← Κύπρος

PETER THOMAS GODFREY ν. ISLAND EDUCATION SERVICES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 623/2008, 18 Μαρτίου 2009

PETER THOMAS GODFREY ν. ISLAND EDUCATION SERVICES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 623/2008, 18 Μαρτίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 623/2008 Μεταξύ: PETER THOMAS GODFREY, από την Αίγυπτο Ενάγοντα -και- 1. ISLAND EDUCATION SERVICES LIMITED, από τη Λεμεσό 2. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΡΤΖΙΛΗ, από τη Λεμεσό 3. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΛΟΗ, από τη Λεμεσό 4. DAMALONA LIMITED, από τη Λεμεσό Eναγομένων .......... Αίτηση ημερομηνίας 16.7.08 Ημερομηνία: 18 Μαρτίου 2009 Για τους αιτητές-εναγόμενους: κ. Κονταξής Για τον καθ΄ου η αίτηση-ενάγοντα: κ. Ναθαναήλ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές-εναγόμενοι επιζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο ο καθ΄ου η αίτηση-ενάγοντας να διατάσσεται να καταθέσει στο Δικαστήριο και/ή να δώσει ασφάλεια για τα έξοδα για το ποσό των €8.292,25 και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό, εντός 20 ημερών και/ή σε χρόνο που θα καθορίσει το Δικαστήριο από την ημέρα έκδοσης του διατάγματος καθώς και διάταγμα που να αναστέλλει την περαιτέρω διαδικασία μέχρις ότου κατατεθεί και/ή δοθεί η εν λόγω ασφάλεια και σε περίπτωση που αυτό δεν γίνει εντός του καθορισθέντος χρόνου η αγωγή να απορριφθεί με έξοδα. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.60 θθ.1, 2 και 5 και Δ.48 θθ.1-3 και 9(
  2. t)καθώς και οι συμφυείς και αναφαίρετες εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται αφενός από την ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του εναγόμενου 3, ο οποίος είναι διευθυντής της εναγόμενης 4 και δεόντως εξουσιοδοτημένος από όλους τους συνεναγόμενους του να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Ο ενόρκως δηλών διαφωνεί με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι το διεκδικούμενο ποσό έχει εξοφληθεί πλήρως, δηλώνει ότι η υπό κρίση αγωγή καταχωρήθηκε καταχρηστικά και/ή εκδικητικά καθώς και ότι αξιώνεται παράνομα, αυθαίρετα και αντισυμβατικά μέρος του κεφαλαίου και οι τόκοι. Επειδή, δεν υπάρχει καμία πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης και ο ενάγοντας είναι Αιγύπτιος, μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, δηλαδή της Αιγύπτου που είναι χώρα εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε και εργάζεται στην Κύπρο, όπως και από τον τίτλο της αγωγής διαπιστώνεται ότι κατάγεται και διαμένει στην Αίγυπτο, αλλά και δεν έχει οποιαδήποτε περιουσία στη Κύπρο ώστε να κατορθωθεί να εισπραχθούν τα δικηγορικά έξοδα σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής, ενόσω οι εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση, η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Με το αιτούμενο διάταγμα οι αιτητές επιδιώκουν να διασφαλίσουν ότι σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής θα μπορεί να εκτελεστεί τυχόν δικαστική απόφαση όσον αφορά τα έξοδα εναντίον του ενάγοντα, δεδομένου ότι αυτός καταδικάστηκε ήδη στα έξοδα αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης που είχε καταχωρήσει. Τέλος, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι γνωρίζοντας ότι η οικονομική κατάσταση του ενάγοντα είναι πάρα πολύ καλή και τυγχάνοντας νομικής συμβουλής, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν πλήττει το δικαίωμα του ενάγοντα για πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Η ένορκη δήλωση της Έλενας Γεωργίου, ίδιας ημερομηνίας, που επίσης συνοδεύει την αίτηση, αφορά το ύψος των εξόδων σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής και σ' αυτή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α προκαταρκτικός κατάλογος, σύμφωνα με τον οποίο τα έξοδα θα ανέλθουν στο ποσό των €8.292,25. Στην ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα που καταχωρήθηκε στις 6.10.08 και έχει ως νομική βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 θ.4 και Δ.60 καθώς και την συμφυή εξουσία, την διακριτική ευχέρεια και την πρακτική του Δικαστηρίου, προβάλλονται εννιά λόγοι ένστασης. Συγκεκριμένα ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, ενοχλητική και καταχρηστική, ότι οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται και/ή εμποδίζονται να ζητούν το αιτούμενο διάταγμα καθότι ο καθ' ου η αίτηση είναι Άγγλος υπήκοος και ως πολίτης χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν υποχρεούται να παράσχει ασφάλεια εξόδων, ότι ο ενόρκως δηλών των αιτητών αν και γνωρίζει το βάσιμο της απαίτησης του ενάγοντα και ότι ο τελευταίος προσωρινά διαμένει στην Αίγυπτο όπου εργάζεται ως καθηγητής σε σχολείο καθώς και ότι είναι ιδιοκτήτης κατοικίας στο χωριό Μαρώνι της Λάρνακας αναληθώς προβάλλει αντίθετους ισχυρισμούς, ότι συνεπεία των πιο πάνω δεδομένων που αφορούν τον ενάγοντα η είσπραξη και/ή ικανοποίηση τυχόν απόφασης εναντίον του για δικαστικά έξοδα είναι εξασφαλισμένη και/ή δυνατή, ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η οποία στην προκείμενη υπόθεση πρέπει να ασκηθεί υπέρ του καθ' ου η αίτηση και η αίτηση να απορριφθεί, ότι το απαιτούμενο να δοθεί ως ασφάλεια εξόδων ποσό δεν είναι αποδεκτό καθότι δεν είναι λογικό και/ή είναι υποθετικό και/ή αδικαιολόγητο και/ή υπερβολικό και η έγκριση της αίτησης θα είναι άδικη και αντίθετη προς την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και/ή αποσκοπεί στην καταχρηστική χρήση του δικαστικού χρόνου δεδομένου ότι επίδικο θέμα της αγωγής είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου. Στην ένορκη του δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την ένσταση ο ενάγοντας, γνωρίζοντας τα γεγονότα προσωπικά απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος των αιτητών και ειδικότερα ότι το διεκδικούμενο με την αγωγή ποσό έχει εξοφληθεί καθώς και τους ισχυρισμούς που αφορούν την καταγωγή και κατοικία του, υποστηρίζοντας ότι ο ενόρκως δηλών των αιτητών μη αναφέροντας ότι έχει προβεί σε κάποια έρευνα βασίζεται μόνο σε όσα αναγράφονται στον τίτλο της αγωγής. Περαιτέρω, επισυνάπτει αντίγραφο του Βρετανικού του διαβατηρίου (Τεκμήριο 1) και αντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας για την ιδιόκτητη κατοικία του στο χωριό Μαρώνι (Τεκμήριο 2), την οποία χρησιμοποιεί για να διαμένει κατά τις συχνές επισκέψεις του στην Κύπρο, διαμένοντας προσωρινά στην Αίγυπτο όπου εργάζεται ως καθηγητής σε σχολείο. Αναπτύσσοντας τους λόγους της ένστασης, ο ενάγοντας ζητά την απόρριψη της αίτησης, επισημαίνοντας ότι κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του ότι οι αιτητές δεν προβάλλουν στοιχεία, πέραν του αόριστου ισχυρισμού για εξόφληση, από τα οποία το Δικαστήριο να μπορεί να εξάξει συμπεράσματα για την ισχύ την υπεράσπισης τους, δεδομένου ότι η απαίτηση του προέρχεται από γραμμάτιο συνήθους τύπου. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν και οι συνήγοροι με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία επί του θέματος υποστήριξαν τη θέση κάθε πλευράς αντίστοιχα. Ως προς τη νομική πτυχή, σύμφωνα με τη Δ.60 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, ενάγων, ο οποίος συνήθως διαμένει εκτός Κύπρου ή εκτός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της αγωγής να διαταχθεί να παράσχει εξασφάλιση εξόδων, αν και προσωρινά μπορεί να διαμένει στην Κύπρο ή σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε μια τέτοια αίτηση ο αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι ο καθ' ου η αίτηση διαμένει σε χώρα εκτός της δικαιοδοσίας. Δεν αρκεί απλώς να δείξει ότι δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στην Κύπρο ή πλέον σε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. Κυριάκου ν. Μιχαήλ, Πολ. Έφ. Αρ. 211/2005, ημερομηνίας 19.7.2007). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Stejaru ν. Ιωάννου

(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 906, με συντρέχουσα την βασική προϋπόθεση της κατοίκησης του διάδικου στο εξωτερικό το Δικαστήριο έχει τη διακριτική εξουσία να εκδώσει διάταγμα για ασφάλεια των εξόδων (βλ. και Union des Cooperatives v. Apak Agro (Αρ. 2)
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1170). Σύμφωνα με την υπόθεση Alahmari v. Alia Airline
(1990)1 Α.Α.Δ. 434, για την ορθή άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου οι παράγοντες, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη, είναι κατ' εξοχήν δυο, η κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας, και ιδίως ακίνητης (που δεν μετακινείται εύκολα), στην Κύπρο, και η ισχύς της υπόθεσης του (βλ. και Π.Τ. Ασούρ. Τόκιο Μαρίν Ιντον. ν. Σήσκοπ Ναβικ. Λτδ κ.α. (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1741 και Studland Holdings Ltd κ.α. ν. Ευσταθίου κ.α.
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1809). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Πέτρου κ.α.
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1698, αν ο ενάγοντας δεν διαθέτει τα οικονομικά μέσα για να παράσχει την αιτούμενη ασφάλεια το αίτημα απορρίπτεται καθότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος θα απέληγε σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο και η νομολογία καταδεικνύει ότι υπερισχύει το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη, που διασφαλίζεται από τις σχετικές συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις (βλ. και Conway ν. Ηλία
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653). Το ποσό της ασφάλειας είναι κατά κανόνα εκείνο το οποίο, υπό κανονικές συνθήκες, θα υποστεί ο διάδικος, που ζητά την ασφάλεια (βλ. Senior Service Ltd. and Others v. Chrysanthi Shipping Co. Ltd. and Another
(1975)1 C.L.R. 316). Όπως προκύπτει από τον φάκελο της παρούσας υπόθεσης, με την αγωγή του ο ενάγοντας αξιώνει από τους εναγόμενους το ποσό των €73.950,83, δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου και/ή γραμματίου εις διαταγή και/ή συναλλαγματικής και/ή γραπτής αναγνώρισης χρέους και/ή χρεωστικού ομολόγου και/ή άλλως πως, πλέον τόκο προς 6% ετησίως επί ποσού €157.207,56 από 14.7.1999 μέχρι εξοφλήσεως και έξοδα. Βασική θέση των εναγομένων στην υπεράσπιση τους, την οποία ο ενάγοντας στην απάντηση του στην υπεράσπιση αρνείται, είναι ότι έχει εξοφληθεί οποιοδήποτε ποσό που τυχόν όφειλαν στον ενάγοντα βάσει του επίδικου εγγράφου, θεωρώντας καταχρηστική και/ή εκδικητική την άσκηση της αγωγής εκ μέρους του. Εξετάζοντας την ουσία της αίτησης με βάση όλα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι πρόδηλο κατά την αντίληψη μου ότι πληρούται η βασική προϋπόθεση ότι ο καθ' ου η αίτηση-ενάγοντας κατοικεί εκτός Κύπρου και συγκεκριμένα στην Αίγυπτο, η οποία είναι χώρα μη κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό διαφαίνεται τόσο από την σχετική αναφορά στον τίτλο της αγωγής όσο και από την δήλωση του ίδιου στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ότι δηλαδή διαμένει στην Αίγυπτο όπου εργάζεται. Το γεγονός ότι ο ενάγοντας είναι Άγγλος υπήκοος, σύμφωνα με το αντίγραφο του διαβατηρίου του (βλ. Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση), αλλά και ο ισχυρισμός του ότι διαμένει προσωρινά στην Αίγυπτο δεν μεταβάλλουν την πιο πάνω αντίληψη του Δικαστηρίου δεδομένου ότι εύλογα συνάγεται ότι ο τόπος εργασίας του ενάγοντα μπορεί να θεωρηθεί ως τόπος συνήθους διαμονής του, λαμβανομένης υπόψη και της δήλωσης του ότι στην Κύπρο έρχεται ως επισκέπτης έχοντας ιδιόκτητη οικία στο χωριό Μαρώνι (βλ. σχετικά Κυριάκου ν. Μιχαήλ (πιο πάνω)). Παρεμβάλλεται σ' αυτό το σημείο ότι παρόλο που δεν γίνεται αναφορά στην ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα ότι γνωρίζει την ελληνική γλώσσα, το περιεχόμενο της παρέμεινε αναντίλεκτο ενώπιον του Δικαστηρίου εφόσον αυτός δεν αντεξετάστηκε εκ μέρους των αιτητών ούτε και προσφέρθηκε οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία για το θέμα (βλ. Iacovou Brothers (Constr.) Ltd. v. Fashionwise Ltd.
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1377). Το Δικαστήριο συνεπώς δεν μπορεί να προβεί σε εύρημα, για τους σκοπούς της υπό κρίση αίτησης, ότι ο ενάγοντας δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα. Αντίθετα μάλιστα μπορεί να λεχθεί ότι δεν αποκλείεται να την γνωρίζει μόνο για τον λόγο ότι δεν είναι Κύπριος δεδομένου και ότι οι δεσμοί του με την Κύπρο είναι προφανείς εφόσον την επισκέπτεται συχνά και έχει ιδιόκτητη οικία από το έτος 1987 αλλά και όπως ισχυρίζεται ο συνήγορος των αιτητών στην αγόρευση του για να καταδειχθεί η οικονομική ευχέρεια του ενάγοντα για παροχή εγγύησης- χωρίς βέβαια να θεωρείται ότι αυτό λαμβάνεται υπόψη ως αποδεκτό γεγονός εφόσον δεν είναι επιτρεπτό να προβάλλονται γεγονότα μέσω των αγορεύσεων- ο ενάγοντας πριν την μετάβαση του στην Αίγυπτο ήταν ιδιοκτήτης ιδιωτικού σχολείου στην Κύπρο, το οποίο πώλησε. Αναντίλεκτο παρέμεινε, επίσης, ότι ο καθ' ου η αίτηση-ενάγοντας είναι ιδιοκτήτης ακινήτου στην Κύπρο, όπως συνάγεται από το Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, όπου φαίνεται και η αξία του. Το γεγονός αυτό, που δεν αντικρούστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από τους αιτητές, είναι στοιχείο που συνηγορεί στην απόρριψη της αίτησης. Οι αντίθετοι ισχυρισμοί του συνηγόρου των αιτητών δεν μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετική αντιμετώπιση. Και αυτό επειδή δεν θα ήταν ορθό να ασχοληθεί το Δικαστήριο με θεωρητικά θέματα που αφορούν την εκτέλεση τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί εναντίον του ενάγοντα και ειδικότερα με τυχόν αδυναμία εκτέλεσης εντάλματος κινητών ως προϋπόθεση εκτέλεσης εντάλματος ακίνητης περιουσίας νοουμένου ότι είναι εύκολα πρόσφορο να πωληθεί το ακίνητο ή αν ενδέχεται να εξαιρεθεί από τυχόν πώληση ως οικία διαμονής, που θέτει ο συνήγορος. Αυτός ο ισχυρισμός εξάλλου είναι πρόδηλα αντιφατικός με την θέση των αιτητών ότι η οικονομική κατάσταση του ενάγοντα είναι πάρα πολύ καλή και που προβάλλεται ως επιχείρημα υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος με το σκεπτικό ότι λόγω της οικονομικής ευχέρειας του ενάγοντα δεν πλήττεται το δικαίωμα του για πρόσβαση στη δικαιοσύνη αν διαταχθεί να παράσχει ασφάλεια εξόδων. Υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης, οι αιτητές δεν ικανοποίησαν το Δικαστήριο ότι σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής δεν θα μπορεί να εκτελεστεί τυχόν δικαστική απόφαση όσον αφορά τα έξοδα εναντίον του ενάγοντα. Ως προς τη δύναμη της υπόθεσης, επιχείρημα που προβάλλεται και από τις δυο πλευρές προς υποστήριξη της θέσης τους αντίστοιχα, πρέπει να λεχθεί ότι αναμφίβολα αυτός ο παράγοντας λαμβάνεται υπόψη. Ωστόσο υπό τα δεδομένα της συγκεκριμένης υπόθεσης δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο παράγοντας αυτός είναι κρίσιμος υπό τις περιστάσεις (βλ. Π.Τ. Ασούρ. Τόκιο Μαρίν Ιντον. ν. Σήσκοπ Ναβικ. Λτδ κ.α. (Αρ. 2) (πιο πάνω)). Οι εκατέρωθεν θέσεις, όπως αναφέρθηκαν πιο πάνω, θα κριθούν από το Δικαστήριο μετά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης και δεν θα ήταν ορθό σ' αυτό το στάδιο να λεχθεί οτιδήποτε περισσότερο. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου υπέρ του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα και να απορριφθεί το αίτημα των αιτητών-εναγομένων για παροχή ασφάλειας εκ μέρους του. Ενόψει της κατάληξης αυτής θα αποτελούσε θεωρητικό εγχείρημα η εξέταση του ύψους τυχόν ασφάλειας θα έπρεπε να δοθεί από τον ενάγοντα, αν υπήρχε διαφορετική κατάληξη. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση- ενάγοντα και εναντίον των αιτητών- εναγομένων και θα πληρωθούν στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.)........... Λ.Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.