδας δεν αποτελεί εξασφάλιση για το χρέος αλλά είναι μέτρο εκτέλεσης της απόφασης. Στην υπόθεση Μιχαλάκης Αλωνέυτης ν Ελληνική Τράπεζα Λτδ (Πολ. Εφ. 315/07 ημερ. 29.3.2007),το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου επανέλαβε τη θέση ότι « .αίτηση, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που υπέβαλε ο χρεώστης δεν θα μπορούσε να επιτύχει εν πάσει περιπτώσει για το λόγο ότι δεν εγείρει σ' αυτήν οποιαδήποτε από τα θέματα που καθορίζει ρητά και κατά τρόπο περιοριστικό ο Κ.40
(2). Όλα τα θέματα που εγείρει με την αίτηση του ο χρεώστης, όπως..ότι υπάρχει εξασφάλιση του χρέους με υποθήκη, άπτονται θεμάτων τα οποία το άρθρο 6
(2)του Νόμου απαιτεί από τον πιστωτή να αποδείξει κατά την ακρόαση της αίτησης πτώχευσης». Παρά τα πιο πάνω αναφέρω ότι στις σελίδες 31-33 του συγγράμματος Williams and Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, 1979, αναφέρεται ότι η εκτέλεση απόφασης ποτέ δεν αποτελεί εμπόδιο για την επίδοση ειδοποίησης πτώχευσης παρά μόνο στην περίπτωση που το μέτρο εκτέλεσης εμποδίζει άμεσα την ικανότητα του οφειλέτη να πληρώσει το χρέος του. Ο οφειλέτης είναι αυτός που πρέπει να αποδείξει ότι το μέτρο εκτέλεσης τον εμποδίζει ή τον δυσκολεύει από του να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του. Η οφειλέτιδα δεν έχει θέση κανένα τέτοιο στοιχείο στην ένορκη της δήλωση που να δείχνει ότι η εγγραφή της απόφασης στην ακίνητη περιουσία της εναγομε΄νης 4 έχει επηρεάσει την ικανότητα της ίδιας να πληρώσει το χρέος της. Στην υπόθεση Bracia Czeczowicza v Markus
(1936)1 All E.R. 944, το Δικαστήριο επεξήγησε ότι οφειλέτης πρέπει να αποδείξει θετικά ότι θα πλήρωνε το ποσό που αναφέρεται στην ειδοποίηση πτώχευσης εάν δεν έπραττε κάτι ο πιστωτής ή παρέλειπε να κάνει κάτι ο πιστωτής που να εμποδίζει την ικανότητα του οφειλέτη να πληρώσει. Η ειδοποίηση πτώχευσης πάσχει μόνο εάν αποδείξει η οφειλέτιδα ότι οι πιστωτές με τις ενέργειες τους ή με τις παραλείψεις τους έχουν προκαλέσει την μη πληρωμή του χρέους. Κάτι τέτοιο όπως ανέφερα και πιο πάνω δεν υποστηρίζεται στην ένορκη δήλωση της οφειλέτιδας και ούτε υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να αποδεικνύει ότι η εγγραφή της δικαστικής απόφασης στην ακίνητη περιουσία της εναγομένης 4 έχει προκαλέσει στην οφειλέτιδα ανικανότητα να πληρώσει την οφειλή της. Ως εκ τούτου ούτε αυτός ο λόγος παραμερισμού ισχύει. Ο άλλος ισχυρισμός της οφειλέτιδας προς υποστήριξη της θέσης της περί αντικανονικότητας της παρούσας διαδικασίας, είναι ότι οι πιστωτές δεν προχώρησαν πρώτα με την καταχώρηση εντάλματος κατάσχεσης της κινητής της περιουσίας. Ούτε αυτός ο ισχυρισμός δεν βλέπω να έχει οποιοδήποτε έρεισμα. Στο The Annual Practice 1966, στη σελ.1019 αναφέρεται : « Execution : The issue of a bankruptcy notice is not a form of execution (Re a Bankruptcy notice,
(1898)1 QB 388, per Chitty L.J., at p.387).», ( βλ. επίσης Αρέστη ν Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1258 και London Clubs v Παπαδόπουλου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1699). Περαιτέρω στην υπόθεση Οικονομίδης ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1977)1 (Γ) 1255 αναφέρεται ότι: «Οι μέθοδοι εκτέλεσης προδιαγράφονται από το άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 το οποίο δεν περιλαμβάνει την διαδικασία πτώχευσης.». Κρίνω επομένως ότι η έκδοση της παρούσας ειδοποίησης πτώχευσης δεν αποτελεί μέθοδο εκτέλεσης και επομένως η επίκληση της οφειλέτιδας ότι ένας εξ αποφάσεως πιστωτής θα έπρεπε να επιλέξει πρώτα να καταχωρήσει ένταλμα για κατάσχεση της κινητής της περιουσίας πέραν κάθε λογικής. Έχω εξετάσει την αίτηση για την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης και θεωρώ ότι πληρεί όλες τις προϋποθέσεις για να θεμελιωθεί πράξη πτώχευσης όπως προνοείτε από το άρθρο 3
(1)(ζ) του Κεφ.5 και των Κανονισμών 39 και 40 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, σε αντίθεση με την ένορκη δήλωση της οφειλέτιδας η οποία περιέχει τόσο αβάσιμους λόγους, όπως λεπτομερώς παρέθεσα πιο πάνω, όσο και λόγους άλλους από αυτούς που προβλέπονται στον Κανονισμό 40
(2). Ως εκ τούτου η ένορκη δήλωση της οφειλέτιδας δεν παρέχει έρεισμα για την ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Επαναλαμβάνω ότι εάν η οφειλέτιδα επιθυμούσε να εγείρει οποιοδήποτε άλλο θέμα πέραν αυτών που καθορίζονται στο άρθρο 3
(1)(ζ) του Κεφ.5 και στον Κανονισμό 40
(2), η ορθή μέθοδος θα ήταν η καταχώρηση σχετικής αίτησης προς ακύρωση της ειδοποίησης και όχι η ένορκη δήλωση. Τα έξοδα δεν βρίσκω να συντρέχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και γι' αυτό επιδικάζονται υπέρ των πιστωτών και σε βάρος της οφειλέτιδας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η προθεσμία για συμμόρφωση η οποία αναστάληκε, να ξεκινήσει να μετρά από σήμερα. (Υπ.)........... Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Αναφορά:Ειδοποίηση Πτώχευσης Subject:Civil/Bankruptcy Notice/Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο