AMSTERDAM TRADE BANK NV από Amsterdam ν. EN + GROUP LIMITED κ.α., Γεν. Αίτηση Αρ. 56/09, 5 Μαρτίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A63 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Γεν. Αίτηση Αρ. 56/09 Αναφορικά με τον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν.101)/87) και Αναφορικά με την διαφορά μεταξύ των: AMSTERDAM TRADE BANK N.V από Amsterdam, Ολλανδία και EN + GROUP LIMITED από Jersey, Channel Islands και Αναφορικά με την Αίτηση μεταξύ των: AMSTERDAM TRADE BANK N.V από Amsterdam, Ολλανδία Αιτητών και 1. EN + GROUP LIMITED από Jersey, Channel Islands 2. HELINGTON COMMODITIES LIMITED, από Λευκωσία 3. SOLEGGIATO INVESTMENTS LIMITED, από Λευκωσία 4. CEAC HOLDINGS LIMITED, από Λευκωσία 5. ΕΝ + COAL LIMITED, από Λεμεσό Καθ' ων η Αίτηση -------------------------------------- 5 Μαρτίου, 2009 Για τους αιτητές: κα Α. Παναγιωτίδου με τον κ. Κ. Σταματίου Για τους καθ' ων η αίτηση: κ. Στ. Παύλου με τον κ. Χρυσάνθου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 6.2.2009 καταχωρείται εκ μέρους της αιτήτριας εταιρείας από την Ολλανδία Γενική Αίτηση εναντίον της καθ' ης η αίτηση 1, αλλοδαπής εταιρείας από τα Channel Islands και εναντίον των καθ' ων η αίτηση 2 - 5 Κυπριακών εταιρειών, με την οποία επιζητείται η έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ώστε οι καθ' ων η αίτηση να εμποδίζονται «να προβούν σε οποιαδήποτε αλλαγή στην μετοχική δομή των καθ' ων η αίτηση 2-5, μέχρι πλήρους εκδικάσεως και αποπερατώσεως της μεταξύ των αιτητών και των καθ' ων η αίτηση 1 διαιτητικής διαδικασίας, για την οποία έχει δοθεί σχετική ειδοποίηση για ν' αρχίσει. Την ίδια ημέρα και παράλληλα καταχωρείται μονομερής αίτηση με την οποία επιζητείται η έκδοση πανομοιότυπων ενδιαμέσων διαταγμάτων με στόχο τη χορήγηση θεραπειών μέχρι αποπερατώσεως της κυρίως αίτησης. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου και υπεύθυνης σχέσεων της αιτήτριας 1. Το Δικαστήριο αυθημερόν εκδίδει διάταγμα με το οποίο εμποδίζονται: «οι καθ' ων η αίτηση, προσωπικά και/ή μέσω των διευθυντών τους και/ή των αντιπροσώπων τους από του να προβούν σε οποιαδήποτε αλλαγή στη μετοχική δομή των καθ' ων η αίτηση 2-5, με περιορισμό στην αξία της μετοχικής δομής στο ύψος του ποσού των 20 εκατομμυρίων Δολαρίων, μέχρι πλήρους εκδικάσεως και αποπερατώσεως της μεταξύ των αιτητών και των καθ' ων η αίτηση Γενικής Αίτησης με τον υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο στα πλαίσια της οποίας έχει καταχωρηθεί η παρούσα ενδιάμεση αίτηση και/ή μέχρι νεωτέρας και/η άλλης διαταγής του Δικαστηρίου, με τον όρο όπως η αιτήτρια υπογράψει τραπεζική εγγύηση ύψους €900.000,00.» Το διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο στις 11.2.2009. Οι καθ' ων η αίτηση καταχωρούν ένσταση στις 13.2.2009 και στις 16.2.2009 κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας που περιορίστηκε σε αγορεύσεις το Δικαστήριο επεφύλαξε την απόφαση του. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Η αιτήτρια είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Ολλανδία και ασχολείται με την παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων και άλλων υπηρεσιών. Η καθ' ης η αίτηση 1 εταιρεία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη υπό τους νόμους του Jersey. Οι καθ' ων η αίτηση 2 - 4 είναι εταιρείες δεόντως εγγεγραμμένες στην Κύπρο με έδρα τη Λευκωσία. Η εναγόμενη 5, επίσης Κυπριακή Εταιρεία, έχει την έδρα της στη Λεμεσό. Μοναδικός μέτοχος της καθ' ων η αίτηση 2 είναι η καθ' ης η αίτηση 1, η οποία κατέχει στην εταιρεία χίλιες συνήθεις μετοχές. Στις καθ' ων η αίτηση 3 και 4 η καθ' ης η αίτηση 1, κατέχει επίσης χίλιες συνήθεις μετοχές. Διαφοροποίηση υπάρχει ως προς την καθ' ης η αίτηση 5 για την οποία οι χίλιες μετοχές που αντιπροσωπεύουν το εκδοθέν κεφάλαιο της δεν κατέχονται άμεσα από την καθ' ης η αίτηση 1, αλλά από άλλη εταιρεία. Βάσει των πληροφοριών της αιτήτριας η καθ' ης η αίτηση 1 είναι ο τελικός δικαιούχος της καθ' ης η αίτηση 5. (Τεκ.1 - 4Α και 4Β) Με τη συμφωνία ημερ. 6.4.2007, συμφωνία με τίτλο «credit agreement no.KC-477/07», όπως τροποποιήθηκε στις 30.11.2007 και ακολούθως στις 11.2.2008 (Τεκ.5Α-5Γ), παραχωρήθηκαν δάνεια και άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις στην καθ' ης η αίτηση 1. Σχετικοί και έχοντες εφαρμογή στη συμφωνία είναι οι Γενικοί Όροι Δανειοδότησης (General Credit Conditions), Τεκ.6. Η καθ' ης η αίτηση 1 δανείστηκε βάσει της συμφωνίας το κυρίως ποσό των $ΗΠΑ20.000.000,00, το οποίο έπρεπε να αποπληρωθεί στις 24.12.2008 (Τεκ.7Α-7Βi-iv). Κατά ή περί τις 9.12.2008 η αιτήτρια με τηλεομοιότυπο ενημέρωσε την καθ' ης η αίτηση περί της επερχόμενης ημερομηνίας αποπληρωμής του οφειλομένου ποσού, Τεκ.8. Κατά ή περί τις 24.12.2008 κατά τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, οι οποίοι και δεν αμφισβητούνται από την άλλη πλευρά, σημειώθηκε συμβάν παράβασης (event of default): H καθ' ης αίτηση 1 αμέλησε και/ή αρνήθηκε να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό κατά παράβαση του όρου 7 της Συμφωνίας και του όρου 17.1(
- a)των Γενικών Όρων Δανειοδότησης (General Credit Conditions). Κατά ή περί τις 25.12.2008 η αιτήτρια με επιστολή της απαίτησε από την καθ' ης η αίτηση αποπληρωμή του δανείου και όλων των οφειλομένων ποσών βάσει της συμφωνίας, Τεκ.9. Η καθ' ης η αίτηση 1 με τηλεομοιότυπο της, μεταξύ άλλων, εμμέσως αποδέχτηκε την ύπαρξη συμβάντος παράβασης της συμφωνίας και/ή άμεσα αποδέχτηκε την ανικανότητα της να εκπληρώσει την υποχρέωση της αποπληρωμής του οφειλομένου ποσού ως είχε συμφωνηθεί, Τεκ.10. Στις 26.1.2009 η αιτήτρια απέστειλε στην καθ' ης η αίτηση 1, ενεργώντας συμφώνως του άρθρου 3 των Κανονισμών Διαιτησίας. UNCITRAL, oι οποίοι εφαρμόζονται ως ρητά προνοεί ο όρος 13 της Συμφωνίας, Ειδοποίηση Διαιτησίας, Τεκ.11. Παρά το ότι η καθ' ης η αίτηση 1 κλήθηκε από την αιτήτρια να δώσει τις απαραίτητες πληροφορίες που σχετίζονται με τα σχέδια αναδιοργάνωσης της, επιστολή ημερ. 24.12.2008, Τεκ.12, η καθ' ης η αίτηση 1 δεν ανταποκρίθηκε. Αντιθέτως με επιστολή της, Τεκ.13, παραδέχεται ότι δεν μπορεί να προβεί σε αποπληρωμή του οφειλομένου ποσού και ότι σκοπεύει να προβεί σε αναδιοργάνωση. Εκφράζει ταυτοχρόνως «παράπονο» γιατί της επιδόθηκε Ειδοποίηση Διαιτησίας πριν την διεξαγωγή διαπραγματεύσεων με σκοπό να βρεθεί φιλικός διακανονισμός. Η αιτήτρια επανειλημμένως απαίτησε την αποπληρωμή των οφειλομένων ποσών καλώντας την καθ' η αίτηση 1 να παραχωρήσει επιπρόσθετη εξασφάλιση (security), ώστε να μπορούν να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις συμβιβασμού. Στις όποιες απαιτήσεις της αιτήτριας η καθ' ης η αίτηση 1 δεν απάντησε και δεν ικανοποίησε καμιά απαίτηση τους για πρόσθετη εξασφάλιση. Είναι η θέση της αιτήτριας πως ενόψει των παραδοχών της Καθ' ης η Αίτηση 1 περί προβλημάτων ρευστότητας, Tεκ.10, μη ικανότητας αποπληρωμής των χρεών της, ετοιμασία σχεδίου αλλαγής της μετοχικής δομής, καθ' ως επίσης, ιδιαιτέρως, ενόψει της Ειδοποίησης Διαιτησίας που απέστειλε η αιτήτρια προς την Καθ' ης η Αίτηση 1 κατά ή περί τις 26.01.2009, και ενόψει της άρνησης της Καθ' ης η Αίτηση 1 να προτείνει συγκεκριμένο, λογικό και αποδεκτό τρόπο αποπληρωμής του οφειλόμενου ποσού, της άρνησης της να παραχωρήσει τις αναγκαίες πληροφορίες ενώ είχε συμβατική υποχρέωση να το πράξει, και την άρνηση της να παραχωρήσει επαρκή εξασφάλιση (security) προς όφελος της αιτήτριας, υπάρχει ορατός και άμεσος κίνδυνος αποξένωσης από την καθ' ης η αίτηση 1 των μετοχών που κατέχει άμεσα και/ή έμμεσα και/ή δικαιωματικά (beneficially) στο ονομαστικό κεφάλαιο των καθ' ων η αίτηση 2-5. Η μη έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων σύμφωνα με τους αιτητές, πιθανόν να καταστήσει οποιαδήποτε μελλοντική διαιτητική απόφαση υπέρ της αιτήτριας «μάταιη» και/ή αδύνατο να εκτελεστεί λόγω αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της καθ' ης η αίτηση 1. Οι καθ' ων η αίτηση 1-5 προβάλλουν σειρά λόγων ένστασης: 1. Μη πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. 2. Οι αιτητές προωθούν παράλληλες διαδικασίες για να πετύχουν πολλαπλές εξασφαλίσεις: εξασφάλισαν διατάγματα με την ίδια αιτία αγωγής στις 9.2.2009 και δέσμευσαν περιουσιακά στοιχεία των καθ' ων η αίτηση 1, ύψους £13.700.000,00 περίπου $20.000.000,00, Τεκ.3 και 4, στο Jersey. Γεγονός που συνιστά και μη αποκάλυψη, αλλά και υπερκάλυψη των αξιώσεων της αιτήτριας. 3. Το δικαστήριο στερείται εξουσίας, δεν είναι το δικαιοδοτικά κατάλληλο να επιληφθεί της υπόθεσης, ενδιάμεσης και/ή της κυρίως αίτησης. 4. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων εφόσον η απαίτηση των αιτητών δεν είναι αγωγή υπό την έννοια του Νόμου 101/87. Προβάλλονται ακόμη σειρά λόγων που άπτονται των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, αλλά και άλλοι που άπτονται του πραγματικού υποβάθρου στο οποίο στηρίζεται η αίτηση, αλλά και της νομολογίας σε αναφορά με την παροχή θεραπείας σε τέτοιας φύσης διαταγμάτων. Ζητήματα τα οποία θα εξετάσω πιο κάτω και όπου κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΕΛΛΕΙΨΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ - ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Θα ξεκινήσω από το δικαιοδοτικό βάθρο: Αν παρέχεται στο Δικαστήριο η εξουσία να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης και να παραχωρήσει ή όχι θεραπεία στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης. Η διαδικασία ξεκίνησε με τη καταχώριση Γενικής Αίτησης που βασίζεται στον περί Διεθνούς Διαιτησίας Νόμο του 1987 Ν101/87, άρθρα 2, 3, 6, 7 και 9, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, άρθρα 4, 5 και 9. Το προσωρινό Διάταγμα εκδόθηκε κατόπιν μονομερούς αιτήσεως πάνω στο ίδιο νομικό υπόβαθρο της Γενικής Αίτησης. Σύμπτωση απόψεων υπάρχει μεταξύ των μερών πως το νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει τη μεταξύ τους συμφωνία Διαιτησίας καθορίζεται από το Ν.101/87, ο οποίος ενσωμάτωσε στο Κυπριακό νομικό σύστημα, με κάποιες αποκλίσεις, το MODEL LAW που υιοθέτησε η Επιτροπή Διεθνούς Εμπορικού Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών (The United Nation Commission of International Trade Law (UNCITRAL). Για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, χωρίς να προβαίνω σε τελική κρίση είμαι της γνώμης πως όντως ο περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμος 101/87, Νόμος προνοών για διεθνή διαιτησία σε εμπορικά ζητήματα και για συναφή θέματα, είναι ο νόμος που διέπει την σχέση των μερών. Είναι διαπίστωση μου ότι η σχέση των μερών, τους συνομολογήσαντες τη Συμφωνία Δανείου και η Συμφωνία Διαιτησίας, αιτήτρια και καθ' ης η αίτηση 1, συνιστά Συμφωνία διεθνούς διαιτησίας, γεγονός που είναι αποδεκτό από τους καθ' ων η αίτηση, και είναι εμπορική διαιτησία αφού άπτεται εμπορικής φύσεως σχέση: «τη χρηματοδότηση, και/ή τραπεζικές εργασίες», άρθρο 2
(4)και
(5)του Νόμου, όπου δίνεται η ερμηνεία των όρων «Διεθνής» και «εμπορικής φύσεως σχέσεις», αντιστοίχως. Είναι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση ότι σε κάθε περίπτωση τα Δικαστήρια της Κύπρου στερούνται δικαιοδοσίας, το Δικαστήριο, δεν είναι αρμόδιο να επιληφθεί της «διαφοράς» των μερών. Το Δικαστήριο δεν είναι «αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο» (άρθρο 2, Ερμηνεία του Νόμου) είτε καθ' ύλην, είτε κατά τόπο. Καμία σχέση δεν έχει με τη διαφορά των μερών. Δικαιοδοσία κατά την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση θα είχε το Δικαστήριο της έδρας της καθ' ης η αίτηση 1, στα Channel Islands ή το Δικαστήριο στην Ολλανδία, Αμστερνταμ, όπου έχει την έδρα της η αιτήτρια. Γεγονός που ενισχύεται και από το ότι εφαρμοστέο δίκαιο είναι δυνάμει της συμφωνίας Διαιτησίας, το Ολλανδικό δίκαιο. Ο Νόμος προνοεί και ρυθμίζει διεθνή εμπορική διαιτησία που διενεργείται στην Κυπριακή Δημοκρατία και η Αγωγή που εγείρεται δυνάμει του νόμου θα πρέπει να αφορά σε «ζήτημα που αποτελεί το αντικείμενο συμφωνίας περί Διαιτησίας» (άρθρο 8
(1)του Νόμου). Δεν θα πρέπει, είναι η εισήγηση του, να επιτραπεί στα Κυπριακά Δικαστήρια να υφαρπάσουν δικαιοδοσία από το γεγονός και μόνο ότι η Αγωγή τεχνηέντως στρέφεται και εναντίον των η καθ' ων η αίτηση 2 - 5 Κυπριακών εταιρειών, αξιώνοντας σε βάρος τους απλώς και μόνο την έκδοση συντηρητικών μέτρων, ενώ καμιά σχέση δεν έχουν με τη διαφορά των μερών. Εδώ όπου η απαίτηση της αιτήτριας δεν είναι ιδιοκτησιακή, εκτός του δικαιώματος κυριότητας των μετοχών, αλλά επιζητείται η δέσμευση τους με διατάγματα μορφής "Mareva" δεν μπορεί να αποδοθεί στα Κυπριακά Δικαστήρια δικαιοδοτικό βάθρο. Η πιο πάνω θέση του κ. Παύλου πλαισιώνεται και επεκτείνεται στο αντινομικό του αιτήματος: της θεμελίωσης της διαδικασίας με εναρκτήρια κλήση, Γενική Αίτηση, αντί με Αγωγή ως το «μόνο» ορθό διαδικαστικό διάβημα ή μέσο με το οποίο θα μπορούσε να κινηθεί η αιτήτρια: ο νόμος, άρθρο 8, ρητά προνοεί και προϋποθέτει την έγερση αγωγής. Είναι γνωστό ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται μέσα στα πλαίσια του νόμου. Επίσης είναι γνωστό ότι οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου δεν αποτελούν αυτόνομο βάθρο για παροχή θεραπειών. Βλ. Γίγας Λτδ - ν - Ουστά
(1994)1 Α.Α.Δ 109, σελ. 112, όπου λέχθηκαν τα πιο κάτω: "Η φύση και τα όρια της σύμφυτης δικαιοδοσίας του δικαστηρίου εξετάστηκαν στη Sofocli v. Leonidou
(1988)1 C.L.R 583. Όπως προκύπτει, σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξής της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς". Η αιτήτρια καταχωρεί τη Γενική Αίτηση με δικαιοδοτικό βάθρο ανάμεσα στ' άλλα το άρθρο 9 του Νόμου: «Το Δικαστήριο έχει εξουσία, κατ' αίτηση ενός των μερών, να διατάσσει τη λήψη συντηρητικών μέτρων, οποτεδήποτε πριν από την έναρξη η κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας.» Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Νόμου ορίζεται με σαφήνεια πως: «Στα ζητήματα που υπόκεινται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου χωρεί παρέμβαση του Δικαστηρίου μόνο ως ο παρών Νόμος ορίζει.» Από ανάγνωση του άρθρου 8 και του άρθρου 16 του Νόμου φαίνεται ότι παρέμβαση του Δικαστηρίου χωρεί μόνο κατά τρόπο αναθεωρητικό της απόφασης του διαιτητή, (άρθρο 16), το δε Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα είτε πριν, είτε μετά την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας, κάτω από τις προϋποθέσεις του άρθρου 8, να προβεί σε έλεγχο και να καταλήξει επί του θέματος της ακυρότητας κ.λ.π. της συμφωνίας περί διαιτησίας. «
(1)Σε περίπτωση που εγείρεται αγωγή για ζήτημα που αποτελεί το αντικείμενο συμφωνίας περί διαιτησίας, το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εγείρεται η αγωγή οφείλει, αν το ζητήσει το ένα των μερών πριν από την υποβολή της πρώτης έκθεσης του επί της ουσίας της διαφοράς, να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία, εκτός αν εύρει ότι η συμφωνία είναι άκυρη, ανενεργής ή μη δεκτική εκτέλεσης.
(2)Η έγερση αγωγής κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο
(1)δεν αποτελεί κώλυμα για την έναρξη ή τη συνέχιση της διαιτητικής διαδικασίας ή την έκδοση τελικής διαιτητικής απόφασης, εν όσω το επίδικο θέμα εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου.» Το άρθρο 8 ενεργοποιείται σε περίπτωση που διάδικος εγείρει αγωγή για ζήτημα που αποτελεί ακριβώς την «ουσιαστική διαφορά» των μερών που συμφωνήθηκε να παραπεμφθεί σε Διαιτησία «ζήτημα που αποτελεί το αντικείμενο συμφωνίας περί διαιτησίας». Βλ. σχετικά την Κυπριακή απόφαση Open Joint Stock Company "Novokujnetsk" Aluminium Plant v. Base Metal Trading Ltd κα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1856 αλλά και τις αποφάσεις Αγγλικών Δικαστηρίων Channel Tunnel Group Ltd and another v. Balfour Beatty Construction Ltd
(1993)A.C. 334 και Halki Shipping Corp v. Sopex Oils Ltd
(1998)2 All E.R. 23 αποφάσεις σχετικές με την έννοια της διαφοράς «dispute" που απορρέει από συμφωνία Διαιτησίας και διερευνάται και σ' αυτές το ζήτημα. Εξετάζοντας την πρόνοια του άρθρου 3
(2)του νόμου με το πλαγιότιτλο «έκταση εφαρμογής», ξεκάθαρα τίθεται πως οι διατάξεις του Νόμου, «με εξαίρεση τα άρθρα 8, 9, 35 και 36, τυγχάνουν εφαρμογής αποκλειστικά επί περιπτώσεων που η εμπορική διεθνής διαιτησία διενεργείται στην Κυπριακή Δημοκρατία». Το άρθρο 9 που εξαιρείται, παρέχει δε σε διάδικο το δικαίωμα προσφυγής στα Κυπριακά Δικαστήρια, όπου πληρούνται «οι λοιπές προϋποθέσεις του Νόμου, για λήψη συντηρητικών μέτρων πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας.» Θα πρέπει εξαρχής να διευκρινιστεί ότι με την Γενική Αίτηση ούτε η Συμφωνία Διαιτησίας, ούτε η Συμφωνία δανειοδότησης αποτελούν «ζήτημα», ή «διαφορά» μεταξύ των μερών. Ενόσω πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου: υφίσταται Συμφωνία, για Διεθνή Εμπορική Διαιτησία, ενόσω δεν υφίσταται οποιαδήποτε διαφορά ή ζήτημα που αποτελεί αντικείμενο της συμφωνίας περί Διαιτησίας, ούτε Αγωγή για ζήτημα τέτοιο, ορθώς ή αιτήτρια επιλέγει κατά την κρίση μου να καταχωρίσει Γενική Αίτηση. Εκείνο που επιζητεί αποκλειστικά και μόνο είναι την έκδοση συντηρητικών μέτρων ενόσω η διαιτησία στην Ολλανδία έχει ξεκινήσει. Έχει ήδη επιδοθεί Ειδοποίηση Διαιτησίας (Τεκ.11 και Τεκ.14). Είναι η κατάληξη μου πως το άρθρο 9 του νόμου παρέχει το δικαιοδοτικό βάθρο σε συνδυασμό με το άρθρο 32 του Ν.14/60 που αποτελεί ουσιαστικό δίκαιο και προσδίδει παρομοίως δικαιοδοτικό υποστήριγμα. Η παρούσα διαδικασία ξεκίνησε με Γενική Αίτηση που στηρίζεται στο Νόμο 101/87, στο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, στο περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό, Δ.48, στον Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, άρθρο 32, στις αρχές και νομολογία επί του "Mareva Injunction" και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, άρθρα και νομοθετήματα πανομοιότυπα με αυτά στα οποία στηρίζεται και η μονομερής αίτηση. Σύμφωνα με τον περί Δικαστηρίων Νόμο, Νόμος 14/60, άρθρο 2, «Αγωγή» σημαίνει πολιτικήν διαδικασίαν αρχομένην δια κλητηρίου εντάλματος ή κατά τοιούτον άλλον τρόπον ως καθορίζηται υπό διαδικαστικού κανονισμού και περιλαμβάνει ναυτικήν υπόθεσιν ήτοις, προ της ημέρας της ανεξαρτησίας, υπήγετο εις την δικαιοδοσίαν του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Δικαιοσύνης εν Αγγλία εν τη επί ναυτικών υποθέσεων δικαιοδοσία αυτού.» Σύμφωνα με τη Δ.55 των περί θεσμών Πολιτικής Δικονομίας σε μετάφραση: «Οιονδήποτε πρόσωπο που απαιτεί ότι είναι ενδιαφερόμενον σύμφωνα με έγγραφο μεταβιβάσεως διαθήκη ή άλλη γραπτή πράξη μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο δια πρωτογενούς αιτήσεως (Τύπος 50 και 51) για απόφαση σε οιονδήποτε ερώτημα που εγείρεται από την πράξη και για δήλωση για τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων προσώπων.» Σύμφωνα με τη Δ.71, θ.1 Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1955 «originating summons» means a summons by which proceedings are commenced without writ», και Δ.71, θ.1(α) «originating summons» means every summons other than a summons in a pending cause or matter». Πρόκειται, δηλαδή για μέθοδο προώθησης δικαστικής διαδικασίας άλλης από το κλητήριο ένταλμα. Στην υπόθεση Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment, Inc,
(1999)1 A.A.Δ. 124, παρατηρήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο πως η αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες διαδικασίας της χώρας στην οποία τίθεται το ζήτημα. «Ως αποτέλεσμα, δεν μπορεί να αναζητηθεί από το λεκτικό της Σύμβασης οποιοσδήποτε προσδιορισμός δικονομικού μηχανισμού όσο και αν δημιουργούνται εντυπώσεις για τη μια ή την άλλη λύση. Στην Κύπρο δεν έγιναν ειδικοί κανόνες για εφαρμογή της Σύμβασης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι καθίστανται ανενεργά τα δικαιώματα τα οποία παρέχει. Σημαίνει μόνο ότι για πρόσβαση στο Δικαστήριο χρησιμοποιούνται οι γνωστές στο δίκαιο διαδικασίες, φτάνει να κατοχυρώνονται τα δικαιώματα όλων των μερών. Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν διέπουν άμεσα την περίπτωση εφόσον δεν έχει γίνει πρόνοια γι' αυτό το σκοπό. Παρέχουν ωστόσο τους μηχανισμούς που μπορεί να χρησιμοποιηθούν. Οι προσφερόμενες διαδικασίες δεν ταυτίζονται κατ' ανάγκη με εκείνες που προβλέπονται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ως εναρκτήριες. Θα μπορούσε, στην προκείμενη περίπτωση, να είχε χρησιμοποιηθεί μια από εκείνες. Σημειώνουμε ότι υπάρχει και η αίτηση η γνωστή στο σύστημα ως «petition". Τίποτε όμως δεν επέβαλλε τη μια ή την άλλη λύση. Τίποτε δεν απέκλειε τη μονομερή αίτηση προς έκδοση του προκαταρκτικού και υπό αίρεση διατάγματος για τη μονομερή αίτηση προς έκδοση του προκαταρκτικού και υπό αίρεση διατάγματος για αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, κατόπιν διαπίστωσης της ύπαρξης των προαπαιτούμενων που, σύμφωνα με το Άρθρο ΙΙΙ της Σύμβασης, πρέπει να παρουσιάσει ο δικαιούχος και της μη εμφανούς ύπαρξης κωλύματος. Διατηρήθηκε στην άλλη πλευρά η δυνατότητα να αντιταχθεί και να ακουστεί σε ζητήματα που αυτή θα έθετε βάσει του Άρθρου V. Με εναρκτήρια τότε διαδικασία. Στην οποία εκείνοι που επικαλούνταν τη διαιτητική απόφαση θα αντιμάχονταν τα όσα προβάλλονταν. Δεν διακρίνουμε σε τέτοια διαδικασία οτιδήποτε το άτοπο ή οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό του προσώπου κατά του οποίου εκδόθηκε διαιτητική απόφαση. Τουναντίον, μας φαίνεται αυτή η διαδικασία η πλέον πρόσφορη. Είναι δε η ρητά προβλεπόμενη για την εγγραφή αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων δυνάμει του περί Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ.10». Παρομοίως στην υπό κρίση υπόθεση διαπιστώνω ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία με αίτηση ενός των μερών να διατάξει τη λήψη συντηρητικών μέτρων οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας και δεδομένου ότι δεν έχουν εκδοθεί οποιοιδήποτε διαδικαστικοί κανονισμοί σε αναφορά με το δικαιοδοτικό νόμο, κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι η Γενική Αίτηση και στη συνέχεια η μονομερής αίτηση ήταν ένας από τους μηχανισμούς που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οι αιτητές για να εξασφαλίσουν τελική ή ενδιάμεση θεραπεία». Εφόσον καταλήγω δεν έχουν εκδοθεί ειδικοί δικονομικοί κανονισμοί για εφαρμογή του άρθρου 9 του περί Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου η καταχώρηση γενικής αίτησης και ο τρόπος προώθησης μονομερούς αίτησης στα πλαίσια αυτής, λόγω της φύσης του ζητήματος είναι ορθή, διαφορετικά θα ακυρώνετο ο σκοπός του Νομοθέτη. Έλαβα υπόψη τις αποφάσεις που έθεσε ενώπιον μου ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση Ανδρέα Χαραλαμπίδη και Αλίκης Παναγιώτου Μελωδία
(1997)1 Α.Α.Δ. 724, την Beogradska, (πιο πάνω), την οποία υιοθετεί και ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση για να εισηγηθεί ότι δεν τυγχάνει εδώ εφαρμογής για τους λόγους που άπτονται του Νόμου και καταλήγω ότι το επιχείρημα του επί του πιο πάνω σημείου δεν μπορεί να επιτύχει. Εδώ θα ήθελα να τονίσω ότι ο Κύπριος Νομοθέτης ήρθε να καλύψει με τη ψήφιση του Νόμου την ανάγκη ρύθμισης ζητημάτων που αφορούν σε διεθνής εμπορικές διαιτησίες, αλλά και να υπερπηδήσει κατά το δυνατό προβλήματα καθυστέρησης και να παράσχει μηχανισμούς τέτοιους όπως του άρθρου 9, ώστε να μην δημιουργούνται εμπόδια σε σχέσεις εμπορικής φύσεως και εν γένει στις διακρατικές εμπορικές συναλλαγές ή άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Το γεγονός ότι η Συμφωνία συνομολογήθηκε μεταξύ των δυο αλλοδαπών εταιρειών δεν οδηγεί αυτοτελώς στο τελικό συμπέρασμα ότι τα Δικαστήρια της Κύπρου δεν έχουν κατά τόπο δικαιοδοσία. Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν εξουσία δυνάμει του άρθρου 9 για έκδοση διαταγμάτων για υποβοήθηση άλλων διαδικασιών σε ξένα Δικαστήρια ή τακτικά ή διαιτητικά, και κατά την γνώμη μου ακόμα και εκεί όπου επιζητείται μόνο η έκδοση διατάγματος (freezing order ή mareva). Η Κυπριακή Δημοκρατία και τα Κυπριακά Δικαστήρια, ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Εθνών συνδράμει εκκρεμούσες διαδικασίες, σε ξένη χώρα, εδώ διαιτητική στην Ολλανδία, προάγοντας ως οφείλει το ρόλο της στην Ευρωπαϊκή αλλά και διεθνή κοινότητα, κάτι που εδραιώνει παράλληλα το ρόλο της ως επενδυτικό κέντρο. ΑΠΟΚΡΥΨΗ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ - ΜΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ Το θέμα της απόκρυψης στην έννοια της παράλληλης διαδικασίας και της λήψης συντηρητικών διαταγμάτων στα Channel Islands αποτέλεσε ένα ακόμη λόγο ένστασης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση υποστηρίζει ότι οι αιτητές, λαμβανομένης υπόψη του χρόνου που διέρρευσε μεταξύ της έκδοσης των εδώ διαταγμάτων, 6.2.2009, και της έκδοσης του διατάγματος στο Jersey, 9.2.2009, είχαν ήδη προδιαγράψει την πορεία τους και τη θεραπεία που θα αναζητούσαν και στα δυο Δικαστήρια, είχαν ήδη στο μυαλό τους προσχεδιάσει τα διαδικαστικά παράλληλα μέτρα που επρόκειτο να λάβουν και στις δυο δικαιοδοσίες με τα οποία θα δέσμευαν και δέσμευσαν τελικά σημαντικότατη περιουσία. Υποστήριξη βρίσκει το επιχείρημα στην επιστολή των αιτητών ημερ. 30.1.2009, Τεκ.12, στην οποία οι αιτητές ήδη δηλώνουν την πρόθεση τους να προχωρήσουν εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1 και στα Δικαστήρια της Κύπρου και στο Jersey. Είναι πλέον νομολογιακά καθιερωμένο πως ένα πρόσωπο που απευθύνεται στο Δικαστήριο ως διάδικος και επιζητεί την έκδοση διατάγματος με μονομερή αίτηση, έχει την υποχρέωση να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει σε ορθά συμπεράσματα. Τα πιο πάνω τονίστηκαν στην Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. v. Daventree Resources Ltd., κ.α, Π.Ε. Αρ.9/07, ημερ. 10.7.2008. Όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης θα πρέπει να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, μιας και το Δικαστήριο σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασιστεί στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και των δηλώσεων των δικηγόρων του αιτητή. Η αρχή αυτή συναρτάται απόλυτα με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Βλ. Cobelfret Ro-Ro Services κ.α. ν. The Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 A.A.Δ. 733. Ο κανόνας της πλήρους αποκάλυψης όπως τονίστηκε στην υπόθεση Τhe King v. The General Commissioners for the Purposes of the Income Tax Acts for the District of Kensington,
(1917)1 K.B. 486 η οποία υιοθετείται στην απόφαση Cobelfret (πιο πάνω), είναι ένας κανόνας μεγάλης σπουδαιότητας. Το Δικαστήριο δεν γνωρίζει τίποτε για τα γεγονότα και ο αιτητής θα πρέπει να τα παραθέτει πλήρως και δικαίως η τιμωρία με την οποία το δικαστήριο εφαρμόζει αυτή την υποχρέωση, είναι ότι όταν διαπιστώνει ότι τα γεγονότα δεν έχουν παρουσιαστεί πλήρως και δικαίως, το δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει με βάση την ατελή έκθεση. Η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο εκείνα τα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά επεκτείνεται και σε εκείνα τα γεγονότα τα οποία ο αιτητής θα μπορούσε να αποκαλύψει με μια εύλογη έρευνα. (Βλ. Χριστοφόρου ν. Γρηγορίου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αν ο αιτητής παραλείψει να συμμορφωθεί με την πιο πάνω υποχρέωση τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να προβεί στην έκδοση του διατάγματος, ανεξάρτητα αν η παράλειψη ήταν αθώα ή σκόπιμη. (Βλ. Lloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow Holdings plc (Lavens, third party)
(1988)3 All E.R. 178). Ο Δικαστής Ηλιάδης Δ., με διεξοδικό και αναλυτικό τρόπο υιοθετώντας την υπόθεση Brink's - Mat Ltd v. Elcombe and others
(1988)3 All E.R. 188, έθεσε στην πλήρη του διάσταση το θέμα της υποχρέωσης αποκάλυψης γεγονότων στην οποία παραπέμπω και υιοθετώ. Το Δικαστήριο πρέπει να έχει ενώπιον του όλα τα στοιχεία που μπορούσαν να επηρεάσουν τη λήψη της απόφασης του και που δυνατόν να καθιστούν την αξιολόγηση του εκ των πραγμάτων ελλιπή. Βλ. Castoral v. Daventree Resources Ltd., Π.Ε. 9/07, ημερ. 10.7.2008. Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Tr. Ltd v. Timberland Co.
(1977)1 (Γ) Α.Α.Δ 1791 κρίθηκε πως αν ένα γεγονός είναι ουσιώδες προσδιορίζεται σε αναφορά με τα επίδικα θέματα. Το ουσιαστικό κριτήριο για κάποια γεγονότα που πρέπει να αποκαλύπτονται είναι αντικειμενικό. Ουσιώδες σε κάθε περίπτωση είναι οτιδήποτε άπτεται και μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι του αιτουμένου διατάγματος. Η αποτυχία αποκάλυψης αυτής καθ' εαυτής θα πρέπει άλλωστε να εξεταστεί στην ολότητα της αίτησης. Όπως λέχθηκε στη Γρηγορίου (πιο πάνω) θα ήταν άδικο να ακυρωθεί ένα διάταγμα γι' αυτή και μόνο την παράλειψη αν κατά τα άλλα και στην ουσία υπήρχαν τόσα άλλα στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου που θα δικαιολογούσαν εν πάση περιπτώσει την έκδοση του διατάγματος. Γίνεται φανερό από τα πιο πάνω ότι δεν υπάρχει ούτε απόκρυψη ούτε παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Ο αιτητής αναφέρθηκε στα γεγονότα με πολλή λεπτομέρεια και αν κάποια γεγονότα δεν αναφέρθηκαν με τη λεπτομέρεια που επικαλείται ο καθ' ου η αίτηση 1, δεν σημαίνει ότι αυτό συνιστά απόκρυψη που εκθεμελιώνει το υπόβαθρο της ίδιας της αίτησης. Βλ. Κerr on Injunctions 6η έκδοση σε. 661. Οι αιτητές άλλωστε όπως διαπιστώνεται παρέθεσαν μια ιδιαίτερα λεπτομερή ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης τους παραπέμποντας σε πληθώρα τεκμηρίων στοχεύοντας να τεκμηριώσουν τους ισχυρισμούς τους και παρουσιάζοντας κατά το δυνατό πλήρη εικόνα των γεγονότων όπως προέκυψαν. Λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχουν τεθεί στις αποφάσεις και έχουν παγιωθεί νομολογιακά από το Ανώτατο Δικαστήριο, καταλήγω ότι η συμπεριφορά των εναγόντων δεν συνιστά απόκρυψη. Το γεγονός όντως δεν κατεγράφη και δεν συμπεριελήφθη στην ένορκη δήλωση αλλά ήταν κάτι που ακολούθησε και δεν προηγήθηκε της εδώ αίτησης. Αρχικά επρόκειτο για ένα μέτρο υπό εξέταση στο οποίο μεταγενέστερα προχώρησαν οι αιτητές. Οι αιτητές άλλωστε στην παράγραφο 30 της ένορκης δήλωσης παρουσίασαν επακριβώς το Τεκ.12, επιστολή με την οποία προειδοποιούσαν την καθ' ης η αίτηση ότι δεν θα διστάσουν να αιτηθούν και να λάβουν μέτρα για δέσμευση περιουσιακών στοιχείων «σε διάφορες δικαιοδοσίες» προς υποστήριξη της διαιτητικής διαδικασίας. Μέτρο καθόλα θεμιτό ως είχαν δικαίωμα να λάβουν για να προστατεύουν τα καλώς νοούμενα συμφέροντα τους εν όψει των κινδύνων που προδιαγράφονταν. Επρόκειτο για ένα μελλοντικό ενδεχόμενο διάβημα με αβέβαιη έκβαση αλλά και έκταση. Η αιτήτρια αναζητεί περιουσία που ανήκει ή ελέγχεται ή στην οποία η καθ' ης η αίτηση 1 είναι δικαιούχος και στην Κύπρο και στο Jersey με σκοπό να καλύψει τους ενδεχόμενους κινδύνους η ύπαρξη της οποίας, ή η έκταση ή τέλος αξία της είναι άγνωστη στην αιτήτρια. ΤΟ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Ένα ακόμα σημαντικό θέμα είναι το ζήτημα του επείγοντος, ζήτημα που αποτελεί όρο για την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα. Ο αιτητής φέρει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το επείγον της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος με μονομερή αίτηση. Βλ. Stavros Hotel Apartments Ltd (No.2)
(1994)1 A.A.Δ. 836, 841, Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 947, 954 και R. C. K. Sports Ltd (αρ.2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 618,
- Το Δικαστήριο το οποίο επανεξετάζει την οριστικοποίηση ή ακύρωση του διατάγματος έχει τη δυνατότητα να εξετάσει το ζήτημα στο σύνολο των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του, ζήτημα που εξετάζεται και στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την παροχή προνομιακών διαταγμάτων. Εξετάζοντας το ζήτημα κρίνω ότι ο χρόνος που διέρρευσε από τις 31.12.2008, όταν περιήλθε σε γνώση των αιτητών το γεγονός της πρόθεσης της καθ' ης η αίτηση 1 να προχωρήσει με αναδόμηση της μετοχικής δομής των καθ' ων η αίτηση 2 - 5 μέχρι τις 6.2.2009 που καταχωρίστηκε η αίτηση είναι αρκετός, είναι όμως απόλυτα δικαιολογημένος αν ληφθούν υπόψη οι συζητήσεις που λάμβαναν χώρα μεταξύ των μερών, η ανταλλαγή αλληλογραφίας, επιστολής ημερ. 30.1.2009 με την οποία η αιτήτρια καλούσε την καθ' ης η αίτηση 1 να δώσει τις λεπτομέρειες που σχετίζονται με τα σχέδια αναδιοργάνωσης και η επιστολή 2.2.2009 με την οποία η αιτήτρια έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της να προετοιμαστούν για διαιτητική διαδικασία. Δικαιολογείται πλήρως το χρονικό διάστημα που διέρρευσε και δεν αναιρεί το επείγον του ζητήματος: ο προδιαγραφόμενος κίνδυνος κατέστη πλέον άμεσος στις 2.2.
- Οι νομοθετικές πρόνοιες που ρυθμίζουν τα θέματα των προσωρινών διαταγμάτων, είναι το άρθρο 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων του 1960 έως (Αρ.2) του 1992, το άρθρο 8 (όπως αναριθμήθηκε) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφάλαιο 6, Νόμοι 11/65, 161/89, 228/89) και οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Μεταβατικαί Διατάξεις) του 1960 που εκδόθηκαν στις 12 Δεκεμβρίου 1960, δυνάμει του άρθρου 163 του Συντάγματος, που καθορίζουν τη Δικονομία και πρακτική άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, παρέχει ουσιαστικό δίκαιο μόνο και όχι δικονομικό - (βλ., μεταξύ άλλων, Heli-Air v. Drescher
(1988)1 C.L.R. 234). H λέξη «δικαιοδοσία» έχει πολλές αποχρώσεις ερμηνείας. Μερικοί τείνουν να πουν ότι, οποτεδήποτε Δικαστήριο αποφασίσει εσφαλμένα, υπερβαίνει τη δικαιοδοσία του. Η δήλωση αυτή είναι πολύ ευρεία και αποτελεί υπερβολή. Το Δικαστήριο ασκεί την εξουσία του σύμφωνα με το καθορισμένο δικονομικό δίκαιο. «Δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα», σημαίνει την εξουσία την οποία έχει ένα Δικαστήριο να αποφασίζει θέματα τα οποία παρουσιάζονται ενώπιον του ή να επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία παρουσιάζονται, σύμφωνα με Δικονομικούς Κανόνες ενώπιον του, για απόφαση (Τhompson v. Shiel
(1840)3 Ir. Eq. 135 και Λαυρέντης Α. Δημητρίου, Αιτήσεις αρ. 39/88 και 40/88. Εξετάζοντας το ζήτημα μέσα στα πλαίσια του άρθρου 32 σε συνδυασμό με το άρθρο 9 του Ν.101/87 και για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω ικανοποιούμαι ότι συντρέχουν η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση. Η αιτήτρια εν όψει της έναρξης της Διαιτησίας έχει καλή βάση για να πετύχει στην υπόθεση της, να τις παραχωρηθούν τελικώς τα διατάγματα μέσα στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης μέχρι περάτωσης της διαιτησίας. Η έκδοση των διαταγμάτων συνιστούν μια συμπληρωματική θεραπεία που παραχωρείται για να προστατευθεί η αποτελεσματικότητα μιας άλλης διαδικασίας που εδώ λαμβάνει χώρα στο εξωτερικό, Διεθνής Διαιτησία στην Ολλανδία. Ουσιαστικά πρόκειται για δικαίωμα νομικό ή εκπηγάζον από το δίκαιο της επιείκειας. Στην Seamark Consultancy Services Ltd v. Joseph P. Lasala, Π.Ε 7/06, 74/06, 92/06, ημερ. 16.2.2007, σε μια ιστορική εξέταση της εξέλιξης των διαταγμάτων αυτής της φύσης, στην Αγγλία και στην Κύπρο λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Μετά το 1987 η Αγγλική Νομολογία διαφοροποιήθηκε ώστε τα δικαστήρια να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις και τα προβλήματα των καιρών. Έτσι, για παράδειγμα στην υπόθεση Gidrxslme Shipping v. Tantomar-Transportes
(1994)4 All E.R. 507 Αγγλικό δικαστήριο έκρινε ότι δυνάμει του άρθρου 37
(1)του Supreme Court Act του 1981 συνδυασμένου με το άρθρο 12
(6)(
- f)και (
- h)του Arbitration Act του 1950, είχε εξουσία να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων εκτός δικαιοδοσίας με σκοπό την υποβοήθηση της διαδικασίας εκτέλεσης διατάγματος τύπου Mareva. Στην υπόθεση Derby & Co Ltd and others v. Weldon and others (No2)
(1989)1 All E.R. 1002 το Αγγλικό Εφετείο σε απόφαση του το 1988 τόνισε ότι είχε δικαιοδοσία σε κατάλληλη υπόθεση να εκδώσει παρεμπίπτον διάταγμα τύπου Mareva δεσμεύον τα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου στο εξωτερικό παρόλο που ο εναγόμενος δεν είχε καθόλου περιουσιακά στοιχεία εντός της (Αγγλικής) δικαιοδοσίας. Ο λόγος για τον οποίο το Αγγλικό Εφετείο έκρινε ότι είχε δικαιοδοσία να εκδώσει διάταγμα τύπου Mareva, με παγκόσμια ισχύ, ήταν ότι το διάταγμα αυτό λειτουργεί in personam και επομένως, σε περίπτωση παρακοής του, κυρώσεις μπορούν να επιβληθούν στο πρόσωπο που παρακούει το διάταγμα και βρίσκεται εντός δικαιοδοσίας. Οι ίδιες αρχές τονίστηκαν και στην υπόθεση Babanaft International Co v. Bassatne
(1989)1 All E.R. 433 στην οποία όμως τονίστηκε η ανάγκη διαφύλαξης και προστασίας και των δικαιωμάτων τρίτων προσώπων. Στην Κύπρο η εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, περιλαμβανομένων και των διαταγμάτων τύπου Mareva διέπεται από το άρθρο 32
(1)του Ν14/60 του οποίου η εμβέλεια είναι πολύ ευρεία δεδομένου ότι στα δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία, παρέχεται η εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σ' όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο. Βέβαια στο άρθρο 32 υπάρχει πρόνοια ότι τέτοια διατάγματα δεν εκδίδονται εκτός αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία και ότι εκτός αν εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο.» Στην υπόθεση Fourie v. Lex Roux and others (
(2007)All E.R. 1087 H.L., εξετάστηκε το ζήτημα της παροχής θεραπείας πριν τη δίκη ή μετά την έκδοση απόφασης (pre-trial or judgment relief) και το κατά πόσο το Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα. Η `απάντηση από το House of Lords ήταν καταφατική: το Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας σε σχέση με διαδικασία που είχε ξεκινήσει ή επρόκειτο να ξεκινήσει σε ξένο κράτος. Σε κατάλληλες περιπτώσεις αποφάνθηκε το Δικαστήριο, ένα διάταγμα (freezing order) θα πρέπει να παραχωρηθεί και συνήθως παραχωρείται πριν να ξεκινήσει η ουσιαστική διαδικασία. Ένα διάταγμα τύπου mareva or freezing order, παραχωρείται τονίσθηκε: «For an important but limited purpose: to prevent a defendant dissipating his assets with the intention or effect of frustrating enforcement of a prospective judgment. They are not a proprietary remedy. They are not granted to give a claimant advance security for his claim, although they may have that effect. They are not an end in themselves. They are a supplementary remedy, granted to protect the efficacy of court proceedings, domestic or foreign: ............................. "The claimant cannot of course guarantee that he will recover judgment, nor what the terms of the judgement will be. But he must at least point to proceedings already brought, or proceedings about to be brought, so as to show where and on what basis he expects to recover judgment against the defendant." Η φύση της υπόθεσης σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 9 του Ν.101/87 καθιστούν την περίπτωση κατάλληλη για έκδοση των διαταγμάτων, ώστε να παρασχεθεί ουσιαστική θεραπεία ενδιάμεσης μορφής. Ουσιαστικά λοιπόν εδώ επιζητείται το διάταγμα και παραχωρείται για να διατηρηθεί το status quo εκκρεμούσης της διάγνωσης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών, στα πλαίσια της διαιτησίας. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση φανερώνουν ουσιαστικά ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση του χρέους εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση 1, αντιθέτως υπάρχουν ρητές παραδοχές ότι η καθ' ης η αίτηση 1, λόγω της οικονομικής κρίσης δεν μπορεί να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της. Είναι επίσης σαφές από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση επ' αυτού, αλλά και ότι η καθ' ης η αίτηση 1 δεν υπέβαλε οποιαδήποτε πρόταση προς διευθέτηση της οφειλής της. Έχει καταδειχθεί ότι η ενάγουσα έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας να εξασφαλίσει τελικά Διατάγματα μέχρι διεκπεραίωσης της διαιτησίας. Εξετάζοντας την τρίτη προϋπόθεση - δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαίωση σε μεταγενέστερο στάδιο διαπιστώνεται επίσης με σαφήνεια ότι σκοπός της καθ' ης η αίτηση 1 ήταν και είναι να προβεί σε αναδιοργάνωση, Τεκ.10, επιστολή ημερ. 31.12.2008 που συνοδεύει την αίτηση. Και αυτό παρόλο που οι αιτητές προειδοποίησαν την καθ' ης η αίτηση ότι θα έπρεπε να παρουσιάσει άμεσα προτάσεις και πληροφορίες που να ικανοποιούν την αιτήτρια ως προς τα σχέδια αναδιοργάνωσης τους, Τεκ.11 και 12 στην αίτηση και αυτό το έπραξαν πριν να επιδώσουν την ειδοποίηση διαιτησίας προς την καθ' ης η αίτηση 1, Τεκ.14. Η καθ' ης η αίτηση ούτε αυτό έπραξε, αλλά ούτε και παραχώρησε οποιαδήποτε επιπρόσθετη εξασφάλιση (security), ώστε να μπορέσουν να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις συμβιβασμού και στις οποίες η καθ' ης η αίτηση 1 δεν απάντησε, ούτε και ικανοποίησε τα αιτήματα της αιτήτριας. Είναι λέει η άλλη πλευρά έτοιμη να δώσει στοιχεία, κάτι που μέχρι τώρα δεν έκανε. Πράγματι με τις παραδοχές της καθ' ης η αίτηση 1 για τα προβλήματα ρευστότητος που αντιμετωπίζει, την μη ικανότητα αποπληρωμής των χρεών της, την πρόθεση της να ετοιμάσει σχέδιο αλλαγής της μετοχικής της δομής (restructuring plan), της εκκρεμότητας της διαιτησίας, της άρνησης της καθ' ης η αίτηση 1 να προτείνει ή να υποβάλει τρόπους αποπληρωμής, της άρνησης της να παραχωρήσει τις πληροφορίες που ζήτησε η αιτήτρια, κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, διαφαίνεται όντως ορατός και άμεσος κίνδυνος αποξένωσης από την καθ' ης η αίτηση 1 των μετοχών που κατέχει άμεσα και/ή έμμεσα στο ονομαστικό κεφάλαιο των εναγομένων εταιρειών 2-5, με αποτέλεσμα κρίνω να μη μπορεί να ικανοποιηθεί οποιαδήποτε απόφαση που τυχόν εκδοθεί εναντίον της καθ' ης η αίτηση 1 από το Διαιτητικό Δικαστήριο. Οι φόβοι και ανησυχίες της αιτήτριας κρίνονται απόλυτα λογικές και δικαιολογούνται από το σύνολο των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μου. Με σαφήνεια προκύπτει από τη νομολογία ότι η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος μονομερώς, δεν μεταθέτει το βάρος της απόδειξης κατά την ακρόαση. Οι αιτητές σε κάθε περίπτωση έχουν το βάρος να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου ικανοποιητική μαρτυρία για να καταδείξουν είτε ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ, είτε αναλόγως της περίπτωσης, να εκδοθεί. Βλ. Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, Dolego Estates Ltd κ.α. ν. Θεόδωρος Φιλίππου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217, Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1858. Με σαφή τη θέση της νομολογίας ότι δεν προκύπτει η ανάγκη για προσαγωγή μαρτυρίας για να καταδειχθεί πραγματική πρόθεση του καθ' ου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του, «εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί». Βλ. Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520, C. Phasarias (Automotive Center) Ltd v. ΣΚΥΡΟΠΟΙΙΑ «ΛΕΩΝΙΚ» ΛΤΔ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ 1301. Το διάταγμα εκδίδεται όπως εξηγήθηκε στη Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, και υιοθετήθηκε ως θέση στη C. Phasarias (πιο πάνω) «ώστε ν' αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μην μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων». Βλ επίσης Τσιολλάκη και Άλλοι ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782 όπου ο Πικής, Δ., παρατηρούσε ότι εκείνο που απαιτείται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης υπέρ του ενάγοντος». Βλ. Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd,
(2004)1(Β) 1121. Παρόλο που δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο είναι έτοιμο με περισσότερη ετοιμότητα να χορηγήσει το διάταγμα. Βλ. Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412, απόφαση που υιοθετήθηκε στην Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited & Others,
(2001)1(A) A.A.Δ. 1301. Η αιτήτρια έχει παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία με παραδοχές άλλωστε της ίδιας της εναγόμενης 1 ότι η αλλαγή της μετοχικής δομής των καθ' ων η αίτηση 2-5, ουσιαστικά μπορεί να οδηγήσει σε αποξένωση ή επιβάρυνση των μετοχών τους. Εκείνο που προσμετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η όποια αποξένωση ή επιβάρυνση, αν προκύψουν, στην ικανοποίηση της διαιτητικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί υπέρ της αιτήτριας. Η κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η καθ' ης η αίτηση 1, οι δυσκολίες ρευστότητας που αντιμετωπίζει, τα περιουσιακά της στοιχεία που μέχρι στιγμής όπως έχουν τεθεί από τους αιτητές συνίστανται σε μετοχές και η απουσία εκ μέρους της άλλης πλευράς να εισάξει περαιτέρω στοιχεία που να υποδηλώνουν την οικονομική της ευρωστία και δυνατότητα αντίκρυσης και ικανοποίησης της όποιας διαιτητικής απόφασης συνηγορεί στο ότι η αποξένωση ή επιβάρυνση θα επιδράσει καταλυτικά προς αυτή την κατεύθυνση αν τα διατάγματα δεν μονιμοποιηθούν. Ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης ενός μάρτυρα πάνω σε ένα ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του μπορεί να εκληφθεί ως αποδοχή της μαρτυρίας του. (Ιδε Phipson on Evidence, 12η έκδοση παράγραφος 1593, σελ. 687). Ιδε επίσης Ζαχαρίου ν. Ζαχαρίου
(1993)1 Α.Α.Δ 159). Στην υπόθεση Adidas v. Jonitexo
(1987)1 C.L.R 383, τονίστηκε ότι η μη υποβολή της θέσης του εναγόμενου στους μάρτυρες του ενάγοντος και η μη αντεξέταση των μαρτύρων του ενάγοντος δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι η εκδοχή του εναγόμενου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η αποδοχή ή όχι της θέσης της κάθε πλευράς θα αποφασιστεί αφού ληφθεί υπόψη η φύση των ισχυρισμών όπως επίσης και οι λόγοι που οδήγησαν στην μη αντεξέταση. Βλ. Σκάρος ν. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ σελ. 291. Το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνει υπόψη του το σύνολο των στοιχείων που έχει τεθεί ενώπιον του. Βλ. Γιάννης Φετοκάκης ν. Χριστοφή κ.α.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ σελ.
- Το βάρος απόδειξης σ' αυτή την περίπτωση βαρύνει την καθ' ης η αίτηση 1, η οποία γνωρίζει και έχει όλα τα στοιχεία και τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τα περιουσιακά της στοιχεία, μετοχές ή άλλως πως. Το εύρος των δραστηριοτήτων του συγκροτήματος της καθ' ης η αίτηση 1, όπως γενικότερα και αόριστα προβάλλονται στις παραγράφους (στ) (v) - (vi), και τα συνολικά εισοδήματα των καθ' ων η αίτηση 1, όπως περιγράφονται εκεί δεν ορθώνουν στερεό εμπόδιο στη θεραπεία που παραχωρήθηκε από το Δικαστήριο ώστε να την ανατρέψουν. Πρόκειται για συμφέροντα και ή επενδύσεις σε ξένες και πάλι εταιρείες ή επιχειρήσεις τις οποίες η αιτήτρια θα πρέπει να αναζητήσει για σκοπούς ικανοποίησης της όποιας υπέρ της διαιτητικής απόφασης και όχι για συγκεκριμένη κινητή ή ακίνητη περιουσία υποκείμενη σε άμεση δέσμευση ή και στη συνέχεια εκτέλεση. Σημειώνω και πάλι ότι η παραδοχή των καθ' ων η αίτηση 1 για αδυναμία πληρωμής λόγω της οικονομικής κρίσης αδυνατίζει έως και εκμηδενίζει τα όποια επιχειρήματα της. Έχω σταθμίσει τους όποιους κινδύνους συνεπάγονται τα διατάγματα που έχουν εκδοθεί κατά τρόπο που να εμποδίζεται η δυνατότητα των καθ' ων η αίτηση 2 - 5 να καθορίσουν τη διάρθρωση τους «όπως καλύτερα θεωρούν για τους σκοπούς τους» και τον ενδεχόμενο κίνδυνο να ενεργοποιηθούν πρόνοιες άλλων πιστωτικών τους διευκολύνσεων, όμως και αυτή η παράμετρος όχι μόνο τίθεται στη γενικότητα της αλλά φανερώνει και θα έλεγα και κάποιο «ετσιθελισμό» των καθ' ων η αίτηση να αφεθούν να προχωρήσουν σε αναδιάρθρωση ανεξαρτήτως αν τίθενται σε κίνδυνο τα δικαιώματα της αιτήτριας που δυνατόν να μείνει ανικανοποίητη. Αλλά και αντιφατικά κινείται η όλη επιχειρηματολογία: είτε πρόκειται για υγιή οργανισμό που μπορεί να εξασφαλίσει την αιτήτρια, είτε αντιμετωπίζει προβλήματα ρευστότητας και δεν μπορεί να αποπληρώσει τα χρέη της. Όλα τα πιο πάνω σε αναφορά με τη στάση που επέδειξαν μέχρι τώρα οι καθ' ων η αίτηση και η απροθυμία τους να ανταποκριθούν σε κλήση της αιτήτριας ώστε να δώσουν στοιχεία και πληροφορίες όσον αφορά την αλλαγή της δομής τους, κατά παράβαση συμβατικής τους υποχρέωσης, δεν επιτρέπει τη στάθμιση του παράγοντα αυτού ως ανατρεπτικού της κατάληξης μου. Ο κίνδυνος που προβάλλουν οι καθ' ων η αίτηση παραμένει δυνητικός χωρίς όμως να συγκεκριμενοποιηθεί. Αν οι καθ' ων η αίτηση έδειχναν έστω κάποια προθυμία να παραχωρήσουν πληροφορίες για την αναδιοργάνωση όπως επιζητεί η αιτήτρια, ως έχουν νομική υποχρέωση ή να παράσχουν πρόσθετη εξασφάλιση δυνατόν το ζήτημα να μπορούσε να αντικρυσθεί κάτω από άλλο φακό. ΥΠΑΡΞΗ ΠΑΡΑΛΛΗΛΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ Η ύπαρξη παράλληλων διαδικασιών για τον ίδιο σκοπό κάλυψης πιθανής απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου δεν συνιστά κατά την κρίση μου κατάχρηση της διαδικασίας. Εδώ οι αιτητές επιζητούν να τους παρασχεθεί θεραπεία και/ή προστασία την οποία ο σχετικός νόμος προνοεί για να διασφαλισθεί με συντηρητικά μέτρα είτε η περιουσία, κινητή ή ακίνητη μέχρι αποπεράτωσης της διαιτητικής διαδικασίας, περιουσία η οποία μπορεί να ευρίσκεται στη δικαιοδοσία άλλου Δικαστηρίου ή Δικαστηρίων από την δικαιοδοσία στην οποία η διαιτησία λαμβάνει χώρα. Όντως προωθήθηκαν παράλληλα ένδικα μέσα και εδώ και στο Jersey και εξασφαλίσθηκαν ανάλογα και όμοιας φύσης διατάγματα στην περίπτωση του Jersey εναντίον της καθ' ης η αίτηση 1 και στην Κύπρο εναντίον των εταιρειών καθ' ων η αίτηση 2 - 5, με ίδιο σκοπό με διάφορους όμως διαδίκους και αντικείμενα περιουσιακά. Πρόκειται για αναζήτηση και δέσμευση περιουσιακών στοιχείων της καθ' ης η αίτηση 1 που να καλύπτουν επαρκώς το ύψος της αξίωσης της αιτήτριας. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου συγκεκριμένα στοιχεία εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση που να υποδεικνύουν ότι δεσμεύτηκε εν τη πράξη υπέρμετρη περιουσία ή τέτοια περιουσία που το ύψος της να υπερκαλύπτει την οφειλή της καθ' ης η αίτηση 1 εδώ ή και εδώ και στο Jersey. Οι καθ' ων η αίτηση που έχουν στη διάθεση τους τα όποια στοιχεία για την αξία των μετοχών τους και/ή των οποίων περιουσιακών τους στοιχείων ακίνητης ή άλλης από μετοχές κινητή περιουσία δεν τα έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ώστε να δικαιολογήσουν κάτι τέτοιο. Άλλωστε το διάταγμα του εδώ Δικαστηρίου περιορίστηκε και εκδόθηκε «μέχρι του ποσού των €20.000.000,00». Αν είχε καταδειχθεί θετικά ότι με το διάταγμα στο Jersey δεσμεύτηκε τέτοια περιουσία ώστε να καλύπτεται ή υπερκαλύπτεται το ποσό τότε το Δικαστήριο θα μπορούσε να εξετάσει το ζήτημα κάτω από αυτά τα δεδομένα. Και πάλι η καθ' ης η αίτηση 1 σιωπά, ενώ είναι εκείνη που έχει στη διάθεση της τα στοιχεία, για το ποια περιουσία έχει στην πράξη δεσμευτεί από το Δικαστήριο του Jersey με την έκδοση των εκεί διαταγμάτων και ποια η αξία της. Το διάταγμα ημερ. 9.2.2009 προνοεί ανάμεσα σε άλλα: "
- Disposal of Assets by the Defendant
(1)Service of this Order of Justice upon the Defendant shall operate as an immediate interim injunction restraining him from removing from the Island of Jersey or in any way disposing of or dealing with or diminishing the value of any of his assets which are in the Island of Jersey (including but not restricted to the Defendant's shares in Rusal) whether in his own name or not and whether solely or jointly owned up to the value of £13.7 million.
(2)If the total unencumbered value of the Defendant's assets in the Island of Jersey exceeds £13.7 million, the Defendant may remove any of those assets from the Island of Jersey or may dispose of or deal with them so long as the total unencumbered value of his assets still in the Island of Jersey remains above £13.7 million.
- Disclosure of Information by the Defendant The Defendant shall within 72 hours of service hereof upon it inform the Plaintiff's Advocate in writing of all his assets in the Island of Jersey whether in its own name or not and whether solely or jointly owned, giving the value, location and details or all such assets. The information must be confirmed in an Affidavit which must be provided to the Plaintiff's Advocate within 5 working days of service hereof upon the Defendant." Δεν αποκαλύπτουν οι καθ' ων η αίτηση 1 ούτε ποια περιουσία διαθέτουν στο Jersey, ούτε το ύψος ή την καθ' υπολογισμό αξία της η οποία δεσμεύτηκε τελικά με το διάταγμα, ούτε υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά αν συμμορφώθηκαν με το Διάταγμα παραγρ.2 πιο πάνω (Disclosure of Information), ώστε να καταλήξω ότι υπάρχει υπέρμετρη δέσμευση ή τέτοια δέσμευση που εξασφαλίζει στο πολλαπλάσιο την αιτήτρια. ΤΑΥΤΟΣΗΜΕΣ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ Το γεγονός ότι επιζητούνται όντως ταυτόσημες θεραπείες με την γενική αίτηση, αυτό δεν συνιστά κώλυμα για το Δικαστήριο στην παραχώρηση των αιτουμένων διαταγμάτων. Το θέμα είναι πλέον νομολογιακά ξεκάθαρο. Κάτι τέτοιο αν και ανεπιθύμητο, δεν αποκλείεται. Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd (2002 1(Γ) Α.Α.Δ.
- Το Δικαστήριο με φειδώ βέβαια εξασκεί τη διακριτική του ευχέρεια σε τέτοιες περιπτώσεις και είναι κάτι που εξετάζει με προσοχή και παραχωρείται εκεί όπου τα γεγονότα το επιτρέπουν. Και εδώ τόσο τα γεγονότα όσο και το γράμμα και το πνεύμα του νόμου Ν.101/87, άρθρο 9 , άρθρο 32 του Ν.14/60 οι αρχές της νομολογίας καθώς και οι αρχές της επιείκειας παρέχουν στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα στοιχεία για να εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αιτήτριας για διατήρηση του status quo, μη αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της καθ' ης η αίτηση 1 μέχρι τελικής εκδίκασης της Γενικής Αίτησης, ως μέτρο βοηθητικό της Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας. Η δε άλλη περιουσία στο Jersey και χωρίς συγκεκριμενοποίηση εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση 1 είτε ως προς το είδος, είτε ως προς το ύψος δεν παρέχει σ' αυτή τη χρονική στιγμή αφ' εαυτής τα εχέγγυα ικανοποίησης πιθανής διαιτητικής απόφασης (Βλ. Κυριάκου Νικόλα ν. Μιχάλη Κεφάλα κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. στην οποία παραπέμπει η Phasarias (πιο πάνω). Απομένει να εξεταστεί ο τελευταίος παράγοντας: ισοζύγιο της ευχέρειας. Κατά την αξιολόγηση του πιο πάνω ζητήματος μια σημαντική παράμετρος είναι «η έκταση κατά την οποία τα μειονεκτήματα του κάθε μέρους θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν με αποζημιώσεις». Βλ. American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd
(1975)A.C. 396. Αν δε το Δικαστήριο βρίσκεται σε αμφιβολία ως προς την επάρκεια των αντίστοιχων θεραπειών σε αποζημιώσεις, που προσφέρονται είτε στον ενάγοντα είτε στον εναγόμενο, τότε εγείρεται το θέμα ισοζυγίου της ευχέρειας. Βλ. Parico (πιο πάνω). Αναμφίβολα το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της αιτήτριας. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι "η δύναμη της υπόθεσης τους όπως παρουσιάζεται στο στάδιο αυτό έχει καταδειχθεί αλλά έχει γίνει και παραδεκτή έστω και στην έκταση που δέχονται οι καθ' ων η αίτηση". Η αιτήτρια έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ικανοποιητικό υλικό που υποστηρίζει πως χωρίς τη διατήρηση του διατάγματος σε ισχύ θα αποστερηθούν της δυνατότητας για θεραπεία στο μέλλον. Ενδέχεται τα διατάγματα να δημιουργούν όντως πρόβλημα στους εναγόμενους και στις εταιρείες τους όσον αφορά τη δανειοδότηση όπως περιγράφουν. Όμως, όπως ήδη έχω διαπιστώσει, αν τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας εξανεμισθούν ή διαφοροποιηθούν με την αλλαγή της μετοχικής διάρθρωσης των εταιρειών και εκφύγουν του οποιουδήποτε ελέγχου των αιτητών, οι συνέπειες για τους τελευταίους θα ήταν ανεπανόρθωτες. Η μετατροπή της νομικής κατάστασης ή μετοχικής διάρθρωσης των εταιρειών, δραστικά θα επιδρούσε στα δικαιώματα τους. Κατά συνέπεια τα διατάγματα θα πρέπει αναγκαία να συνεχίσουν για τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης, «που είναι ένα από τα κυριότερα μελήματα ενός προσωρινού διατάγματος οποιουδήποτε τύπου». Βλ. Γρηγορίου (πιο πάνω). Με όσα έχουν αναλυθεί, το προσωρινό διάταγμα ημερ. 6.2.2009 οριστικοποιείται. Τα έξοδα εις βάρος των καθ' ων η αίτηση 1 - 5 τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να πληρωθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Συντηρητικό Διάταγμα / Mareva / εκκρεμούσα διαιτησία / Ν.101/87 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο