← Κύπρος

Πάρη Σαββίδη κ.α. ν. Avacomtel Services Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 6863/04, 6 Μαρτίου 2009

Πάρη Σαββίδη κ.α. ν. Avacomtel Services Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 6863/04, 6 Μαρτίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A64 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 6863/04 Μεταξύ:

  1. Πάρη Σαββίδη
  2. Χριστιάνας Σαββίδου Εναγόντων Και 1.Avacomtel Services Ltd δια μέσω του κ. Σωκράτη Ε. Σωκράτους ως Διαχειριστή και Παραλήπτη
  3. Lesavia - Telecommunications Ltd
  4. Ανδρέα Σιαμμά Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 19.2.2009 για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης Ημερομηνία: 6 Μαρτίου 2009 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες 1 και 2 - αιτητές: Καμία Εμφάνιση Για εναγομένους 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση: κα Στυλιανού για κ. Σ. Δράκο και για να ακούσει απόφαση ο κ. Χριστοφή Για εναγόμενο 3 - καθ' ου η αίτηση: κ. Ιακώβου και για να ακούσει απόφαση ο κ. Τιμοθέου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και το τέλος της κυρίως εξέτασης του πρώτου ενάγοντα, στις 19.2.2009 οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό εξέταση αίτηση με την οποία ζητούν την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης τους ως ακολούθως: 1.Α. Την τροποποίηση της παραγράφου 7 της έκθεσης απαίτησης: (α) με τη διαγραφή στη πρώτη παράγραφο της φράσης «κατά/ή περί το 2003» και την προσθήκη της ακόλουθης φράσης «και στα πλαίσια της υλοποίησης της παράλληλης συμφωνίας εγγύησης που εδόθη κατά /ή περί το 2000», (β) τη διαγραφή στην τέταρτη γραμμή της φράσης «συμφώνησε μετά των εναγόντων 1 και ή 2 και ή», (γ) τη διαγραφή στην Πέμπτη γραμμή της φράσης « αυτούς και/ή εγγυήθηκε» και την προσθήκη της φράσης «τους ενάγοντες 1 και/ή 2». Η αίτηση των εναγόντων βασίζεται στη Διαταγή 25 κ.κ.1-5, Δ.19, Δ.20, Δ.21, Δ.48 κ.κ.1,2,3,8, 9, στο άρθρο 30

(3)του Συντάγματος, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα υπ' αριθμό 1, τόσο υπό την προσωπική του ιδιότητα όσο και εκ μέρους της εναγομένης
  1. Στην ένορκη δήλωση του ο ενάγοντας 1 αναφέρει ότι στις 13.2.2009 κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα κατά το στάδιο της κατάθεσης του διαφάνηκε ότι η παράγραφος 7 της έκθεσης απαίτησης του σε ορισμένα σημεία δεν συνάδει με τα όσα ανέφερε στη γραπτή του δήλωση, η οποία σημειώνω ότι κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του δυνάμει του άρθρου 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, τα οποία είναι ο ισχυρισμός του ότι αποτελούν και τα πραγματικά γεγονότα. Συγκεκριμένα, ο κ. Σαββίδης αναφέρει ότι, ενώ ανέφερε στο δικηγόρο του κατά το χρόνο σύνταξης της έκθεσης απαίτησης ότι ο εναγόμενος 3 εγγυήθηκε προσωπικά στον ίδιο και στην σύζυγο του ενάγουσα 2 περί το 2000 την καταβολή των αξιούμενων ποσών στη βάση παράλληλης συμφωνίας εγγύησης που τους δόθηκε, και μεταγενέστερα, τους διαβεβαίωσε πολλές φορές ότι θα τηρούσε τα συμφωνηθέντα, στην εν λόγω παράγραφο της έκθεσης απαίτησης εκ παραδρομής και λόγω τυπογραφικού λάθους και ή εσφαλμένης αντίληψης των πραγματικών γεγονότων τα πραγματικά γεγονότα και η χρονολογία δεν διατυπώθηκαν ορθά. Είναι η θέση του ενάγοντα 1 ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του κατά τη δικάσιμο όλα τα αληθή και πραγματικά γεγονότα για να μπορεί να αποφασίσει επί της ουσίας της υπόθεσης. Με την αιτούμενη τροποποίηση επίσης αυτός και η ενάγουσα 2 θα μπορέσουν βάσει και των Συνταγματικών δικαιωμάτων τους να προβάλουν όλους τους ισχυρισμούς τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την αιτούμενη τροποποίηση είναι ο ισχυρισμός του ότι η διαδικασία και η εκδίκαση της υπόθεσης θα απλοποιηθεί και θα εξυπηρετηθούν καλύτερα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Καταληκτικά ο ενάγοντας 1 αναφέρει ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν θα επηρεαστούν με οποιοδήποτε τρόπο τα συμφέροντα των εναγομένων και δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά καθότι θα τους δοθεί η ευκαιρία να τον αντεξετάσουν αφού ακόμη δεν άρχισε η αντεξέταση του και εν πάση περιπτώσει θα αντεξεταζόταν για το συγκεκριμένο σημείο εφόσον οι εναγόμενοι αρνούνται με την υφιστάμενη υπεράσπιση τους την ύπαρξη της παράλληλης συμφωνίας εγγύησης. Οι εναγόμενοι 1 και 2 παρά την αρχική τους πρόθεση να ενστούν στην αίτηση του ενάγοντα, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασία δήλωσαν μέσω της δικηγόρου τους ότι, εφόσον η αιτούμενη τροποποίηση δεν τους επηρεάζει δεν έχουν ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ζήτησαν τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και αυτά που θα προκύψουν από την τροποποίηση. Η ένσταση του εναγομένου 3 η οποία καταχωρήθηκε στις 23.2.2009 και συνοδεύεται από τη ένορκη δήλωση του ιδίου περιέχει τους πιο κάτω λόγους ένστασης : Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και τη νομολογίας. Οι προθέσεις των αιτητών δεν είναι καλόπιστες αλλά αντίθετα εμφανώς κακόπιστες. Δεν υπάρχει γνησιότητα στις προθέσεις των αιτητών. Με την επιχειρούμενη τροποποίηση, οι αιτητές προσπαθούν να καλύψουν τις αντιφάσεις και τη διάσταση μεταξύ της μαρτυρίας τους και των δικογράφων τους, τις οποίες αντιφάσεις οι ίδιοι δημιούργησαν. Η αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα και σε προχωρημένο στάδιο, καθότι στο ενδιάμεσο διάστημα οι αιτητές είχαν τη δυνατότητα να αντιληφθούν την αναγκαιότητα της τροποποίησης. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς του Νόμου και βρίσκεται εκτός των πλαισίων που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας για την αποδοχή της. Με την επιχειρούμενη τροποποίηση καταβάλλεται προσπάθεια να αλλοιωθούν τα γεγονότα και όχι να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο η πραγματική εικόνα, η οποία υπηρετεί τους σκοπούς της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Στην ένορκη δήλωση του ο εναγόμενος 3 επισημαίνει τις διαφορές που υπάρχουν στην γραπτή κατάθεση του ενάγοντα 1 και συγκεκριμένα στις παραγράφους 7 και 10 αυτής με τη θέση του όπως αυτή καταγράφεται στην υφιστάμενη παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης του την οποία και ζητά να τροποποιήσει. Οι διαφορές αυτές αναφέρει ο κ. Σιαμμάς στην ένορκη δήλωση του αποτελούν αντιφάσεις οι οποίες δεν δικαιολογούνται με τις αιτιολογήσεις που προβάλλει ο ενάγοντας 1 περί τυπογραφικού λάθους ή και εκ παραδρομής. Είναι φανερό, αναφέρει ο εναγόμενος 3, από τις πρώτες γραμμές της υφιστάμενης παραγράφου 7 της έκθεσης απαίτησης ότι η υποτιθέμενη εγγύηση του δόθηκε στην προσπάθεια να υλοποιηθούν τα συμφωνηθέντα μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1 και 2 σε μεταγενέστερο χρόνο από την υπογραφή της μεταξύ τους συμφωνίας, ενώ στην κατάθεση του ανέφερε ότι ο ίδιος, δηλαδή ο εναγόμενος 3, ήταν παρών το 2000 και κατά την υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντα και των εναγομένων 1 και 2 και με παράλληλη συμφωνία τότε εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 και
  2. Ο κ. Σιαμμάς προσθέτει επίσης ότι η ίδια είναι η θέση του ενάγοντα 1, ως η έκθεση απαίτησης τους, στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου στην ίδια υπόθεση στην αίτηση ημερομηνίας 30.11.2004 για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Είναι η θέση του εναγομένου 3 ότι από όλα τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι ενάγοντες άλλα γεγονότα είχαν αποφασίσει όταν καταχωρούσαν την αγωγή τους και άλλα αποφάσισαν κατά την ακροαματική διαδικασία και δεν μερίμνησαν αυτά να συνάδουν με τα γεγονότα που ανέφεραν στα δικόγραφα τους. Με την αιτούμενη τροποποίηση οι ενάγοντες είναι φανερό ότι προσπαθούν να καλύψουν τις αντιφάσεις τις οποίες ο ενάγοντας 1 δημιούργησε. Καταληκτικά, ο εναγόμενος 3 αναφέρει ότι είναι φανερό από όλα τα πιο πάνω ότι οι ενάγοντες δεν ενεργούν καλόπιστα, και οι προθέσεις τους δεν είναι γνήσιες. Με βάση τα πιο πάνω ο εναγόμενος 3 ζητά την απόρριψη της αίτησης. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων. Με τις αγορεύσεις τους οι δύο πλευρές υποστήριξαν τις θέσεις τους με αναφορά στη νομολογία που διέπει το θέμα. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Νομική Βάση Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων και στη Δ.25 θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών θεσμών η οποία αποτελεί τη βασική πρόνοια που παρέχει δυνατότητα τροποποίησης κλητηρίου εντάλματος και ή δικογράφου. Οι γενικές διατάξεις της Δ.25 είναι αυτές που δίδουν στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να προβαίνει στις σχετικές τροποποιήσεις. Η Δ.25 Θ.1 στην οποία στηρίζεται η αίτηση προνοεί ως ακολούθως: "
  3. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties." Όσον αφορά τις βασικές αρχές σε θέματα τροποποίησης στο The Annual Practice 1958, στη σελ. 622, η γενική αρχή εκτίθεται ως εξής: "In Tildesley v. Harper, 10 Ch. D. pp. 396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" (per Brett, M.R., Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. p. 263; Weldon v. Neal, 19 Q.B. D. p. 396; Australian Steam Navigation Co. v. Smith, 14 App. Cas. P.320; Hunt v. Rice & Son, 53 T.L. R.931, C.A and see the remarks of Bowen, L.J., Cropper v. Smith, 26 Ch. D. pp. 710, 711, of Lindley, L.J., Indigo Co. v. Ogilvy,
(1891)2 Ch. 39, and of Pollock, B., Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B.D. p. 180, and C.A.P. 558). An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided." Eιδικότερα στο ίδιο σύγγραμμα, σελ. 624, γίνεται εκτενής αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν την τροποποίηση πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης, όπως ισχύει στην προκειμένη περίπτωση: "Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B. D.556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs .» Όπως αναφέρθηκε στην Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R.180: «The pleadings in an action are the foundations of the litigation; they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run. The Civil Procedure Rules (Or.19, r.4) are clear on the point; and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If in the course of the trial it appears that a party΄s pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails". Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι πλούσια και ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Κυρίαρχο επίσης στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ.11 και Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenman Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ.33, τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd v. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 162 στη σ. 164 επισημαίνεται: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο κυρίαρχος παράγων ο οποίος διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι ένας άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 223. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου & Άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης ή αβλεψίας, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. SABA & Co. ( T.M.P ) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Αναφορικά με το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, παραπέμπω στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κα
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, στην οποία λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, εάν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Φυσικά το σημαντικό δεν είναι η ευρύτητα του χρόνου που διέρρευσε, γιατί διαφορετικά θα ήταν άσκοπη η ενασχόληση με το θέμα, αλλά το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης και ο χρόνος που επέλεξε για να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση. Το όλο ζήτημα όμως παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Συμπεράσματα - Ευρήματα Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω αρχές θα προχωρήσω στην εξέταση της παρούσας αίτησης. Στην παρούσα υπόθεση αν και η αγωγή καταχωρήθηκε στις 30.11.2004 ακολούθησαν σωρεία άλλων αιτήσεων μερικές εκ των οποίων είναι η αίτηση ημερομηνίας 30.11.2004 για έκδοση προσωρινού διατάγματος, η αίτηση ημερομηνίας 29.3.2005 για συνένωση της παρούσας αγωγής με την αγωγή 5070/04 και η αίτηση ημερομηνίας 21.4.2005 για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα, εναγομένου
  1. Στις 25.5.2005 εκδόθηκε απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία η αίτηση των εναγόντων για συνένωση της παρούσας με την προαναφερόμενη αγωγή απορρίφθηκε. Την 1.6.2005 εκδόθηκε η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία η αίτηση των εναγόντων για αντεξέταση του εναγομένου 3 στα πλαίσια της αρχικής αίτησης για την συνέχιση του προσωρινού διατάγματος απορρίφθηκε. Στις 30.12.2005 εκδόθηκε η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία η αίτηση των εναγόντων για τη διατήρηση του προσωρινού διατάγματος σε βάρος της περιουσίας του εναγομένου 3 απορρίφθηκε και το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα ακυρώθηκε. Ακολούθησαν αιτήσεις για αποκάλυψη εγγράφων, αλλαγή δικηγόρου των εναγομένων 1 και 2 όπως επίσης και τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος λόγω του ότι εναντίον της εναγόμενης 1 εταιρείας εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης. Μετά από πάμπολλες αναβολές κατέστη δυνατό να συμπληρωθούν τα δικόγραφα μετά την προαναφερόμενη τροποποίηση και να αρχίσει η ακροαματική διαδικασία στις 13.2.2009 με την κατάθεση του ενάγοντα
  2. Ο ενάγοντας 1 στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι κατά τη μαρτυρία του στις 13.2.2009 διαφάνηκε ότι η παράγραφος 7 της έκθεσης απαίτησης τους σε ορισμένα σημεία δεν ήταν σύμφωνη με τη μαρτυρία που έδινε όσον αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης, αιτιολογώντας τις διαφορές που επεσήμανε σε παραδρομή και ή τυπογραφικό λάθος και ή εσφαλμένη αντίληψη των πραγματικών γεγονότων κατά τη σύνταξη της έκθεσης απαίτησης τους. Από την άλλη ο εναγόμενος 3, παραπέμποντας το Δικαστήριο στη παράγραφο 6 προγενέστερης ένορκης δήλωσης του ενάγοντα 1 ημερομηνίας 30.11.2004 στην ίδια υπόθεση όπου ο ενάγοντας ουσιαστικά επαναλαμβάνει τα γεγονότα όπως αυτά είναι στην υφιστάμενη έκθεση απαίτησης τους, υποστηρίζει ότι ο ενάγοντας 1 και κατ' επέκταση και η ενάγουσα 2 είναι κακόπιστη και οι αιτιολογίες που δίνουν δεν είναι ικανοποιητικές, και οι πραγματικές τους προθέσεις είναι να καλύψουν αντιφάσεις που ο ενάγοντας 1 δημιούργησε με τη μαρτυρία του. Από τη μελέτη της αίτησης, της ένστασης, των ενόρκων δηλώσεων που τις στηρίζουν όπως επίσης και από το περιεχόμενο του φακέλλου της υπόθεσης δεν μπορώ να μην σχολιάσω το παράδοξο το πώς ο ενάγοντας 1 διαπίστωσε τη διάσταση των γεγονότων στην έκθεση απαίτησης τους με αυτά της μαρτυρίας του στο στάδιο της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της αγωγής στις 13.2.2009 λαμβάνοντας υπόψη ότι στα πλαίσια της παρούσας αγωγής προηγήθηκαν τουλάχιστο τρείς ενδιάμεσες ακροαματικές διαδικασίες. Σημειώνω εδώ ότι ο ενάγοντας 1 δεν αντεξετάστηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας σε σχέση με το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης όπου στην ουσία ισχυρίζεται ότι κατά την κυρίως εξέταση του περιήλθε σε γνώση του η ανάγκη για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης τους. Σίγουρα οι ενάγοντες όφειλαν να εντόπιζαν τις διαφορές αυτές σε προγενέστερο στάδιο αλλά αυτό φαίνεται ότι δεν έγινε. Όπως ανέφερα και πιο πάνω ο σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο εξετάζοντας τον παράγοντα της καθυστέρησης είναι ο χρόνος που παρέρχεται από τον εντοπισμό της ανάγκης για τροποποίηση μέχρι και την καταχώρηση της σχετικής αίτησης. Εδώ, η αναγκαιότητα για την τροποποίηση περιήλθε σε γνώση των εναγόντων στις 13.2.2009 και η αίτηση τους καταχωρήθηκε στις 19.2.2009 οπότε δεν βλέπω να υπάρχει οποιαδήποτε κωλυσιεργεία από μέρους των εναγόντων στο να ενεργήσουν. Πέραν τούτου και η οποιαδήποτε καθυστέρηση τους δικαιολογείται με τον ισχυρισμό της παραδρομής λόγος ο οποίος είναι αποδεκτός σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. SABA & Co. (T.M.P.) v T.M.P. Agents (πιο πάνω)). Δεν το θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ λεπτομερώς με τη θέση των εναγόντων περί τυπογαρφικού λάθους αφού κάτι τέτοιο είναι φανερό από τη νομολογία ότι δεν εμπίπτει εντός της έννοιας και της ερμηνείας που δίδεται στο τυπογραφικό λάθος. Στην Φιλίππου ν Compass Ins. Co
(1989)1 CLR 664, στη σελίδα 668 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το πρώτο θέμα το οποίο εγείρεται είναι αν η τροποποίηση αφορά γραμματικό λάθος. Τι αποτελεί γραμματικό λάθος στη δικογραφία είχα την ευκαιρία να εξετάσω στην υπόθεση Koumi v Republic
(1987)3 CLR 1519. Μετά από εκτίμηση των αρχών που έχει καθιερώσει η νομολογία κατέληξα: ". a clerical error in this context is one arising from the failure on the part of the framer to give effect by the employment of the appropriate word or phrase to his objectively manifest intention" (p.1522). Γραμματικό είναι το λάθος το οποίο ανάγεται αποκλειστικά στην διατύπωση σε αντίθεση με την διαμόρφωση των θέσεων του διαδίκου και αποβλέπει στον εναρμονισμό του λόγου με την έκδηλη πρόθεση». Στην παρούσα υπόθεση είναι φανερό ότι η αιτούμενη τροποποίηση αφορά καθαρά νέα διαμόρφωση της θέσης των εναγόντων η οποία δεν μπορεί κατά την κρίση μου να ενταχθεί στην έννοια του τυπογραφικού λάθους. Όσον αφορά το θέμα της κακοπιστίας στο οποίο ουσιαστικά εδράζεται η ένσταση του εναγομένου 3 αναφέρω ότι το βάρος για την απόδειξη τέτοιου ισχυρισμού βαρύνει τον διάδικο που τον επικαλείται. Επιπλέον, για να δικαιολογείται μια τέτοια κατάληξη πρέπει η κακοπιστία να είναι εμφανής και διάχυτη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τα γεγονότα τα οποία έχω ενώπιον μου όπως επίσης και από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης δεν μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια σε τέτοιο εύρημα. Παρόλα αυτά όμως δεν μπορώ να μην επαναλάβω τον προβληματισμό μου σε σχέση με το περιεχόμενο της προηγούμενης ένορκης δήλωσης του ενάγοντα 1 στις 30.11.2004 όπου τα γεγονότα ήταν αυτά της υφιστάμενης έκθεσης απαίτησης τους. Επαναλαμβάνω εδώ ότι ο ενάγοντας 1 δεν αντεξετάστηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας σε σχέση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του. Με τα πιο πάνω δεδομένα η ύπαρξη και μόνο της προαναφερόμενης ένορκης δήλωσης δεν μπορεί από μόνη της να αποτελέσει και απόδειξη κακοπιστίας. Τώρα όσον αφορά την ουσία της αιτούμενης τροποποίησης η θέση του καθ' ου η αίτηση είναι ότι κακόπιστα γίνεται προσπάθεια εισαγωγής νέων γεγονότων, εφόσον οι ενάγοντες προσπαθούν με την αιτούμενη τροποποίηση να εισαγάγουν ισχυρισμό περί ύπαρξης παράλληλης συμφωνίας εγγύησης το 2000 αντί του 2003 όπως ήταν αρχικά η θέση τους με σκοπό να καλύψουν τις αντιφάσεις που ο ενάγοντας 1 δημιούργησε με την μαρτυρία του. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού (πιο πάνω) λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι: « δεν ήταν εκ προοιμίου νομικά επιλήψιμη η επιδίωξη τροπoποίησης για να συνάδει η προσαχθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο του διαδίκου.». Στο Annual Practice του 1958 στη σελ. 625 αναφέρεται επίσης: «Where the amendment has become necessary by reason of a variance between the statement of claim and evidence at the trial, it should be asked for at the conclusion of the plaintiffs case (Rainy v Bravo, L.R. 4 P.C.287) .» Στην υπόθεση Saba & Co v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, με αναφορά στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού (πιο πάνω) λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης για τροποποίηση. Στην τελευταία υπόθεση αποφασίστηκε ότι η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Το θέμα της κακοπιστίας έχει εξεταστεί πιο πάνω και παρόλο που το θέμα της βλάβης στην άλλη πλευρά δεν εγέρθηκε συγκεκριμένα το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να το εξετάσει με δεδομένο το στάδιο στο οποίο γίνεται η παρούσα αίτηση. Στην σελίδα 627 του συγγράμματος Annual Practice του 1958 διατυπώνεται με καθαρότητα το κριτήριο του τι αποτελεί νέα βάση αγωγής : « The court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v Murdoch, 1 Ch. D. 42, Hubbuck v Helms, 56 L.J. Ch. p.539). But it will do so where the amendment would change the action into one of substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action.». Εξετάζοντας το περιεχόμενο της αιτούμενης τροποποίησης σε σχέση με τη νομολογία που διέπει το θέμα, κρίνω ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν αποτελεί εισαγωγή νέας βάσης αγωγής σε σχέση με τον εναγόμενο 3 αλλά στην ουσία διεύρυνση της υφιστάμενης παραπέμποντας σε παράλληλη συμφωνία εγγύησης το έτος 2000, δηλαδή προγενέστερα από την κατ' ισχυρισμό συμφωνία εγγύησης του
  1. Η βάση της αγωγής παραμένει δηλαδή η ίδια απλά η κατ' ισχυρισμό παράλληλη συμφωνία εγγύησης τοποθετείται χρονικά το 2000 όπου κατ΄ισχυρισμό υπογράφηκε και η συμφωνία των εναγόντων με τους εναγομένους 1 και 2 και όχι το 2003 όπως ήταν ο αρχικός τους ισχυρισμός. Σημειώνω εδώ ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της ορθότητας και ή της αυθεντικότητας των ισχυρισμών των εναγόντων. Η κρίση μου αφορά μόνο το διαδικαστικό μέρος και όχι την ουσία των προτεινόμενων ισχυρισμών. Περαιτέρω με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω κρίνω ότι δεν μπορεί να λεχθεί ότι με την αιτούμενη τροποποίηση προκαλείται δυσμενής επηρεασμός στον εναγόμενο 3, εκτός από το θέμα των εξόδων για το οποίο μπορεί να αποζημιωθεί. Πέραν τούτου οι εναγομένοι διατηρούν το δικαίωμα τους εάν επιθυμούν να καταχωρήσουν υπεράσπιση στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης των εναγόντων και ακόμη να αντεξετάσουν τον ενάγοντα 1 εφ' όλης της ύλης ενόψει του ότι ακόμη δεν άρχισε η αντεξέταση του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και χωρίς να μου διαφεύγει το στάδιο στο οποίο έγινε η αίτηση αλλά λαμβάνοντας υπόψη και το ότι είναι προς όφελος της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια μπορεί και πρέπει να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος των εναγόντων για τροποποίηση. Ως αποτέλεσμα εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης ως η παράγραφος Α της αίτησης. Τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα/έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός τεσσάρων ημερών από σήμερα και αντίγραφο να παραδοθεί την ίδια ημέρα στους δικηγόρους των εναγομενων 1,2 και
  2. Υπεράσπιση στο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα/έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός τεσσάρων ημερών μετέπειτα. Τυχόν απάντηση των εναγόντων να καταχωρηθεί εντός δύο ημερών από την παράδοση της υπεράσπισης των εναγομένων στους δικηγόρους των εναγόντων. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης και όλα τα έξοδα που θα απολεσθούν συνεπεία της τροποποίησης, επιδικάζονται σε βάρος των εναγόντων - αιτητών και υπέρ των εναγομένων 1,2 και 3 - καθ' ων η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία να πληρωθούν στο τέλος της ακροαματικής διαδικασίας, με τη διαφοροποίηση ότι οι εναγομένοι 1 και 2 πλην των απολεσθέντων εξόδων δικαιούνται μόνο τα αρχικά έξοδα της αίτησης ενόψει της αποδοχής του αιτήματος των εναγόντων. (Υπ.) ............. Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject:: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά:: Πολιτική Δικονομία - Τροποποίηση - Δ.25) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.