← Κύπρος

ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ISSA BROS (CYPRUS) HOTELS LIMITED από τη Λεμεσό, Αρ. Αγωγής 6363/07, 20.3.09

ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ISSA BROS (CYPRUS) HOTELS LIMITED από τη Λεμεσό, Αρ. Αγωγής 6363/07, 20.3.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A80 ΣTO ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 6363/07 Μεταξύ: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, από τη Λεμεσό Εναγόντων - και - ISSA BROS (CYPRUS) HOTELS LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγομένων ---------------------- Αίτηση υπό Εναγόντων ημερομηνίας 9.5.08 για απόρριψη ή αναστολή της ανταπαίτησης ------------------------ 20.3.09 Για τους Ενάγοντες/αιτητές: Κα Ε. Κονναρή Για τους Εναγόμενους/Καθ'ων η αίτηση: Κα Στ. Βασιλείου για κ. Α. Θεοφίλου (κα Σωκράτους για ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες είναι εργοληπτική εταιρεία και ανέλαβαν, δυνάμει προσφοράς και συμβολαίων που υπογράφησαν μεταξύ των διαδίκων, την εκτέλεση εργασιών και βελτιώσεων στο ξενοδοχείο Aquarius Beach Hotel, ιδιοκτησίας των Εναγομένων, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής. Με την πιο πάνω αγωγή, διεκδικούν πληρωμή τριών πιστοποιητικών για το συνολικό ποσό των £95.127,82, υποστηρίζοντας ότι αποπεράτωσαν πλήρως όλη την εργασία, καθώς και επιπλέον εργασίες, οι οποίες τους είχαν ανατεθεί με βάση τους όρους του συμβολαίου, προς πλήρη ικανοποίηση του αρχιτέκτονα του έργου. Οι Εναγόμενοι αρνούνται την αξίωση των Εναγόντων, υποστηρίζοντας πως οι εργασίες δεν εκτελέστηκαν από τους Ενάγοντες ορθά και με βάση τους όρους του συμβολαίου, με αποτέλεσμα να παρουσιαστούν ζημιές και κακοτεχνίες τις οποίες υποχρεώθηκαν να επιδιορθώσουν, γι' αυτό και διεκδικούν, ανταπαιτητικά, την αξία τους. Το ουσιαστικότερο ζήτημα που εγείρουν με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους, αφορά ισχυριζόμενη καθυστέρηση στην εκτέλεση των εργασιών από τους Ενάγοντες. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι καθυστέρησαν να τους παραδώσουν το έργο για διάστημα 350 ημερών, με αποτέλεσμα να υποστούν ζημιά ύψους €615.096,52 (£360.000) την οποία διεκδικούν ανταπαιτητικά. Υποστηρίζουν, επίσης ότι αμφισβήτησαν έγκαιρα την εγκυρότητα των επίδικων πιστοποιητικών, τα οποία εκδόθησαν μετά την παραλαβή του έργου και ενώ είχαν ενημερώσει τους Ενάγοντες για τα παράπονα και τις δικές τους απαιτήσεις. Με την εξεταζόμενη αίτηση, οι Ενάγοντες επιδιώκουν την απόρριψη ή την αναστολή κάθε διαδικασίας που σχετίζεται με την ανταπαίτηση, υποστηρίζοντας ότι όλα τα επίδικα ζητήματα που σχετίζονται με την ανταπαίτηση συνιστούν διαφορές οι οποίες συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων όπως παραπεμφθούν σε διαιτησία. Οι Εναγόμενοι αντιτάχθηκαν στο αίτημα, καταχωρώντας γραπτή ένσταση. Τόσο η αίτηση, όσο και η ένορκη δήλωση υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις στις οποίες εξειδικεύονται με λεπτομέρεια οι λόγοι που στηρίζουν την αίτηση και ένσταση, αντίστοιχα. Προτού αναφερθώ στις θέσεις και την επιχειρηματολογία των διαδίκων, θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω ένα πλαίσιο κοινά αποδεκτών γεγονότων, όπως προβάλλει μέσα από τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στη διαδικασία. Έχουν ως ακολούθως: α. Οι Ενάγοντες ανέλαβαν την εκτέλεση εργασιών και βελτιώσεων στο ξενοδοχείο των Εναγομένων AQUARIUS BEACH HOTEL. Για το σκοπό αυτό υπέγραψαν συμφωνητικό έγγραφο στις 4.11.2004, με αναλυτικούς όρους συμβολαίου (Τεκμήριο Α στην αίτηση). Το συμβόλαιο περιλαμβάνει ρήτρα διαιτησίας, το ακριβές περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται πιο κάτω. β. Στην πορεία εκτέλεσης των εργασιών, ανατέθηκε στους Ενάγοντες όπως εκτελέσουν επιπλέον εργασίες από αυτές που συμφωνήθηκαν με την αρχική συμφωνία. Η αμοιβή των Εναγόντων τόσο για τις αρχικές, όσο και για τις επιπλέον εργασίες, διέπεται από πρόνοιες του Τεκμηρίου Α. γ. Οι Ενάγοντες εκτέλεσαν όλες τις πιο πάνω εργασίες και παρέδωσαν το έργο στον αρχιτέκτονα τον Απρίλιο του έτους

  1. δ. Πριν από την παράδοση του έργου, ο αρχιτέκτονας εξέδωσε αριθμό πιστοποιητικών πληρωμής για το συνολικό ποσό των £497.594, ήτοι €850.189,
  2. Τα ποσά των πιστοποιητικών αυτών, εξοφλήθηκαν από τους Εναγόμενους (βλ. Τεκμήριο Δ). ε. Η αμφισβήτηση αφορά τα τρία τελευταία πιστοποιητικά πληρωμής που εκδόθηκαν μετά από την παράδοση του έργου. Πρόκειται για δύο ενδιάμεσα και το τελικό πιστοποιητικό, αντίγραφα των οποίων κατατέθηκαν ως Τεκμήρια Δ, Ε, και Στ. Το πρώτο από τα τρία πιστοποιητικά πληρωμής (Τεκμήριο Δ), εκδόθηκε στις 10.7.2006 και αφορά το ποσό των €91,465,25 (£53.532,23) πλέον Φ.Π.Α. Το δεύτερο (Τεκμήριο Ε) εκδόθηκε στις 2.2.07 και αναφέρεται σε ποσό €25.081,31, πλέον Φ.Π.Α. και το τρίτο, που είναι και το τελικό πιστοποιητικό, (Τεκμήριο Στ) εκδόθηκε στις 30.5.07 για το ποσό των €24.788,15, πλέον Φ.Π.Α. Οι Εναγόμενοι δεν έχουν καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες, έναντι των ανωτέρω επίδικων πιστοποιητικών πληρωμής. στ) Οι Ενάγοντες, με επιστολή τους ημερομηνίας 8.6.07 προς τον αρχιτέκτονα του έργου (Τεκμήριο Β στην αίτηση), δεν αποδέχθηκαν ότι το ποσό του τελικού πιστοποιητικού αποτελεί την τελική ρύθμιση της αμοιβής τους για τις εργασίες που εκτέλεσαν με βάση το συμβόλαιο και επεφύλαξαν τα δικαιώματα τους για να διεκδικήσουν «περαιτέρω έξοδα, ζημιές και απώλειες». ζ) Ακολούθως, απέστειλαν στους Εναγόμενους την επιστολή ημερομηνίας 12.6.2007 (Τεκμήριο Γ), με την οποία τους ενημέρωσαν για τις επιφυλάξεις τους για το ποσό του τελικού πιστοποιητικού και για τις περαιτέρω αξιώσεις τους. Με την ίδια επιστολή, κάλεσαν τους Εναγόμενους σε συνάντηση, σε συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, για επίτευξη συμφωνίας για το διορισμό κοινού διαιτητή προς επίλυση των διαφορών που σχετίζονται με τις επιπλέον απαιτήσεις τους. η) Στις 3.12.2007 καταχωρήθηκε από τους Ενάγοντες η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, με την οποία διεκδικούν από τους Εναγόμενους τα ποσά που αναφέρονται στα πιστοποιητικά πληρωμών (Τεκμήρια Δ, Ε και Στ), πλέον τόκους και έξοδα. θ) Προκύπτει, επίσης, ως κοινά αποδεκτό γεγονός, ότι δεν έλαβε χώρα η συνάντηση που ζητήθηκε από τους Ενάγοντες με την επιστολή Τεκμήριο Γ και ότι δεν διορίστηκε μέχρι σήμερα διαιτητής για να επιλύσει τις διαφορές των διαδίκων που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ: Oι Ενάγοντες υποστηρίζουν πως όλα τα επίδικα ζητήματα τα οποία εγείρουν οι Εναγόμενοι με την ανταπαίτηση τους, συνιστούν διαφορές που εμπίπτουν στην έννοια του όρου 38 της γραπτής συμφωνίας τους, με βάση την οποία συμφωνήθηκε όπως παραπεμφθούν σε διαιτησία. Οι ισχυρισμοί των Εναγομένων για καθυστερήσεις, καθώς και για κακοτεχνίες, τους οποίους οι Ενάγοντες αρνούνται, αναφέρει η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγόντων στη γραπτή της αγόρευση, εμπίπτουν ξεκάθαρα στη ρήτρα διαιτησίας. Με παραπομπές σε συγγράμματα και νομολογία, εισηγήθηκε πως συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4 για έκδοση διατάγματος αναστολής της διαδικασίας ανταπαίτησης ώστε να παραπεμφθούν προς επίλυση από διαιτητή, όπως συμφώνησαν και δεσμεύτηκαν οι διάδικοι. Η αξίωση των Εναγόντων, ανέφερε η συνήγορος τους, δεν εμπίπτει στη ρήτρα διαιτησίας. Αφορά πιστοποιητικά πληρωμών τα οποία, όπως εισηγήθηκε, με βάση τη νομολογία αποτελούν ξεκαθαρισμένη απαίτηση. Τα ποσά που πιστοποιήθηκαν, τόσο με τα ενδιάμεσα όσο και με το τελικό πιστοποιητικό, αποτελούν οφειλόμενα χρέη των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες τα οποία είναι ανακτήσιμα έξω από τη διαδικασία διαιτησίας αφού δεν αποτελούν διαφορές μέσα στην έννοια του σχετικού όρου της συμφωνίας τους. Το γεγονός, υπέδειξε η συνήγορος, ότι οι Ενάγοντες αμφισβήτησαν το ύψος του τελικού πιστοποιητικού δεν τους εμποδίζει να διεκδικήσουν με την αγωγή το ποσό που πιστοποιήθηκε, έστω και αν διαφώνησαν με το ύψος της τελικής αμοιβής τους. Είναι γι' αυτό το λόγο, κατέληξε, που δεν συμπεριέλαβαν στην αγωγή τις αξιώσεις τους για ζημιές και άλλα έξοδα που υποστηρίζουν ότι δικαιούνται, αφού οι διεκδικήσεις αυτές εμπίπτουν στη ρήτρα διαιτησίας. Οι Εναγόμενοι δεν αμφισβητούν ότι οι αξιώσεις της ανταπαίτησης τους συνιστούν διαφορές που εμπίπτουν στη ρήτρα διαιτησίας. Υποστηρίζουν όμως ότι οι Ενάγοντες, με τις ενέργειες τους έχουν παραιτηθεί από τη ρήτρα διαιτησίας και δεν νομιμοποιούνται, επομένως να την επικαλούνται. Με την καταχώρηση της αγωγής, εισηγήθηκε η ευπαίδευτη συνήγορος τους, οι Ενάγοντες παραιτήθηκαν από τη ρήτρα διαιτησίας, επιλέγοντας να επιλύσουν τις διαφορές τους με τους Εναγόμενους, στο Δικαστήριο. Ενισχυτικό στοιχείο της επιλογής τους, υπέδειξε η συνήγορος των Εναγομένων, είναι και το γεγονός ότι οι Ενάγοντες, με τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην παράγραφο 28 της 'Εκθεσης Απαίτησης, επιφυλάσσονται να καταχωρίσουν νέα αγωγή για το τελικό οφειλόμενο ποσό. Το ζήτημα αυτό, όμως, αποτελεί, με βάση τους όρους του συμβολαίου, διαφορά που θα έπρεπε να είχε παραπεμφθεί σε διαιτησία. Είναι, εν τέλει, η εισήγηση των Εναγομένων πως υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν πρέπει να εκδοθεί διάταγμα αναστολής της διαδικασίας ανταπαίτησης γιατί οι Ενάγοντες δεν έδειξαν ετοιμότητα και προθυμία για τη διεξαγωγή διαιτησίας. Ως εκ τούτου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 8 του Κεφ.4 για την αποδοχή του αιτήματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - KATAΛΗΞΗ Η αίτηση στηρίζεται, ουσιαστικά, στο άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4 που διαλαμβάνει τα ακόλουθα: " Αν οποιοσδήποτε συμβαλλόμενος σε συνυποσχετικό ή οποιοδήποτε πρόσωπο που προβάλλει αξίωση μέσω του ή βάσει οδηγιών του, αρχίζει οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου κατά οποιουδήποτε άλλου προσώπου που είναι συμβαλλόμενος στο συνυποσχετικό ή κατά οποιουδήποτε προσώπου που προβάλλει αξίωση μέσω ή βάσει οδηγιών του, αναφορικά με οποιοδήποτε από τα θέματα που συμφωνήθηκε να παραπεμφθούν σε διαιτησία, τότε οποιοσδήποτε από τους διαδίκους στην εν λόγω διαδικασία δύναται οποτεδήποτε μετά την εμφάνιση, και πριν παραδώσει οποιεσδήποτε γραπτές προτάσεις ή προβεί σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας, να αποταθεί στο Δικαστήριο για αναστολή της διαδικασίας και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα για αναστολή της διαδικασίας αν ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει λόγος που να δικαιολογεί τη μη παραπομπή του θέματος σε διαιτησία σύμφωνα με το συνυποσχετικό και ότι ο αιτητής ήταν, όταν άρχισε η διαδικασία, και εξακολουθεί να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει οτιδήποτε το αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαιτησίας.» Ότι υπάρχει ρήτρα διαιτησίας στο συμβόλαιο που υπόγραψαν οι διάδικοι, δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Η βασική πρόνοια περιέχεται στο εδάφιο

(1)του άρθρου 38 του συμβολαίου (Τεκμήριο Α), το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Aρθρο 38: Επίλυση διαφορών
(1)Σε περίπτωση που θα αναφυεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή διαφορά μεταξύ του Εργοδότη ή του Αρχιτέκτονα εκ μέρους του αφ'ενός και του Εργολάβου αφ'ετέρου (εξαιρουμένης οποιασδήποτε αμφισβήτησης ή διαφοράς βάσει του Αρθρου 9
(5)(β) ή του Αρθρου 16Α των παρόντων Ορων) είτε κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης είτε μετά τη συμπλήρωση ή την εγκατάλειψη των Εργασιών και είτε πριν είτε μετά την λύση ή την ισχυριζόμενη λύση της εργοδότησης του Εργολάβου βάσει του παρόντος Συμβολαίου, σε ό,τι αφορά (α) την ερμηνεία του παρόντος Συμβολαίου, ή (β) οποιοδήποτε θέμα ή πράγμα οποιασδήποτε φύσης το οποίο αναφύεται με βάση ή σε σχέση με το παρόν Συμβόλαιον και/ή σε σχέση με την εκτέλεση των Εργασιών συμπεριλαμβανομένων οποιουδήποτε θέματος ή πράγματος το οποίο επαφίεται βάσει του παρόντος Συμβολαίου στην κρίση του Αρχιτέκτονα ή της κατακράτησης εκ μέρους του Αρχιτέκτονα οποιουδήποτε Πιστοποιητικού το οποίο ο Εργολάβος δύναται να ισχυρισθεί ότι το δικαιούται ή του υπολογισμού του Τελικού Πληρωτέου Ποσού βάσει του Αρθρου 33
(6)(γ) των παρόντων Όρων ή των δικαιωμάτων και των ευθυνών των μερών στο παρόν Συμβόλαιον βάσει των Άρθρων 28, 29, 35 ή 36 των παρόντων Ορων ή της παράλογης είτε προβολής ένστασης είτε άρνησης παροχής συγκατάθεσης ή συμφωνίας από τον εργοδότη ή τον Αρχιτέκτονα εκ μέρους του ή από τον Εργολάβο, τότε το θέμα τέτοιας αμφισβήτησης ή διαφοράς θα παραπέμπεται προς επίλυση σε Διαιτησία συμφώνως προς τις σχετικές πρόνοιες του παρόντος Άρθρου. Πάντοτε νοουμένου ότι, (εκτός αν εν τω μεταξύ οι Εργασίες έχουν εγκαταλειφθεί ή η εργοδότηση του Εργολάβου βάσει του παρόντος Συμβολαίου έχει ή κατ' ισχυρισμό έχει λυθεί) ο Εργολάβος, σε κάθε περίπτωση, θα συνεχίζει την εκτέλεση των Εργασιών με την απαιτούμενη σπουδή και προσοχή και θα συμμορφώνεται προς την οποιαδήποτε άποψη του Εργοδότη σε ό,τι αφορά το θέμα της αμφισβήτησης ή διαφοράς εκτός αν και μέχρις ότου αυτή τροποποιηθεί μετά από την παραπομπή της εν λόγω αμφισβήτησης ή διαφοράς στην Διαιτησία.». Στα εδάφια
(2)και
(3)καθορίζεται η διαδικασία για το διορισμό διαιτητών και ρυθμίζονται άλλα παρεμφερή με τη διαιτησία ζητήματα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ρύθμιση της διαδικασίας διορισμού του διαιτητή από τους συμβαλλόμενους που περιέχεται στο εδάφιο
(2)(α). Έχει ως ακολούθως: «
(2)Σε περίπτωση παραπομπής της αμφισβήτησης ή διαφοράς σε Διαιτησία βάσει της παραγράφου
(1)του παρόντος Αρθρου, οι ακόλουθες πρόνοιες θα έχουν εφαρμογή: (α) Οποιοδήποτε μέρος, με σχετική επιστολή, θα καλεί το άλλο μέρος σε συνάντηση εντός τακτής προθεσμίας (η οποία προθεσμία δεν θα είναι μικρότερη των 7 ημερών) προς επίτευξη συμφωνίας για τον από κοινού διορισμό ενός Διαιτητή κοινής αποδοχής για να ενεργήσει ως από κοινού διοριζόμενος Διαιτητής για την επίλυση της αμφισβήτησης ή διαφοράς. Αν εντός 14 ημερών από την ημερομηνία εκπνοής της χρονικής προθεσμίας η οποία καθορίζεται στην προαναφερόμενη επιστολή τα μέρη δεν συμφωνήσουν, για οποιονδήποτε λόγο, ως προς τον από κοινού διορισμό ενός Διαιτητή κοινής αποδοχής, τότε οποιοδήποτε μέρος θα έχει δικαίωμα, δια ειδοποιήσεως με συστημένη επιστολή, ή με πιστοποιημένη παράδοση προς το άλλο μέρος να διορίσει ένα Διαιτητή της επιλογής του και να απαιτεί από το άλλο μέρος να ορίσει και ο ίδιος τον Διαιτητή της δικής του επιλογής. Αν εντός 7 ημερών από της λήψης της προαναφερόμενης ειδοποίησης, το άλλο μέρος, για οποιονδήποτε λόγο, αρνηθεί ή παραλείψει να ορίσει και ο ίδιος τον Διαιτητή της δικής του επιλογής, τότε θα ισχύουν και θα τίθενται σε εφαρμογή οι σχετικές πρόνοιες του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφάλαιο 4, της Δημοκρατίας.» Έχει νομολογηθεί ότι η ρήτρα διαιτησίας δεν καταργεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, αλλά παρέχει δυνατότητα αναστολής της διαδικασίας (βλ. Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ. ν. Κουρουκλίδη κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1374). Το άρθρο 8 του Κεφ.4, παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική εξουσία για αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες βασικές προϋποθέσεις: α) Ύπαρξη έγκυρης συμφωνίας για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. β) Έναρξη διαδικασίας ενώπιον Δικαστηρίου από πρόσωπο που προσδιορίζεται στη σχετική πρόνοια. γ) Η αίτηση για αναστολή να υποβάλλεται το ταχύτερον και προτού ληφθούν νέα διαβήματα από τον αιτητή (βλ. Vector Onega A.G. v. "M/v Girvas" κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1). δ) Η δικαστική διαδικασία να αφορά ζήτημα που σχετίζεται με τη ρήτρα διαιτησίας και ε) Ο αιτητής να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει οτιδήποτε είναι αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαιτησίας (βλ. επίσης Bulfracht v. Third World Steel Co. Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 148). Στη εξεταζόμενη υπόθεση είναι αποδεκτό ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις α-δ, ανωτέρω. Αμφισβητείται από τους Εναγόμενους ότι οι Ενάγοντες έδειξαν ετοιμότητα και προέβησαν στα απαραίτητα διαβήματα για τη διεξαγωγή της διαιτησίας. Υποστηρίζουν ακόμη πως στην πραγματικότητα οι Ενάγοντες επέλεξαν να προσφύγουν στο Δικαστήριο αντί να προχωρήσουν σε διαιτησία. Συμφωνώ με την εισήγηση των Εναγομένων. Η θέση των Εναγόντων πως η επιστολή τους Τεκμήριο Γ σηματοδοτεί την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας, δεν ευσταθεί. Οι Ενάγοντες, εκτός από την αποστολή της επιστολής Τεκμήριο Γ, δεν προέβησαν σε οποιοδήποτε διάβημα για το διορισμό διαιτητή, όπως προβλέπεται στη συμφωνία τους (βλ. άρθρο 38 εδ. 2(α) - ανωτέρω). Εφόσον οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν, θα μπορούσαν, εάν επιθυμούσαν την επίλυση των διαφορών - οι οποίες είχαν ήδη διαφανεί από το Μάιο του έτους 2007 - να διορίσουν ένα διαιτητή της επιλογής τους, κοινοποιώντας το όνομα του και στους Εναγόμενους με τον τρόπο που καθορίζεται στο άρθρο 38 του Τεκμηρίου Γ και να τους καλέσουν, περαιτέρω, όπως ορίσουν και εκείνοι ένα διαιτητή της δικής τους επιλογής. Αντί αυτού, καταχώρισαν την παρούσα αγωγή στις 3.12.07, διεκδικώντας την πληρωμή των τριών πιστοποιητικών ενώ είχαν, ήδη, αμφισβητήσει την ορθότητα του ποσού που περιέχεται στο τελικό πιστοποιητικό. Επιφύλαξαν δε το δικαίωμα τους να καταχωρίσουν «νέα, επιπρόσθετη και ξεχωριστή αγωγή» για τις άλλες αξιώσεις τους (παράγραφος 28 της Έκθεσης Απαίτησης). Οι ενέργειες αυτές των Εναγόντων δείχνουν απροθυμία να προωθήσουν τη διαιτητική διαδικασία, όπως ορθά υποδείχθηκε από τη συνήγορο των Εναγομένων. Στην πραγματικότητα, οι Ενάγοντες επέλεξαν να προσφύγουν και προσέφυγαν στο Δικαστήριο για να επιλύσουν τις διαφορές τους με τους Εναγόμενους. Το γεγονός ότι περιόρισαν τις αξιώσεις τους στα τρία πιστοποιητικά πληρωμών, επιφυλάσσοντας το δικαίωμα τους να καταχωρίσουν νέα αγωγή για τις άλλες απαιτήσεις τους, δεν τους παρέχει τη δυνατότητα να ζητούν αναστολή της διαδικασίας ανταπαίτησης των Εναγομένων. Θα πρέπει εξάλλου να υποδειχθεί πως μέρος της αξίωσης των Εναγόντων αποτελεί και το τελικό ποσό που πιστοποιήθηκε για πληρωμή από τον αρχιτέκτονα, ζήτημα το οποίο, με βάση τους όρους της συμφωνίας, συνιστά διαφορά που εμπίπτει στη ρήτρα διαιτησίας (βλ. άρθρο 38
(2)(β) σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του άρθρου 33
(6)(γ) του Τεκμηρίου Α). Το τελικό πιστοποιητικό δεν λογίζεται ως άμεσα ανακτήσιμο χρέος, όπως συμβαίνει με τα ενδιάμεσα πιστοποιητικά τα οποία θα πρέπει να πληρώνονται, χωρίς καθυστερήσεις από τους ιδιοκτήτες, ώστε να υπάρχει η απαραίτητη ροή χρημάτων στους εργολάβους για τη συνέχιση του έργου (βλ. Νew Orchidea Fashion Ltd ν. Εργοληπτικής Εταιρείας Βαρνάβας Χ"Kυπριανού Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 202). Το ζητούμενο, όμως, στην παρούσα διαδικασία δεν είναι αν οι Εναγόμενοι νομιμοποιούνται να αμφισβητήσουν τα πιστοποιητικά πληρωμής. Αυτό είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί μέσα στα πλαίσια εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης ή τυχόν άλλης διαδικασίας, εάν και εφόσον υποβληθεί το κατάλληλο διάβημα από τους Ενάγοντες. Ότι ενδιαφέρει, είναι αν δικαιολογείται, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, να αποκλειστούν οι Εναγόμενοι να προωθήσουν την ανταπαίτηση τους. Εφόσον η κατάληξη μου είναι πως οι Ενάγοντες δεν έδειξαν ετοιμότητα να προωθήσουν τη διαιτητική διαδικασία, θεωρώ πως δεν δικαιολογείται το αίτημα για αναστολή της διαδικασίας ανταπαίτησης. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι οι Ενάγοντες δεν φαίνεται να έχουν λάβει, μέχρι και σήμερα ακόμη, περαιτέρω διαβήματα ώστε να τροχιοδρομείτο η έναρξη διαιτητικής διαδικασίας. Οι Ενάγοντες επιχείρησαν να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση και τη παράλειψη τους να προβούν στις δέουσες ενέργειες για την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας στη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων για εξώδικη διευθέτηση της διαφοράς. Δεν μπορεί όμως να γίνει αποδεκτή τέτοια δικαιολογία, εφόσον επέλεξαν, τελικώς, να καταχωρίσουν αγωγή. Θα πρέπει ακόμα να υποδειχθεί πως στη συμφωνία, Τεκμήριο Α, υπάρχει ρύθμιση για διορισμό «μεσολαβητή», στην περίπτωση που οι συμβαλλόμενοι αποφάσιζαν να λύσουν τις διαφορές τους με τη διαδικασία αυτή (άρθρο 38
(3)), η οποία, επίσης, δεν ακολουθήθηκε. Για τους λόγους που εξήγησα, καταλήγω πως δεν είναι κατάλληλη περίπτωση για έκδοση διατάγματος αναστολής της διαδικασίας ανταπαίτησης. Η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον των Εναγόντων/αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ................ Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: General/Civil/Interim (Αναφορά: Aπόρριψη ή αναστολή της ανταπαίτησης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.