TLAIS ENTERPRISES LTD ν. Her Majesty's Revenue Customs, Αρ. Αγωγής: 319/07, 13.3.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 319/07 Μεταξύ: TLAIS ENTERPRISES LTD, από τη Λεμεσό Εναγόντων - και - Her Majesty's Revenue & Customs, (Ex Her Majesty's Custom and Excise), από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 27.12.2007 Ημερομηνία: 13.3.2009 Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κ. Α. Δημητρίου με κα Στεφανή, κα Στεφανή για ν΄ακούσει απόφαση Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Αχ. Δημητριάδης με κ. Μ. Χριστοφίδη, κ. Αχ. Δημητριάδης, κα Χρ. Περικλέους και κ. Χ. Σαμίρ για ν΄ακούσουν απόφαση Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρίστηκε την 19.1.2007 με Κλητήριο Ενταλμα γενικά οπισθογραφημένο. Είχε προηγηθεί διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.1.2007 στη Γενική Αίτηση 21/07 Ε.Δ. Λεμεσού για την σφράγιση και καταχώρηση του αφού οι Εναγόμενοι διαμένουν στο Ηνωμένο Βασίλειο εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Την 9.7.2007, στα πλαίσια πλέον της παρούσας αγωγής, εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση Ειδοποίησης του Κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Η επίδοση πραγματοποιήθηκε στις 19.10.
- Η Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε την 17.12.
- Στις 27.12.2007 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν την υπό κρίση Αίτηση με την οποία ουσιαστικά εξαιτούνται διάταγμα του Δικαστηρίου που να παραμερίζει: - Το διάταγμα ημερομηνίας 18.1.2007 για σφράγιση και καταχώρηση του Κλητηρίου. - Το διάταγμα ημερομηνίας 9.7.2007 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. - Το Κλητήριο και την Ειδοποίηση του. Επί το ότι: - Οι Εναγόμενοι έχουν προνόμιο ετεροδικίας έναντι της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου (Α του αιτητικού). - Δεν υπήρξε συμμόρφωση με τη διαδικασία επίδοσης που προβλέπεται στον Περί Ευρωπαϊκής Συμβάσεως περί Κρατικού Προνομίου Ετεροδικίας και Πρόσθετον Πρωτόκολλον (Κυρωτικό) Νόμο του 1976 (Β του αιτητικού). Περαιτέρω διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία στην αγωγή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας (Ε του αιτητικού). Στις εξαιτούμενες θεραπείες υπό στοιχεία Γ και Δ του αιτητικού δεν καταγράφεται λόγος εκτός και εάν θεωρηθεί πως παραπέμπουν στην έλλειψη δικαιοδοσίας που καταγράφεται στο στοιχείο Ε του αιτητικού που ακολουθεί. Η Αίτηση συνοδεύεται και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 20.12.2007 κάποιου Timothy Morris από το Λονδίνο, Ανώτερου Λειτουργού στο «Risk and Intelligence Service, H.M. Revenue & Customs», και συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ιδίου προσώπου ημερομηνίας 27.6.
- Η Καθ΄ ης η Αίτηση - Ενάγουσα καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης ημερομηνίας 8.4.2008 όπου εγείρονται 20 λόγοι ένστασης. Η Ειδοποίησης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Πτολεμαίου Τλαϊς, διευθυντή της Ενάγουσας ημερομηνίας 8.4.2008 και συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ιδίου προσώπου ημερομηνίας 12.9.
- Θα εξετάσω κάποιους προκαταρτικούς λόγους ένστασης. Είναι ορθή η προσέγγιση της ενιστάμενης Ενάγουσας πως δεν μπορεί να προσβάλλονται οι αιτήσεις στη βάση των οποίων εκδόθηκαν τα διατάγματα της 18.1.2007 και της 9.7.2007 (λόγοι ένστασης
(1)και
(3)) και φρονώ πως οι δικηγόροι των Εναγομένων, ενδεχομένως από υπερβολική ανησυχία μήπως παραλείψουν κάτι, συμπεριέλαβαν τις σχετικές θεραπείες. Η θέση πως το διάταγμα της 18.1.2007 δεν μπορεί να προσβληθεί στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης γιατί εκδόθηκε σε άλλη διαδικασία με άλλο αριθμό και τίτλο (λόγος ένστασης
(2)) είναι λανθασμένη και αντίθετη με τη νομολογία. Στην Hani Mousa El-Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1(B) A.A.Δ. 836, 841 αναφέρονται ως παρατηρήσεις τα εξής: «Η αποσύνδεση της αγωγής από την προηγηθείσα αίτηση μας φαίνεται να μοιάζει τεχνητή δεδομένης της συνάρτησης της αγωγής με ό,τι προηγήθηκε. Θα λέγαμε ότι η σημασία της προηγηθείσας αίτησης συνάπτεται προς τη σημασία της ιδίας αγωγής και εκφράζεται μέσα από την ύπαρξη της αγωγής. Με την αίτηση για ακύρωση ή παραμερισμό είναι κατ΄ ουσίαν η τύχη της αγωγής που κρίνεται. Και νομίζουμε πως μέσα στο πλαίσιο της είναι που πρέπει να εντάσσεται μια τέτοια αίτηση.» (βλ. ακόμα G.C.C. Computers Ltd v. Pendril Datacom Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1584 και Her Brittanic Majesty's Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1(B) A.A.Δ. 995). Με το λόγο ένστασης
(4)υποβάλλεται πως η ένορκη δήλωση του T. Morris που επισυνάπτεται στην υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να αγνοηθεί γιατί είναι συνταγμένη στην Αγγλική γλώσσα που δεν είναι μια εκ των επισήμων γλωσσών της Δημοκρατίας (βλ. Αρθρο 3.1 του Συντάγματος). Αναφέρεται στην Αναφορικά με την Αίτηση του Faz Aviation Limited κ.α., αρ. Αίτ. 30/07 ημερομηνίας 13.6.2007, σελ. 9, πως είναι νομικά επιτρεπτή ένορκη δήλωση στην Αγγλική (ή άλλη) γλώσσα, αλλά το Δικαστήριο έχει εξουσία να δώσει οδηγίες όπως μεταφραστεί στα Ελληνικά. Παραπέμπει η απόφαση στον Περί των Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμο του 1988 (Ν. 67/88), όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 154/90. Στην προκειμένη περίπτωση υφίστατο μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα του κειμένου της ένορκης δήλωσης του T. Morris και ένορκη δήλωση του μεταφραστή. Ότι η μετάφραση αφορά την ένορκη δήλωση του T. Morris είναι πρόδηλο αφού το παράρτημα «Β» της ένορκης δήλωσης του μεταφραστή είναι φωτοαντίγραφο της ένορκης δήλωσης του T. Morris και αυτό διαπιστώνεται στο πρόσωπο των κειμένων. Προχωρώ στα ουσιαστικά ζητήματα που εγείρονται με την υπό κρίση αίτηση. Η Δ.2 θ.
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί πως κανένα κλητήριο ένταλμα για επίδοση εκτός Κύπρου, ή του οποίου ειδοποίηση θα δοθεί εκτός Κύπρου, μπορεί να σφραγιστεί χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, η δε Δ.6 θ.
(1)των Θεσμών ορίζει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται από το Δικαστήριο η επίδοση εκτός Κύπρου του κλητηρίου ή ειδοποίησης του. Το ζήτημα της άδειας για σφράγιση τέτοιου κλητηρίου εντάλματος και το ζήτημα της άδειας για επίδοση του ή ειδοποίησης του εκτός Κύπρου είναι ζητήματα αλληλένδετα και κατά πόσο δικαιολογούνται κρίνεται σε αμφότερες τις περιπτώσεις με κύρια αναφορά στην ικανοποίηση των προϋποθέσεων της Δ.6 των Θεσμών. Αναφέρεται στην S.P.P. Projects Ltd v. Integral Equipment Sarl,
(1993)1 A.A.Δ.762, 764 ότι: «Η διαταγή για την επίδοση κλητηρίου (ειδοποίησης) εντάλματος στο εξωτερικό επιμαρτυρεί την ύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αγωγής που στρέφεται εναντίον κάτοικου του εξωτερικού, οπόταν δικαιολογείται η επίδοση της στην αλλοδαπή. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας εκ μέρους του δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Η έκδοση διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό, υποδηλώνει ότι το δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος [βλ. Sekavin S.A. v. Ship "PLATON CH."
(1987)1 C.L.R.297. H απόφαση αναφέρεται στον κ.24 των Θεσμών Ναυτοδικείου. Τα ίδια ισχύουν και για διατάγματα που εκδίδονται βάσει της Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας]. Διαταγή για επίδοση του κλητηρίου στο εξωτερικό, εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση του ενάγοντα. Διαφυλάσσεται όμως στον εναγόμενο το δικαίωμα να ακουστεί, χάριν της φυσικής δικαιοσύνης, και να ζητήσει τον παραμερισμό του διατάγματος. Το δικαίωμα κατοχυρώνεται με τις διατάξεις της Δ.16 θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στα πλαίσια του αιτήματος για παραμερισμό του διατάγματος, μπορεί να αμφισβητηθούν τόσο τα γεγονότα που το στοιχειοθετούν όσο και η δικαιοδοτική του βάση.» Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.6 η επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησής του εκτός δικαιοδοσίας επιτρέπεται μόνο εάν συντρέχουν οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: 1. Η υπόθεση πρέπει να εμπίπτει σε τουλάχιστον μία από τις κατηγορίες που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (
- a)έως (
- h)της Δ.6, θ.1. Εάν η υπόθεση δεν εμπίπτει σε καμία από τις κατηγορίες αυτές, τότε δεν υπάρχει δυνατότητα ή εξουσία παροχής άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και δεν τίθεται θέμα άσκησης οποιασδήποτε διακριτικής ευχέρειας από πλευράς του Δικαστηρίου. 2. Ο Ενάγοντας πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής (prima facie good cause of action) εναντίον του Εναγόμενου (Δ.6, θ.4). 3. Ο Ενάγοντας πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ώστε ικανοποιητικά να φαίνεται στο Δικαστήριο (sufficiently to appear to the Court) ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη (proper) για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (Δ.6, θ.4). Αναφέρεται στην Her Brittanic Majesty's Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1 (B) A.A.Δ.995, 1002-1003: «Όπως υποδείχθηκε στην Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R.58, στη σελ.67, όπου σημειώθηκε ότι οι αρχές εφαρμογής της πανομοιότυπης Αγγλικής πρόνοιας στην Ο.11 r.4 ήταν παρόμοιες με εκείνες που εφαρμόζονται στην περίπτωση του Καν.24 των Κανονισμών Ναυτοδικείου (βλ. Δευτερογενή Νομοθεσία, Τόμος ΙΙ, σελ.572 κ.ε.), εκείνο που απαιτείται είναι να καταδειχθεί ότι υπάρχει καλή συζητήσιμη υπόθεση. Υιοθετήθηκε εκεί το εξής απόσπασμα από την Chemische Fabrik vormals Sandoz v. Badische Anilin und Soda Fabriks
(1904)90 L.T.733 στη σελ.735: 'This does not, of course, mean that a mere statement by any deponent who is put forward to make the affidavit that he believes that there is a good cause of action is sufficient. On the other hand, the court is not, on an application for leave to serve out of jurisdiction ... called upon to try the action or express a premature opinion on its merits...' Xρειάζεται πάντως εύλογη μαρτυρία από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος: βλ. Hemelryck v. William Lyall Shipbuilding Co. Ltd
(1921)1 A.C.698, στη σελ.701. Και μάλιστα με πληρότητα. Όπως επεσήμανε ο Ιωσηφίδης, Δ. στη George D. Counnas and Sons Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd and another
(1963)2 C.L.R.266, 268: 'the plaintiff has to state in the affidavit or affidavits in support of his application the entire set of facts founding the enforceable right'. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι δεν αποφαίνεται το Δικαστήριο αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας. Όπως λέχθηκε στη Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 C.L.R.297, 300: '.. the disclosure of a cause of action is solely dependent on the objective implications of the facts set forth in the affidavit and not on the examination on the merits of the factual situation. Belief in the existence of a cause of action is not of itself sufficient. The facts must give rise to the existence of a prima facie or arguable case in order for the Court to exercise its discretion in favour of the proponent of service outside jurisdiction.'» Την θεραπεία του παραμερισμού διατάγματος με το οποίο δόθηκε άδεια για σφράγιση κλητηρίου και την θεραπεία του παραμερισμού διατάγματος με το οποίο δόθηκε άδεια για επίδοση κλητηρίου ή ειδοποίησης του εκτός Κύπρου εξαιτείται εξ΄ορισμού ο Εναγόμενος, το βάρος όμως απόδειξης το φέρει ο Ενάγοντας να πείσει εκ νέου το Δικαστήριο ότι ικανοποιούνταν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την παροχή σ΄αυτόν άδειας σφράγισης ή και επίδοσης. Στο σύγγραμμα Briggs & Rees "Civil Jurisdiction and Judgments", 4η εκδ., 2005 αναφέρονται σε συνάρτηση με την Δ.11 των Θεσμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας (σελ.346-347) τα εξής: «. the claimant, having no right to do it, will require the permission of the court to serve the claim form out of the jurisdiction. (.) The claimant makes his application for permission without the opponent being notified of it. The court will (or will not) grant permission. If permission is granted, as in practice it usually will be, the defendant may challenge the granting of the permission by an application under CPR Part 11. At this point there will be a full review of whether permission to serve should have been granted. The fact that permission was granted to the claimant in the first place is largely irrelevant at this point: no onus is placed on the defendant seeking to have the permission set aside. The court is not inhibited from discharging or varying the order, and for which the claimant now in substance (if not in form) re-applies, by reason of the fact that it had been made.» Οι ίδιες αρχές διατυπώνονται και στην GCC Computers Ltd v. Pendril Datacom Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ.1584, 1588-1589: «Ουσιαστικά η εισήγηση του δικηγόρου της εφεσείουσας είναι ότι αφ΄ ης στιγμής η εφεσείουσα εξασφάλισε, με μονομερή αίτηση, τις αιτηθείσες άδειες του δικαστηρίου στη Γενική Αίτηση 318/98, το βάρος της απόδειξης είχε μετατεθεί στην εφεσίβλητη, με αποτέλεσμα η τελευταία, στα πλαίσια της αίτησης της για παραμερισμό, να υπέχει υποχρέωση να αποδείξει με προφορική μαρτυρία ότι τα γεγονότα δεν ήσαν όπως τα είχε περιγράψει η εφεσείουσα στην ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της μονομερούς αίτησης της. Τούτο δεν είναι ορθό. Η υποχρέωση της εφεσείουσας όταν ζητούσε μονομερώς τις άδειες του δικαστηρίου, στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 318/98, ήταν να αποδείξει ότι είχε εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπόθεση εναντίον της εφεσίβλητης. Το βάρος αυτό παρέμεινε στους ώμους της εφεσείουσας καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας για παραμερισμό των αδειών που δόθηκαν από το δικαστήριο στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης.» Το απόσπασμα αναφέρεται στην προϋπόθεση της απόδειξης εκ πρώτης όψεως καλής υπόθεσης που προνοείται στη Δ.6 θ.
(4)των Θεσμών είναι όμως πρόδηλο ότι τα όσα αναφέρονται ισχύουν στον ίδιο βαθμό αναφορικά και με τις λοιπές προϋποθέσεις για παροχή αδείας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας που προβλέπονται από τη Δ.6, θ.1. To επόμενο ζήτημα αφορά το μαρτυρικό υλικό πάνω στο οποίο ο Ενάγοντας μπορεί να βασιστεί στο στάδιο τούτο της αίτησης για παραμερισμό της άδειας σφράγισης και επίδοσης. Στην Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners
(1993)1 A.A.Δ. 1030, 1033 αναφέρεται πως: «Το αντικείμενο της διαδικασίας παραμένει το ίδιο με εκείνο της μονομερούς αίτησης, δηλαδή η διαπίστωση των προϋποθέσεων για άσκηση δικαιοδοσίας σε σχέση με πρόσωπο το οποίο ευρίσκεται εκτός της επικράτειας. Γι΄ αυτό η μόνη μαρτυρία στην οποία ο Ενάγων μπορεί να στηριχθεί είναι εκείνη η οποία στοιχειοθέτησε την αίτηση του για παροχή άδειας για επίδοση στο εξωτερικό. Άλλωστε, αυτή αποτέλεσε το βάθρο για την αίτησή του.» Ο ίδιος κανόνας υπογραμμίστηκε και στην Her Brittanic Majesty's Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ.995, 1003: «Όπως υπογραμμίζεται στην απόφαση της Ολομέλειας στην Sons of Afif Yamout και Άλλοι ν. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co.
(1994)1 Α.Α.Δ. 191, η οποία αφορούσε τον Καν. 24 των Κανονισμών Ναυτοδικείου σε σχέση με τον οποίο, όπως ήδη αναφέραμε, εφαρμόζονται οι ίδιες όπως και εδώ αρχές, το ζήτημα κρίνεται αποκλειστικά με βάση το υλικό που συνοδεύει την αρχική αίτηση για άδεια.» Εάν τα γεγονότα που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου όταν εξέταζε τη Γενική Αίτηση για άδεια σφράγισης και καταχώρησης του κλητηρίου δεν δικαιολογούσαν την έκδοση του διατάγματος, αυτό θα πρέπει να παραμεριστεί. Δεν μπορεί σε τέτοια περίπτωση να επιβιώσει, έστω και αν νέα στοιχεία τα οποία, στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης παρουσιάζονται, θα δικαιολογούσαν την έκδοση του αν είχαν τότε τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Εάν από την άλλη τα γεγονότα που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δικαιολογούσαν την έκδοση του διατάγματος, δεν είναι επιτρεπτό στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης να προτιμηθούν άλλες θέσεις γεγονότων ανατρεπτικές των τότε προβαλλομένων ώστε να ανατραπεί το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου τότε στηρίχτηκε το Δικαστήριο και να παραμεριστεί το διάταγμα. Δεν επιτρέπεται στο στάδιο τούτο η αξιολόγηση θέσεων ως προς τα γεγονότα της ουσίας της υπόθεσης και η απόρριψη των προβαλλομένων τότε ως γεγονότων (βλ. G.C.C. Computers Ltd v. Pencil Datacom Ltd
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1584, σελ. 1588). Το ίδιο καθεστώς ισχύει και στην περίπτωση του διατάγματος με το οποίο διατάχθηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Εξαίρεση θα αποτελούσε η περίπτωση κατά την οποία θα ήθελε διαφανεί πως κάποιο ουσιώδες γεγονός που είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, όχι όμως ως αποτέλεσμα αξιολόγησης και προτίμησης άλλης θέσης που προβάλλεται από τον Εναγόμενο αλλά, ίσως, αποκαλυπτικής παραδοχής του Ενάγοντα επί τούτου. Ήταν γι΄ αυτό το λόγο που κατά τη διάρκεια της, υπό τας περιστάσεις μακράς, ακροαματικής διαδικασίας εξέφρασα τη θέση πως ίσως ανώφελα οι δικηγόροι επιδίδονταν σε επίμονες αντεξετάσεις επί των θεμάτων αυτών, ακόμη και αχρείαστα καταχωρίστηκαν από αμφότερες τις πλευρές συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης και ένστασης αντίστοιχα σε όση έκταση αναφέρονταν στα θέματα αυτά. Το ζήτημα του παραμερισμού του διατάγματος για σφράγιση του κλητηρίου είναι πολύ πιο σημαντικό από το ζήτημα του παραμερισμού του διατάγματος για επίδοση εκτός Κύπρου. Όπως αναφέρεται στην The Agricultural Products Co-Operative Marketing Union Ltd v. D.S.R. Lines of Rostoc
(1979)1 C.L.R.194, 204: "The issue of a writ of summons is the first step for proceedings to commence. The service is the second step. If the issue of the writ of summons proves bad, then the writ of summons and any subsequent proceedings thereafter, including service, are set aside. If, on the other hand, service proves bad, this may be cured by effecting proper service in the manner contemplated by the Rules, after such service is set aside." Είναι κοινό έδαφος πως η Γενική Αίτηση και η ένορκη δήλωση που την υποστήριζε και το διάταγμα της 18.1.2007 δεν επιδόθηκαν στους Εναγόμενους. Ούτε είχαν ζητηθεί οδηγίες για τέτοια επίδοση (παραγρ. 13 - 15 της ένορκης δήλωσης του T. Morris ημερ. 20.12.2007 και παραγρ. 8 της ένορκης δήλωσης του Π. Τλαϊς ημερ. 8.4.2008). Εγείρεται από τους Εναγόμενους ζήτημα παράβασης των προνοιών της Δ.48, θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ακόμη πως λόγω της, κατά τη θέση τους, παράλειψης στερήθηκαν της δυνατότητας να προσβάλουν το εν λόγω διάταγμα δυνάμει των προνοιών της Δ.48, θ.8
(4)των Θεσμών και να καταχωρήσουν αίτηση για τον παραμερισμό ή ακύρωσή του. Ωστόσο, αυτό πράττουν με την υπό κρίση αίτηση και ο παραμερισμός του διατάγματος της 18.1.2007 είναι η κύρια εξαιτούμενη θεραπεία αφού εάν εκδοθεί τέτοιο διάταγμα εκπίπτει, όπως πιο πάνω σημειώνεται, ολόκληρη η αγωγή. Η Δ.48, θ.13 των Θεσμών προνοεί πως: «Όποτε επιδίδεται δυνάμει των παρόντων Κανονισμών διάταγμα που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, επιδίδεται ταυτόχρονα και η μονομερής αίτηση μαζί με την ένορκο δήλωση που τυχόν τη συνόδευσε.» Το συνακόλουθο ερώτημα είναι κατά πόσο το διάταγμα της 18.1.2007 που εξουσιοδοτούσε την σφράγιση και καταχώρηση του κλητηρίου θα έπρεπε να είχε επιδοθεί στους Εναγόμενους μαζί με την ειδοποίηση του κλητηρίου και τα λοιπά έγγραφα. Το κλητήριο ένταλμα στην παρούσα αγωγή δεν θα μπορούσε να είχε καταχωριστεί χωρίς την προγενέστερη άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση και καταχώρηση του. Γι΄ αυτό και στο φάκελο της παρούσας αγωγής το κλητήριο ένταλμα καταχωρίστηκε συνοδευόμενο από το σχετικό διάταγμα (ημερομηνίας 18.1.2007 στη Γενική Αίτηση 21/07). Εφόσον το κλητήριο ένταλμα καταχωρίστηκε με απαραίτητο συνοδευτικό, το τελευταίο θα έπρεπε να επιδοθεί προς τους Εναγόμενους μαζί με την ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος και συνεπώς θα έπρεπε να ζητηθεί τούτο στην αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Καταλήγω πως υπήρξε παρατυπία. Στους Εναγόμενους δεν επεδόθηκε το διάταγμα ημερομηνίας 18.1.
- Ούτε και η αίτηση ή η ένορκη δήλωση που την συνόδευε, στη βάση της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα, τους επεδόθηκε. Η τελευταία δεν επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Το διάταγμα ημερομηνίας 18.1.2007 στη Γενική Αίτηση 21/07 για σφράγιση και καταχώρηση του κλητηρίου εξασφαλίστηκε στη βάση των όσων είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με ένορκη δήλωση του Π. Τλαϊς ημερομηνίας 18.1.
- Η ένορκη αυτή δήλωση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση του Π. Τλαϊς ημερομηνίας 8.4.2008 που υποστηρίζει την ένσταση στην υπό κρίση αίτηση. Υποστήριξε η πλευρά της Ενάγουσας πως υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο δεν έχει δυνατότητα κρίσης του ζητήματος αφού με την υπό κρίση αίτηση δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η ένορκη δήλωση ημερομηνίας 18.1.2007, δηλαδή το μαρτυρικό υλικό πάνω στο οποίο είχε κριθεί η Γενική Αίτηση. Οι Εναγόμενοι με την υπό κρίση αίτηση ήγειραν ζήτημα παραμερισμού του διατάγματος της 18.1.
- Εφόσον το βάρος απόδειξης ότι το διάταγμα ορθά εξεδόθηκε βαραίνει την Ενάγουσα, από αυτή αναμενόταν να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου το μαρτυρικό υλικό στη βάση του οποίου εξεδόθη το διάταγμα για σφράγιση και καταχώρηση. Εάν το μαρτυρικό υλικό, δηλαδή η ένορκη δήλωση της 18.1.2007, δεν ετίθετο ενώπιον του Δικαστηρίου είτε με την υπό κρίση αίτηση είτε με την ένσταση, το αναπόφευκτο θα ήταν να χάσει η πλευρά που είχε το βάρος απόδειξης. Ορθά έπραξε η πλευρά της Ενάγουσας να παρουσιάσει ως τεκμήριο την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 18.1.2007 στη Γενική Αίτηση 21/
- Αναφέρεται σ΄ αυτή πως η Αγγλική εταιρεία Gallaher International Ltd, κατασκευαστές και έμποροι τσιγάρων, είχε συμφωνία με την Ενάγουσα την οποία είχε διορίσει αποκλειστικό αντιπρόσωπο και διανομέα των τσιγάρων της σε διάφορες χώρες. Κατά ή περί την 3 και 4 Ιουλίου 2002 έγιναν στη Λεμεσό διαπραγματεύσεις που κατέληξαν σε συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας, των Εναγομένων και της Gallaher. Γραπτή τριμερής συμφωνία υπογράφηκε από τα μέρη με τελευταία να υπογράφεται εκ μέρους της Ενάγουσας στη Λεμεσό. Το έγγραφο τιτλοφορείται «Συμφωνία διαδικασίας για τις πωλήσεις της Gallaher στην Tlais Enterprises Ltd» και φωτοαντίγραφο είχε επισυναφθεί ως «Α» στην ένορκη δήλωση της 18.1.
- Στο προοίμιο της συμφωνίας γίνεται αναφορά σε συνάντηση των αντιπροσώπων των τριών μερών όπου αποφασίστηκε μια σειρά διαδικασιών για τον χειρισμό των εργασιών μεταξύ της Gallaher και της Ενάγουσας και μεταξύ της Ενάγουσας και των πελατών και συνεργατών της. Καταγράφονται κάποιες παρατηρήσεις του κ. Π. Τλαϊς κατ΄ακολουθία των οποίων συμφωνείται μια διαδικασία τριών «κατευθύνσεων». Οι κατευθύνσεις αφορούν τον τρόπο εργασίας της Ενάγουσας. Οι πρώτες δύο «κατευθύνσεις» αφορούν την Ενάγουσα και μόνο. Στην τρίτη «κατεύθυνση» εμπλέκεται και η Gallaher. Σημειώνεται πως για τη διευκόλυνση εκκαθάρισης κάποιων παλαιών αποθεμάτων ήταν αναγκαία η προμήθεια προς την Ενάγουσα ποσοτήτων φρέσκων τσιγάρων. Εμπλοκή των Εναγομένων παρουσιάζεται στην τελευταία παράγραφο του εγγράφου όπου αναφέρεται πως (σε δική μου μετάφραση): «Συμφωνείται ότι, στο ενδεχόμενο κατάσχεσης τσιγάρων της Gallaher οι Εναγόμενοι [ΗMC & E] θα παράσχουν τις πιο πλήρεις διαθέσιμες λεπτομέρειες στην Gallaher και στον κ. Tλαϊς έτσι ώστε, καθόσο η Gallaher και ο κ. Tλαϊς δύνανται να ανιχνεύσουν το φορτίο στον ένοχο πελάτη και να επιβληθούν οι αναγκαίες κυρώσεις. Καθώς οι Εναγόμενοι εσκέφτονταν να ζητήσουν από τον κ. Tλαϊς να εφαρμόσει το σύστημα της κίτρινης/ κόκκινης κάρτας, ο κ. Tλαϊς σημείωσε ότι στην περίπτωση που θα έβρισκε οιουσδήποτε πελάτες της Ενάγουσας εμπλεκόμενους στην εκτροπή προϊόντων, θα τερμάτιζε την προμήθεια αμέσως χωρίς περαιτέρω προειδοποίηση, καθώς δεν ήταν διαθέσιμος να αποδεχτεί οιαδήποτε εν δυνάμει ζημιά στην φήμη του ή την επιχείρηση του ως αποτέλεσμα κακής πρακτικής άλλων.» Επισυναπτόταν ακόμη στην ένορκη δήλωση της 18.1.2007 αντίγραφο του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος που θα καταχωρείτο (επισυναπτόμενο «Γ») και σχέδιο Εκθεσης Απαίτησης (επισυναπτόμενο «Δ») πάνω στο οποίο οι δικηγόροι της Ενάγουσας εργάζονταν. Αξιώνεται με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα δήλωση ότι παραβιάστηκε η τριμερής συμφωνία και αποζημιώσεις για την παραβίαση της. Ακόμη, αποζημιώσεις στη βάση ότι οι Εναγόμενοι εξώθησαν τρίτους, εννοείται η Gallaher, να τερματίσουν την αποκλειστική συμφωνία διανομής τους με την Ενάγουσα. Αξιώνονταν ακόμη αποζημιώσεις για «χρήση παράνομων μέσων», παράνομη επέμβαση στη διεξαγωγή του εμπορίου, δυσφήμιση, επιζήμια ψευδολογία, αμελείς και ή ανακριβείς δηλώσεις και υπέρβαση και ή κατάχρηση νόμιμης εξουσίας. Στο σχέδιο της Έκθεσης Απαίτησης, το περιεχόμενο του οποίου υιοθετούσε ο ομνύοντας διαφαίνετο πως το παράπονο της Ενάγουσας ήταν πως χωρίς προειδοποίηση, εύλογη δικαιολογία ή και καλό λόγο οι Εναγόμενοι έδωσαν κόκκινη κάρτα στην Ενάγουσα το Δεκέμβριο του 2004 με Ιανουάριο του 2005 (παράγρ. 14) κατά παράβαση της τριμερούς συμφωνίας (παράγρ. 15) Ισχυρίζεται η Ενάγουσα πως το γεγονός έδρασε ως μια παρότρυνση από τους Εναγομένους προς την Gallaher να τερματίσει και πράγματι η τελευταία τερμάτισε τη συμφωνία αποκλειστικής διανομής που είχε με την Ενάγουσα. Περαιτέρω ως αποτέλεσμα η φήμη και αξιοπιστία της Ενάγουσας καταστράφηκε και δεν μπορούσε να διεξαγάγει καμιά εργασία εμπορίου τσιγάρων και οι προοπτικές της για νέες δουλειές οι οποίες κατά τα άλλα ήσαν ανερχόμενες εκμηδενίστηκαν. Επαναλαμβάνεται στο παρακλητικό η γενική οπισθογράφηση χωρίς να ζητούνται συγκεκριμένα ποσά αποζημιώσεων. Επί μέρους αναφορά θα πρέπει να γίνει στην παράγραφο 9 του σχεδίου της Εκθεσης Απαίτησης, που όπως προειπώθηκε υιοθέτησε ο ομνύοντας. Αναφερόταν ότι: «Η προαναφερόμενη συμφωνία περιέχεται σε συμβόλαιο που συνομολογήθηκε στη Λεμεσό στις 11 Νοεμβρίου 2002 με την υπογραφή από την Ενάγουσα (εν τοις εφεξής Συμφωνία). Η Συμφωνία υπεγράφη επίσης από την GIL [Gallaher] στις 22 Νοεμβρίου 2002 και από τους Εναγόμενους στις 26 Νοεμβρίου 2002 και ήτο το αντικείμενο διαφόρων δημόσιων δηλώσεων της GIL [Gallaher] και των Εναγομένων.» Παρενθετικά σημειώνω πως η παράγραφος 9 της Έκθεσης Απαίτησης που καταχωρίστηκε την 17.12.2007 είναι πανομοιότυπη. Η αναφορά σε «11 Νοεμβρίου 2002» στην παράγραφο 9 του σχεδίου της Εκθεσης Απαίτησης είναι ανατρεπτική της θέσης ότι η τριμερής συμφωνία υπογράφηκε τελευταία από την Ενάγουσα στην Κύπρο. Η ένορκη δήλωση του Π. Τλαϊς ημερ. 9.7.2007 που ήταν το πραγματικό υπόβαθρο για την έκδοση του διατάγματος επίδοσης εκτός Κύπρου είναι σχεδόν πανομοιότυπη με την ένορκη δήλωση του ιδίου προσώπου ημερ. 18.1.2007 που ήταν το πραγματικό υπόβαθρο για την έκδοση του διατάγματος καταχώρισης. Οι πρώτες 37 παραγράφοι είναι οι ίδιες ενώ οι παραγράφοι 40 - 42 είναι οι ίδιες με τις παραγράφους 39 - 41 της χρονολογικά προγενέστερης. Η μόνη ουσιαστική διαφορά ήταν πως στην ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση για επίδοση δεν επισυναπτόταν σχέδιο της Εκθεσης Απαίτησης. Σε αμφότερες τις πιο πάνω ένορκες δηλώσεις αναφερόταν στην παράγραφο 13 πως η συμφωνία υπογράφηκε τελευταία από την Ενάγουσα στις 11.12.2004 στη Λεμεσό. Προδήλως επρόκειτο περί σφάλματος. Αλλωστε και στις δυο ένορκες δηλώσεις επισυναπτόταν η τριμερής συμφωνία στο πρόσωπο της οποίας φαινόταν πως η τελευταία υπογραφή είχε τεθεί από την Ενάγουσα στις 11.12.2002 και όχι του
- Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε των δυο αιτήσεων εύλογα μπορούσε να καταλήξει πως η ορθή ημερομηνία ήταν 11.12.2002 και να θεωρήσει πως η αναφορά στην παράγραφο 9 του σχεδίου της Εκθεσης Απαίτησης αφορούσε τυπογραφικό λάθος που διέλαθε της προσοχής του ομνύοντα όταν ορκιζόταν πως συμφωνούσε πλήρως με το περιεχόμενο του σχεδίου της Εκθεσης Απαίτησης. Στην ένορκη του δήλωση ημερ. 8.4.2008 που υποστηρίζει την ένσταση στην υπό κρίση αίτηση ο Π. Τλαϊς αναφέρει (στην παράγρ. 11, 25 και 39) ως ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας από την Ενάγουσα την 11.12.2002 στη Λεμεσό. (Στην παράγρ. 29 (γ) αναφέρεται η ημερομηνία 11.12.2007) Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που ορκίστηκε στις 12.9.2008 αναφέρει (στην παράγρ. 8) ότι η συμφωνία υπογράφηκε από τον ίδιο εκ μέρους της Ενάγουσας το πρωί της 10.12.2002 στη Λεμεσό και τη μετέφερε στο Λονδίνο κάποιος Μike Clarke σε συνάντηση που έλαβε χώρα στις 11.12.2002 στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά την δια ζώσης μαρτυρία του ο Π. Τλαϊς αποκάλυψε πως ήταν και ο ίδιος προσωπικά παρών στη συνάντηση της 11.12.2002 εμμένοντας όμως πως τη συμφωνία υπέγραψε την προηγουμένη 10.12.2002 στη Λεμεσό. Η κατάληξη είναι πως ο Π. Τλαϊς εμμένει ότι η συμφωνία υπογράφηκε τελευταία από την Ενάγουσα στη Λεμεσό όπως ήταν και η θέση που είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που επιλήφθηκε και εξέδωσε τα δυο προσβαλλόμενα διατάγματα. Δεν είναι έργο του Δικαστηρίου στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης να αξιολογήσει το υλικό και να προβεί σε εύρημα κατά πόσο η πιο πάνω θέση ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Η θέση ότι η συμφωνία υπογράφηκε τελευταία εκ μέρους της Ενάγουσας στην Κύπρο (11 όμως αντί 10.12.2002) είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε τα διατάγματα και η Ενάγουσα δεν την έχει αποκηρύξει. Είναι γεγονός πως στις παραγράφους 13 των ενόρκων δηλώσεων ημερομηνίας 18.1.2007 και 9.7.2007 επισημαίνετο πως από τους τρεις συμβαλλομένους, αυτός που υπόγραψε τελευταίος το έπραξε στη Λεμεσό χωρίς να μνημονεύεται πως οι άλλοι δύο αντισυμβαλλόμενοι είχαν υπογράψει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Επί τούτου εγείρεται από πλευράς Εναγομένων ζήτημα παρασιώπησης γεγονότων και πως η Εναγόμενη δεν είχε προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Η υπογράμμιση του γεγονότος πως η Ενάγουσα είχε υπογράψει τελευταία στη Λεμεσό, καθιστούσε πρόδηλο πως δεν επρόκειτο για συμφωνία την οποία όλα τα μέρη είχαν υπογράψει στην Κύπρο γιατί αν έτσι είχε συμβεί, δεν θα υποδεικνύετο πως ένας μόνο εκ των συμβαλλομένων είχε υπογράψει στη Λεμεσό. Για σκοπούς δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων σημασία είχε να υποδειχθούν προς το Δικαστήριο τα γεγονότα εκείνα που θα προσέδιδαν δικαιοδοσία στα Δικαστήρια της χώρας, ότι δηλαδή η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων ολοκληρώθηκε και συνεπώς συνομολογήθηκε στην Κύπρο. Ότι η συμφωνία είχε υπογραφεί προηγουμένως από τους Εναγόμενους στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν μετάβαλλε το νομικό αποτέλεσμα. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση του T. Morris ημερομηνίας 27.6.2008 είχε ως σκοπό να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το γεγονός της έκδοσης στις 18.4.2008 απόφασης από Αγγλικό Δικαστήριο (High Court of Justice - Queen's Bench Division) στην αγωγή της Gallaher εναντίον της Ενάγουσας και να παραπέμψει σε κάποια σημεία της απόφασης στα ευρήματα του Άγγλου Δικαστή. Για τους λόγους που πιο πάνω εξήγησα, το εύρημα του Αγγλικού Δικαστηρίου ότι ο κ. Π. Τλαϊς υπόγραψε την τριμερή συμφωνία στην Αγγλία και όχι στην Κύπρο δεν αλλοιώνει τα δεδομένα επί των οποίων θα κριθεί η ορθότητα και το δικαιολογημένο ή όχι των προσβαλλόμενων διαταγμάτων για σφράγιση και καταχώριση και επίδοση εκτός Κύπρου. Άλλωστε, στην ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 20.12.2007 (παραγρ. 22) ο Τ. Morris δέχεται πως η συμφωνία υπογράφηκε από την Ενάγουσα στην Κύπρο. Ούτε και η κατάληξη του Αγγλικού Δικαστηρίου ότι η διαδικασία της «κόκκινης κάρτας» από τους Εναγόμενους είναι πράξη Κυβερνητικής εξουσίας που εν πάση περιπτώσει δεν ανάγκασε την Gallaher να τερματίσει τη συμφωνία της με την Ενάγουσα ή ότι η Gallaher σταμάτησε να διαθέτει συγκεκριμένη μάρκα τσιγάρων στην Ενάγουσα ήταν εμπορική απόφαση της Gallaher λόγω των ανησυχιών της Gallaher για λαθρεμπόριο μπορούν να υποκαταστήσουν την κρίση και κατάληξη του Δικαστηρίου αυτού επί των θεμάτων εάν το Δικαστήριο τούτο θα πρέπει να αποφασίσει τα θέματα αυτά στο στάδιο αυτό. Υφίσταται λεπτό σημείο σε σχέση με την κατάληξη του Αγγλικού Δικαστηρίου ότι η διαδικασία της «κόκκινης κάρτας» από τους Εναγομένους είναι πράξη κυβερνητικής εξουσίας. Εάν δηλαδή η συγκεκριμένη απόφαση του «High Court of Justice Queen's Bench Division Commercial Court» συνιστά νομική αυθεντία επί του συγκεκριμένου επιμέρους ζητήματος που αποφασίζει. Επί του σημείου επανέρχομαι πιο κάτω. Με τον Περί Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Περί Κρατικού Προνομίου Ετεροδικίας και Πρόσθετον Πρωτόκολλον (Κυρωτικό) Νόμο του 1976 η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε την Ευρωπαϊκή Σύμβαση περί Κρατικού Προνομίου Ετεροδικίας και Πρόσθετο Πρωτόκολλο, εν τοις εφ΄ εξής «η Σύμβαση». Προνοείται στο άρθρο 15 της Σύμβασης πως: «Συμβαλλόμενον Κράτος απολαύει του προνομίου ετεροδικίας έναντι της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων ετέρου Συμβαλλομένου Κράτους εφ΄ όσον η διαδικασία δεν εμπίπτει εντός των Άρθρων 1 έως 14 το δικαστήριο οφείλει να αρνήται να επιληφθή τοιαύτης διαδικασίας και εάν έτι το Κράτος δεν ήθελε εμφανισθή.» Είναι η θέση των Εναγομένων πως το Ηνωμένο Βασίλειο υπόγραψε τη Σύμβαση την 16.5.1972 και την κύρωσε στις 3.7.
- Ετέθηκε σε ισχύ σχετικά με το Ηνωμένο Βασίλειο την 4.10.
- Τούτο δεν αμφισβητήθηκε (βλ. παραγρ. 20 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση). Είναι επομένως το Ηνωμένο Βασίλειο Συμβαλλόμενο Κράτος. Είναι η περαιτέρω θέση των Εναγομένων πως συνιστούν τμήμα και ενσωματωμένο μέρος της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου. Ακόμα πως η διαδικασία της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής δεν εμπίπτει εντός των προνοιών οιουδήποτε των άρθρων 1 μέχρι 14 ή 29 της Σύμβασης και ότι συνεπώς το Δικαστήριο οφείλει να αρνηθεί να επιληφθεί της αγωγής. Διαζευκτικά πως οι Εναγόμενοι ενήργησαν εν τη ασκήσει κυρίαρχου εξουσίας σε πράξεις στην εφαρμογή νομοθεσίας και προστασία εισοδήματος και πως συνεπώς τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 27
(2)της Σύμβασης. Σχετικό είναι και το εδάφιο
(1)που προηγείται. Αναφέρεται πως: «
- Δια τους σκοπούς της παρούσης Συμβάσεως, η φράσις «Συμβαλλόμενον Κράτος» δεν περιλαμβάνει οιανδήποτε νομική οντότητα του Συμβαλλομένου Κράτους διακεκριμένη τούτου και έχουσαν την ικανότητα του ενάγειν και ενάγεσθαι, τι και εάν εις την τοιαύτην οντότητα ανατέθησαν δημόσιαι λειτουργίαι.
- Ενώπιον των δικαστηρίων ετέρου Συμβαλλομένου Κράτους δύναται να εγερθή διαδικασία καθ΄ οιασδήποτε οντότητος αναφερομένης εν παραγράφω 1 κατά τον αυτόν τρόπον ως και κατά ιδιώτου εντούτοις, τα δικαστήρια δεν δύνανται να επιλαμβάνωνται διαδικασίας αναφορικώς προς πράξεις της οντότητος εκτελουμένας εν τη ασκήσει κυριάρχου εξουσίας (acta jure imperii). Αμφισβητήθηκε η θέση αναφορικά με την υπόσταση των Εναγομένων. (βλ. παραγρ. 20 της ένορκης δήλωσης του Π. Τλαϊς ημερομηνίας 8.4.2008 που συνοδεύει την ένσταση). Ότι είχε ορκιστεί ο Π. Τλαϊς τόσο στις 18.1.2007 όσο και στις 9.7.2007 ήταν πως οι Εναγόμενοι ήσαν Κυβερνητικό Τμήμα και/ή Κυβερνητική Υπηρεσία του Ηνωμένου Βασιλείου και ότι Ενάγουν και Ενάγονται και νομιμοποιούνται ως διάδικοι σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία. Ο T. Morris κατά την αντεξέταση του ανάφερε πως το Τμήμα του, Her Majesty's Custom and Excise, ενώθηκε στις 18.4.2005 με το Τμήμα Εσόδων και δημιουργήθηκαν οι Εναγόμενοι (Her Majesty's Revenue & Customs). Αποδέχτηκε ότι οι Εναγόμενοι είναι νομική οντότητα και επέμενε ότι είναι Κρατικό Τμήμα, συστατικό στοιχείο της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι δικηγόροι των Εναγομένων παρέπεμψαν στην υπόθεση Krajina v. The Tass Agency and Another
(1949)2 All E.R. 274 όπου είχε εγερθεί το ζήτημα κατά πόσο οι εναγόμενοι ήσαν τμήμα του Σοβιετικού Κράτους και σαν τέτοιο απολάμβανε ασυλίας αγωγής στην Αγγλία. Παρουσιάστηκε από τους εναγόμενους μαρτυρία ότι το Ρωσικό νομοθέτημα που εγκαθίδρυε τους εναγόμενους προνοούσε ότι αυτοί θα απολάμβαναν όλων των δικαιωμάτων δικανικού προσώπου και πιστοποιητικό του Σοβιετικού πρέσβη στη Μεγάλη Βρετανία ότι οι εναγόμενοι ήσαν τμήμα του Σοβιετικού κράτους που ασκούσαν τα δικαιώματα νομικής οντότητας. Αποφασίστηκε πως το ερώτημα κατά πόσο οι εναγόμενοι ήσαν τμήμα του Σοβιετικού κράτους θα έπρεπε να αποφασιστεί στη βάση του Ρωσικού Νόμου, πως με την παρουσιασθείσα μαρτυρία το βάρος μετατέθηκε στην ενάγουσα να καταρρίψει τη θέση πως οι εναγόμενοι ήταν τέτοιο τμήμα. Περαιτέρω πως ακόμα και αν οι εναγόμενοι είχαν ξεχωριστή οντότητα αυτό δεν σήμαινε ότι η Σοβιετική Κυβέρνηση προωθώντας την εγκαθίδρυση του του αποστέρησε το δικαίωμα να επικαλείται την ασυλία που συνήθως περιβάλλει ένα τμήμα ενός ξένου κράτους κάτω από το διεθνές δίκαιο. Εφαρμόζοντας τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Krajina (πιο πάνω) σημειώνω πως η κοινή θέση ότι οι Εναγόμενοι μπορούν να ενάγουν και να ενάγονται στο όνομά τους, δεν είναι αποτρεπτικό στο ότι μπορεί να συνιστούν Τμήμα της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου. Αναφέρεται στην Krajina (πιο πάνω) (σελ.284) ότι: ".it may be that under some foreign systems of law such a separate existence might be considered inconsistent (with immunity), but it is clear from our Acts of Parliament that we do not consider the fact that a government department may have a separate legal juristic existence as necessarily incompatible with it being a department of State for which immunity can be claimed." Σε αντιδιαστολή με την υπόθεση Krajina στην παρούσα διαδικασία δεν παρουσιάστηκε με μαρτυρία το νομοθετικό πλαίσιο δυνάμει του οποίου εγκαθιδρύθηκαν οι Εναγόμενοι ούτε άλλες Αγγλικές νομοθετικές πρόνοιες που θα ρύθμιζαν το επίδικο ζήτημα. Αναφέρεται στις υποθέσεις Bank of Scotland v. Geodrill Ltd κ.α.
(1993)1 A.A.Δ. 753, σελ. 759-761 και Sat Vision Ltd v. Interamerican Prop. & Cas. Ins. Co
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1811 πως το αλλοδαπό δίκαιο είναι θέμα πραγματικό που πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία εμπειρογνώμονα, βασικά γνώμη νομομαθούς (βλ. ακόμα Cheshire and North, Private International Law, 10η έκδοση, 1979, σελ. 125-130). Στην παρούσα υπόθεση η μαρτυρία των Εναγομένων περιέχεται στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης του T. Morris ημερ. 20.12.2007. Αναφέρει πως: «Όπως συμβουλεύομαι και πιστεύω η Εναγομένη - Αιτήτρια ως τμήμα και ενσωματωμένο μέρος της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου και ως Συμβαλλόμενο Κράτος στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση περί Κρατικού Προνομίου Ετεροδικίας απολαύει το προνόμιο ετεροδικίας (immunity) έναντι της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της Κύπρου.» Δεν αναφέρει ο Τ. Morris ποιόν συμβουλεύεται ώστε να διαφανεί κατά πόσο η πληροφόρηση του προέρχεται από κάποιο νομομαθή του Αγγλικού Δικαίου ώστε να μπορεί να αποδοθεί βαρύτητα στην αναφορά. Στις άλλες περιπτώσεις που αναφέρει ότι συμβουλεύεται συγκεκριμενοποιεί σε όλες τις περιπτώσεις ότι συμβουλεύεται από τους δικηγόρους των Εναγομένων στην Κύπρο εκτός σε μια μόνο περίπτωση (παράγρ.9(α) της ένορκης του δήλωσης) όπου αναφέρει ότι συμβουλεύεται από τους δικηγόρους των Εναγομένων στην Αγγλία. Ωστόσο, δεν πρέπει να διελάθει της προσοχής ή να υποβαθμιστεί η αναφορά στις ένορκες δηλώσεις του Π. Τλαϊς ημερ. 18.1.2007 και 9.7.2007 πως οι Εναγόμενοι είναι κυβερνητικό τμήμα και ή κυβερνητική υπηρεσία. Είμαι της άποψης πως η πιο πάνω αναφορά του Π. Τλαϊς, παραδοχή της Ενάγουσας, ότι οι Εναγόμενοι είναι Κυβερνητικό Τμήμα είναι καταλυτική επί του ζητήματος του κατά πόσο οι Εναγόμενοι είναι μέρος της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου. Στο σύγγραμμα The Conflict of Laws των Dicey and Morris, 13η έκδ., 2000, εξηγείται (παράγρ. 10-007, σελ.237-238) πως η ασυλία εφαρμόζεται όχι μόνο στο Κράτος το ίδιο αλλά επίσης στην κυριαρχία του Κράτους υπό την δημόσια του ιδιότητα, στην Κυβέρνηση του Κράτους και κάθε τμήμα της Κυβερνήσεως του. Εξηγείται πως η προστασία που παρέχεται θα εκθεμελιωνόταν εάν οι εργοδοτούμενοι ή αξιωματούχοι μπορούσαν να εναχθούν ως άτομα για ζητήματα κρατικού χειρισμού για τα οποία το κράτος το οποίο υπηρετούν έχει ασυλία. Η πλευρά της Ενάγουσας παρέπεμψε σε Επεξηγηματική Εκθεση του Συμβουλίου της Ευρώπης αναφορικά με τη Σύμβαση παραπέμποντας στα επεξηγηματικά σχόλια για το Aρθρο 27
(1). Σχολιάζεται πως: "For the purpose of defining these entities, the criterion of legal personality alone is not adequate, for even a State authority may have legal personality without constituting an entity distinct from the State. On the other hand, it was considered that a dual test comprising
(1)distinct existence separate and apart from the executive organs of the State and
(2)capacity to sue or be sued, i.e. the ability to assume the role of either plaintiff or defendant in court proceedings, could provide a satisfactory means of identifying those legal entities in Contracting States which should not be treated as the State." H ύπαρξη του δεύτερου κριτηρίου είναι δεδομένη, ότι συνεπώς ενδιαφέρει είναι το πρώτο. Εφόσο είναι παραδεχτό ότι πρόκειται για Κυβερνητικό Τμήμα οι λέξεις ομιλούν από μόνες τους και δεν μπορεί το Κυβερνητικό Τμήμα να διακρίνεται από τα εκτελεστικά όργανα του Κράτους. Είναι η κατάληξη μου πως οι Εναγόμενοι είναι μέρος της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου. (Εάν η κατάληξη μου είναι λανθασμένη και οι Εναγόμενοι είναι νομική οντότητα διακεκριμένη του Κράτους του Ηνωμένου Βασιλείου θα εξετάζονταν οι πρόνοιες του Αρθρου 27
(2)της Σύμβασης και η απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου ότι η διαδικασία της «κόκκινης κάρτας» από τους Εναγομένους είναι πράξη Κυβερνητικής εξουσίας θα ήταν καθοδηγητική στο κατά πόσο η πράξη συνιστούσε άσκηση κυρίαρχης εξουσίας). Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο το ζήτημα στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή δεν εμπίπτει εντός οιουδήποτε των Άρθρων 1 μέχρι 14, 29 ή 30 της Σύμβασης. Οι Εναγόμενοι δεν ήγειραν παρέμβαση στην παρούσα Αγωγή (Άρθρο 1
(1)), η δε καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης με την οποία υποβάλλεται ένσταση ετεροδικίας δεν συνιστά παραίτηση του προνομίου (Άρθρο 3
(2)). Ούτε έχουν αναλάβει την υποχρέωση να θέσουν εαυτό στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου τούτου (Άρθρο 2). Η επιστολή των Εναγομένων ημερ. 7.2.2007 (Τεκμήριο Ε στην ένορκη δήλωση του Π. Τλαϊς ημερ. 8.4.08), το περιεχόμενο της οποίας σχολιάζω εκτενέστερα πιο κάτω, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με εκ μέρους των Εναγομένων ανάληψη υποχρέωσης να θέσουν εαυτό στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου τούτου. Η καταχωρηθείσα Αίτηση ημερ. 9.1.2008, με την οποία οι Εναγόμενοι ζητούσαν άδεια να εμφανιστούν υπό διαμαρτυρία, δεν ήταν διαδικαστική πράξη σχετιζόμενη προς την ουσία της Αγωγής (Άρθρο 3
(1)) και εν πάση περιπτώσει καταχωρίστηκε μετά την υπό κρίση Αίτηση. Ούτε η αξίωση της Ενάγουσας εγείρεται ανταπαιτητικά κατ΄ ακολουθία αγωγής των Εναγομένων (Άρθρο 1
(2)και
(3)). Η Αγωγή δεν αφορά σύμβαση εργασίας (Άρθρο 5) ούτε προκύπτει από συμμετοχή των Εναγομένων σε νομική οντότητα στην Κύπρο (Άρθρο 6). Δεν αφορά οποιαδήποτε βιομηχανική, εμπορική ή οικονομική δραστηριότητα που διεξάγεται μέσω γραφείου, υπηρεσίας ή άλλου ιδρύματος στην Κύπρο (Άρθρο 7). Δεν αφορά ισχυριζόμενη προσβολή στην Κύπρο διπλώματος ευρεσιτεχνίας, βιομηχανικού σχεδίου, εμπορικού σήματος ή άλλου παρομοίου δικαιώματος ή το δικαίωμα χρήσης εμπορικής επωνυμίας στην Κύπρο (Άρθρο 8). Δεν αφορά δικαιώματα ή συμφέροντα των Εναγομένων σε ακίνητη ιδιοκτησία στην Κύπρο (Άρθρο 9 και 10). Ούτε αφορά σε αποζημίωση συνεπεία βλάβης σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία στην Κύπρο (Άρθρο 11). Ούτε αφορά αστική ή εμπορική υπόθεση σε σχέση με την οποία οι Εναγόμενοι συμφώνησαν γραπτώς να παραπεμφθεί σε διαιτησία (Άρθρο 12). Ούτε η διαδικασία αφορά οιοδήποτε από τα ζητήματα που αναφέρονται στο Άρθρο 29 ή 30. Ότι ένας από τους σκοπούς της καταπολέμησης του λαθρεμπορίου τσιγάρων ήταν η εξασφάλιση δασμών από το Ηνωμένο Βασίλειο δεν κατατάσσει την υπόθεση εντός της παραγράφου (γ) του Άρθρου 29 που σαφέστατα αφορά την περίπτωση όπου ο Ενάγων έχει διαφορά με το Συμβαλλόμενο Κράτος που αφορά «τελωνειακούς δασμούς, φόρους ή ποινάς». Ιδιαίτερης αναφοράς χρήζει το Άρθρο 4 της Σύμβασης που προνοεί πως: «.Συμβαλλόμενο Κράτος δεν απολαύει του προνομίου ετεροδικίας έναντι της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων ετέρου Συμβαλλόμενου Κράτους, εάν η διαδικασία αφορά εις υποχρέωσιν του Κράτους ήτις δυνάμει συμβάσεως τινός (contract) πρόκειται να εκπληρωθή εν τη εδαφική επικρατεία του Κράτους του forum.» Σχολιάζεται στο σύγγραμμα The Conflict of Laws (πιο πάνω) σελ.247 πως η εξαίρεση αφορά σε υποχρέωση του Κράτους η οποία πρόκειται να εκπληρωθεί είτε μερικώς είτε ολικώς στην εδαφική επικράτεια του Κράτους όπου η δίκη. Αυτή η εξαίρεση εφαρμόζεται είτε η συναλλαγή είναι εμπορική είτε όχι ανεξαρτήτως πού συνομολογήθηκε η σύμβαση. Αναφέρεται στην J. H. Rayner (Mincing Lane) Ltd v. Department of Trade and Industry
(1989)Ch.72 (C.A.) ότι δεν είναι αναγκαίο το Κράτος να είναι συμβαλλόμενο μέρος εάν έχει κάποια δευτερεύουσα ευθύνη. Το άρθρο 4 πιο πάνω και κατά πόσο εφαρμόζεται παραπέμπει σε εξέταση της τριμερούς συμφωνίας, η ισχυριζόμενη διάρρηξη της οποίας εκ μέρους των Εναγομένων ήταν η βάση πάνω στην οποία υποβλήθηκε τόσο η Γενική Αίτηση όσο και η Αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Είναι πρόδηλο πως από τη Δ.6 θ.1 οι παράγραφοι (
- a)μέχρι (d), (
- g)και (
- h)δεν εφαρμόζονται στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Η παράγραφος (
- f)χρήζει αναφοράς γιατί από τα προβληθέντα γεγονότα εγειρόταν ζήτημα και αξιώνονταν με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και την Εκθεση Απαίτησης αποζημιώσεις στη βάση ότι οι Εναγόμενοι εξώθησαν την Gallaher να τερματίσει την αποκλειστική συμφωνία διανομής που είχε με την Ενάγουσα. Η παράγραφος (
- f)καλύπτει τις περιπτώσεις αστικού αδικήματος που διαπράττεται στην Κύπρο. Στην Κύπρο υφίσταται τέτοιο αστικό αδίκημα (βλ. άρθρο 34
(1)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148). Όμως, το αστικό αδίκημα της εξώθησης ή υποκίνησης τρίτου να παραβεί συμφωνία διαπράττεται όπου γίνεται η εξώθηση ή υποκίνηση και όχι όπου κατ΄ ακολουθία γίνεται η παράβαση της συμφωνίας. Εάν οι Εναγόμενοι εξώθησαν ή υποκίνησαν την Gallaher αναμφίβολα τούτο δεν έγινε στην Κύπρο. Μόνο η παράγραφος (
- e)θα μπορούσε να ήταν σχετική. Αναφέρεται πως: "(
- e)the action is one brought to enforce, rescind, dissolve, annul, or otherwise affect a contract, or to recover damages or other relief for or in respect of the breach of a contract - (
- i)made in Cyprus, or (
- ii)made by or through an agent trading or residing in Cyprus on behalf of a principal trading or residing out of Cyprus, or is one brought in respect of a breach committed in Cyprus of a contract wherever made, even though such breach was preceded or accompanied by a breach out of Cyprus which rendered impossible the performance of the part of the contract which ought to have been performed in Cyprus;" Η εμπλοκή των Εναγομένων όπως παρουσιάζεται στην τελευταία παράγραφο του εγγράφου της τριμερούς συμφωνίας, και την οποία μετέφερα αυτούσια πιο πάνω, περιοριζόταν στην παροχή προς την Ενάγουσα (παρά το ότι αναφέρεται στον κ. Τλαϊς) κάποιων πληροφοριών κάτω από ορισμένες συνθήκες. Οι αξιούμενες θεραπείες δεν εδράζονται σε ισχυριζόμενη αποτυχία των Εναγομένων να παράσχουν τέτοιες πληροφορίες. Το παράπονο της Ενάγουσας είναι ότι εφαρμόστηκε εναντίον της το σύστημα της κόκκινης κάρτας γεγονός που οδήγησε την Gallaher να τερματίσει τη συμφωνία της με την Ενάγουσα και ως εκ τούτου, και άλλων προεκτάσεων η Ενάγουσα να υποστεί ζημιές. Το ζήτημα για το οποίο παραπονείται η Ενάγουσα δεν διέπεται από την τριμερή συμφωνία και οι Εναγόμενοι δεν παρέβησαν υποχρέωση που τους επιβάλλετο από την τριμερή συμφωνία. Η πλευρά της Ενάγουσας δεν υπέδειξε κάποιο όρο της συμφωνίας που να δημιουργεί οιαδήποτε υποχρέωση προς τους Εναγομένους και να ισχυριστεί ότι υπήρξε παράβαση του. Τα θέματα που διέπονται από τη συμφωνία διατηρούν συνάφεια με το ζήτημα για το οποίο η Ενάγουσα παραπονείται. Εχουν σχέση με την εμπορία τσιγάρων, την προσπάθεια περιορισμού του λαθρεμπορίου τσιγάρων στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις προσπάθειες των Εναγομένων προς το σκοπό τούτο. Πέραν όμως τούτου η επικαλούμενη από την Ενάγουσα ενέργεια των Εναγομένων επί της οποίας εδράζει τις αξιώσεις της με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παραβιάζουσα οιοδήποτε όρο της τριμερούς συμφωνίας. Είναι η κατάληξη μου πως η περίπτωση δεν εμπίπτει μέσα στις πρόνοιες του Αρθρου 4 της Σύμβασης και ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι που, όπως πιο πάνω κατέληξα, είναι μέρος της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου απολαύουν του προνομίου ετεροδικίας έναντι της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της Κύπρου. Για τους ίδιους λόγους η υπόθεση της Ενάγουσας δεν ενέπιπτε εντός της παραγράφου (
- e)της Δ.6 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και δεν ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις για την παροχή αδείας για σφράγιση και καταχώριση του κλητηρίου εντάλματος ούτε βεβαίως για την μεταγενέστερη παροχή αδείας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η απλή προβολή ότι η υπόθεση εμπίπτει εντός της παραγράφου (
- e)δεν αρκεί γιατί η Ενάγουσα όφειλε, περαιτέρω, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι είχε εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής στη βάση της παράβασης της συμφωνίας που επικαλέστηκε (Δ.6 Θ.4). Η κατάληξη σφραγίζει το αποτέλεσμα της υπό κρίση Αίτησης. Γίνεται αντιληπτό πως ακόμα και αν δεν υφίστατο ζήτημα προνομίου ετεροδικίας η ουσιαστική κατάληξη θα ήταν η ίδια λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω στην εξέταση περαιτέρω ζητημάτων που ηγέρθησαν κατά τη διαδικασία. Κατά την αγόρευση τους οι συνήγοροι των Εναγομένων ήγειραν και ζήτημα αναστολής της διαδικασίας ενόψει του ότι τα Δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας αποτελούν Forum Non Conveniens. Τέτοια θεραπεία προϋποθέτει κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία εκδίκασης της παρούσας Αγωγής. Ζήτημα βολικότητας (conveniens) διεξαγωγής της δίκης εξετάζεται αναφορικά με δικαιοδοσίες που έχουν κατά νόμο αρμοδιότητα εκδίκασης της διαφοράς (βλ. Dοlphin Shipping Co. v. Cantriers
(1984)1 C.L.R.853). Στο αιτητικό της υπό κρίση Αίτησης και για καμιά από τις εξαιτούμενες θεραπείες δεν γίνεται επίκληση ζητήματος μη βολικότητας (non conveniens) των Κυπριακών Δικαστηρίων. Οι εξαιτούμενες θεραπείες πέραν της Β που αφορά διαδικαστικό ζήτημα (επίδοσης) οι λοιπές θεραπείες όπου προβάλλεται λόγος έχει ως βάση την έλλειψη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων είτε λόγω προνομίου ετεροδικίας (αιτητικό Α) είτε γενικά (αιτητικό Ε). Υπό τας περιστάσεις είμαι της άποψης πως στην περίπτωση κατά την οποία ήθελε φανεί ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια είχαν δικαιοδοσία να επιληφθούν της παρούσας Αγωγής ζήτημα μη βολικότητας (non conveniens) δεν θα μπορούσε να εξεταστεί στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Στην περίπτωση αγωγής εναντίον Συμβαλλομένου Κράτους, δηλαδή όπου το Κράτος είναι ο εναγόμενος αλλά δεν απολαμβάνει προνομίου ετεροδικίας, η διαδικασία επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος προνοείται από το Αρθρο 16 της Σύμβασης και πρέπει να γίνεται μέσω της διπλωματικής οδού προς το Υπουργείο Εξωτερικών του εναγομένου Κράτους δια περαιτέρω διαβίβαση αν απαιτείται προς την αρμόδια αρχή. Το διάταγμα της 9.7.2007 προνοούσε ότι: «. επιτρέπεται η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (αλλά εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΚ) με αριθμό 1348/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαϊου 2000 ως έχει σήμερα, Ειδοποίησης καθώς επίσης και πιστής μετάφρασης αυτής στα Αγγλικά, του Κλητηρίου Εντάλματος που σφραγίστηκε και καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 19.1.2007 κατόπιν Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.1.2007 μέσω του: «The Senior Master, for the attention of the Foreign process Department (Room), Royal Courts, of Justice», Διοικητική Διεύθυνση Strand WCLA 2 LL, London, Τηλ. 0044 207 9476691.» Ένορκη δήλωση επίδοσης ημερομηνίας 26.11.2007 καταχωρίστηκε από το δικηγόρο κ. Αχιλλέα Δημητριάδη. Επισυνάπτεται σε αυτή επιστολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης ημερομηνίας 19.11.2007 όπου εσωκλείεται Βεβαίωση Επίδοσης δυνάμει του άρθρου 10 του Κανονισμού 1348/2000 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η επίδοση είχε γίνει με 1ης τάξεως ταχυδρομείο στη διεύθυνση: «Her Majesty's Revenue and Customs (Ex Her Majesty's Coustoms & Excise 100 Parliament Street Westminister London SW1A» Τη διαταγή για επίδοση με ταχυδρομείο στην πιο πάνω διεύθυνση είχε δώσει ο «Senior Master» στις 16.10.
- Είναι πρόδηλο πως στην προκειμένη περίπτωση η επίδοση δεν έγινε με τον τρόπο που προβλέπεται στο Άρθρο 16 της Σύμβασης. Ηγέρθηκε από πλευράς της Ενάγουσας ζήτημα ότι οι Εναγόμενοι, σε κάθε περίπτωση, εμποδίζονταν από του να εμμένουν σε επίδοση προς αυτούς σύμφωνα με το Άρθρο 16 της Σύμβασης, γιατί με επιστολή τους ημερομηνίας 7.2.2007 (Τεκμήριο Ε στην ένορκη δήλωση του Π. Τλαϊς ημερομηνίας 8.4.2008) επιβεβαίωσαν πως άλλη ήταν η ορθή διεύθυνση για επίδοση στην παρούσα αγωγή. Η επιστολή της 7.2.2007 ήταν σε απάντηση της επιστολής του δικηγορικού γραφείου των κ.κ. Λέλλος Π. Δημητριάδης ημερομηνίας 5.2.2007 (Τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση του Π. Τλαϊς ημερομηνίας 8.4.2008) με την οποία ζητείτο να επιβεβαιωθεί η διεύθυνση όπου οι Εναγόμενοι επιθυμούσαν να τους γίνει επίδοση. Η διεύθυνση που δόθηκε - επιβεβαιώθηκε δεν ήταν αυτή στην οποία επιδόθηκε η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος. Η διεύθυνση ήταν: «HM Revenue & Customs Solicitor's Office Civil Litigation Somerset House West Wing Room G10 Strand London WC2R 1LB» Ζήτημα κωλύματος των Εναγομένων να εμμένουν στις πρόνοιες του Άρθρου 16 της Σύμβασης θα μπορούσε να εξεταζόταν μόνο εάν η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος επιδιδόταν στη διεύθυνση που οι Εναγόμενοι είχαν υποδείξει. Ηταν η θέση της Ενάγουσας πως υφίσταται σύγκρουση μεταξύ των προνοιών του Άρθρου 16 της Σύμβασης και του Κανονισμού με αριθμό 1348/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαΐου 2000, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις. Ηταν η περαιτέρω θέση της Ενάγουσας ότι ο Κανονισμός που είναι μεταγενέστερος, υπερτερεί της Σύμβασης. Ότι ο Κανονισμός τέθηκε σε απευθείας ισχύ στη Δημοκρατία με την προσχώρηση της στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τον Κυρωτικό Νόμο 35(ΙΙΙ)/2003 και υπερισχύει του Νόμου του 1976 (αρ. 6/1976) που κύρωσε τη Σύμβαση. Ότι ο Κανονισμός ως μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου υπερτερεί της Σύμβασης. Εισηγήθηκε ακόμη η πλευρά της Ενάγουσας την αυτεπάγγελτη παραπομπή του ζητήματος στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προς έκδοση προδικαστικής απόφασης. Ως αποτέλεσμα της κατάληξης μου, που επιλύει τα επίδικα στην υπό κρίση Αίτηση ζητήματα, το πιο πάνω, ενδιαφέρον θέμα, δεν χρειάζεται και δεν μπορεί να διερευνηθεί με τον τρόπο που εισηγείται η Ενάγουσα. Αρκεί ίσως να διατυπώσω την προσέγγιση του Δικαστηρίου τούτου ότι το Αρθρο 16 της Σύμβασης που αφορά μόνο την περίπτωση που διάδικο μέρος και συγκεκριμένα εναγόμενος είναι συμβαλλόμενο Κράτος δεν έπαψε να τυγχάνει εφαρμογής και να ισχύει ως αποτέλεσμα του Κανονισμού 1348/
- Ως εκ των ανωτέρω το διάταγμα ημερ. 18.1.2007 στη Γενική Αίτηση 21/07 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού για σφράγιση και καταχώριση του κλητηρίου παραμερίζεται. Κατ΄ ακολουθία παραμερίζεται το κλητήριο και η ειδοποίηση του και όλες οι διαδικασίες που ακολούθησαν στην Αγωγή. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ, ΜΔ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Παραμερισμός κλητηρίου/προνόμιο ετεροδικίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο