← Κύπρος

Ελληνικής Τράπεζας Λτδ ν. Ανδρέα Πατσαλίδη, Αγωγή Αρ. 6975/03, 13 Μαρτίου, 2009

Ελληνικής Τράπεζας Λτδ ν. Ανδρέα Πατσαλίδη, Αγωγή Αρ. 6975/03, 13 Μαρτίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A71 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 6975/03 Μεταξύ: Ελληνικής Τράπεζας Λτδ Εναγόντων και Ανδρέα Πατσαλίδη, από τη Λεμεσό Εναγομένου ΚΑΙ ΔΙ' ΑΝΤΑΓΩΓΗΣ Μεταξύ: Ανδρέα Πατσαλίδη, εκ Λεμεσού Ενάγοντα και Ελληνικη Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ

  1. Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ Εναγομένων ---------------------------------- 13 Μαρτίου, 2009 Για τους ενάγοντες/εναγόμενους δι' ανταγωγής 1 - 2: κ. Α. Μαρκίδης με την κα Κωνσταντίνου Για τον εναγόμενο/δι' ανταγωγής ενάγοντα: κ. Σ. Φασουλιώτης A Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή τους οι ενάγοντες αιτούνται την έκδοση απόφασης για ποσό €1.831.013,71 πλέον τόκο 9% επί ποσού €1.133.889,70 από 1.1.2008, όπως το περιόρισαν κατά την ακροαματική διαδικασία, ως χρέος το οποίο απορρέει από τη συμφωνία επενδυτικού λογαριασμού ημερ. 4.3.1999, Τεκμ.3, δυνάμει του σχετικού λογαριασμού με αρ. 175-01-500567-75 με αρχικό όριο £100.000,
  2. Επιζητούν ακόμα την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την πώληση των μετοχών όπως περιγράφονται στην παράγραφο 16 της Έκθεσης Απαιτήσεως και τις οποίες ο εναγόμενος ενεχυρίασε προς όφελος των εναγόντων, δυνάμει του εγγράφου ενεχυρίασης ημερ. 8.3.1999, Τεκ.
  3. Ο εναγόμενος με την υπεράσπιση του και την ανταξίωση του εναντίον τόσο των εναγόντων όσο και των εναγομένων 2 εξ ανταπαιτήσεως παραδέχεται την ύπαρξη του υφιστάμενου λογαριασμού δυνάμει της συμφωνίας, Τεκ.3, αμφισβητεί ότι συμφώνησε στην αύξηση ορίου του λογαριασμού του και δίνει τις δικές του θέσεις για το τι προνοούσε η επίδικη συμφωνία και το σχέδιο «investor account». (α) To μέγιστο ποσό που θα μπορούσε να διατεθεί από τους ενάγοντες στον εναγόμενο για την αγορά μετοχών μέσω τρεχούμενου λογαριασμού ήταν £100.000,
  4. Οι ενάγοντες όσο και ο χρηματιστής προκάλεσαν και/ή επέτρεψαν την επέκταση του χρεωστικού υπολοίπου του εναγόμενου σε πολύ μεγαλύτερο ύψος από αυτό που συμφωνήθηκε και ως εκ τούτου οι ενάγοντες δεν μπορούν να αξιώνουν μεγαλύτερα ποσά. Η υπέρβαση των πιστωτικών ορίων εκ μέρους των εναγόντων για την αγορά μετοχών για λογαριασμό του εναγόμενου από τον χρηματιστή χωρίς την προηγούμενη εντολή του είναι παράνομη και αντισυμβατική και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ανακτηθεί δικαστικώς. (β) Ο εναγόμενος όφειλε να καταθέσει ποσό ή να δεσμεύσει αξίες και ή να προσφέρει εξασφαλίσεις σε ποσοστό 25% πέρα του εγκεκριμένου ορίου του πιο πάνω λογαριασμού. (γ) Η θυγατρική εταιρεία των εναγόντων εναγόμενοι εξ ανταπαιτήσεως 2 που στο εξής θα καλούνται ο χρηματιστής, θα συμβούλευαν τον εναγόμενο ως προς τις αγοραπωλησίες μετοχών που θα γίνονταν «πάντοτε όμως κατόπιν σχετικών εντολών του» και θα διεκπεραίωναν όλες τις αναγκαίες διαδικασίες και έγγραφα για λογαριασμό του. Κυρίαρχη θέση του εναγόμενου είναι πως οι ενάγοντες ενήργησαν καθ' υπέρβαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, Τεκ.58-72; και ιδιαίτερα την εγκύκλιο 12.10.1999, Τεκ.59 παραλείποντας ως ισχυρίζεται να ενημερώσουν τον πελάτη τους, εναγόμενο, ως κάτοχο investor account με υπόλοιπα πιστωτικά ή μηδενικά, ότι ο λογαριασμός του έχει κλείσει, μέτρο το οποίο ήταν υπό τις περιστάσεις επιβεβλημένο. Η παράλειψη των εναγομένων να συμμορφωθούν με τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας κατέστησε την επίδικη σύμβαση παράνομη ως εκ του τρόπου εφαρμογής της από τους ενάγοντες μεταξύ 12.10.1999 και 29.11.1999, παρανομία η οποία κατά την εισήγηση τους δεν θεραπεύεται. Αποδίδει ακόμη ο εναγόμενος τόσο στους ενάγοντες, όσο και στον χρηματιστή πράξεις αμελείς ή παραλείψεις: δεν ενήργησαν με επιμέλεια και προσοχή και με γνώμονα την προστασία των συμφερόντων του εναγόμενου αλλά επέδειξαν επαγγελματική αμέλεια ενεργώντας προς εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων αλλά και συμφερόντων άλλων εταιρειών, όπως με λεπτομέρεια περιγράφεται στην υπεράσπιση. Παρέλειψαν ακόμη να λάβουν μέτρα για μείωση των δικών τους ζημιών αλλά και για περιορισμό ζημιών του εναγόμενου και να προβούν εγκαίρως στην πώληση μετοχών του εναγομένων, ο οποίος ρητά στις 12.7.2002 ζήτησε από τους ενάγοντες και/ή το χρηματιστή του όπως ρευστοποιήσουν αμέσως ολόκληρο το χαρτοφυλάκιο του, γεγονός το οποίο, αν πραγματοποιείτο, θα του απέφερε κέρδη συνολικού ύψους £696.728,
  5. Ανταξιώνει δε ως αποτέλεσμα των πιο πάνω : «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη συμφωνία για την παραχώρηση πιστωτικής διευκόλυνσης στον Ενάγοντα στην ανταγωγή για τη διενέργεια επενδύσεων στο Χρηματιστήριο πάσχει αθεράπευτα λόγω παρανομίας και/ή επειδή ο σκοπός της ήταν ενάντια στη δημόσια πολιτική. Β. Απόφαση υπέρ του Ενάγοντα στην Ανταγωγή και εναντίον των Εναγομένων 1 και/ή 2 στην Ανταγωγή για το ποσό των ΛΚ696.728,47 σεντ το οποίο αντιπροσωπεύει διαφυγόντα κέρδη συνεπεία της άρνησης των Εναγομένων 1 και/ή 2 στην Ανταγωγή να εκπληρώσουν ρητή εντολή του Ενάγοντα στην Ανταγωγή για πλήρη ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου του. Γ. Απόφαση υπέρ του Ενάγοντα στην ανταγωγή και εναντίον των Εναγομένων 1 και/ή 2 στην ανταγωγή μαζί και/ή ξεχωριστά για οποιοδήποτε άλλο ήθελε φανεί ως οφειλόμενο μετά από την αναγκαία αποκάλυψη λογαριασμών εκ μέρους των Εναγομένων 1 και/ή 2 στην Ανταγωγή για ζημιές και/ή απώλειες και/ή διαφυγόντα κέρδη συνεπεία της αμέλειας και/ή των συμβατικών παραβάσεων εκ μέρους των, όπως αυτές αναφέρονται ανωτέρω.» Είναι αδιαμφισβήτητο και αποτελεί κοινό έδαφος τόσο η υπογραφή της συμφωνίας, όσο και η υπογραφή του πληρεξουσίου εγγράφου, ημερ. 8.3.1999, το οποίο ο εναγόμενος υπέγραψε και παραχώρησε προς την Ελληνική Τράπεζα Επενδύσεις Λτδ., Τεκ.2, όπως επίσης παραδεχτό είναι ότι την ίδια ημερομηνία υπεγράφη συμφωνία, Τεκ.3, μεταξύ εναγούσης και εναγόμενου με την οποία ο τελευταίος συμφώνησε να καταβάλει στην ενάγουσα ετήσιο δικαίωμα διαχείρισης για το λογαριασμό. Το ίδιο ισχύει και για τη συμφωνία ενεχυριάσεως των μετοχών-δικαιωμάτων (rights)/share warrants/χρεογράφων, Τεκ.
  6. Ο λογαριασμός που ανοίχθηκε είναι γνωστός ως investor account. Ουσιαστικά είναι ένας ειδικός λογαριασμός παρατραβήγματος με ειδικές πρόνοιες: χρησιμοποιείται μόνο στον τομέα των χρηματιστηριακών επενδύσεων. Στην αίτηση (στο πίσω μέρος) για συμμετοχή στο σχέδιο investor accounts της εναγούσης, Τεκ.1, περιγράφεται η φύση του σχεδίου και δίδονται οι σχετικοί όροι και ερμηνείες σε αναφορά με τη φύση του λογαριασμού. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου οι πελάτες της τράπεζας, όπως και ο ενάγοντας απευθύνονταν στην τράπεζα, είτε στην εναγόμενη 2 υποβάλλοντας σχετικό αίτημα για άνοιγμα του λογαριασμού. Το αίτημα προωθείτο για αξιολόγηση στη Γενική Διεύθυνση των εναγόντων στη Λευκωσία. Μετά την υποβολή της γραπτής αίτησης του εναγόμενου στις 4.3.1999 αυτή προωθήθηκε αναλόγως και εγκρίθηκε στις 12.3.1999, όπως φανερώνεται από την επιστολή της εναγόμενης 2, Τεκ.1Α, με όριο £100.000,00 ως η αίτηση του εναγόμενου. Με το πληρεξούσιο έγγραφο ο εναγόμενος έδιδε εξουσία στην εναγόμενη 2 να αγοράζει, πωλεί, μεταβιβάζει μετοχές ή αξίες στο ΧΑΚ, να υπογράφει όλα τα αναγκαία έγγραφα ενεχυρίασης των μετοχών και αξιών προς όφελος της ενάγουσας, να ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό και γενικά να διενεργεί όλες εκείνες τις πράξεις αναφορικά με οποιοδήποτε σχετικό με τη λειτουργία του λογαριασμού θέμα, όπως με λεπτομέρεια φαίνεται στο πληρεξούσιο έγγραφο. Είναι με βάση το πιο πάνω πληρεξούσιο έγγραφο που ενήργησε στη συνέχεια η εναγόμενη 2 και υπέγραψε εκ μέρους του στις 8.3.1999 τη συμφωνία ενεχυρίασης μετοχών. Όλα τα πιο πάνω έγγραφα υπογράφηκαν από τον εναγόμενο με σκοπό να παράσχουν σε αυτό τις πιστωτικές διευκολύνσεις στον τρεχούμενο επενδυτικό λογαριασμό που διατηρείτο στην ενάγουσα για τη συμμετοχή του στο σχέδιο investor account. Με την υπογραφή όλων των πιο πάνω εγγράφων και την παροχή των αναγκαίων εξασφαλίσεων ο λογαριασμός του εναγόμενου τέθηκε σε λειτουργία. Στο «clients transaction by contract no.», ημερ. 15.11.2005, Τεκ.5, φαίνονται με λεπτομέρεια τα δικαιώματα αγοράς μετοχών διαφόρων εταιρειών τα οποία πρόσφερε ως ασφάλεια ο εναγόμενος για κάλυψη συνολικής αξίας £29.615 ποσό το οποίο αντιπροσώπευε το 29,6% του εγκεκριμένου ορίου. Η ενάγουσα με τη μαρτυρία που πρόσφερε πρόβαλε τα πιο κάτω: - Ο λογαριασμός διατηρείτο στο κατάστημα των εναγόντων και ενημερωνόταν ανελλιπώς για πιστώσεις ή χρεώσεις. - Ο λογαριασμός διατηρείτο για σκοπούς χρηματιστηριακών συναλλαγών που γίνονταν με εντολές των πελατών και στη συγκεκριμένη περίπτωση με εντολές του εναγόμενου. - Η εναγόμενη 2 έπαιρνε οδηγίες από τον εναγόμενο οι οποίες δίνονταν είτε απ' ευθείας προς την κεντρική υπηρεσία λήψης εντολών, είτε προς τα κατά τόπους επαρχιακά τους γραφεία, είτε στους χρηματιστές της, είτε ηλεκτρονικά, μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος διαβίβασης εντολών (e-trade). - Aκολούθως η Ελληνική Τράπεζα Επενδύσεων ως μέλος του ΧΑΚ διαβίβαζε τις εντολές του πελάτη προς το ΧΑΚ. Στο τέλος της κάθε χρηματιστηριακής συνάντησης ο πελάτης ενημερωνόταν από την Ελληνική Τράπεζα Επενδύσεων, είτε με αυτόματη αποστολή τηλεομοιότυπου, είτε τηλεφωνικώς, είτε και με τους δύο τρόπους κατά πόσο η εντολή του είχε εκτελεσθεί ή όχι. Υπήρχε η δυνατότητα στην πράξη, όπως συνέβαινε σε πολλές περιπτώσεις, οι πελάτες να επικοινωνούν κατά τη διάρκεια της χρηματιστηριακής συνάντησης προκειμένου να τύχουν ενημέρωσης για τα αποτελέσματα των εντολών τους ή άλλοτε, για να τροποποιήσουν ή να δώσουν επιπρόσθετες εντολές. Πέρα από τις ηλεκτρονικές εντολές κατά τον ουσιώδη χρόνο υφίστατο και χρησιμοποιείτο το έντυπο με τίτλο «δελτίο χρηματιστηριακής εντολής» για οδηγίες των πελατών προς την Ελληνική Τράπεζα Επενδύσεων σε σχέση με αγορά και πώληση μετοχών. Ο πελάτης είχε παρά ταύτα τη δυνατότητα να δώσει τις εντολές που επιθυμούσε και με χειρόγραφη σημείωση ή επιστολή του. - Σε περίπτωση αγοράς μετοχών αυτές ενεχυριάζοντο προς όφελος των εναγόντων σύμφωνα με τους όρους της παραγράφου 5(Γ) και η Ελληνική Τράπεζα Επενδύσεων στη συνέχεια προέβαινε σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για να καταστεί δυνατή η ενεχυρίαση. - Για κάθε πράξη αγοράς ή πώλησης αξιών, είτε ήταν πιστωτική, είτε χρεωστική, γινόταν η ανάλογη εγγραφή στο λογαριασμό του εναγόμενου τον οποίο διατηρούσε με την ενάγουσα. - Ουσιαστικά διαφαίνεται πως ο ρόλος της ενάγουσας στην περίπτωση επενδυτικών λογαριασμών, περιοριζόταν στην χρέωση και/ή πίστωση του λογαριασμού του εναγόμενου ανάλογα με τις εντολές του. Η ίδια η ενάγουσα ουδέποτε αγόρασε, πώλησε ή διενήργησε οποιαδήποτε χρηματιστηριακή πράξη εκ μέρους και/ή για λογαριασμό του εναγόμενου. - Η δε Ελληνική Τράπεζα Επενδύσεων για τις υπηρεσίες τις οποίες παρείχε, δηλαδή για τη διεκπεραίωση των εντολών του πελάτη χρέωνε τη συμφωνηθείσα αμοιβή όπως συμφωνήθηκε μεταξύ του εναγόμενου και της ίδιας, παράγραφος 5(Β) της συμφωνίας. Στη συνέχεια γινόταν η εγγραφή της ανάλογης αμοιβής στο λογαριασμό του εναγόμενου. Ο εναγόμενος ελάμβανε μηνιαίες τραπεζικές καταστάσεις λογαριασμού σχετικά με τη κίνηση του λογαριασμού του, όπως φαίνονται στις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού του εναγόμενου για την περίοδο 1.3.1999 - 31.11.2005, Τεκ.
  7. - Η Ελληνική Τράπεζα Επενδύσεων απέστελλε στο εναγόμενο τριμηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού (contract notes list for clients) με επισυνημμένες συνοπτικές καταστάσεις (client summary statement) ως και τις καταστάσεις αλλαγών του χαρτοφυλακίου εκεί όπου αυτές κρίνονταν αναγκαίες εξαιρουμένων των αγορών και/ή πωλήσεων (adjustments list for client) και οι καταστάσεις αυτές, επί τριμηνιαίας βάσεως, αποστέλλονταν στον εναγόμενο και μαζί με αυτές συνοπτικές καταστάσεις λογαριασμού και καταστάσεις «adjustment list». Πέρα από τις πιο πάνω πρόνοιες και όρους της λειτουργίας του λογαριασμού ο εναγόμενος υπέγραψε στις 2.4.2001 αίτηση διαβίβασης εντολών μέσω διαδικτύου ή άλλων ηλεκτρονικών μέσων, Τεκ.8 και 9, ούτως ώστε να έχει το δικαίωμα και τη δυνατότητα διαβίβασης εντολών μέσω του διαδικτύου: «ειδικοί όροι συνεργασίας για συναλλαγή μέσω internet ή άλλων ηλεκτρονικών μέσων μεταξύ του επενδυτή και της Ελληνικής Τράπεζας Επενδύσεις Λτδ.», Τεκ.
  8. Παράλληλα πέρα από το δικό του επενδυτικό λογαριασμό ο εναγόμενος διαχειριζόταν και τον επενδυτικό λογαριασμό άλλης εταιρείας, της Sharefield Investment Ltd, στην οποία ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο μέτοχος και διευθυντής της. Ο εναγόμενος ήταν ενεργός επενδυτής μέχρι και το τέλος του 2001, όμως από τότε ήδη είχαν αρχίσει να διαφαίνονται προβλήματα, υπέρβαση του συγκεκριμένου ορίου του λογαριασμού, έτσι ώστε να μη τηρείται η απαραίτητη ή προβλεπόμενη από το σχέδιο εξασφάλιση. Παρά τις συναντήσεις, τηλεφωνικές επικοινωνίες και ανταλλαγή απόψεων μεταξύ εναγόμενου με αξιωματούχους της εναγούσης και ειδικά με το Μ.Ε.1, τα προβλήματα συνέχιζαν, με αποτέλεσμα να σταλεί η επιστολή ημερ. 21.3.2002, Τεκ.13, με την οποία ζητείτο η κάλυψη της υπέρβασης του ορίου και/ή κατάσταση της προβλεπόμενης εξασφάλισης του λογαριασμού με την τοποθέτηση αξιών ή μετρητών. Λόγω μη ανταπόκρισης του εναγόμενου οι ενάγοντες με επιστολή τους 12.4.2002 τερμάτισαν τη λειτουργία του επενδυτικού λογαριασμού και απαίτησαν την καταβολή του οφειλομένου ποσού, Τεκ.
  9. Ακολούθησαν άλλες δυο επιστολές με το ίδιο αντικείμενο, Τεκ. 15 και
  10. Η ενάγουσα και εναγόμενη 2 προώθησαν την αξίωση και υπεράσπιση τους αντιστοίχως στηριζόμενες κατά κύριο λόγο στα έγγραφα που καταχωρίστηκαν ενώπιον μου, στην πρακτική που ακολουθούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο και στις μαγνητοφωνημένες εντολές-συνομιλίες του εναγόμενου με το χρηματιστή. Ο εναγόμενος από την άλλη εμφανίζεται ως πρόσωπο που αγνοεί τις όποιες ενέργειες της ενάγουσας, αύξηση του ορίου, αγοραπωλησίες μετοχών ή εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας. Όλοι οι μάρτυρες για τους ενάγοντες άφησαν στο Δικαστήριο θετική εντύπωση. Έδωσαν λεπτομέρειες και αναφέρθηκαν σε ότι γνώριζε ο καθένας χωρίς να αποκρύψουν ότι, είτε λόγω της μη άμεσης εμπλοκής τους, είτε λόγω του όγκου των συναλλαγών, δεν ήταν σε θέση να δώσουν εξηγήσεις, ή περισσότερες λεπτομέρειες. Ο εναγόμενος κρινόμενος μέσα από το πρίσμα της πείρας και της γνώσης της ανθρώπινης φύσης δεν πείθει για το γνήσιο των θέσεων και αιτιάσεων του. Θα εξετάσω την επί μέρους συμπεριφορά του πιο κάτω σ' αυτό όμως το σημείο θα κλείσω παρατηρώντας ότι η σιωπή και μη αντίδραση του εναγόμενου στις οποίες αντισυμβατικές ή παράνομες ή αμελής ενέργειες των εναγομένων 2, όπως τις χαρακτηρίζει, υποστηρίζει το λογικό συμπέρασμα ότι η εκδοχή του δεν ευσταθεί. Έχω εξετάσει το ζήτημα της φύσης του λογαριασμού και τον τρόπο λειτουργίας του και αποδέχομαι πως ο εν λόγω λογαριασμός ήταν επενδυτικός λογαριασμός (investor account), ένας λογαριασμός παρατραβήγματος με ειδικές πρόνοιες ώστε να χρησιμοποιείται μόνο στον τομέα των χρηματιστηριακών επενδύσεων. Οι χρηματιστηριακές αξίες που θα αγοράζοντο θα ενεχυριάζοντο προς όφελος της εναγούσης, ενώ ο πελάτης-εναγόμενος είχε το δικαίωμα να πωλήσει τις μετοχές που ο ίδιος θα επέλεγε και όποτε ο ίδιος ήθελε. Όλα τα ωφελήματα που απέρρεαν από την κυριότητα των μετοχών θα παρέμεναν στον κάτοχο του λογαριασμού. Η εναγόμενη 2 αναλάμβανε τη διεκπεραίωση των εντολών του πελάτη και προωθούσε όλα τα σχετικά έγγραφα, καθώς και την παρακολούθηση και διαχείριση του λογαριασμού. Είναι εύρημα μου ότι από την εξέταση της εκατέρωθεν μαρτυρίας δεν μπορώ παρά να καταλήξω πως ο επίδικος λογαριασμός ήταν ένας τρεχούμενος επενδυτικός λογαριασμός με συμμετοχή στο σχέδιο investor account με αρχικό όριο £100.000,00 με αποκλειστικό σκοπό την αγορά, πώληση και μεταβίβαση μετοχών ή αξιών στο Χρηματιστήριο Κύπρου. Ο λογαριασμός αυτός εξασφαλίζετο με την παραχώρηση του εναγόμενου προς την τράπεζα των δικαιωμάτων αγοράς μετοχών (warrants) που αντιπροσώπευαν το 29,6% του εγκεκριμένου ορίου του λογαριασμού του εναγόμενου. Η εναγόμενη 2 εμπλέκεται ως το νομικό εκείνο πρόσωπο το οποίο διαμεσολαβούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του εναγόμενου δυνάμει του οποίου η εναγόμενη 2 αγόραζε, πωλούσε ή μεταβίβαζε μετοχές ή αξίες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου για σκοπούς συμμετοχής του εναγόμενου στο σχέδιο του επενδυτικού λογαριασμού. Για την παροχή των υπηρεσιών αυτών η εναγόμενη 2 ελάμβανε ετήσιο δικαίωμα διαχείρισης. Το πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο υπεγράφη μεταξύ εναγόμενου και εναγόμενης 2 σε συνδυασμό με τους όρους της συμφωνίας, Τεκ.1, της συμφωνίας, Τεκ.3 και του έγγραφου ενεχυρίασης, Τεκ.4 καταδεικνύει ότι η εναγόμενη 2 δεν είχε το ρόλο και την εμπλοκή την οποία θέλει να της προσδώσει ο εναγόμενος και ο ευπαίδευτος συνήγορος του. Σύμφωνα με τον όρο 6 της Συμφωνίας: Όρος 6: «Ουσιώδης όρος του Σχεδίου είναι ότι ο Investor υποχρεούται να συνεισφέρει εξασφαλίσεις υπό μορφή μετρητών ή άλλων ισάξιων αξιών του Κυπριακού Χρηματιστηρίου σε ποσοστό 25% πέραν του εγκεκριμένου ορίου του Investor Account .),» και των επεξηγήσεων του Σχεδίου investor account: «Η χρηματιστηριακή εταιρεία μας Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ αναλαμβάνει την διεκπεραίωση των εντολών σας και προώθηση όλων των σχετικών εγγράφων, για να μην ασχολείστε με περιττή γραφειοκρατία. Αναλαμβάνει επίσης την παρακολούθηση και διαχείριση του λογαριασμού.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος επιλεκτικά και τεχνηέντως απομονώνει την αμέσως πιο πάνω παράγραφο των επεξηγήσεων της φύσης του σχεδίου, την οποία χρησιμοποιεί ως «όρο», ενώ ουσιαστικά πρόκειται για επεξηγήσεις του σχεδίου Investor Account για να στηρίξει το επιχείρημα του και να εναποθέσει στην εναγόμενη 2 την υποχρέωση παρακολούθησης του λογαριασμού του υπό την έννοια να την καταστήσει υπεύθυνη για την μη παρακολούθηση τη μη επιμελή παρακολούθηση και διαχείριση του λογαριασμού του ως προς το όριο και την εξασφάλιση που υφίστατο. Δεν υπάρχει περιθώριο να συμφωνήσω με την εισήγηση. Το πληρεξούσιο έγγραφο θέτει εκ των πραγμάτων τα πλαίσια και την έκταση της ευθύνης της εναγόμενης 2, η δε συμφωνία για αμοιβή της εναγόμενης παραπέμπει και πάλι στη διενέργεια πράξεων που θα διενεργούνταν μέσα στα πλαίσια του πληρεξουσίου εγγράφου. Είναι η ενάγουσα που είχε την ευθύνη και την υποχρέωση να τηρείται εάν το απαιτούσε, είτε η φύση του λογαριασμού, είτε οι όποιες εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, τις οποίες θα εξετάσω στη συνέχεια, μέσα στα εγκεκριμένα όρια και αν υφίσταντο ή όχι κατά τον ουσιώδη χρόνο ή χρόνους οι απαραίτητες εξασφαλίσεις. Η όποια συμπεριφορά της ενάγουσας και εάν αυτή επέτρεπε, ανεχόταν ή απαιτούσε από τον εναγόμενο να διατηρεί με ή χωρίς εξασφάλιση τα χρεωστικά του υπόλοιπα, είτε με κατάθεση μετρητών, είτε με πώληση μετοχών θα εξεταστεί στη συνέχεια και πάλι μέσα στα πλαίσια και σε συνδυασμό με το ζήτημα των εγκυκλίων. Αύξηση ορίου Ως προς αυτό το ζήτημα εξετάζοντας τη μαρτυρία στο σύνολο της Γιώργου Καραγιώργη, Μ.Ε.1, Χρίστου Χαϊλή, Μ.Ε.4 και εναγόμενου έχω να παρατηρήσω ότι οι αυξήσεις όντως έγιναν σταδιακά από £100.000,00 σε £150.000,00, στις 5.10.1999 σε £300 και στις 20.1.2000 σε £
  11. Στις 22.4.1999 ο εναγόμενος παρείχε επιπρόσθετη εξασφάλιση £13.703,00 υπό μορφή μετοχών όπως με λεπτομέρεια δόθηκε με μαρτυρία, Τεκ.23Β. Στις 5.10.1999 και στις 20.1.2000 η αύξηση δόθηκε χωρίς επιπρόσθετη εξασφάλιση λόγω υπερκάλυψης του χαρτοφυλακίου. Στο Τεκ.23Β, καταστάσεις λογαριασμό με τίτλο «Summary Statement» φαίνεται το όριο του λογαριασμού για τη συγκεκριμένη περίοδο και για κάθε επίδικη ημερομηνία αύξησης του ορίου. Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με τις καταστάσεις «Adjustment List of Client από 1.4.1999 - 30.6.1999» φανερώνουν ότι οι αυξήσεις του ορίου γίνονταν κατόπιν αιτήματος του ιδίου του εναγόμενου, εξ ου και συνεισφέρει τις μετοχές αυτές στο χαρτοφυλάκιο του μεταξύ 26.4.1999 και 29.4.1999 ως επιπρόσθετη εξασφάλιση. Εξετάζοντας κάποιες από τις καταστάσεις «Client Summary Statement» 31.3.1999 και 30.6.1999 διαπιστώνεται ότι δεν ετίθετο θέμα συνεισφοράς εκείνη την τριμηνία: Η αξία του χαρτοφυλακίου του εναγόμενου στις 31.3.1999 ήταν £127.867,29 ενώ η απαιτούμενη συνεισφορά ήταν £123.318,
  12. Στις δε 30.6.1999 η αξία του χαρτοφυλακίου ήταν £200.667,15, ενώ η απαιτούμενη συνεισφορά £165.956,
  13. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι οι αυξήσεις του ορίου του λογαριασμού δεν γίνονταν αυθαίρετα και μονομερώς εκ μέρους των εναγόντων ή των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 αλλά κατόπιν αιτήσεων του εναγόμενου μετά από υποβολή δικών του προφορικών αιτημάτων. Ο εναγόμενος γνώριζε πολύ καλά τι συνέβαινε με την κάλυψη του λογαριασμού του, αφού ο ίδιος ενεργούσε προς αυτή την κατεύθυνση, γνώση η οποία αποκαλύπτεται και από τις μαγνητοφωνημένες συνομιλίες του εναγόμενου με τον χρηματιστή του Χρίστο Χαϊλή στις 24.10.2000, Τεκ.
  14. Ο εναγόμενος βρίσκω κατά πάντα ουσιώδη χρόνο γνώριζε τα υπόλοιπα του και ότι ο ίδιος ζητούσε μόνιμη ή προσωρινή υπέρβαση. Αλλά εν πάση περιπτώσει είναι γεγονός ότι η ενάγουσα είναι ξεχωριστή νομική οντότητα από την εναγόμενη 2 έστω και αν και οι δύο ανήκαν στον ίδιο όμιλο εταιρειών και συναποφάσισαν τη μεταξύ τους συνεργασία για δικούς τους σκοπούς σε σχέση με τη λειτουργία τέτοιων λογαριασμών, όπως ο λογαριασμός που διατηρούσε με την ενάγουσα ο εναγόμενος. Η συμφωνία μεταξύ ενάγοντα και ενάγουσας ενέπλεκε την εναγόμενη 2 στο σχέδιο σε ότι αφορά την παροχή πληρεξουσιοδότησης προς την εναγόμενη 2, η οποία αναλάμβανε τη διεκπεραίωση των εντολών του πελάτη και τη διαχείριση και παρακολούθηση του λογαριασμού, εξ ου και η παροχή του πληρεξουσίου εγγράφου προς την εναγόμενη
  15. Το πληρεξούσιο έγγραφο δόθηκε για τους σκοπούς της συμφωνίας με την ενάγουσα ώστε ο λογαριασμός που θα ανοίγετο με την ενάγουσα να χρησιμοποείτο αποκλειστικά για συναλλαγές που θα γίνονταν με το χρηματιστήριο αξιών Κύπρου για τις οποίες η ενάγουσα τράπεζα δεν έφερε βέβαια οποιαδήποτε ευθύνη. Με βάση τη δοθείσα μαρτυρία βρίσκω ότι οι χρηματιστηριακές πράξεις και/ή οποιεσδήποτε συναλλαγές μετοχών γίνονταν κατόπιν εντολών του εναγόμενου και στη συνέχεια με τη συγκατάθεση και τη δική του έγκριση. Απορρίπτω τη θέση που προβλήθηκε από τον εναγόμενο ότι η εναγόμενη 2 προέβαινε σε τέτοιες αγοραπωλησίες μετοχών για λογαριασμό του χωρίς την εντολή ή τη συγκατάθεση του ή ότι διαχειριζόταν το χαρτοφυλάκιο του κατά την απόλυτη της κρίση ή κατά το δοκούν. Η μαρτυρία που έχει δοθεί ενώπιον μου εκ μέρους των εναγόντων και των εναγομένων 2 εξ ανταπαιτήσεως μαρτυρεί ακριβώς το αστήριχτο των ισχυρισμών του εναγόμενου. Την πρωτοβουλία των κινήσεων σε σχέση με την πληθώρα των χρηματιστηριακών πράξεων που διενεργήθηκαν την είχε ο ίδιος ο εναγόμενος, ο οποίος έδινε σχετικές οδηγίες προς τους χρηματιστές για αγορά ή πώληση μετοχών αναλόγως. Η μαρτυρία του Γιώργου Γρουτίδη, υπεύθυνου επενδυτικών λογαριασμών στην εναγόμενη 2 με σαφήνεια επεξηγεί πως και πότε ο εναγόμενος ενημερωνόταν μετά την ολοκλήρωση της χρηματιστηριακής συνάντησης κατά πόσο εκτελέστηκε η εκάστοτε εντολή του: με φάξ ή τηλεφωνικώς έδινε εντολή για αγορά ή πώληση συγκεκριμένης ποσότητας μετοχών σε συγκεκριμένη τιμή μέσω του επενδυτικού λογαριασμού του και στη συνέχεια με την ολοκλήρωση της χρηματιστηριακής συνάντησης ενημερωνόταν με φαξ ή τηλεφωνικώς. Για τις συναλλαγές που είχαν εκτελεστεί αποστέλλοντο contract notes στον επενδυτή. Βλ. Τεκ.22Β με επισυνημμένο πιστοποιητικό, Τεκ.22Α. Ακόμα αποστέλλοντα τριμηνιαίες καταστάσεις λογαριασμών από την εναγόμενη 2, Τεκ.23Β, ενώ διατηρείτο ταυτόχρόνως και βιβλίο εντολών στο οποίο καταγράφοντο οι εντολές που έδιδε ο εναγόμενος τηλεφωνικώς μέχρι την εγκατάσταση του καταγραφικού συστήματος εντολών, οπότε και οι εντολές μαγνητοφωνούντο. Βλ. Τεκ.21Β, βιβλίο εντολών. Στο Τεκ.22Β καταχωρίστηκαν οι εντολές οι οποίες εκτελέστηκαν και περιλαμβάνουν τον αριθμό, την ημερομηνία, τις μετοχές, την ποσότητα, και την τιμή στην οποία εκτελέστηκε η πράξη, καθώς και το συνολικό ποσό της συναλλαγής περιλαμβανομένης της αμοιβής της εναγόμενης 2 και τον τυχόν φόρο που έπρεπε να καταβληθεί. Στο Τεκ.23Β που αποτελεί τις τριμηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες απέστελλε η εναγόμενη 2 στον επενδυτή περιλαμβάνονταν τα «adjustment lists» και περιείχαν τις μετοχές του εναγόμενου πέρα των αγορών ή πωλήσεων που διενεργούνταν «στο πάτωμα», την κατάσταση του χαρτοφυλακίου και την πλήρη κατάσταση με τα στοιχεία του επενδυτή. Περιελάμβανε δε και κατέγραφε το κέρδος ή τη ζημία αναλόγως. Στις ίδιες ακριβώς καταστάσεις εμφαίνονται και οι μεταβολές στο ποσό εξασφάλισης που απαιτείτο για τη λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού. Ο εναγόμενος βρίσκω ότι έδινε εντολές για τον επενδυτικό λογαριασμό του στον Γιώργο Γρουτίδη και στη συνέχεια στο Χρίστο Χαϊλή και Γιαννάκη Γεωργίου και δέχομαι ότι πέρα από την ενημέρωση που λάμβανε όπως την περιέγραψα πιο πάνω μέσω εγγράφων είχε και προφορική - τηλεφωνική ενημέρωση σε κάποιες από τις περιπτώσεις. Ο Μ.Ε.4, Χρίστος Χαϊλής, επιβεβαίωσε τα των εντολών του εναγόμενου, η δε συνομιλία η οποία έχει καταγραφεί στο σχετικό σύστημα και τέθηκε ενώπιον μου ως τεκμήριο καταδεικνύει ότι ο εναγόμενος έδινε σχετικές εντολές έχοντας πλήρη επίγνωση τόσο της αγοράς, όσο και των όποιων κινδύνων. Ο εναγόμενος αποκαλύπτεται μέσα από τις συνομιλίες ως άτομο που όχι μόνο διαχειριζόταν το δικό του λογαριασμό, αλλά και λογαριασμούς άλλων εταιρειών ή προσώπων και γνώριζε πολύ καλά πότε και πόσα θα έπρεπε να αγοράσει ή να πωλήσει αλλά και ποιά τιμή ήταν η συμφέρουσα. Φαίνεται ακόμα ότι ο ίδιος σε κάποιο στάδιο παρακολουθεί το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και τις τιμές των μετοχών από το δικό του σύστημα και είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να προβεί σε αγοραπωλησία αν το κρίνει προς το συμφέρον του. Οι συζητήσεις του, όπως καταγράφηκαν με το Χαϊλή, φανερώνουν πρόσωπο το οποίο έχει πληροφορίες για τις μετοχές και την προοπτική της κάθε μετοχής. Οι παρατηρήσεις του προς το χρηματιστή ο οποίος σε κάποιες στιγμές τον προειδοποιεί ότι κάποιες αγορές μπορεί να κρίνονται επικίνδυνες φανερώνει ότι ο ίδιος έπαιρνε τελικά την απόφαση ή έδινε την ανάλογη εντολή όπως έκρινε. Ο ίδιος ο εναγόμενος άλλωστε κατά την αντεξέταση παραδέχθηκε ότι καθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού του, έβλεπε τόσο χαρτοφυλάκιο του, όσο και το όριο του. Ενώ προβλήθηκε η θέση ότι δεν ενημερωνόταν από την ενάγουσα ή την εναγόμενη 2 και αμφισβήτησε τη λήψη των τριμηνιαίων καταστάσεων, τα «contract notes», όπως και αρνήθηκε ότι ενημερωνόταν καθημερινά είτε τηλεφωνικώς είτε με φαξ για την εκτέλεση των εντολών του, κατά την αντεξέταση δέχθηκε ότι του έστελλαν τα «contract notes». Εκ των πραγμάτων φαίνεται ότι ο εναγόμενος ενημερωνόταν πλήρως για την κατάσταση του χαρτοφυλακίου του και την όποια εκτέλεση των εντολών του, τις λεπτομέρειες για τις πράξεις που διενεργήθηκαν με όλα τα στοιχεία για την κάθε μια από αυτές. Προκύπτει εύλογα το ερώτημα πως μετά την ενημέρωση που έπαιρνε με τη γνώμη των τριμηνιαίων καταστάσεων, γιατί ο εναγόμενος δεν αποτάθηκε στους αρμοδίους, εάν δεν ενέκρινε την όποια συναλλαγή, η οποία έγινε όπως θέλει να προβάλει, χωρίς την εντολή του. Η σιωπή του εναγόμενου και η μη αντίδραση του ισοδυναμεί, βρίσκω, με έγκριση της όποιας συναλλαγής ή συναλλαγών, ακόμα και στην περίπτωση, που δεν το δέχομαι, ότι δεν είχε προηγηθεί η όποια εντολή του. Μέσα στα πλαίσια της πληρεξουσιοδότησης που ο εναγόμενος παραχώρησε στους εναγόμενους 2 οι πράξεις των τελευταίων εγκρίθηκαν ουσιαστικά από τον εναγόμενο, ο οποίος δεν τις αποκήρυξε. Έγκριση που συνάγεται από την όλη συμπεριφορά του εναγόμενου, ο οποίος βρίσκω επικαλείται την ανυπαρξία εντολών ή έγκρισης για ν' αποφύγει τις υποχρεώσεις του. Και την επικαλείται καθυστερημένα και ως ένα ύστερο κατασκεύασμα που δεν αντέχει στη λογική. Είναι η κατάληξη μου ότι ο εναγόμενος έδιδε τις σχετικές εντολές με πλήρη επίγνωση της όλης κατάστασης που επικρατούσε στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και τους όποιους κινδύνους και τύγχανε πλήρους ενημέρωσης για τη διενέργεια της κάθε συναλλαγής την οποία ουδέποτε αποκήρυξε ή αμφισβήτησε. Οι ηχογραφημένες συνομιλίες, Τεκ.79, που παρουσιάστηκε εκ μέρους των εναγομένων εξ ανταπαιτήσεως επιβεβαιώνει τα πιο πάνω. ΑΝΤΑΞΙΩΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Είναι ισχυρισμός του εναγόμενου και κυρίαρχο αίτημα στην ανταξίωση ότι στις 12.7.2002 έδωσε εντολή στην εναγόμενη 2 για πλήρη ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου του, εντολή την οποία αρνήθηκαν να εκτελέσουν συμβουλεύοντας τον αδικαιολόγητα να μη ρευστοποιήσει. Άρνηση η oποία συνιστά κώλυμα (estoppel) στη διεκδίκηση οποιασδήποτε θεραπείας εναντίον του εναγόμενου. Ο Χαϊλής ανέφερε ότι ο εναγόμενος ουδέποτε του έδωσε μια τέτοια εντολή για ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου του. Άλλωστε σε τέτοια περίπτωση ο ίδιος δεν είχε κανένα λόγο να μην την εκτελέσει ή ότι συμβούλευσε τον εναγόμενο να μη προχωρήσει στην ρευστοποίηση λόγω του ότι η αγορά είχε πιάσει «πάτο». Πέρα από το συγκεκριμένο επιχείρημα για ρητή εντολή ρευστοποίησης του χαρτοφυλακίου η πιο πάνω θέση διαπλέκεται άμεσα με τον ισχυρισμό του εναγόμενου, όπως προβάλλεται από τα δικόγραφα του ότι η εναγόμενη 2 παρέσχε συμβουλή ή συμβουλές στον εναγόμενο για το ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν προς το συμφέρον του. Καταλήγω και στο σημείο αυτό να αποδεχθώ τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς εναγόντων και εναγομένων 2: πουθενά δεν υπάρχει καταγραμμένη οποιαδήποτε εντολή του εναγόμενου κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία όπως άλλωστε επιβεβαιώνει θετικά ο Μ.Ε.6, Σταύρος Νικολάου, υπάλληλος στην εναγόμενη 2 και υπεύθυνος της φύλαξης του αρχείου της τελευταίας. Στη κασέτα στην οποία ευρίσκονται όλες οι εντολές της 12.7.2002 δεν εντοπίστηκε εντολή του εναγόμενου, παρά τους επανειλημμένους ελέγχους του. Οι μόνες εντολές του εναγόμενου τις οποίες απομόνωσε και αντέγραψε μεταφέροντας τις σε ψηφιακό δίσκο είναι αυτές που βρίσκονται στο Τεκ.29, συνοδευόμενες από το σχετικό πιστοποιητικό, Τεκ.
  16. Με έκπληξη παρακολούθησα την επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου του εναγόμενου ότι στο Τεκ.78, από μαγνητοφωνημένο κείμενο μεταγενέστερης τηλεφωνικής συνομιλίας του εναγόμενου με τον Χαϊλή αποκαλύπτει ότι ο τελευταίος παραδέχεται ότι μεταξύ Ιουνίου και Αυγούστου 2000 είχε συμβουλεύσει τον εναγόμενο να μην πουλήσει τραπεζικούς τίτλους μετοχών που βρίσκονταν στο χαρτοφυλάκιο του διότι πίστευε ότι λόγω της εισδοχής της Τράπεζας Κύπρου στο Χρηματιστήριο Αθηνών θα παρέσυρε ανοδικά και τις υπόλοιπες μετοχές. Έχω διαβάσει προσεκτικά το Τεκ.78 και καταλήγω ότι δεν μπορεί να εξαχθεί μια τέτοια θέση. Επρόκειτο, βρίσκω, για σχολιασμούς εκ των υστέρων, οι οποίοι και πάλι αποκαλύπτουν την εμπειρία του εναγόμενου και τη γνώση του οι οποίες απολήγουν σε γενικές παρατηρήσεις υπό τύπο σχολιασμού. Οι οποιεσδήποτε δε παρατηρήσεις του Χαϊλή αντανακλούσαν το κλίμα που επικρατούσε εκείνη την εποχή και δεν κρίνω ότι εδίδοντο υπό τύπο «δεσμευτικής εντολής» ή «συμβουλής» την οποία ο εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος να ακολουθήσει. Αντιθέτως, όπως έχω πει πιο πάνω, ο ίδιος ο εναγόμενος φαίνεται πως αποφάσισε, αναλόγως, ανεξαρτήτως των όποιων ενδεχομένως αντιρρήσεων ή σχολίων εισήγαγε εκ την υστέρων ο χρηματιστής. Αν διαβάσει κανείς προσεκτικά την όλη συνομιλία εντυπωσιάζεται από τις γνώσεις του εναγόμενου και τις λεπτομέρειες που μεταφέρει στο χρηματιστή, αλλά και τους σχολιασμούς του γύρω από κάθε μετοχή. Η όλη συνομιλία δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά σχολιασμό πάνω σε γεγονότα που προηγήθηκαν και δεν συνάγεται πουθενά με ασφάλεια ότι ο μετέπειτα σχολιασμός αποδεικνύει αφ' εαυτού και οδηγεί στο μοναδικό συμπέρασμα ότι ο χρηματιστής αρνήθηκε ρητή εντολή του εναγόμενου να ρευστοποιήσει το χαρτοφυλάκιο του τελευταίου σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Αν ο χρηματιστής παράκουσε την εντολή του εναγόμενου και ο εναγόμενος υπέστη τόσο μεγάλη ζημιά, τότε ΛΚ696,728 γιατί δεν αντέδρασε. Γιατί συνέχισε να διενεργεί χρηματιστηριακές πράξεις και να λειτουργεί το λογαριασμό του και μετά τις 12.7.
  17. Τίποτε απ' αυτά δεν είναι λογικό. Ένας έμπειρος στα χρηματιστηριακά πράγματα επενδυτής και επιχειρηματίας δεν είναι λογικό να αποδέχεται στωικά μια τέτοια μεγάλη ζημιά. Λογικά αναμενόταν να διαμαρτυρηθεί στους υπευθύνους, να κινηθεί δικαστικά, να αναζητήσει θεραπεία. Τίποτα δεν κάνει παρά μόνο όταν καταχωρείται η Αγωγή εναντίον του στις 30.10.2003, με την υπεράσπιση και ανταγωγή του αξιώνει θεραπείες. Με την δε αγόρευση του δικηγόρου του εισηγείται ότι με τη καταχώρηση της ανταπαίτησης του ακύρωσε την επίδικη σύμβαση. Είναι η κατάληξη μου ότι ο εναγόμενος τίποτε από τα πιο κάτω δεν έκανε και δεν αντέδρασε ακριβώς γιατί τίποτε απ' όσα ισχυρίστηκε δεν ήταν αλήθεια. Ως τελευταίο επίδικο θέμα παραμένει η σημασία και η επίδραση των εγκυκλίων επιστολών του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και η ακυρότητα ή μη της συμφωνίας μεταξύ των μερών ως παράνομης ή αντίθετης προς τη δημόσια πολιτική. Θέμα το οποίο διαπλέκεται άμεσα με το επόμενο, την παράλειψη κοινοποίησης προς τον εναγόμενο του περιεχομένου των εγκυκλίων, η οποία κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου του παρέχει το δικαίωμα ακύρωσης της επίδικης σύμβασης. Περίπτωση που καταστρατηγεί τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας σε θέματα πιστωτικής πολιτικής ή άλλως, ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει σε άρνηση παροχής θεραπείας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου επικεντρώνεται κατά κύριο λόγο στην Εγκύκλιο, ημερ. 12.10.1999 (Τεκ.59). Σύμφωνα με την Εγκύκλιο, και στο πλαίσιο των μέτρων που καλούνταν οι τράπεζες να λάβουν, ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας επισημαίνει πως οι τράπεζες αναμένεται να ενημερώσουν όλους τους πελάτες τους, κατόχους investor accounts, με «υπόλοιπα πιστωτικά ή μηδενικά» ότι ο λογαριασμός τους έχει κλείσει. Για δε τους κατόχους με χρεωστικό υπόλοιπο «αναμένεται» από τις τράπεζες να τους ενημερώσουν ότι το πιστωτικό τους όριο θα μειώνεται με το ισόποσο από την πώληση μέρους ή ολόκληρου του αριθμού των μετοχών που η αγορά τους είχε χρηματοδοτηθεί με χρέωση του λογαριασμού τους. Με αυτό τον τρόπο αναμένονταν ότι θα επιτευχθεί το σταδιακό κλείσιμο όλων των investor accounts χωρίς αρνητικές επιπτώσεις στην χρηματιστηριακή αγορά. Μέτρα τα οποία ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας έκρινε ως επιβεβλημένα και καλούσε τις τράπεζες σε συνεχή παρακολούθηση «της αυστηρής εφαρμογής» των οδηγιών τους». Με το Τεκ.61 Εγκύκλιος ημερ. 29.11.1999 και ως συνέχεια της Εγκυκλίου 12.10.1999, η Κεντρική Τράπεζα αφού άκουσε τις απόψεις των τραπεζών και με «γνώμονα πάντοτε το καλό της οικονομίας και του κοινωνικού συνόλου προχώρησε σε διευκρινίσεις»: Η θέση της Κεντρικής Τράπεζας όσον αφορά τους νέους λογαριασμούς για σκοπούς επενδύσεων παραμένει ως η επιστολή ημερ. 12.10.1999, η οποία είναι στο ίδιο πνεύμα όπως ενισχυόταν με την Εγκύκλιο επιστολή, ημερ. 24.11.1999, Τεκ.
  18. Αναφορικά με τους υφιστάμενους λογαριασμούς για σκοπούς επενδύσεων η Κεντρική Τράπεζα έκρινε ότι θα έπρεπε να υπάρχει σταδιακή αύξηση του ποσοστού περιθωρίου ασφαλείας που απαιτείτο, αναλόγως της περίπτωσης, ώστε το περιθώριο να ανέλθει στο 100% σε έξη μήνες από την ημερομηνία της Εγκυκλίου, δηλαδή μέχρι την 30.5.
  19. Με την Εγκύκλιο 29.11.1999 ουσιαστικά δεν απαιτείται πλέον το κλείσιμο των υφισταμένων επενδυτικών λογαριασμών, αλλά απαγορεύεται η χορήγηση νέων πιστωτικών διευκολύνσεων, οι οποίες «εύλογα κρίνονται ότι θα χρησιμοποιηθούν για αγορά μετοχών». Εισηγείται λοιπόν ο συνήγορος του εναγόμενου ότι μεταξύ της Εγκυκλίου 12.10.1999 και 29.11.1999 υπάρχει αδιαμφισβήτητη παραβίαση των εντολών της Κεντρικής Τράπεζας, και κατ' επέκταση του νόμου από την πλευρά της εναγούσης ώστε η επίδικη σύμβαση κατέστη παράνομη από τον τρόπο εφαρμογής της από την τράπεζα, παρανομία που δεν θεραπεύεται ακριβώς λόγω της αποστολής του Τεκ.
  20. Η τράπεζα, συνεχίζει, δεν νομιμοποιείται να επικαλείται το Τεκ.61 έχοντας ήδη «κατάφορα και κυνικά» παραβιάσει την Εγκύκλιο, Τεκ.
  21. Το υπο συζήτηση θέμα κατά την κρίση του συνηγόρου του ρυθμίζεται από το άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.148, πανομοιότυπο με το άρθρο 23 του Indian Contract Law. Πρόκειτο, εισηγείται, για μια συμφωνία που κατέστη παράνομη κατά την εκτέλεση «illegal contract by performance» ή ως ένα συμβόλαιο απαγορευμένο από τον νόμο και εδώ από παραβίαση διαταγής - εγκυκλίου του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας που εκδόθηκε δυνάμει εξουσίας που παρέχεται από το νόμο ή ακόμη ως αντιβαίνουσα τη δημόσια πολιτική. Γίνεται ξεκάθαρο πως η Κεντρική Τράπεζα ήταν η αρχή εκείνη που είχε και έχει στην Κύπρο την εξουσία να καθορίζει το ύψος των δανείων, αλλά και το σκοπό και τη φύση για τον οποίο ένα τέτοιο δάνειο μπορούσε να παραχωρηθεί δυνάμει των περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμο του 1963, Αρ.2 έως του 1999, εξουσίες που διατηρούνται μέχρι σήμερα με το Νόμο 133/
  22. Η Κεντρική Τράπεζα είναι το ανώτατο εκείνο όργανο, μέσω του διευθυντή της, που έχει την αρμοδιότητα της εποπτείας των τραπεζών προς διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος και έχει εξουσία να εκδίδει, είτε γενικές είτε ειδικές οδηγίες, μέσα στα πλαίσια του νόμου και προς επίτευξη των σκοπών του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια και παραμέτρους εκδόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα οι πιο πάνω Εγκύκλιοι. Την περίοδο εκείνη για την οποία συζητούμε υπήρχε έξαρση των χρηματιστηριακών πραγμάτων στην χώρα μας και η διαφορά κατατάσσεται ως μια ακόμα διαφορά μέσα στις πολλές που καταχωρίστηκαν στα Δικαστήρια της Κύπρου προς επίλυση. Είναι φανερό ότι η Κεντρική Τράπεζα με τις αναφορές της στις «γνωστές συνθήκες» που είχαν δημιουργηθεί στη χρηματιστηριακή αγορά και διαβλέποντας τον ορατό πλέον κίνδυνο ότι οι πιστωτικές διευθετήσεις ήταν δυνατό να «καταλήξουν σε καθαρά κερδοσκοπικές τοποθετήσεις στο χρηματιστήριο», Τεκ.59, εξέδωσε τις σχετικές Εγκυκλίους. Σκοπός βεβαίως των Εγκυκλίων και πρωταρχική μέριμνα της Κεντρικής Τράπεζας ήταν να διασφαλίσει τις συνθήκες νομισματικής σταθερότητας, πιστωτικές συνθήκες και συνθήκες που αφορούν και συντελούν στην αρμονική ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας, άρθρο 4 του Νόμου. Τα Δικαστήρια επιδεικνύουν προθυμία να επεκτείνουν και στον τομέα των συμβάσεων αρχή δημόσιας πολιτικής που καθαρά διαμορφώνει ο νομοθέτης. Αυτό όμως γίνεται μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις οπότε και τίθεται θέμα παρέμβασης σε συμφωνηθέντα για λόγους δημόσιας πολιτικής. Βλ. Διαχειριστικό Συμβούλιο Εμπορικής Σχολής Μιτσή Λεμύθου ν. Πέτρου Πετράκη,

(1998)1(Β), 941. Η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόντων στη γραπτή της αγόρευση, αφού αναλύει τις εγκυκλίους μια προς μια, εισηγείται πως δεν υπήρξε παράβαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας. Είναι εύρημα μου ότι το δάνειο δόθηκε τον Μάρτιο του 1999 αρκετούς μήνες πριν «την απαγόρευση για δανειοδοτήσεις για αγορά μετοχών». Στη συνέχεια ακολούθησαν οι εγκύκλιοι σε σχέση με την αύξηση του ποσοστού κάλυψης για τους «υφιστάμενους λογαριασμούς», όπως ήταν ο λογαριασμός που διατηρούσε ο εναγόμενος με την τράπεζα. Οι αυξήσεις του ορίου από £100.000,00 σε £150.000,00 και ακολούθως σε £300,.000,00 στις 5.10.1999 διενεργήθηκαν κατά την περίοδο που δεν υπήρχε απαγόρευση για τις αυξήσεις. Διαπιστώνεται επίσης ότι η αύξηση που έλαβε χώρα τον Ιανουάριο του 2000 καλυπτόταν 100% από το ύψος του λογαριασμού. Τα γεγονότα καταδεικνύουν, πως ακόμη και αν διαπιστώνετο ότι η συνέχιση της συμφωνίας και η συνέχιση της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού συνιστούσε παράβαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, που κάτι τέτοιο δεν ισχύει εφόσον επρόκειτο περί παλαιού λογαριασμού, δεν θα προσέκρουε και πάλι η συνέχιση της σύμβασης στην έννοια της δημόσιας πολιτικής. Κρίνεται πως δεν υπάρχει ρητή νομοθετική πρόνοια, η οποία να ορίζει ότι η παράβαση ήταν τέτοιας σπουδαιότητας ώστε να είναι απαράδεκτη η παροχή θεραπείας στον παραβάτη. Τα Δικαστήρια δεν καταφεύγουν στην αρχή της δημόσιας πολιτικής, παρά μόνο με φειδώ και σε ξεκάθαρες περιπτώσεις. Βλ. Fender v. Mildway
(1937)3 All E.R. 402, σελ.455. «The doctrine of public policy should be involved only in clear cases, in which the harm to the public is substantially incontestable and does not depend upon the idiosyncratic inferences of a few judicial minds.» Τo άρθρο 26 του Συντάγματος κατοχυρώνει το ατομικό δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, όπως αυτό υπόκειται σε όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθέμενους στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Το άρθρο 23 του Κεφ.149 εισάγει ως γενική αρχή περιορισμούς στην ελευθερία των Συμβάσεων σε αναφορά στη δημόσια πολιτική. Εδώ δεν πρέπει να παραγνωρίζεται πως το ζήτημα της διατήρησης Συμβάσεων που έχουν συναφθεί ελευθέρως μεταξύ ικανών συμβαλλομένων είναι επίσης ζήτημα που εντάσσεται στη δημόσια πολιτική. Βλ. Εlectromatic Const. v. Azov
(1988)1 C.L.R. 768, σελ. 779. Στην περίπτωση μας η Εγκύκλιος 59 εισάγει την παρατήρηση ότι: «αναμένεται η σταδιακή μείωση των πιστωτικών υπολοίπων» έστω και αν εν κατακλείδι τα μέτρα χαρακτηρίζονται ως «επιβεβλημένα». Είναι όμως δυνατό και λογικό, ένα χρέος που δημιουργήθηκε νομίμως δυνάμει μιας σύμβασης στην οποία τα μέρη προχώρησαν ελευθέρως και που προϋπήρχε της εγκυκλίου, να παύσει να είναι δικαστικώς ανακτήσιμο επειδή δεν αυξήθηκε το όριο ασφαλείας στο 100% μέχρι 31.5.2000 δυνάμει της Εγκυκλίου Τεκ.61; Η απάντηση είναι αρνητική. Υπό το φως των πιο πάνω γεγονότων, ευρημάτων και αρχών όπως έχουν διατυπωθεί καταλήγω ότι κάτω από τις συνθήκες της υπόθεσης θα ήταν αδύνατο το Δικαστήριο να αρνηθεί να αναγνωρίσει και εφαρμόσει τις συμβατικές υποχρεώσεις των μερών. Σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο θα υπερέβαινε το ρόλο του κατά τρόπο τέτοιο, ώστε να κριθεί ότι υποκαθιστά το νομοθέτη, αλλά και το αρμόδιο όργανο: την Κεντρική Τράπεζα. Η Κεντρική Τράπεζα με τις Εγκυκλίους της δεν απαγόρευσε ή εμπόδισε τη διενέργεια των επιδίκων συναλλαγών, παρά μόνο έδωσε οδηγίες με σκοπό να περιορίσει ή να καταστείλει φαινόμενα κερδοσκοπίας. Μέσα στο ίδιο πλαίσιο κρίνεται και η θέση ότι στον εναγόμενο δεν κοινοποιήθηκε ποτέ το περιεχόμενο των εγκυκλίων, όπως ζητούσε ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, έτσι ώστε οι επενδυτές, πελάτες των τραπεζών να γνωρίζουν τους κινδύνους από τη χρήση δανεισμού για σκοπούς επένδυσης στο χρηματιστήριο μέσω των επενδυτικών λογαριασμών. Ο ευπαίδευτος συνήγορος θέτει την πιο πάνω παράλειψη μέσα στις παραμέτρους του αστικού αδικήματος της αμέλειας: Η τράπεζα είχε υποχρέωση να αποκαλύψει στον εναγόμενο το περιεχόμενο τους και η παράλειψη εκπλήρωσης της πιο πάνω υποχρέωσης παρέχει στον εναγόμενο το δικαίωμα να ακυρώσει την επίδικη σύμβαση, πράγμα το οποίο έπραξε, ισχυρίζεται με την καταχώριση της ανταπαίτησης του. Υποχρέωση που κατατάσσει και κάτω από την ομπρέλα της παράβασης ξεκάθαρης συμβατικής υποχρέωσης, εφόσον οι εναγόμενοι 2 παρείχαν συμβουλευτικές υπηρεσίες προς τον εναγόμενο σε θέματα χρηματιστηρίου και επενδύσεων. Αδυνατώ να συμφωνήσω με το επιχείρημα. Όπως αδυνατώ και να δεχθώ την «έκπληξη του εναγόμενου», ο οποίος μαθαίνει για πρώτη φορά την ύπαρξη των Εγκυκλίων από το δικηγόρο του, όπως ισχυρίζεται, μετά από την έγερση της παρούσης αγωγής. Οι αυξήσεις του ορίου του και οι εγγυήσεις με το χρηματιστή φανερώνουν ότι ο εναγόμενος γνώριζε πως υπήρχε αναγκαιότητα αύξησης του ορίου του και για λόγους τραπεζικής τάξης, αδιάφορο αν γνώριζε συγκεκριμένα περί εγκυκλίων. Η εισαγωγή των πιο πάνω γίνεται, κρίνω, κακόπιστα για να προστεθεί ακόμα ένα επιχείρημα στο οπλοστάσιο του εναγόμενου. Ο εναγόμενος ήταν ένα άτομο που ασχολείτο επισταμένα με τα χρηματιστηριακά, έχει ειδικές γνώσεις, ήταν εφοδιασμένος με πολλές λεπτομέρειες για κάθε μια από τις εταιρείες για τις οποίες ενδιαφερόταν να πραγματοποιήσει χρηματιστηριακή συναλλαγή. Ο εναγόμενος γνώριζε τα του ύψους των συναλλαγών του, τις οδηγίες της τράπεζας και την αναγκαιότητα αύξησης του ορίου του, αυξήσεις οι οποίες έγιναν από την τράπεζα κατόπιν αντιστοίχων αιτημάτων του, και τις οποίες είχε τη δυνατότητα να διαπιστώσει, όπως και πρέπει να διαπίστωσε από τις καταστάσεις που του αποστέλλονταν και για τις οποίες ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε. Η παρακολούθηση του διαλόγου που διεξάγεται στις απομαγνητοφωνημένες καταγραφές του ιδίου με τους χρηματιστές φανερώνουν περίτρανα του λόγου το αληθές. Το γεγονός ότι δεν μαγνητοφωνήθηκαν, όπως ισχυρίζεται, όλες οι εντολές, γεγονός που χρησιμοποιείται από την πλευρά του εναγόμενου για να ρίξει σκιά στη μαρτυρία που προσφέρθηκε για λογαριασμό της εναγούσης και της εναγόμενης 2, θεωρώ ότι δεν έχει ιδιαίτερη βαρύτητα: το πληρεξούσιο ενέχει ως έγγραφο ιδιαίτερη δυναμική, οι εναγόμενοι 2 συναλλάσσονταν για λογαριασμό του εναγόμενου και ο τελευταίος ουδέποτε αμφισβήτησε τις πράξεις ή ενέργειες τους, αντιθέτως τις επικύρωσε όπως είπα διά της συμπεριφοράς του. Η ανενέργεια του εναγόμενου, η μη λήψη μέτρων αντίδρασης, παρά τη πληροφόρηση που είχε με τις καταστάσεις λογαριασμών που του αποστέλλονταν και η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος χωρίς συγκεκριμένη αντίδραση, λειτουργεί καταλυτικά για την εκδοχή του. Όπως φαίνεται από την Εγκύκλιο ημερ. 7.10.1999 του ΧΑΚ προς όλα τα μέλη του χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, και που λειτουργούσε ως υπενθύμιση παλαιότερης οδηγίας, Τεκ.27, το ΧΑΚ καλούσε τα μέλη του όπως ηχογραφούν τηλεφωνικές εντολές ή σε διαφορετικές περιπτώσεις αυτές θα έπρεπε να τηρούνται εγγράφως. Από τις 11.10.1999 και μετά οι εντολές στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης θα καταχωρούνται από τα μέλη οπωσδήποτε με τον αριθμό ταυτότητας ή με άλλους επίσημους αριθμούς αναγνώρισης. Το ΧΑΚ έλεγχε την εφαρμογή των πιο πάνω οδηγιών του, καθώς και των άλλων προνοιών του Νόμου και των Κανονισμών. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια οι εναγόμενοι 2 ηχογραφούσαν, βρίσκω νομίμως και καθηκόντως, τις εντολές του όπως τις έχουν καταθέσει ενώπιον μου. Ηχογραφήσεις που βρίσκω και αποδέχομαι ότι ο εναγόμενος γνώριζε. Δεχόμενη τη μαρτυρία του αρμοδίου υπαλλήλου που κατέθεσε τις ηχογραφημένες εντολές για λογαριασμό της τράπεζας καταλήγω ότι οι ηχογραφημένες αυτές συνομιλίες ή εντολές εντοπίστηκαν, κατόπιν προηγούμενης ακουστικής αναγνώρισης και εντοπισμού του αριθμού ταυτότητας του εναγόμενου ή του ονόματος του αναλόγως της περίπτωσης. Το επιχείρημα ότι η μαγνητοφώνηση γινόταν εν αγνοία του εναγόμενου απορρίπτεται. Ο εναγόμενος γνώριζε τη μαγνητοφώνηση. Άλλωστε και ο ίδιος για δικούς του σκοπούς και για προστασία των συμφερόντων του χρησιμοποίησε το ίδιο μέσο. Όταν δε ήρθε η σειρά του για να δώσει μαρτυρία κατέθεσε μαγνητοφωνημένη συνομιλία για να στηρίξει την ανταξίωση του. Κατά τρόπο αντιφατικό της ένστασης που είχε προβάλει κινήθηκε ο εναγόμενος. Τα πιο πάνω φανερώνουν ότι ο εναγόμενος άλλαξε τη στάση τους όπως τον συνέφερε στοχεύοντας να συσκοτίσει την αλήθεια. Σημειώνω ότι με τον ίδιο τρόπο κρίνεται και η στάση του δικηγόρου του εναγόμενου, ο οποίος ενώ ζητούσε την προσαγωγή των ηχογραφημένων εντολών, και για το σκοπό αυτό αναβλήθηκε η ακροαματική διαδικασία για να εντοπισθούν και συγκεντρωθούν οι όποιες ηχογραφημένες εντολές, όταν αυτές παρουσιάστηκαν και του δόθηκε εγγράφως το περιεχόμενο τους, έθεσε θέμα αντισυνταγματικότητας. Η συμπεριφορά του εναγόμενου και του δικηγόρου του ο οποίος παίρνει εντολές και οδηγίες από την πελάτη του δεν μπορεί παρά να αξιολογηθούν αρνητικά και να ενισχύουν την εικόνα αναξιοπιστίας που πρόβαλε το Δικαστήριο ως προς τις θέσεις του εναγόμενου, και ειδικότερα ως προς τη θέση του ότι σε συγκεκριμένη ημερομηνία έδωσε ρητή οδηγία ρευστοποίησης όλου του χαρτοφυλακίου του. Καθήκον του Δικαστηρίου είναι, κατά το δυνατό, να εξεύρει την αλήθεια και να αποδώσει θεραπεία όπως απαιτεί το δίκαιο του ζητήματος. Η συμπεριφορά του εναγόμενου δεν στόχευε προς αυτή την κατεύθυνση. Ακόμη και στην περίπτωση που δεν εμφανίζονταν οι ηχογραφημένες εντολές για τις επίδικες ή άλλες συναλλαγές το Δικαστήριο είχε ενώπιον του επαρκές υλικό μέσα από τη λοιπή μαρτυρία όπως έχει τεθεί ενώπιον του για να αποφασίσει το γενικότερο ζήτημα. Και αυτό έχει αποδειχθεί ικανοποιητικά και όπως απαιτεί η φύση της σχέσης που είχε δημιουργηθεί μεταξύ των διαδίκων μερών. Προωθήθηκε ακόμη η θέση από τον εναγόμενο ότι και οι δυο εταιρείες ανήκαν στο ίδιο συγκρότημα της Ελληνικής Τράπεζας και ότι εξ αιτίας ακριβώς της σχέσης αυτής υπήρχε σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ της ενάγουσας τράπεζας, της εναγόμενης εξ ανταπαιτήσεως 2 και του εναγόμενου: οι εναγόμενοι 2 με σκοπό το κέρδος είτε παρότρυναν τον εναγόμενο να αυξήσει το όριο του, είτε παρέλειψαν να τον πληροφορήσουν για την αύξηση του ορίου του ή για τις εγκυκλίους της κεντρικής τράπεζας με μοναδικό σκοπό το κέρδος: μεγαλύτερος όγκος συναλλαγών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου απέφερε μεγαλύτερα κέρδη στην εναγόμενη 2, η οποία χρέωνε τον εναγόμενο με ετήσιο δικαίωμα διαχείρισης 0,5% πάνω στη συνολική κίνηση του λογαριασμού του ή ετήσιο δικαίωμα 1% επί του εγκεκριμένου ορίου αναλόγως με το πιο ήταν μεγαλύτερο. Τεκ.3(iii) και (iv). Αδυνατώ και εδώ να διαπιστώσω την ύπαρξη τέτοιων υποχρεώσεων όπως θέλει ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου. Η ενάγουσα τράπεζα όπως και η εναγόμενη 2 είναι τραπεζικά ιδρύματα, κερδοσκοπικοί οργανισμοί, και προβαίνουν σε οικονομικές συναλλαγές προς όφελος των συμφερόντων τους. Ο εκάστοτε πελάτης είναι ελεύθερος να σταθμίζει τους όποιους κινδύνους ή όποια οφέλη μπορεί να προκύψουν από οποιαδήποτε οικονομική συναλλαγή και ιδιαιτέρως συναλλαγές που άπτονται των χρηματιστηριακών δρώμενων. Όντως ο εναγόμενος παρασυρόμενος βρίσκω από την προσδοκία του εύκολου και μεγάλου κέρδους που, τότε φάνταζε, μέσα στο κλίμα ευφορίας που επικρατούσε όλη εκείνη την περίοδο γύρω από τα χρηματιστηριακά πράγματα, σχεδόν βέβαιο, ρίχθηκε στην αγοραπωλησία μετοχών. Αγόραζε και πωλούσε μετοχές όποτε ο ίδιος έκρινε και σε όποια τιμή ο ίδιος πίστευε ότι ήταν συμφέρουσα χωρίς να λαμβάνει υπόψη του το ενδεχόμενο αποτυχίας ή ζημιάς. Σοβαρό ενδεχόμενο αν ληφθεί υπόψη η φύση της συναλλαγής. Η όλη εικόνα για τη συμπεριφορά του εναγόμενου όπως ξετιλύχθηκε μέσα από τη μαρτυρία ενώπιον μου, φανερώνει ότι ο εναγόμενος αγνόησε ενώ γνώριζε τους όποιους κινδύνους με μόνη προσδοκία το μεγάλο κέρδος. Για όλους τους λόγους που έχω αναπτύξει πιο πάνω και που όσο καλύτερα προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει την αξίωση της εναντίον του εναγόμενου και ότι ο εναγόμενος έχει αποτύχει να στοιχειοθετήσει οποιαδήποτε υπεράσπιση. Η νομοθετική πρόνοια του άρθρου 22
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 σύμφωνα με το οποίο αντίγραφο καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίνεται δεκτό σε όλες τις νομικές διαδικασίες και συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη καταχώρισης και όλων των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που καταχωρούνται σ' αυτά δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά και/ή καθόλου κατά την ακρόαση. Η ανταπαίτηση του θα πρέπει να απορριφθεί. Το βάρος απόδειξης ζημιάς το φέρει πάντοτε εκείνος που ισχυρίζεται αμέλεια ή παράβαση καθήκοντος και σ' αυτή την περίπτωση ο εναγόμενος. Ο εναγόμενος δεν μπόρεσε να στοιχειοθετήσει τα όσα αποδίδει σε βάρος των εναγομένων, αλλά ούτε και να προσφέρει τέτοια μαρτυρία σχετική με το ύψος της ζημιάς. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας για το πότε έπρεπε να είχαν πωληθεί οι ενεχυριασμένες μετοχές, για το κατά πόσο κατά τον επίδικο χρόνο υπήρχαν αγοραστές πρόθυμοι να πληρώσουν την χρηματιστηριακή τιμή την ημέρα εκείνη και τέλος κατά πόσο ήταν προβλεπτό ότι θα συνεχιζόταν η καθοδηγητική τάση του χρηματιστηρίου. Το ζήτημα αυτό με την αγόρευση δεν προωθήθηκε και ούτε υποστηρίχθηκε ιδιαιτέρως από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του, παρά μόνο υπήρξε εισήγηση πως η άρνηση της εναγόμενης 2 να εκτελέσει την εντολή πλήρους ρευστοποίησης του χαρτοφυλακίου στις 12.7.2000 είχε ως αποτέλεσμα ο εναγόμενος να υποστεί ζημιά που ισούται «με το οποιοδήποτε ποσό βρεθεί ότι οφείλει στην τράπεζα πλέον £537.710,40 ως διαφυγόντα κέρδη: διαφορά χρεωστικού υπολοίπου από την αγοραία αξία των μετοχών του χαρτοφυλακίου του κατά την πιο πάνω ημερομηνία. Η αποτυχία του εναγόμενου να θεμελιώσει τα αγώγιμα δικαιώματα όπως πιο πάνω έχω περιγράψει οδηγεί αυτομάτως σε απόρριψη των αξιώσεων του για αποζημιώσεις. Η ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση: (α) Για το ποσό των €1.831.013,71 όπως το έχει περιορίσει πλέον τόκο 9% επί του ποσού €1.133.889,70 από 1.1.2008 μέχρι πλήρους εξόφλησης. (β) Διάταγμα πώλησης των πιο κάτω αξιών και δικαιωμάτων αγοράς μετοχών που αποτελούν το σημερινό χαρτοφυλάκιο του εναγόμενου: (α) Cyprus Cement Company Ltd-FP shares, 6,136 μετοχές ανά 0.78σ. την μία, σύνολο €4.786,
  1. (β) Cyprus Cement Company Ltd-FP Δικαιώματα αγοράς μετοχών 2007/09, 614 δικαιώματα αξίας 0.45σ. το ένα, σύνολο €276,
  2. (γ) CLR Investment Fund Public Ltd, 242,178 μετοχές ανά 0.12σ. την μία, σύνολο €29.061,
  3. (δ) D.H.Cyprotels Public Ltd, 40,000 μετοχές ανά 0.07σ. την μία, σύνολο €2.
  4. (ε) A. Hadjikyriakos (Frou Frou), 5,000 μετοχές ανά 0.23σ. την μία, σύνολο €1.
  5. (στ) Farma Renos Hadjiannou Ltd, 30,000 μετοχές ανά 0.06σ. την μία, σύνολο €1.
  6. (ζ) F.W.Woolworth Ltd, 000, 18,074 μετοχές ανά 0.95σ. την μία σύνολο €17.170,
  7. (η) Interfund Investment Public Ltd, 6,667 μετοχές ανά 0.74σ. την μία, σύνολο €4.933,
  8. (θ) Kanika Hotels Ltd, 10.000 μετοχές ανά 0.29σ. την μία, σύνολο €2.
  9. (i) Leptos Calypso Hotels Public Ltd 32,400 μετοχές ανά 0.30σ. την μία, σύνολο €9.
  10. (ια) Lemeco Silvex Industries Ltd, 89,416 μετοχές ανά 0.20σ. την μία, σύνολο €17.883,
  11. (ιβ) Λαϊκή Επενδυτική Λτδ 40,400 μετοχές ανά 0.20σ. την μία, σύνολο €8.
  12. (ιγ) Μινέρβα Ασφαλιστική 30,000 μετοχές ανά 0.14 την μία, σύνολο €4.
  13. (ιδ) New Marathon Tours Ltd 24,990 μετοχές ανά 0.04 την μια, σύνολο €999.
  14. (ιε) Φιλοκτηματική Λτδ 29,500 μετοχές ανά 1.21 την μία, σύνολο €35.
  15. (ιστ) Severis & Athienitis Financial Services ltd 40,000 μετοχές ανά 0.06 την μία, σύνολο €2.
  16. (ιζ) Telia Aqua Marine Ltd 10,000 μετοχές ανά 0.26 την μία, σύνολο €2.
  17. (γ) Έξοδα υπέρ της ενάγουσας πλέον Φ.Π.Α. όπως θα υπολογιστούν και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (δ) Η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων όπως θα υπολογιστούν και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: Συμφωνία Δανειοδότησης / επενδυτικός λογαριασμός / Ανταπαίτηση / Ακυρότητα / παρανομία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.