← Κύπρος

Cyprus Investment Securities Corporation Ltd ν. Σωκράτη Παυλίδη, Αρ. Αγωγής 563/2002, 17.3.2009

Cyprus Investment Securities Corporation Ltd ν. Σωκράτη Παυλίδη, Αρ. Αγωγής 563/2002, 17.3.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A74 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 563/2002 Μεταξύ: Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd Ενάγουσας και Σωκράτη Παυλίδη, από τη Λεμεσό Εναγόμενου ---------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 10.2.2009 Ημερομηνία: 17.3.2009 Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Χ. Τιμοθέου Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Μ. Μαστορούδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (δόθηκε αυθημερόν) Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει από τον Εναγόμενο το ποσό των €166.428,92 (£97.406,52) με τόκο προς 8% ετησίως από 1.12.2001 μέχρι εξοφλήσεως. Είναι παραδεκτό από τη δικογραφία πως η Ενάγουσα εταιρεία παρείχε συμβουλές και υπηρεσίες για χρηματοοικονομικές συναλλαγές και αγοραπωλησίες μετοχών μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και πως ο Εναγόμενος συνεργαζόταν μαζί της και η τελευταία κατόπιν εντολών του του αγόραζαν και του πωλούσαν μετοχές του (παραγρ. 1 και 2 της Έκθεσης Απαίτησης και παραγρ.1 της Έκθεσης Υπεράσπισης). Διατείνεται η Ενάγουσα πως κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω πράξεων που εγίνονταν κατόπιν εντολών του Εναγόμενου χρεωπίστωναν λογαριασμό που διατηρούσε κοντά τους το υπόλοιπο του οποίου ήταν την 30.11.2001 χρεωστικό στο ποσό της αξίωσης. Σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα όπως είχε αρχικά καταχωριστεί την 24.1.2002 η Ενάγουσα καθόριζε πως οι διάφορες πράξεις είχαν γίνει την περίοδο Δεκεμβρίου 2000 - Απριλίου

  1. Ο Εναγόμενος με την Υπεράσπιση του αρνείτο οιαδήποτε πράξη ή ότι όφειλε οιοδήποτε ποσό. Αναφερόταν στην ανταλλαγείσα αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων με θέμα τις εντολές που κατ΄ ισχυρισμό είχε δώσει και την ύπαρξη γραπτών τέτοιων. Αναφορικά με πλείστες έγγραφες εντολές, αντίγραφα των οποίων απεστάλησαν στο δικηγόρο του, αρνείτο ότι έφεραν την υπογραφή του. Με την παράγραφο 12 της Έκθεσης Υπεράσπισης του ισχυριζόταν πως οι πράξεις διενεργήθηκαν χωρίς εντολές από τον ίδιο ή και χωρίς εντολές σύμφωνα με τις πρόνοιες και διατάξεις του Νόμου. Πολύ αργότερα, την 23.5.2006 εγκρίθηκε χωρίς ένσταση αίτημα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης του Κλητηρίου Εντάλματος ώστε η περίοδος των πράξεων να καθορίζεται ως μεταξύ Ιουλίου 1999 και Απριλίου
  2. Με την υπό κρίση Αίτηση ο Εναγόμενος - Αιτητής εξαιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου ώστε να προσθέσει στην παράγραφο 12 της Έκθεσης Υπεράσπισής του πως δεν υφίσταντο εντολές: «. οι οποίες να θεωρούνται δεσμευτικές από τους ίδιους τους Ενάγοντες είτε προς αυτούς είτε προς τον Εναγόμενο. Συγκεκριμένα, όπως οι ίδιοι οι Ενάγοντες ανάφεραν στα τυποποιημένα έγγραφα χρηματιστηριακών εντολών που ζητούσαν από τους πελάτες τους να υπογράψουν: "Η εντολή είναι δεσμευτική για τη CISCO και τον εντολέα νοουμένου ότι υπάρχει συμμόρφωση προς τις σχετικές οδηγίες και πάντοτε τηρουμένων των προνοιών του άρθρου 19 των Κανονισμών του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, υποπαράγραφοι 12 και 17."» Ακόμη να δικογραφήσει πως σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι όντως υπόγραψε εντολές ότι οι υπογραφές του αποσπάστηκαν με δόλο, απάτη ή και ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους της Ενάγουσας παραθέτοντας και σχετικές λεπτομέρειες. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου του Εναγόμενου ημερομηνίας 10.2.
  3. Η Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 11.3.2009 κάποιας Ελευθερίας Κουμουλλή, υπαλλήλου της. Ο Εναγόμενος συνδέει την αναγκαιότητα των εξαιτούμενων τροποποιήσεων με τη διεύρυνση της περιόδου διενέργειας των διαφόρων πράξεων στην Έκθεση Απαίτησης. Οι εξαιτούμενες να προστεθούν υπερασπίσεις ήταν, αναφέρει, γνωστές από προηγουμένως αλλά δεν περιλήφθηκαν στην αρχική υπεράσπιση γιατί ήταν άσχετες με τα επίδικα θέματα ως είχαν. Ξεκάθαρα αναφέρει πως οι υπερασπίσεις αυτές σχετίζονται με χρονική περίοδο πριν το Δεκέμβριο του 2000 που ήταν η έναρξη της περιόδου όπως αρχικά την καθόρισε η Ενάγουσα. Όπως θέτει το ζήτημα ο Εναγόμενος θα αναμενόταν σύντομα μετά την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης να αιτηθεί την τροποποίηση της Υπεράσπισης του. Έχουν παρέλθει 2 χρόνια και 9 μήνες από την καταχώριση της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης όμως στο διαρρεύσαντα χρόνο μεσολάβησαν διαδικασίες που εξηγούν γιατί η υπό κρίση Αίτηση δεν καταχωρίστηκε πιο νωρίς. Στις 13.6.2006 καταχωρίστηκε Έκθεση Υπεράσπισης στην οποία περιλαμβάνονταν οι ισχυρισμοί που με την υπό κρίση Αίτηση ο Εναγόμενος εξαιτείται να προσθέσει. 10 περίπου μήνες μετά η Ενάγουσα κατεχώρησε αίτηση ζητώντας τη διαγραφή των πιο πάνω υπερασπίσεων. Ο Εναγόμενος ήταν της θέσης πως οι νέες υπερασπίσεις ήταν «άμεσα συνεπαγόμενες τροποποιήσεις και κατέστησαν αναγκαίες λόγω της τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης». Απόφαση στην Αίτηση της 13.6.2006 εκδόθηκε πρόσφατα, την 15.1.2009, οπόταν και διατάχθηκε η διαγραφή των πιο πάνω υπερασπίσεων και σύντομα μετά, στις 10.2.2009, καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση. Αναφέρεται στην απόφαση της 15.1.2009 στη σελ.6 πως: «Μελέτησα την τροποποιηθείσα Υπεράσπιση και δεν φαίνεται να διευκρινίζεται ότι η προσθήκη των νέων υπερασπίσεων στην τροποποιημένη Υπεράσπιση αφορούν μόνο την νέα χρονική περίοδο που επεκτάθηκε με την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Συνάγω ότι οι νέες υπερασπίσεις αφορούν ολόκληρη την περίοδο των συναλλαγών, γεγονός που συνιστά απόκλιση από τους όρους του διατάγματος τροποποίησης.» Έχω την ίδια θέση αναφορικά με τα όσα επιθυμεί ο Εναγόμενος να προσθέσει στην Έκθεση Υπεράσπισης του. Φαίνεται πως η πλευρά του Εναγόμενου δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία ή δεν κατανόησε το λόγο της Ενδιάμεσης Απόφασης της 15.1.
  4. Αυτό προδίδει η καταχωρηθείσα Αίτηση και ένορκη δήλωση που την συνοδεύει. Δυο κατευθύνσεις θα μπορούσαν να ακολουθηθούν. Εφόσον ο Εναγόμενος ήθελε να δικογραφήσει με τον τρόπο που εξαιτείται θα έπρεπε με την υποστηρικτική του ένορκη δήλωση να αναφέρει πώς είναι η θέση του πως η πραγματικότητα είναι πως οι νέες υπερασπίσεις αφορούν ολόκληρη την ισχυριζόμενη περίοδο των πράξεων και να δώσει τη δικαιολογία του για την παράλειψη του να τις συμπεριλάβει στην αρχική του δικογραφία. Εφόσον όμως ορκίστηκε τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της 10.2.2009 ότι θα μπορούσε να εξαιτείται ήταν να προσθέσει τις νέες υπερασπίσεις με αναφορά στην περίοδο προ του Δεκεμβρίου του 2000 και μόνο. Δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να διαμορφώσει τις εξαιτούμενες θεραπείες που προβάλλει ο Εναγόμενος ώστε να ανταποκρίνονται ή να δικαιολογούνται με βάση τα όσα ορκίστηκε. Είναι δική του ευθύνη να αιτηθεί ότι θεωρεί ορθό για την υπόθεση του και το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στο να εγκρίνει ή όχι τις εξαιτούμενες τροποποιήσεις ή κάποιες από αυτές όχι όμως να επέμβει στο λεκτικό των εξαιτούμενων τροποποιήσεων και να τις διαφοροποιήσει. Δεν μπορώ να επιτρέψω τις εξαιτούμενες τροποποιήσεις. Εάν επιτρέπονταν οι εξαιτούμενες τροποποιήσεις τότε θα ήταν επίδικο ζήτημα κατά πόσο οι εντολές που αφορούσαν και την περίοδο Δεκεμβρίου 2000 - Απριλίου 2001 είχαν αποσπαστεί κατόπιν δόλου, απάτης ή και ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της Ενάγουσας και θα ήταν επιτρεπτό και θα δικαιούταν ο Εναγόμενος να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με δόλο, απάτη ή και ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους της Ενάγουσας για τις πράξεις που αφορούσαν την πιο πάνω περίοδο, αρχική, ας μου επιτραπεί να ονομάσω. Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ης η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου - Αιτητή όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Αίτηση Τροποποίησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.