← Κύπρος

ΙΩΑΝΝΗ ΜΗΛΑΙΟΥ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ κ.α., Συνεκδικαζόμενες Αγωγές 476/03, 396/03, 397/03, 477/03 και 1953/03, 13 Μαρτίου 2009

ΙΩΑΝΝΗ ΜΗΛΑΙΟΥ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ κ.α., Συνεκδικαζόμενες Αγωγές 476/03, 396/03, 397/03, 477/03 και 1953/03, 13 Μαρτίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Συνεκδικαζόμενες Αγωγές Αρ.476/03, 396/03, 397/03, 477/03 και 1953/03 Αγωγή αρ. 476/2003 Μεταξύ: ΙΩΑΝΝΗ ΜΗΛΑΙΟΥ Ενάγοντα -και-

  1. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ
  2. ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΑΜΑΝΟΥ Εναγομένων -------------------- Αγωγή αρ. 396/03 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΙΣΣΟΥΡΙΟΥ Ενάγοντα -και-
  3. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ
  4. ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΑΜΑΝΟΥ Εναγομένων -και- ΙΩΑΝΝΗ ΜΗΛΑΙΟΥ Τριτοδιάδικου ------------------ Αγωγή αρ. 397/03 Μεταξύ: ΕΛΕΝΑ ΜΗΛΑΙΟΥ, ανήλικη εκ Λεμεσού δια του Ιωάννη Μηλαίου και Αλεξίας Πισσουρίου Μηλαίου, πατρός και μητρός της αντιστοίχως ως πλησιέστερων φίλων και ΦΥΣΙΚΩΝ ΚΗΔΕΜΟΝΩΝ ΤΗΣ ΑΜΦΟΤΕΡΩΝ ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενάγουσας -και-
  5. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ
  6. ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΑΜΑΝΟΥ Εναγομένων -και- ΙΩΑΝΝΗ ΜΗΛΑΙΟΥ Τριτοδιάδικου ------------------ Αγωγή αρ. 477/03 Μεταξύ: ΑΛΕΞΙΑ ΠΙΣΣΟΥΡΙΟΥ ΜΗΛΑΙΟΥ Ενάγουσας -και-
  7. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ
  8. ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΑΜΑΝΟΥ Εναγομένων -και- ΙΩΑΝΝΗ ΜΗΛΑΙΟΥ Τριτοδιάδικου ------------------ Αγωγή αρ. 1953/03 Μεταξύ: ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΜΗΛΑΙΟΥ, ανήλικη εκ Λεμεσού δια του Ιωάννη Μηλαίου και Αλεξίας Πισσουρίου Μηλαίου, πατρός και μητρός της αντιστοίχως ως πλησιέστερων φίλων και ΦΥΣΙΚΩΝ ΚΗΔΕΜΟΝΩΝ ΤΗΣ ΑΜΦΟΤΕΡΩΝ ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενάγουσας -και-
  9. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ
  10. ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΑΜΑΝΟΥ Εναγομένων -και- ΙΩΑΝΝΗ ΜΗΛΑΙΟΥ Τριτοδιάδικου ------------------ Αίτηση ημερ. 23.10.2008 Ημερομηνία: 13 Μαρτίου 2009 Εμφανίσεις: Για τους αιτητές-εναγόμενους 1 και 2: κα Κονναρή για κ. Χατζηπιέρα Για τους καθ'ων η αίτηση-ενάγοντες: κ Α. Χαραλάμπους για κ.κ. Χρύση Δημητριάδη και Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, οι αιτητές επιζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναστέλλει και/ή ανακόπτει τη διαδικασία στις παρούσες αγωγές, μέχρις ότου η ενάγουσα στην αγωγή με αριθμό 1953/03 συγκατατεθεί και/ή εξεταστεί από τον ιατρό της επιλογής των εναγομένων στην Κύπρο ή στην Αθήνα και διαζευκτικά διάταγμα με παρόμοιο διατακτικό αναφορικά μόνο με την αγωγή με αριθμό 1953/
  11. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.48 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στη γενική πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας της Μαρίνας Κουρέα, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι έχοντας στη φύλαξη της τον φάκελο της υπόθεσης, γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη τόσο από τους εναγόμενους όσο και από τον Ανδρέα Χαραλαμπίδη, εκκαθαριστή της ασφαλιστικής εταιρείας Liberty General, να προβεί στην ένορκη της δήλωση. Οι υπό αναφορά συνεκδικαζόμενες αγωγές που καταχωρήθηκαν στις αρχές του 2003, αφορούν γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και ζημιές, τις οποίες οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος που επεσυνέβη στις 31.5.2001 στον παρακαμπτήριο δρόμο Λεμεσού-Πάφου. Μετά τη συνένωση όλων των αγωγών κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ.16.11.2004, στις 28.2.06 καταχωρήθηκε αίτηση για αναστολή της διαδικασίας όλων των αγωγών μέχρις ότου αποδεχθούν οι ενάγοντες να εξετασθούν από ιατρό της επιλογής των εναγομένων και μετά την εκδίκαση της αίτησης εκδόθηκε σχετικό διάταγμα στις 29.6.
  12. Όπως η ενόρκως δηλούσα πληροφορείται από το δικηγόρο των εναγομένων κ. Χατζηπιέρα, δεν κατέστη δυνατό να ασκηθεί το δικαίωμα των εναγομένων τότε λόγω του ότι η προαναφερθείσα ασφαλιστική εταιρεία των εναγομένων είχε αναστείλει τις εργασίες της από το έτος 2004, με αποτέλεσμα ο κ. Χατζηπιέρας, που εκπροσωπούσε την ασφαλιστική εταιρεία, να μην μπορεί να επικοινωνήσει με οποιοδήποτε αρμόδιο αυτής αφού έκλεισαν και τα γραφεία της. Στις 26.2.08 η εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία διαλύθηκε, κατόπιν διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Τεκμ.1) και έκτοτε ο Ανδρέας Χαραλαμπίδης, διευθυντής του M.I.F., διορίστηκε ως εκκαθαριστής της περιουσίας της. Με επιστολή τους οι δικηγόροι των εναγόντων, ημερομηνίας 17.9.08 (Τεκμ. 2), κοινοποίησαν στον κ. Χατζηπιέρα ότι είχαν συνάντηση με τον εκκαθαριστή, ο οποίος τους μεταβίβασε την επιθυμία να εξετασθούν οι ενάγοντες από ιατρό των εναγομένων, δηλώνοντας και την αποδοχή των γονέων της ανήλικης ενάγουσας στην αγωγή με αρ. 1953/03 για την ιατρική της εξέταση. Στις 24.9.08, που οι αγωγές ήταν ορισμένες για ακρόαση, δηλώθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι θα γίνει η εν λόγω ιατρική εξέταση στην Κύπρο ή στην Αθήνα για λογαριασμό των εναγομένων και ο δικηγόρος των εναγόντων, παρά το περιεχόμενο στης επιστολής Τεκμ. 2, ανέφερε ότι θα μετέφερε στους γονείς της ανήλικης ενάγουσας το αίτημα για την ιατρική εξέταση αυτής για να τους πείσει να αποδεχθούν και στη συνέχεια θα ενημέρωνε το δικηγόρο των εναγομένων. Επειδή δεν υπήρξε απάντηση εκ μέρους του δικηγόρου των εναγόντων, ο κ. Χατζηπιέρας με επιστολή του προς αυτόν ημερομηνίας 14.10.08 (Τεκμ.3), ζήτησε να πληροφορηθεί κατά πόσο υπάρχει αποδοχή για την ιατρική εξέταση και με επιστολή του ημερομηνίας 16.10.08 (Τεκμ.4) ο δικηγόρος των εναγόντων γνωστοποίησε στον κ. Χατζηπιέρα ότι οι γονείς της ανήλικης ενάγουσας δεν αποδέχονται την ιατρική εξέταση. Η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζοντας ότι τα δικαιώματα των εναγομένων θα επηρεαστούν αρνητικά αν η εν λόγω ενάγουσα δεν εξεταστεί από ιατρό της επιλογής των εναγομένων καθότι θα στερηθούν αυτοί του δικαιώματος να προσκομίσουν μαρτυρία ειδικού ως προς τις σωματικές βλάβες της ενάγουσας, ενώ η ενάγουσα δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά εφόσον η εξέταση μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε μέρος επιθυμεί η ίδια, δηλαδή είτε στην Αθήνα είτε στην Κύπρο, δηλώνει ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης των καθ' ων η αίτηση-εναγόντων, ημερομηνίας 8.12.08, η οποία βασίζεται στη Δ.48 θθ.1-4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 11 και 30.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στη νομολογία, στη διακριτική ευχέρεια και στη πρακτική του Δικαστηρίου, προβάλλονται ως λόγοι ένστασης ότι το αίτημα υποβάλλεται καθυστερημένα και/ή χωρίς επαρκή ή οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση, ενόψει και της έκδοσης προηγούμενου διατάγματος ίδιας φύσης, δεδομένου ότι δεν ζητήθηκε η εξέταση των εναγόντων από ιατρούς των εναγομένων παρά την παρέλευση μακρού χρόνου από την έκδοση του προγενέστερου παρόμοιου διατάγματος, ότι κανένας από τους δικονομικούς θεσμούς στους οποίους βασίζεται η αίτηση δεν προσφέρεται για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και η υπό κρίση αίτηση εφόσον καταχωρείται για δεύτερη φορά συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και/ή είναι κακόπιστη και/ή εκδικητική και/ή έχει σκοπό να προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης των εναγόντων, ότι το αίτημα είναι αδικαιολόγητο και/ή δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία και/ή είναι αυθαίρετο και/ή δεν είναι αναγκαίο ή επιθυμητό ή βοηθητικό ή ουσιώδες για τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, ότι δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να δοθεί το διάταγμα εφόσον η διαδικασία καθυστέρησε αδικαιολόγητα και/ή δεν προωθήθηκε επαρκώς εκ μέρους των εναγομένων με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος παραβίασης των συνταγματικών δικαιωμάτων των εναγόντων, ότι αν εκδοθεί το διάταγμα θα προκληθεί σοβαρή ζημιά και/ή έξοδα στους ενάγοντες δεδομένου ότι αυτοί, εκτός του ενάγοντα στην αγωγή με αρ. 396/03, είναι κάτοικοι εξωτερικού (Ελλάδας) και/ή θα έλθουν σε δυσμενή θέση και/ή θα πληγούν αρνητικά τα συμφέροντα τους, ότι οι αιτητές εμποδίζονται από του να ζητούν τα υπό κρίση διατάγματα, λόγω της συμπεριφοράς και/ή στάσης και/ή απόφασης τους να μην εξασκήσουν το δικαίωμα τους για εξέταση της ενάγουσας στην υπόθεση με αρ. 1953/03 και ότι αν αυτά εκδοθούν θα προκληθεί μεγάλη αδικία γιατί οι ενάγοντες θα αναγκαστούν για δεύτερη φορά να υποστούν τα έξοδα μετάβασης τους στην Κύπρο. Στην ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την ένσταση, ο ενόρκως δηλών Θωμάς Χριστοδούλου, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση, γνωρίζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης από πληροφορίες που έλαβε από το δικηγόρο κ. Α. Χαραλάμπους καθώς και από τα έγγραφα του φακέλου της υπόθεσης, αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Αφού κάνει αναφορά στην πορεία των εν λόγω αγωγών από την καταχώρηση τους, καθώς και στην προγενέστερη αίτηση για αναστολή της διαδικασίας για παρόμοιους λόγους, ο ενόρκως δηλών επικαλούμενος αλληλογραφία μεταξύ των συνηγόρων των διαδίκων (Τεκμ.Α-Δ) αναφέρεται σε επιστολή του δικηγόρου Α. Χαραλάμπους προς τον εκκαθαριστή Α. Χαραλαμπίδη, ημερομηνίας 13.11.06 (Τεκμ. Ε), την οποία λόγω αρνητικής αντιμετώπισης εκ μέρους του εκκαθαριστή ακολούθησε επιστολή προς τον ίδιο ημερομηνίας 14.11.06 (Τεκμ. Στ), με την οποία επιβεβαιώνεται ότι οι εναγόμενοι δεν επιθυμούν την ιατρική εξέταση των εναγόντων καθότι δεν έχουν πρόθεση να αναλάβουν την πληρωμή των ιατρικών εξόδων που θα προκύψουν. Περαιτέρω, παραπέμποντας στην αλληλογραφία που επακολούθησε μεταξύ των συνηγόρων των διαδίκων (Τεκμ. Ζ-Ι), ο ενόρκως δηλών αναπτύσσοντας τους λόγους της ένστασης και αντικρούοντας τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας των αιτητών, ισχυρίζεται ότι οι θέσεις των αιτητών είναι αντιφατικές και το αίτημα τους για έκδοση του υπό κρίση διατάγματος είναι παντελώς αδικαιολόγητο, δεν υποστηρίζεται από την δέουσα μαρτυρία ως προς την ουσία του, υποβάλλεται καθυστερημένα και θα προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση στην υπόθεση, η δε έγκριση του ενόψει της αδιαφορίας και της στάσης που επέδειξαν οι αιτητές θα αποτελέσει επέμβαση στην προσωπικότητα της ανήλικης ενάγουσας και ζητά την απόρριψη της αίτησης. Οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν κατά την ακρόαση της αίτησης και οι συνήγοροι αγορεύοντας, με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία, υποστήριξαν τη θέση κάθε πλευράς αντίστοιχα. Ως προς τη νομική πτυχή, σύμφωνα με τη νομολογία επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την αναστολή μιας αγωγής μέχρις ότου ο ενάγοντας συμφωνήσει να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση. Στην υπόθεση Αριστοδήμου ν. Πετάση

(1990)1 Α.Α.Δ. 112, όπου επισημάνθηκε ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου υφίσταται και ασκείται σύμφωνα με τις αρχές που υιοθετήθηκαν στη Αγγλική υπόθεση Edmeades v. Thames Board Mills Ltd.
(1969)2 All E.R. 127, λέχθηκε ότι η εξέταση δεν επιβάλλεται με διαταγή του Δικαστηρίου, που θα συνιστούσε απαράδεκτη επέμβαση στην ατομική ακεραιότητα και ελευθερία του διαδίκου, αλλά έμμεσα με την αναστολή της δίκης μέχρις ότου ο διάδικος συμφωνήσει να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση. Αντισταθμίζονται δύο εξίσου σημαντικοί παράγοντες. Η ελευθερία του ατόμου και το δικαίωμα του καθενός να προσφύγει στο Δικαστήριο για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του αφενός, καθώς και το δικαίωμα του αντιδίκου για την παροχή ουσιαστικής ευκαιρίας για υπεράσπιση, δικαίωμα συνυφασμένο με την ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης, αφετέρου. Το στοιχείο της δίκαιης και ισορροπημένης μεταχείρισης των διαδίκων βρίσκεται στο επίκεντρο της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Σημαντικοί παράγοντες είναι το δικαίωμα του διαδίκου για τη διεξαγωγή της δίκης και τη διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων μέσα σε εύλογο χρόνο, που αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα βάσει του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και το δικαίωμα του διαδίκου να ενημερώνεται έγκαιρα για τη θέση του αντιδίκου του ώστε με βεβαιότητα να είναι σε θέση να προσδιορίσει τα αποδεικτικά μέσα και τη μαρτυρία που είναι αναγκαία για την απόδειξη της υπόθεσής του. Η ανταλλαγή δικογράφων σ' αυτό αποβλέπει. Κάθε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης πρέπει να δικαιολογείται. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα ισχυρότεροι πρέπει να είναι οι λόγοι που την υποστηρίζουν. Το εύλογο της απαίτησης για ιατρική εξέταση καθώς και οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η άρνηση του ενάγοντα πρέπει να τύχουν προσεκτικής εξέτασης στο πλαίσιο της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Kyriakou and Another v. Stylianou
(1982)1 C.L.R. 524, Starr v. National Coal Board
(1977)1 All E.R. 243, Prescott v. Bulldog Tools Ltd
(1981)3 All E.R. 869). Από τους φακέλους των αγωγών προκύπτει ότι αυτές καταχωρήθηκαν κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους 2003 και αφορούν τροχαίο δυστύχημα που επεσυνέβη στις 31.5.2001, συνεπεία του οποίου οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν σωματικές βλάβες και ζημιές διεκδικώντας από τους εναγόμενους γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Μετά την συμπλήρωση των δικογράφων οι αγωγές συνενώθηκαν προς συνεκδίκαση με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.11.2004 και έκτοτε ορίζοντο για ακρόαση και για οδηγίες. Στις 29.6.2006, κατόπιν εκδίκασης αίτησης των εναγομένων ημερομηνίας 28.2.2006, εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου για αναστολή της ακρόασης των αγωγών μέχρις ότου συγκατατεθούν οι ενάγοντες στις αγωγές με αρ. 476/03, 397/03, 477/03 και 1953/03 σε ιατρική εξέταση από ιατρό της επιλογής των εναγομένων. Ακολούθως οι αγωγές ορίζοντο για οδηγίες μέχρι τις 15.10.2007, που ορίστηκαν για ακρόαση, στη συνέχεια κατόπιν αναβολής της ακρόασης ορίζοντο για οδηγίες και εν τέλει πάλι για ακρόαση στις 24.9.2008, οπότε αναβλήθηκαν λόγω ελλείψεως χρόνου του Δικαστηρίου και ορίστηκαν εκ νέου για ακρόαση στις 19.1.
  1. Στις 24.9.2008, όπως προκύπτει από το χειρόγραφο πρακτικό του Δικαστηρίου, έγινε δήλωση εκ μέρους του συνηγόρου των εναγόντων, λόγω έγερσης του θέματος εξέτασης της ενάγουσας στην αγωγή με αρ. 1953/03 από τον συνήγορο των εναγομένων, ότι θα προσπαθήσει να λάβει την συγκατάθεση των γονέων της ανήλικης ενάγουσας για την ιατρική της εξέταση παρόλο που λόγω του ιστορικού της υπόθεσης δεν είχε τέτοιο δικαίωμα η πλευρά των εναγομένων. Η ακρόαση των αγωγών στις 19.1.2009 αναβλήθηκε και παρέμειναν για οδηγίες λόγω της εκκρεμότητας της υπό κρίση αίτησης, η οποία καταχωρήθηκε στις 23.10.
  2. Επανερχόμενη στην υπό κρίση αίτηση και έχοντας κατά νου όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και από τις δυο πλευρές αλλά και όσα μπορούν να διαπιστωθούν από τους δικογραφικούς φακέλους, πρέπει αρχικά να λεχθεί ότι η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος των εναγομένων είναι προφανής. Οι αγωγές καταχωρήθηκαν κατά το έτος 2003 και παρόλο που, με παρόμοιο διάβημα είχαν εξασφαλίσει διάταγμα του Δικαστηρίου στις 29.6.2006 για αναστολή της ακρόασης μέχρις ότου συγκατατεθούν οι ενάγοντες των τεσσάρων αγωγών σε ιατρική τους εξέταση από ιατρό της επιλογής των εναγομένων, οι τελευταίοι δεν φαίνεται να έλαβαν τα δέοντα μέτρα για να γίνει η ιατρική εξέταση. Η δικαιολογία που προβάλλουν οι εναγόμενοι, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, ότι το δικαίωμα τους δεν κατέστη δυνατό να ασκηθεί επειδή η ασφαλιστική εταιρεία των εναγομένων είχε αναστείλει τις εργασίες της από το έτος 2004 με αποτέλεσμα ο κ. Χατζηπιέρας, που την εκπροσωπούσε, να μην μπορεί να επικοινωνήσει με οποιονδήποτε αρμόδιο αυτής δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητική. Και αυτό επειδή, αφενός δεν εξηγείται γιατί προωθήθηκε με παρόμοιο διάβημα από τους εναγόμενους η ιατρική εξέταση των εναγόντων κατά το έτος 2006, που και τότε θα έπρεπε να υπάρχει αδυναμία επικοινωνίας με τους αρμόδιους της ασφαλιστικής εταιρείας εφόσον η αναστολή των εργασιών της έγινε το
  3. Αφετέρου από την αλληλογραφία μεταξύ των δυο πλευρών, που ακολούθησε την έκδοση του πρώτου διατάγματος για ιατρική εξέταση των εναγόντων (βλ. Τεκμ. Α-ΣΤ της ένστασης), που έμεινε αναντίλεκτη ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι οι λόγοι μη υποβολής των εναγόντων σε ιατρική εξέταση ήταν οικονομικοί, δεδομένου ότι στην επιστολή του δικηγόρου των εναγόντων προς τον κ. Χαραλαμπίδη, εκκαθαριστή της ασφαλιστικής εταιρείας, ημερομηνίας 14.11.2006 επιβεβαιώνεται η πληροφορία που έλαβαν οι ενάγοντες ότι οι εναγόμενοι δεν επιθυμούν την ιατρική εξέταση των εναγόντων από ιατρούς της επιλογής των εναγομένων καθότι οι τελευταίοι δεν είχαν πρόθεση να αναλάβουν την πληρωμή των ιατρικών εξόδων που θα προέκυπταν, ενώ οι ενάγοντες είχαν έλθει στην Κύπρο με δικά τους έξοδα για να υποστούν την ιατρική εξέταση. Το θέμα της ιατρικής εξέτασης των εναγόντων, παρά την αδράνεια που παρατηρήθηκε έκτοτε, επανήλθε στο προσκήνιο τον Σεπτέμβριο του 2008, όπως προκύπτει από το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.9.2008 και από την αλληλογραφία μεταξύ των μερών, που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει τόσο την υπό κρίση αίτηση όσο και την ένσταση σ' αυτήν. Ανεξάρτητα από τους λόγους που οδήγησαν στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης είναι η αντίληψη μου ότι αυτή θα πρέπει να κριθεί ως καταχρηστική. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Loukos Trading Co. Ltd κ.α. ν. Ρέινμπ. Πλ. και Ντάιγκ Κο. Λτδ
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1014, τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Όπως, επίσης, έχει νομολογηθεί η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Re Beogradska D.D.
(1996)1 Α.Α.Δ. 911 και Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133). Στην υπόθεση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα (πιο πάνω) υποδείχθηκε ότι η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του. Στην υπό κρίση αίτηση, δεδομένου ότι δεν εξηγήθηκε ικανοποιητικά από τους εναγόμενους γιατί δεν άσκησαν το δικαίωμα τους να προβούν σε ιατρική εξέταση των εναγόντων μετά την έκδοση του πρώτου σχετικού διατάγματος, η υποβολή παρόμοιου αιτήματος σ' αυτό το στάδιο της υπόθεσης και έχοντας παρέλθει, χωρίς ενδιαφέρον ουσιαστικά από τους εναγόμενους να διευθετηθεί η ιατρική εξέταση, δυο χρόνια από την έκδοση του προηγούμενου διατάγματος, θεωρώ ότι είναι καταδικασμένη σε αποτυχία ως συνιστώσα κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Γι' αυτή την αντίληψη του Δικαστηρίου λήφθηκε υπόψη ο παράγοντας προστασίας της πλευράς των εναγόντων από την ταλαιπωρία που προκύπτει από την συμπεριφορά των εναγομένων, η οποία κρίνεται ότι συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Το γεγονός ότι η αίτηση υποβλήθηκε μετά την αποτυχία εξώδικης διευθέτησης για την οποία καταβλήθηκε προσπάθεια τον Σεπτέμβριο του 2008 δεν αλλάζει τα πράγματα και είναι αναπόφευκτο το συμπέρασμα που συνάγεται από την συμπεριφορά των εναγομένων ότι η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης στο παρόν στάδιο της υπόθεσης όχι μόνο αποσκοπούσε αλλά και είχε ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης. Οι δε ισχυρισμοί της συνηγόρου των αιτητών ότι η περαιτέρω αναβολή στην ακρόαση των υποθέσεων οφείλεται στην συμπεριφορά των εναγόντων που δεν καταχώρησαν εγκαίρως την ένσταση τους στην παρούσα αίτηση δεν μεταβάλλουν την πιο πάνω θέση. Πέραν των πιο πάνω, επισημαίνεται ότι το διαζευκτικό αίτημα των αιτητών για αναστολή της διαδικασίας μόνο στην αγωγή με αρ. 1953/03 δεν θα μπορούσε να ευσταθήσει εφόσον έχει εκδοθεί διάταγμα συνεκδίκασης των υπό αναφορά αγωγών. Δεν μπορεί να αγνοηθεί ακόμη ότι δεν τέθηκε οποιοδήποτε στοιχείο ενώπιον του Δικαστηρίου από το οποίο να προκύπτει η αναγκαιότητα της απαίτησης προς την ενάγουσα της συγκεκριμένης αγωγής για να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση. Με την αόριστη αναφορά τους ότι θα στερηθούν της μαρτυρίας ειδικού ως προς τις σωματικές βλάβες της ενάγουσας λόγω του ύψους των διεκδικούμενων από αυτήν αποζημιώσεων, οι αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος τους να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο για την αναγκαιότητα και ποιας ειδικότητας ιατρική της εξέταση. Διαφαίνεται δε ότι η καθυστέρηση που θα προέκυπτε από την έγκριση του αιτήματος των αιτητών στην παρούσα αίτηση, ανεξάρτητα και πέραν από τυχόν οικονομικές συνέπειες για την ενάγουσα και λαμβανομένου υπόψη ότι η ιατρική εξέταση θα μπορούσε να γίνει στον τόπο διαμονής της, αποτελεί την προφανή ζημιά των εναγόντων, που ακόμη και αν δεν εθεωρείτο καταχρηστική η καταχώρηση της εν λόγω αίτησης θα οδηγούσε στην απόρριψη της. Σταθμίζοντας τους παράγοντες που εξετάζονται για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αίτημα αναστολής της διαδικασίας για να υποβληθεί σε εξέταση ο ενάγοντας, θεωρώ ότι υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης το δικαίωμα των εναγόντων για διεξαγωγή της δίκης και την διάγνωση των αστικών τους δικαιωμάτων σε εύλογο χρόνο υπερτερεί του δικαιώματος των εναγομένων να εξασφαλίσουν ένα αποδεικτικό στοιχείο για την υπεράσπιση τους ακριβώς λόγω της επιδειχθείσας στάσης τους στην πορεία της υπόθεσης και της αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να ευσταθήσει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται εναντίον των αιτητών-εναγομένων και υπέρ των καθ' ων η αίτηση-εναγόντων και θα πληρωθούν στο τέλος των υποθέσεων. (Υπ.)........... Λ.Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.