Λούη Γεωργίου Σιδερά ν. Ανδρέα Θεοδώρου Σοφοκλέους κ.α., Αρ. Αγωγής 890/08, 10.3.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A66 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 890/08 Μεταξύ: Λούη Γεωργίου Σιδερά, εκ Λεμεσού Ενάγοντα και
- Ανδρέα Θεοδώρου Σοφοκλέους, εκ Λεμεσού
- Ευθυμίας Σοφοκλέους, εκ Λεμεσού
- Γεωργίου Σοφοκλέους, εκ Λεμεσού Εναγομένων (Και ως ετροποποιήθηκε δυνάμει διάταγματος ημερ. 17.12.08) Μεταξύ Λούη Γεωργίου Σιδερά, εκ Λεμεσού Ενάγοντα και
- Ανδρέα Θεοδώρου Σοφοκλέους, εκ Λεμεσού
- Ευθυμίας Σοφοκλέους, εκ Λεμεσού
- Γεωργίου Σοφοκλέους, εκ Λεμεσού
- Σωτήρη Σοφοκλέους από τη Λεμεσό,
- Κύπρου Παναγιώτου από τη Λεμεσό
- Ανδρέα Μαυρουδή από τη Λεμεσό
- Ευριπίδη Μάππα, κοινοτάρχης Παραμύθας Εναγομένων (Αίτηση ημερ. 29.10.08) 10.3.2009 Για αιτητή-ενάγοντα: κος Φασουλιώτης (για την εκφώνηση της απόφασης κος Χρ. Τιμοθέου) Για καθ'ων η αίτηση - εναγόμενους: κος Χειμώνας (για την εκφώνηση της απόφασης κος Χρ. Παναγή) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας - αιτητής επιζητεί με την παρούσα αίτηση, διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους εναγόμενους 2 και 3 να πωλήσουν και/ή άλλως πως διαθέσουν την ακίνητη περιουσία τους που ξεχωριστά παρατίθενται για μεν την Εναγόμενη 2 στο Παρακλητικό Α(α-δ) και για τον Εναγόμενο 3 στο Παρακλητικό Β (α - στ). Ακόμα διατυπώνεται αίτημα για παγοποίηση συγκεκριμένων λογαριασμών του Εναγόμενου 1 (Παρακλητικό Γ και Στ ), της Εναγόμενης 2 (Παρακλητικό Δ, ΣΤ και Ζ) του Εναγόμενου 3 (Παρακλητικό Ε). Ο ενάγοντας στην ένορκη δήλωση του που στηρίζει την αίτηση αναφέρει ότι με την αγωγή αυτή διεκδικεί, μεταξύ άλλων την επιστροφή του ποσού των €5.412.654 (ΛΚ3.067.886) το οποίο του απέσπασε ο εναγόμενος 1 «κατόπιν ψευδών παραστάσεων, απάτης και δόλου και σε συνωμοσία με τους υπόλοιπους εναγόμενους μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου 2007». Είναι γεγονός ότι ο ενάγοντας είχε προσφύγει στο Δικαστήριο με παρόμοια αίτηση ημερ. 27.3.08 με την οποία ζητούσε μεταξύ άλλων και την έκδοση των αιτουμένων με την παρούσα αίτηση διαταγμάτων εκτός του Παρακλητικού Ζ. Και στη διαδικασία αυτή εξεδόθη απόφαση ημερ. 9/7/2008 του Δικαστή κ. Κ. Παμπαλλή Π.Ε.Δ (όπως ήταν τότε) με την οποία απέρριπτε την αίτηση για τους λόγους που εκτίθενται σ'αυτή. Η ένορκη δήλωση του ενάγοντα στην πρώτη αίτηση υιοθετείται με την παρούσα. Στην πρώτη του ένορκη δήλωση (ημερ. 27/3/08) που στήριξε την τότε αίτηση του ο ενάγων αναφέρθηκε αρχικά «στη συμφωνία για συνεταιριστική αγορά κτήματος στο χωριό Παραμύθα μεταξύ του ιδίου και του εναγόμενου 3». Στη συνέχεια, ο ενάγων υποστήριξε ότι ο εναγόμενος 3 τον έφερε σε επαφή με τον εναγόμενο
- Ακολούθως, ήλθε σε συμφωνία με τον τελευταίο για την αγορά διαφόρων κτημάτων στη Λεμεσό τα οποία ανήκαν σε Τουρκοκύπριους. Ο ενόρκως δηλών περιγράφει μια σειρά από συναντήσεις που, κατά τον ισχυρισμό του, έγιναν είτε στη Λεμεσό στο σπίτι του εναγομένου 1, είτε στην Κερύνεια με τους υποτιθέμενους Τουρκοκυπρίους ιδιοκτήτες και περαιτέρω την καταβολή εκ μέρους του διαφόρων ποσών ως προκαταβολή ή τίμημα για την αγορά των συγκεκριμένων κτημάτων. Αναφέρεται επίσης σε σωρεία συναντήσεων, πολλές ανταλλαγές επιταγών, αριθμό επισκέψεων σε κτήματα είτε στην περιοχή Λεμεσού, είτε αλλού με στόχο διάφορες αγορές και τη συνεταιρική αγορά τους από τον ίδιο και τον εναγόμενο
- Κάμνει αναφορά επίσης σε ποσά τα οποία είχε κατά διαστήματα δώσει στον εναγόμενο 1 για την επίτευξη του πιο πάνω στόχου. Σε κάποιο στάδιο, συνεχίζει ο αιτητής, ο εναγόμενος 1 του μεταβίβασε κάποια κτήματα στην περιοχή Λεμεσού, τα οποία στη συνέχεια ο ενάγων διαπίστωσε ότι δεν ανταποκρίνοντο ούτε στην τοποθεσία που συμφωνήθηκε, ούτε στην αξία που προσδιορίστηκε στην μεταξύ τους συμφωνία. Η αξία των κτημάτων τα οποία του μεταβίβασε ο εναγόμενος δεν ξεπερνούν, σύμφωνα με τον εκτιμητή του, το συνολικό ποσό των περίπου 500.000.
- Το παράπονο του ενάγοντα είναι ότι παρόλο τα χρήματα που έδωσε στον εναγόμενο 1, ο τελευταίος δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις του με αποτέλεσμα να διεκδικεί δικαστικώς το ποσό το οποίο αναφέρεται στο κλητήριο ένταλμα, ήτοι στο συνολικό ποσό των €5.412.654.
- Κύρια βάση αγωγής είναι «οι ψευδείς παραστάσεις και/ή απάτη και/ή δόλος» του εναγόμενου 1 με την συνδρομή των εναγομένων 2 και
- Ουσιαστικά με την κρινόμενη αίτηση, ο ενάγοντας ζητεί κυρίως εκ νέου διάταγμα για δέσμευση της ακινήτου περιουσίας των εναγομένων 2 και
- Η απόφαση του κ. Παμπαλλή επ' αυτού του σημείου έχει ως εξής: (αφού εκδίδει δεσμευτικό διάταγμα για τα ακίνητα του εναγόμενου 1). Για την εναγόμενη 2: «Η εναγόμενη 2 με τη δική της ένορκη δήλωση αρνείται ουσιαστικά όλο το φάσμα των γεγονότων που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα και εμπλέκουν την ίδια στην διαδικασία συνομολόγησης της συμφωνίας του ενάγοντα με τον εναγόμενο 1, ή και ακόμα με τις οποιεσδήποτε γραπτές δηλώσεις ή τις ανταλλαγές επιταγών μεταξύ ενάγοντα και του εναγόμενου
- Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι ο ίδιος ο ενάγων θεωρεί ότι η εναγόμενη 2 είχε εμπλοκή σε ένα συγκεκριμένο περιστατικό σύμφωνα με το οποίο η τελευταία είχε τοποθετήσει «μια ουσία» στο ποτό του ενάγοντα και επέτρεψε, κατά τον ισχυρισμό του, στον εναγόμενο 1 να αφαιρέσει διάφορα έγγραφα που είχε στην κατοχή του ο ενάγων. Αυτή είναι η εμπλοκή που ο ίδιος ο ενάγων θέτει για την εναγόμενη 2 στην παράγραφο 25 της ενόρκου δηλώσεως του. Η εναγόμενη 2, όπως έχω σημειώσει, το μόνο που παραδέχεται στην παράγραφο 26 της δικής της ένορκης δήλωσης είναι ότι όντως κέρασε τον ενάγοντα τη συγκεκριμένη μέρα, όταν ο τελευταίος βρισκόταν στο σπίτι της. Πέραν από αυτό η εναγόμενη 2 δεν αποδέχεται τίποτε άλλο που να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατάληξης σε ασφαλές συμπέρασμα ως προς τα γεγονότα που συνθέτουν την εμπλοκή της στην υπόθεση. Όπως έχω σημειώσει πιο πάνω, το βάρος απόδειξης των αμφισβητουμένων γεγονότων, βρίσκεται στους ώμους του ενάγοντα. Κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί και ο ισχυρισμός του ενάγοντα παρέμεινε μετέωρος. Η ανυπαρξία πραγματικού υποβάθρου το οποίο να βοηθήσει το Δικαστήριο να προχωρήσει, εντάσσοντας το, στην εξέταση ύπαρξης των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 οδηγεί σε τερματισμό της διαδικασίας σε αυτό το στάδιο. Πώς μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει εάν υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση όταν δεν υπάρχει υπόβαθρο πάνω στο οποίο να μπορεί να στηριχθεί για περαιτέρω εξέταση του θέματος. Συνακόλουθα, βρίσκω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/6 ως προς την απαίτηση για έκδοση διατάγματος εναντίον της εναγόμενης 2*. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ 1980 η διαπίστωση ότι δεν υπάρχει συζητήσιμο θέμα καθιστά περιττή την εξέταση των υπολοίπων κριτηρίων. Επίσης η μη τεκμηρίωση των προβληθέντων ισχυρισμών επιδρά καταλυτικά στη διαπίστωση της ύπαρξης ή όχι της πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί την δεύτερη προϋπόθεση για έκδοση ενός συντηρητικού διατάγματος, Union Gen. Armen De Bienfais v. Mutafan
(2006)1 Α.Α.Δ
- Με γνώμονα τα πιο πάνω βρίσκω ότι ο ενάγων έχει αποτύχει να στοιχειοθετήσει την αίτηση του εναντίον της εναγόμενης 2 ως προς την παράγραφο Β της αίτησης». Για τον Εναγόμενο 3: «Όπως έχω σημειώσει πιο πάνω και ο εναγόμενος 3 με τη δική του ξεχωριστή ένορκη δήλωση παραδέχεται ότι είχε οικονομικές δοσοληψίες με τον ενάγοντα, όπως επίσης και το γεγονός ότι είναι ο ίδιος ο οποίος είχε φέρει σε επαφή τον τελευταίο με τον πατέρα του, εναγόμενο
- Το υπόλοιπο μέρος της ενόρκου δηλώσεως του ενάγοντα δεν γίνεται αποδεκτό από τον εναγόμενο
- Ο ενάγων στην παράγραφο 15 της ενόρκου δηλώσεως του περιγράφει ένα περιστατικό σύμφωνα με το οποίο, στις 4.7.2007 ο ίδιος είχε παραδώσει ποσό £160.000,00 στον εναγόμενο 3 με σκοπό να το παραδώσει στον πατέρα του, εναγόμενο
- Αυτό το περιστατικό ειδικώς το αρνείται ο εναγόμενος 3 με την παράγραφο 15 της ενόρκου δηλώσεως του. Στην παράγραφο 22 της ενόρκου δηώσεως του ενάγοντα γίνεται αναφορά σε ένα περιστατικό που έλαβε χώρα στο σπίτι του εναγόμενου 1 στην παρουσία του εναγόμενου
- Και αυτό το περιστατικό δεν γίνεται αποδεκτό με την παράγραφο 22 της ενόρκου δηλώσεως του εναγόμενου
- Αυτά είναι τα μόνα περιστατικά τα οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα εμπλέκουν τον εναγόμενο
- Δεν έχουν όμως αποδειχθεί, στο βαθμό που απαιτείται για εξέταση της παρούσας αίτησης αφού ήταν αντικείμενο άρνησης από πλευράς του εναγόμενου
- Συνακόλουθα, βρίσκω, όπως και στην περίπτωση της εναγόμενης 2 ότι ο ενάγων έχει αποτύχει να στοιχειοθετήσει το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου θα μπορούσε το Δικαστήριο να προχωρήσει και να εντάξει τα γεγονότα στη νομική αρχή που εξάγεται από την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Επομένως, δεν μπορεί να εκδοθεί ούτε το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Γ της αίτησης».* Eπίσης με την παρούσα αίτηση ζητούνται και παγοποιήσεις των λογαριασμών των εναγομένων 1, 2 και
- Αναφορικά με τις παγοποιήσεις λογαριασμών η απόφαση του κ. Παμπαλλή λέει τα ακόλουθα: «Τα αιτούμενα διατάγματα με βάση τις παραγράφους Δ, Ε και ΣΤ έχουν σχέση με προσωπικούς λογαριασμούς που σύμφωνα με την αίτηση διατηρούν οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 στην ΣΠΕ Αγίας Φύλας. Δεν υπάρχει οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο στην αίτηση που να δικαιολογεί το αίτημα του ενάγοντα για δέσμευση των συγκεκριμένων λογαριασμών*. Συνακόλουθα, ούτε αυτό το σκέλος της αίτησης μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη». Αποτέλεσμα αυτής της θεώρησης ήταν η απόρριψη της αίτησης ως προς τις σχετικές παραγράφους. Με την παρούσα διαδικασία, ο κ. Φασουλιώτης και ο αιτητής επικαλούνται νέα στοιχεία που περιήλθαν στην κατοχή τους μετά από διάταγμα αποκάλυψης που εξασφάλισαν εναντίον της ΣΠΕ στις 26.9.
- Η ένσταση των εναγομένων και η αγόρευση του κ. Χειμώνα εστιάσθηκε ιδιαίτερα στο θέμα του δεδικασμένου αναφορικά ακριβώς με την πιο πάνω απόφαση του κ. Παμπαλλή. Είναι λοιπόν πρωταρχικό να αποφασισθεί αν στοιχειοθετείται δεδικασμένο και αν ναι σε ποια έκταση. Ο αιτητής αρνείται την ύπαρξη δεδικασμένου, θέση που στηρίζει νομικά και στις αγορεύσεις του ο κ. Φασουλιώτης. Αποτελεί μέρος της εξήγησης του ότι με την κρινόμενη αίτηση εισάγει νέα ουσιαστικά στοιχεία που του δόθηκαν σε συνάρτηση με τους λογαριασμούς μετά από διάταγμα αποκάλυψης εναντίον της ΣΠΕ Αγίας Φύλας. Ο ενάγων περιγράφει στις παραγράφους 10(α-στ) και 11 της ένορκης του δήλωσης τα νέα, ως τα αποκαλεί, στοιχεία. Στην παράγραφο 12 δε της ιδίας δήλωσης αναφέρει τις αξίες των ακινήτων, εκείνων των ιδίων ακινήτων για τα οποία υπήρξε η πρώτη διαδικασία. *Οι υπογραμμίσεις στο κείμενο είναι του παρόντος Δικαστηρίου Στη βάση αυτή γίνεται επίκληση της υπόθεσης Arnold - v - Natwest Bank
(1991)3 All E.R. 41 σελ.50 όπου νέα στοιχεία που λήφθηκαν έδωσαν βάση για νέα αίτηση στο Δικαστήριο. Το θέμα δε τίθεται ευρύτερα από τον κ. Φασουλιώτη στο ότι η απόφαση του κ. Παμπαλλή, έχουσα ακριβώς το χαρακτήρα ενδιάμεσης δεν δημιουργεί δεδικασμένο ως μη στοιχειοθετούσα τελεσιδικία. Παράπεμψε δε επ' αυτού το Δικαστήριο στην υπόθεση Χαραλάμπους - ν - Χαραλάμπους Π.Ε. 39/2007, ημερ. 19.12.08 και Tabalo - v -Nautley Sh. Co. Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ 1488 σελ. 1499 με ειδική αναφορά στο απόσπασμα της Μarchiones of Huntly v. Gaskell
(1905)2 Ch. 656, σελ. 667 (C.A) και Halsbury's Laws of England, 3rd ed., Τόμος 15, 393, κάτω από το τίτλο ("Interlocutory Judgements"). Στην αντιπέρα όχθη, ο κ. Χειμώνας προς επίρρωση της θέσης του, στηρίχθηκε βέβαια στο ίδιο το περιεχόμενο της απόφασης του κ. Παμπαλλή ειδικά στο ότι το Δικαστήριο αποφάσισε πως δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα κατά των εναγομένων 2 και 3 ως επίσης πως δεν υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας. Κατά την θέση του ο αιτητής δεν προσθέτει «τίποτε απολύτως με την νέα του αίτηση και την ένορκο του δήλωση με την οποία υποστηρίζει την νέα του αίτηση». Υπογραμμίζεται ότι η Εκθεση Απαίτησης κατεχωρήθηκε μετά την παρούσα αίτηση και ένσταση και το περιεχόμενο της δεν υιοθετήθηκε ενόρκως. Θεωρώ ορθή την προσέγγιση του κ. Χειμώνα επ'αυτού του σημείου, ότι δηλαδή το δικαστήριο δεν δύναται να λάβει υπόψη το περιεχόμενο της Εκθεσης Απαίτησης αφού αυτό δεν υιοθετήθηκε ένορκα και καταχωρήθηκε μετά τις επίμαχες υπό εξέταση ένορκες δηλώσεις. Μια τέτοια πορεία, είναι φανερό, ότι θα οδηγούσε σε άδικο αποτέλεσμα. Επιπρόσθετα σύμφωνα με τον κ. Χειμώνα ακόμα και το γεγονός ότι ο ενάγων είχε επιτύχει σε διάταγμα αποκάλυψης λογαριασμών δεν προσθέτει ο,τιδήποτε στο αίτημα που προβάλλεται δια της παρούσης αφού «οι λογαριασμοί ήταν γνωστοί στον ενάγοντα και τους επικαλείται με την αίτηση του ημερ. 27.3.08». Ο διαχωρισμός των αποφάσεων σε ενδιάμεσες και τελικές και ο συνεπακόλουθος αποκλεισμός ή μη της επίκλησης του δεδικασμένου, στην οποία προβαίνει ο κ. Φασουλιώτης, ενέχει μια αυστηρά ασπρόμαυρη προοπτική που δεν αποδίδει πλήρως την πραγματικότητα της νομικής αντίκρυσης των συζητουμένων θεμάτων. Ο δικαστής Νικήτας (όπως ήταν τότε) στην απόφαση του ημερ. 29.3.95 επί δεύτερης αίτησης αναστολής της αγωγής ναυτοδικείου στην υπόθεση 1. K.S.R. Commercio e Industria de Papel & άλλων - ν - Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ 309 προβαίνει στις εξής εύστοχες διαπιστώσεις που ισχύουν, κατά την κρίση μου, και στην παρούσα υπόθεση: «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δεν δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ό,τι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε τη τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ'επιλογή του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Ετσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα* Μια από τις πλέον αυθεντικές διατυπώσεις του κανόνα έγινε από το Sir James Wigram, V-C., στην Henderson v. Henderson
(1843)3 Hare 100 στις σελ. 114-115: "In trying this question I believe I state the rule of the court correctly when I say that, where a given matter becomes the subject of litigation in, and of adjudication by, a court of competent jurisdiction, the court requires the parties to that litigation to bring forward their whole case, and will not (except under special circumstances) permit the same parties to open the same subject of litigation in respect of matter which might have been brought forward as part of the subject in contest, but which was not brought forward, only because they have, from negligence, inadvertence, or even accident, omitted part of their case. The plea of res judicata applies, except in special cases, not only to points upon which the court was actually required by the parties to form an opinion and pronounce a judgment, but to every point which properly belonged to the subject of litigation, and which the parties, exercising reasonable diligence, might have brought forward at the time". Bλέπε επίσης Fidelitas Shipping Co., Ltd v. V/O Exportchleb
(1965)2 All E.R.
- Είναι, εντούτοις, απαραίτηση προϋπόθεση, όπως επισημαίνεται και στην παραπάνω απόφαση, η μόρφωση και έκφραση γνώμης από το Δικαστήριο με τρόπο καθοριστικό είτε σε ζήτημα νομικό είτε πραγματικό. Η ενασχόληση του Δικαστηρίου με την ουσία του επίδικου θέματος είναι η βάση για την εφαρμογή του διατάγματος res judicata. Βλέπε Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 16, παράγραφος
- Ο όρος «δικαστική διαδικασία» περιλαμβάνει και αίτηση στην οποία εκδόθηκε παρεμπίπτουσα διαταγή: Peareth v. Marriott
(1882)22 Ch. D. 182, 191 και Badar Bee v. Habib Merican Noordin
(1909)A.C. 615, P.C." * Σημασία έχει με βάση την πιο πάνω θεώρηση αν δόθηκε απόφαση (adjudication, determination) επί της οποίας οποιουδήποτε θέματος νομικού ή πραγματικού που θα θεμελίωνε res judicata. *Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου Στην παρούσα αίτηση με αναφορά την απόφαση του δικαστή Παμπαλλή το ερώτημα διατυπώνεται αν το Δικαστήριο διαγιγνώσκει την ουσία για τα επίδικα θέματα που αφορά η διαδικασία, δηλαδή για τις προϋποθέσεις του άρθ. 32 τόσο σε πραγματικό όσο και νομικό επίπεδο. Στο σύγγραμμα The doctrine of Res Judicata, Spencer Bower, έκδοση του 1924, αναφέρονται τα εξής σχετικά στη σελ. 28: "
- When an action, or motion, or application is dismissed by a judicial tribunal after a trial or hearing, it is often a question whether anything can be said to have been decided, so as to conclude the parties, beyond the actual fact of the dismissal. The answer to this inquiry depends upon whether, on reference to the record and such other materials as may properly be resorted to, the dismissal itself is seen to have necessarily involved a determination of any particular issue or question of fact or law, in which case there is an adjudication* on that question or issue; if otherwise, the dismissal decides nothing, except that in fact the party has been refused the relief which he sought. Είναι γεγονός ότι ο αδελφός μου δικαστής κ. Παμπαλλής στην απόφαση του προέβη όντως σε ευρήματα επί της ουσίας της αίτησης (όχι βέβαια της αγωγής). Και αυτό είναι το ζητούμενο εν προκειμένω. Δεν μπορούμε εύλογα να θεωρήσουμε ότι δεν πρόκειται για επέμβαση στην κρίση του, η εκ νέου ενασχόληση με το θέμα, αφού ουσιαστικά ζητείται αναθεώρηση του ευρήματος του για μη στοιχειοθέτηση της πρώτης και δεύτερης προϋπόθεσης σε συνάρτηση με το άρθ. 32 για τους εναγόμενους 2 και 3 αλλά και έλλειψης στοιχείων τέτοιων που θα μπορούσαν να το οδηγήσουν σε δέσμευση λογαριασμών του εναγόμενου
- Η πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση συνυπάρχουν με την έννοια της εγειρόμενης απαίτησης που παίρνει την μορφή αγωγής (έστω με τον τύπο Ο.2 r.1) ως προϋπάρχουσα της αίτησης του συντηρητικού διατάγματος. Δεν μπορώ να κατευθύνω την σκέψη μου πως αυτό θα μπορούσε στη πορεία των πραγμάτων να αλλάξει και ο διάδικος που απέτυχε στο πρώτο σχετικό διάβημα του να επανέλθει με ταυτόσημες θεραπείες χωρίς αυτό να πλήττει καταλυτικά το θεμέλιο της τελεσιδικίας της αίτησης. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 εκρίθη τελεσίδικα. Δεν υπάρχει τρόπος επανανοίγματος της διαδικασίας χωρίς να πλήττονται οι αρχές που διατύπωσε με σαφήνεια ο Δικαστής Νικήτας και οι λοιπές αυθεντίες. Εκδηλα με την παρούσα αίτηση ο αιτητής επιζητεί μια δεύτερη ευκαιρία να ακουστεί επί θεμάτων που αποφασίσθηκαν. Παρά τη διατύπωση της κρίσης μου ότι τα τεθέντα στοιχεία δεν μπορούν να προσδώσουν ο,τιδήποτε στα ήδη διατυπωθέντα ως ευρήματα, είμαι υποχρεωμένη να τα εξετάσω έστω και αν θεωρούσα ότι αποτελούν νέα στοιχεία, τέτοια που θα μπορούσαν να ήταν επίδικα στη δεύτερη δικαστική διαδικασία συντηρητικού διατάγματος. Το ερώτημα κατά πόσο ένας διάδικος μπορεί να αποφύγει την εφαρμογή του κανόνα του δεδικασμένου όταν επικαλείται στη δεύτερη διαδικασία θέματα που δεν εγέρθηκαν στη πρώτη διαδικασία, εξετάσθηκε στην υπόθεση Theori and others - v - Djoni and others
(1984)1 C.L.R 296 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας την αγγλική υπόθεση Henderson - v - Henderson (άνω) και Vernaeke - v - Smith
(1982)2 All E.R. 144 αποφάνθηκε ότι ο κανόνας δεν εφαρμόζεται μόνο σε θέματα που είχαν εξετασθεί στην πρώτη διαδικασία, αλλά και σε κάθε θέμα που ήταν στενά συνυφασμένο με την πρώτη διαδικασία και το οποίοι οι διάδικοι με λογική προσοχή θα μπορούσαν να είχαν εγείρει (βλ. και Παμπορίδης - ν - Κτημ. Τράπεζας Κύπρου
(1995)1 Α.Α.Δ 670 και Χαραλάμπους - ν - Χαραλάμπους Π.Ε. 39/07, ημερ. 19.12.08). Τα θεωρούμενα ως νέα στοιχεία που παρατίθενται στη παρ. 10 κ.ε. της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα εύλογα θα αναμενόταν ότι θα μπορούσαν να τύχουν κάποιας - έστω και όχι πλήρους αναφοράς στην πρώτη διαδικασία - αφού η ύπαρξη των κυρίων λογαριασμών ήταν σε γνώση του ενάγοντα και γι' αυτό ζητούσε δέσμευση αυτών. Το ίδιο βέβαια και για τα ακίνητα. Εξ άλλου η επιλογή της πρόκρισης του συντηρητικού διατάγματος πριν οποιασδήποτε αποκάλυψης από την ΣΠΕ ή άλλως πως, δεν μπορεί να του δίνει και το ταυτόχρονο δικαίωμα να επανέρχεται με αίτηση με σχεδόν ταυτόσημο παρακλητικό μ'αυτό που απορρίφθηκε. Επιπρόσθετα θα έλεγα ότι τα τεθέντα ως νέα στοιχεία μπορεί να καταδεικνύουν καταλήξεις ή απολήξεις μετρητών και συναλλαγών που αφορούσαν τον εναγόμενο 1 και τον ενάγοντα, εν τέλει, και σε λογαριασμούς των εναγομένων 2 και 3, η σύζευξη όμως αυτών των λογαριασμών δεν περιέχει τέτοια δυναμική για ανατροπή ευρήματος που αφορούσε την διαπίστωση του Δικαστηρίου για μη πλήρωση της πρώτης και δεύτερης προϋπόθεσης του αρθ. 32, η οποία, επαναλαμβάνω, εκρίθη τελεσίδικα, χωρίς υποβολή έφεσης, ακόμη και αν κριθεί ότι εύλογα δεν τα γνώριζε ο ενάγων. Αντίθετη πορεία θα οδηγούσε «στη τμηματική εκδίκαση διαφορών και την διαιώνιση τους» με θανατηφόρο πλήγμα στη διαδικασία. Ακριβώς από το κείμενο της απόφασης του κ. Παμπαλλή εξάγεται το αβίαστο συμπέρασμα της «διάγνωσης» της ουσίας των επιδίκων θεμάτων της αίτησης, γεγονός το οποίο δημιουργεί Res Judicata με αποτέλεσμα μοιραίο για την απόληξη της παρούσας αίτησης. Να παρατηρήσω ότι ο όρος ενδιάμεση απόφαση που χρησιμοποιείται έχει την έννοια της ενδιάμεσης ως προς την τελική διάγνωση της διαφοράς που θα συντελεσθεί με την ακρόαση της αγωγής. Δεν αλλοιώνει όμως την υφή της απόφασης ως επιλύουσας τα επίδικα θέματα της αίτησης τελεσίδικα. Καταλήγω, λοιπόν, ότι στην παρούσα αίτηση ο αιτητής εμποδίζεται από το Res Judicata της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 9.7.08 και ως εκ τούτου δεν μπορεί να πετύχει στην παρούσα αίτηση του. Σαν συνέπεια, η αίτηση απορρίπτεται. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ'ων η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα πληρωθούν στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............. Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία -Interim Order - Δεδικασμένο επί αίτησης) *H υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο