HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. Χρίστου Καλότυχου, Αρ. Αγωγής: 5441/05, 23.3.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A81 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5441/05 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, εκ Λεμεσού Ενάγουσας - και - Χρίστου Καλότυχου, εκ Λεμεσού Εναγόμενου - - - - - - - - - - - - - - 23.3.2009 Για την Ενάγουσα: κα Α. Παναγιωτίδου με κα Χ"Γιώρκη (κα Α. Κουλουντή για ν΄ ακούσει απόφαση) Για τον Εναγόμενο: κ. Α. Θουκιδίδης Εναγόμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα Τράπεζα αξιώνει από τον Εναγόμενο ποσό €137.947,93 (£80.737,34) με τόκο 10,5% από 1.7.2005, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως και διατάγματα του Δικαστηρίου που να διατάττουν την πώληση διαφόρων μετοχών του Εναγόμενου που είχαν ενεχυριαστεί προς όφελος της Τράπεζας, προς εξόφληση ή έναντι του πιο πάνω χρέους. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης το διεκδικούμενο ποσό προκύπτει από τρεις δοσοληψίες του Εναγόμενου με την Τράπεζα. Η πρώτη αφορά γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 6.9.1999 για την παροχή στον Ενάγοντα πιστωτικών διευκολύνσεων. Οι άλλες δύο αφορούν δύο συμφωνίες δανείου ημερομηνίας 2.10.
- Είναι η θέση της Ενάγουσας πως της συμφωνίας της 6.9.1999 για τις πιστωτικές διευκολύνσεις (Τεκμήριο 1) προηγήθηκε την 1.4.1998 το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού του Εναγόμενου με αρ. 201-01-149924-
- Την 18.8.1999, κατόπιν αιτήματος του Εναγόμενου, του παραχωρήθηκε όριο παρατραβήγματος £65.000 στον πιο πάνω λογαριασμό. Η συμφωνία της 6.9.1999 υπογράφηκε κατ΄ ακολουθία για την παροχή της πιο πάνω πιστωτικής διευκόλυνσης (παραγρ. 2 της Έκθεσης Απαίτησης). Αξιώνεται στη βάση αυτή ποσό €16.219,12 (£9.492,63) πλέον τους σχετικούς τόκους προς 10,5% ετησίως από 1.7.2005 του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές κατ΄ έτος ως ανωτέρω. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός προϋπήρχε της 1.4.1998 και είναι ασύνδετος με τη συμφωνία ημερομηνίας 6.9.1999 που παραδέχεται ότι υπόγραψε. Είναι η περαιτέρω θέση του πως η συμφωνία ημερομηνίας 6.9.1999 ή και ο λογαριασμός ήταν εγγυημένος με γραμμάτιο £90.000 που παραχωρήθηκε στην Ενάγουσα. Ακόμη πως η Ενάγουσα προέβαινε σε υπερχρεώσεις στο λογαριασμό και επιβαρύνσεις τις οποίες δεν εδικαιούτο και πως ο ίδιος είχε πληρώσει «χρήματα τα οποία θα έπρεπε να αφαιρέσουν από τις άλλες συμφωνίες δανείου και τα οποία παρέλειψαν». Καταλήγει πως ουδέν ποσό οφείλει δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 6.9.1999 ή και του λογαριασμού (παραγρ. 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης). Οι δύο συμφωνίες δανείου ημερομηνίας 2.10.2000 αρ. δανείου 201-31-149924-01 και 201-31-149924-02 αφορούσαν ποσά £28.200 και £14.200 (Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα). Διεκδικούνται €80.617,03 (£47.183,05) και €41.111,79 (£24.061,66) πλέον τόκους προς 10,5% ετησίως από 1.7.2005 του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές κατ΄ έτος ως ανωτέρω. Ο Εναγόμενος ουσιαστικά παραδέχεται την ύπαρξη των δανείων, ισχυρίζεται όμως ότι δεν οφείλει οιονδήποτε ποσό. Προβάλλει τη θέση πως η Ενάγουσα με επιμονή και παραπλανητικές ανακοινώσεις και υποδείξεις τον έπεισαν να τον δανείσουν «για την αγορά μετοχών της Ελληνικής Τράπεζας με την προοπτική ότι ο Εναγόμενος θα επωφελείτο όταν η θυγατρική εταιρεία των Εναγόντων Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ θα εισήρχετο στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου» (παραγρ. 4(α) της Έκθεσης Υπεράσπισης). Ισχυρίζεται ακόμη ότι όλες οι μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες ήταν παράνομες και άκυρες γιατί έγιναν αποκλειστικά για την αγορά μετοχών της Ενάγουσας (παραγρ. 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης). Τα σχετικά με την ενεχυρίαση των διαφόρων μετοχών έγγραφα παρουσιάστηκαν (Τεκμήρια 4 μέχρι 8). Παραδέχεται ο Εναγόμενος ότι παρέδωσε και ενεχυρίασε τις μετοχές που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης στην Ενάγουσα η οποία, κατά τη θέση του, κατέστηκε καταπιστευματοδόχος και εκπρόσωπός του. Ισχυρίζεται πως επανειλημμένα κάλεσε την Ενάγουσα να πωλήσει τις ενεχυριασθείσες μετοχές και να λογίσει τα εισπραχθέντα ποσά έναντι των υποχρεώσεών του, όμως η Ενάγουσα ουδέν έπραξε. Ανταπαιτά το ποσό των £84.000 που, κατά τη θέση του, ήταν η αξία των μετοχών του όταν τις ενεχυρίασε στην Ενάγουσα. Δικογραφείται (παράγρ. 26 της Έκθεσης Απαίτησης) πως η Ενάγουσα με επιστολή της προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 17.6.2005 τερμάτισε και τις τρεις συμφωνίες της με τον Εναγόμενο ζητώντας πλήρη εξόφληση των χρεωστικών του υπολοίπων αυξάνοντας το επιτόκιο και των τριών λογαριασμών του σε 10,50% του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές κατ΄ έτος. Η επιστολή της 17.6.2005 παρουσιάστηκε (Τεκμήριο 9), όμως με αυτή δεν τερματίζονται οι επίδικες συμφωνίες. Αναφέρεται πως: «. με την παρούσα επιστολή σας πληροφορούμε ότι η τράπεζα έχει από τις 21.01.2004 τερματίσει τη λειτουργία των λογαριασμών σας .» Η επιστολή της 21.1.2004 (Τεκμήριο 11) αναφερόταν και στις τρεις επίδικες συμφωνίες και λογαριασμούς. Αναφερόταν σε μη συμμόρφωση εξόφλησης του λογαριασμού παρατραβήγματος και των δανείων και πληροφορούσε τον Εναγόμενο ότι: «από σήμερα τερματίζουμε τη λειτουργία του λογαριασμού σας και απαιτούμε πλήρη και τελεία εξόφληση του πιο πάνω χρεωστικού υπολοίπου .». Το χρεωστικό επιτόκιο των λογαριασμών αυξάνετο από 7,30% για το λογαριασμό παρατραβήγματος σε 10,50% και από 7,90% για τα δάνεια επίσης σε 10,50%. Επισημαίνω τη χρήση του ενικού στην αναφορά σε λογαριασμό, είμαι όμως της άποψης πως η επιστολή της 21.1.2004 ιδωμένη στο σύνολο της δεν αφήνει αμφιβολία πως με αυτή τερματίζονταν και οι τρεις επίδικοι λογαριασμοί. Άλλωστε, γίνεται αναφορά σε εκποίηση τόσο των εξασφαλίσεων που αφορούσαν το λογαριασμό παρατραβήγματος όσο και των δανείων. Παρουσιάστηκε και μια τρίτη επιστολή, ημερομηνίας 8.2.2005 (Τεκμήριο 12) στην οποία και πάλι αναφέρεται ότι τερματίζεται η λειτουργία των τριών λογαριασμών του Εναγόμενου και πως το επιτόκιο που χρεώνετο αυξάνεται σε 10,50%. Εάν και εφόσον, με την επιστολή της 21.4.2004 τερματίστηκαν οι συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων και δανείων, η επιστολή της 8.2.2005 κανένα νομικό αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να επιφέρει. Η Μαρία Κουμέρα (Μ.Ε.2), υπάλληλος στην Ενάγουσα, παρουσίασε κατάσταση του λογαριασμού παρατραβήγματος 201-01-149924-01 (Τεκμήριο 14) που καλύπτει την περίοδο από 1.4.1998 όταν άνοιξε ο λογαριασμός μέχρι και την 31.10.2008 με χρεωστικό υπόλοιπο €5.821,45 περιλαμβανομένων των χρεωστικών τόκων. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα πως η κατάσταση δεν είναι ορθή. Η πιο πάνω κατάσταση λογαριασμού έχει διαφορές από άλλη κατάσταση του ιδίου λογαριασμού (Τεκμήριο 13) που παρουσίασε ο Κυριάκος Ζαβρός (Μ.Ε.1), υπάλληλος και αυτός της Ενάγουσας. Το Τεκμήριο 13 αναφέρεται στην μικρότερη περίοδο από 6.6.1999 μέχρι 31.10.2006, περίοδο που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο
- Το υπόλοιπο την 7.9.1999, «ημερομηνία αξίας» που υπάρχει και στις δύο καταστάσεις, αναφέρει ως χρεωστικό υπόλοιπο £88.649,76 στο Τεκμήριο 13 και £88.649,07 στο Τεκμήριο
- Έκτοτε οι καταχωρήσεις, είτε ως πίστωση είτε ως χρέωση, είναι οι ίδιες και στις δύο καταστάσεις. Ωστόσο, στις 18.9.2006, που είναι η τελευταία «ημερομηνία αξίας» που υπάρχει και στις δυο καταστάσεις, το χρεωστικό υπόλοιπο είναι £6.477,76 και με τους τόκους £7.023,71 στο Τεκμήριο 13 ενώ είναι £7.154,78 και με τους τόκους £7.736,58 στο Τεκμήριο
- Η διαφορά προκύπτει από τους τόκους όπως φαίνεται στις σχετικές στήλες όμως δεν οφείλεται στο επιτόκιο που φαίνεται να είναι το ίδιο και στις δύο καταστάσεις αλλά ενδεχομένως στον τρόπο υπολογισμού των τόκων. Η Μ. Κουμέρα εργάζεται στο λογιστήριο της Ενάγουσας και είναι υπεύθυνη για τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών. Ότι αναμένεται σε μια αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού είναι η εγκατάλειψη κάποιων απαιτήσεων και σε τέτοιες καταστάσεις η Τράπεζα εμμένει σε κάτι λιγότερο από την αρχική της αξίωση. Δεν μπορεί με την όποια αναδομημένη κατάσταση ο Εναγόμενος χρεώστης να υπόκειται στην πληρωμή υψηλότερου ποσού. Υπάρχει και μια τρίτη κατάσταση του ίδιου λογαριασμού (Τεκμήριο 17) που παρουσίασε ο Μιχαλάκης Κυπριανού (Μ.Ε.3), Ανώτερος Λειτουργός δανειοδοτήσεων στην Ενάγουσα από το 1996 μέχρι το 1999 που προήχθηκε σε επικεφαλή του Τμήματος, θέση που διατηρεί μέχρι σήμερα. Η κατάσταση καλύπτει την περίοδο από 1.1.1998 μέχρι 30.10.2008 με χρεωστικό υπόλοιπο κατά την τελευταία ημερομηνία €11.560,
- Ότι σημειώνω είναι πως σε αυτή την κατάσταση υπάρχουν κεφαλαιοποιήσεις των τόκων κάθε τέλος του έτους αρχικά και κάθε εξαμηνία από 30.6.
- Ποιο επιτόκιο χρησιμοποιείτο δεν παρουσιάζεται στην κατάσταση αυτή. Η Μ. Κουμέρα παρουσίασε και τις καταστάσεις λογαριασμών των δανείων. Ο λογαριασμός δανείου 201-31-149924-01 (Τεκμήριο 15) είχε την 31.10.2008 υπόλοιπο €80.948,04 περιλαμβανομένων των τόκων. Ο λογαριασμός δανείου 201-31-149924-02 (Τεκμήριο 16) είχε την 31.10.2008 υπόλοιπο €40.761,07 περιλαμβανομένων των τόκων. Χρεωνόταν επιτόκιο 8% από τη χορήγηση των δανείων την 2.10.2000 μέχρι την 20.1.
- Από 21.1.2004 το επιτόκιο αυξάνεται σε 8,50%. Οι λογαριασμοί δεν παρουσίαζαν καμιά κίνηση πέραν της πρόσθεσης των τόκων που κεφαλαιοποιούνταν. Ο Μ. Κυπριανού που υπογράφει τη συμφωνία της 6.9.1999 εκ μέρους της Ενάγουσας μαρτύρησε πως ο Εναγόμενος είχε εκδώσει έναντι του λογαριασμού του (201-01-149924-01) την υπ΄ αριθμό 00394153 επιταγή ημερομηνίας 3.8.1999 για το ποσό των £63.547,14 (Τεκμήριο 19). Η Ενάγουσα είχε προφορικά συμφωνήσει με τον Εναγόμενο ότι θα τιμούσε την επιταγή και θα ακολουθούσαν οι διαδικασίες για να γίνει ο λογαριασμός λογαριασμός παρατραβήγματος. Κατ΄ ακολουθία, όταν την 6.8.1999 η πιο πάνω επιταγή παρουσιάστηκε στην Ενάγουσα για πληρωμή, την τίμησε χρεώνοντας τον πιο πάνω λογαριασμό του Εναγόμενου, όπως φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
- Ο Παντελάκης Ξενοφώντος (Μ.Ε.4) υπάλληλος της Ενάγουσας στο Τμήμα Δανειοδοτήσεων από το 1990, μαρτύρησε πως τον Αύγουστο του 1999 ο Εναγόμενος είχε υποβάλει προφορικά αίτημα για παρατράβηγμα και τούτο για να καταστεί δυνατή η πληρωμή της επιταγής Τεκμήριο 19 που είχε εκδώσει για αγορά μετοχών. Η επιταγή τιμήθηκε την 4.8.1999, ανάφερε ο μάρτυρας, παραπέμποντας σε σχετική καταχώρηση στο Τεκμήριο 14 και η σχετική συμφωνία παρατραβήγματος υπογράφηκε εκ των υστέρων. Η συμφωνία της 6.9.1999 εγκρίθηκε από τον Κ. Ζαβρό που είχε και προσωπική επαφή με τον Ενάγοντα. Στη συμφωνία δεν μνημονεύεται το ποσό του ορίου. Συμφωνήθηκε προφορικά, ανέφερε ο Κ. Ζαβρός, χωρίς ωστόσο να θυμάται το ύψος του. Το παρατράβηγμα εξασφαλιζόταν, σύμφωνα με το μάρτυρα με τη δέσμευση κατάθεσης που σε μεταγενέστερο χρόνο αποδεσμεύτηκε. Δεν γνωρίζει, ανάφερε, κατά πόσο είχε δεσμευτεί κάποιο γραμμάτιο £90.000, όπως του υποβλήθηκε ότι έγινε. Έγγραφο ημερομηνίας 6.9.1999 τιτλοφορούμενο «Γενικό Δικαίωμα Επισχέσεως» (Τεκμήριο 10) που παραχωρήθηκε στην Ενάγουσα από δύο τρίτα πρόσωπα, κάποιους Χριστόδουλο Στυλιανού και Ελευθερία Στυλιανού, δέχθηκε ο Κ. Ζαβρός, πως ήταν εξασφάλιση που παραχωρήθηκε σε σχέση με τη συμφωνία παρατραβήγματος της 6.9.
- Όπως έγινε αντιληπτό από τη μαρτυρία του Κ. Ζαβρού, με τη μείωση του χρεωστικού υπολοίπου στο λογαριασμό παρατραβήγματος αποδεσμεύονταν συμφωνούντος του Εναγόμενου, οι καταθέσεις - εξασφαλίσεις που φαίνεται πως ανήκαν σε τρίτους ώστε οι τελευταίοι να πάρουν πίσω τα χρήματά τους. Σήμερα δεν υπάρχει κανένα δεσμευμένο ποσό ως εξασφάλιση. Ξεκαθαρίζουν οι περιστάσεις αναφορικά με το λογαριασμό παρατραβήγματος από το Τεκμήριο 18 που είναι τετρασέλιδο εσωτερικό έγγραφο της Ενάγουσας τιτλοφορούμενο «Credit Proposal Form». Το έγγραφο ετοιμάστηκε από τον Π. Ξενοφώντος, τη διευθέτηση σύστησε ο Κ. Ζαβρός και ο Μ. Κυπριανού συμφώνησε. Ο Π. Ξενοφώντος ετοίμασε το έγγραφο στις 18.8.1999 και η τελική έγκριση δόθηκε στις 23.8.1999 (όχι στις 18.8.1999 όπως λανθασμένα δικογραφείται στην παράγραφο 2 της Εκθεσης Απαίτησης). Γίνεται αναφορά σε προσωρινό παρατράβηγμα £65.000 με εξασφάλιση τη δέσμευση κεφαλαίων του ιδίου ύψους. Η εξασφάλιση αφορούσε τη δέσμευση κεφαλαίων στο λογαριασμό 201-23-152910-03 στο όνομα των Χριστόδουλος και Ελευθερία Στυλιανού δυνάμει εγγράφου γενικής επίσχεσης. Προδήλως πρόκειται για το Τεκμήριο
- Σημειώνεται στο Τεκμήριο 18 πως ότι ζητείτο ήταν η επιβεβαίωση της ενέργειας του διευθυντή του καταστήματος να επιτρέψει υπέρβαση μέχρι £63.926 εν αναμονή της υποβολής και έγκρισης της υποβληθείσας υπό εξέταση αίτησης. Ο Εναγόμενος υποστήριξε πως ο λογαριασμός 201-01-149924-01 άνοιξε πριν 15 χρόνια. Προδήλως λανθάνεται αφού φαίνεται στο Τεκμήριο 14 να αρχίζει την 1.4.1998 με μηδενικό υπόλοιπο. Τούτο δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Επιχείρησε στη συνέχεια ο Εναγόμενος κατά τρόπο αδέξιο να πείσει πως η συμφωνία της 6.9.1999 δεν είχε καμιά σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που έλαβε από την Τράπεζα στον πιο πάνω λογαριασμό. Ότι του επέτρεψαν να παρατραβά χρήματα από τον πιο πάνω λογαριασμό άτοκα δυνάμει προφορικής συνεννόησης και συνεπώς δεν έπρεπε να χρεώνεται τόκους στον πιο πάνω λογαριασμό. Ακόμη πως δεν προνοείτο τρόπος ή χρόνος αποπληρωμής. Ότι η συμφωνία της 6.9.1999 ήταν κάτι το ανεξάρτητο. Αφορούσε άλλο παρατράβηγμα με όριο £95.000 που ήταν εγγυημένο με γραμμάτιο £95.000 συγγενικών του προσώπων. (Στην παράγραφο 3(ε) της Εκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του αναφέρεται σε γραμμάτιο £90.000). Ότι ακόμα δεν έκαμε χρήση όλου του παρατραβήγματος των £95.
- Δεν υπέδειξε όμως ποιο λογαριασμό αφορούσε το δεύτερο παρατράβηγμα των £95.000 ούτε και ποια ήταν η μερική χρήση που του έκαμε. Υποστήριξε ο Εναγόμενος πως η Ενάγουσα αυθαίρετα συνένωσε τους δύο λογαριασμούς παρατραβήγματος και χρέωνε τόκους. Βρίσκω πως ο λογαριασμός παρατραβήγματος ένας ήταν και αυτόν αφορούσε η συμφωνία της 6.9.1999 που υπογράφηκε κάτω από τις περιστάσεις που εξέθεσαν οι μάρτυρες της Ενάγουσας. Κατά πόσο η επιταγή Τεκμήριο 19 πληρώθηκε την 4.8.1999 ή την 6.8.1999 δεν έχει καθόλου σημασία. Ούτε ότι στη συμφωνία της 6.9.1999 (Τεκμήριο 1) δεν γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένο όριο παρατραβήγματος. Γίνεται στο Τεκμήριο 18 αναφορά σε £65.000 και ο Κ. Ζαβρός ανάφερε ότι το όριο συμφωνήθηκε προφορικά. Ούτε και αυτή η παράμετρος έχει ιδιαίτερη σπουδαιότητα. Είτε υπήρχε το συγκεκριμένο ή άλλο όριο ή καθόλου, σημασία έχει τι απέσυρε ο Εναγόμενος από το λογαριασμό παρατραβήγματος (βλ. C.T.A. Techno Market Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ.720, 725). Δεν δέχομαι πως ένας μορφωμένος άνθρωπος θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί πως θα μπορούσε να διατηρεί χρεωστικό υπόλοιπο σε τράπεζα χωρίς να υπόκειται σε χρεωστικό τόκο ή ότι θα μπορούσε να παραμείνει χρεωμένος, χωρίς ουσιαστικά υποχρέωση αποπληρωμής, στο διηνεκές. Η θέση του πως όταν διαπίστωσε από τις καταστάσεις λογαριασμού πως χρεωνόταν τόκους διαμαρτυρήθηκε στην Ενάγουσα δεν είναι πειστική και απορρίπτεται.. Κακόπιστα ο Εναγόμενος, καθηγητής στο επάγγελμα, προέβαλε το πιο πάνω σενάριο για να υποστηρίξει πως δεν πρέπει να επιβαρυνθεί τόκους στον πιο πάνω λογαριασμό. Ότι στο λογαριασμό 201-01-149924-01 παρατράβηξε δεκάδες χιλιάδες λίρες χωρίς να υπόκειται σε τόκους. Ουσιαστικά του επετράπηκε να παίρνει χρήματα άτοκα και μάλιστα από ένα λογαριασμό που δεν ήταν εξασφαλισμένος αφού η εξασφάλιση αφορούσε το δεύτερο παρατράβηγμα. Το δεύτερο παρατράβηγμα που προνοούσε τόκο δεν φαίνεται να το χρησιμοποίησε. Καθ΄ όσον αφορά τις δύο συμφωνίες δανείου ημερομηνίας 2.10.2000, είναι η θέση του Ενάγοντα, πως έγιναν ώστε να δυνηθεί να ασκήσει τα Δικαιώματα Αγοράς Μετοχών (Δ.Α.Μ.) που είχε στην Ενάγουσα. Το ζήτημα της άσκησης των Δ.Α.Μ. φαίνεται να συνδέει και με το λογαριασμό παρατραβήγματος αφού υποστήριξε πως στις 29.9.2000 είχε εκδώσει τρεις επιταγές έναντι του ρηθέντος λογαριασμού για τον ίδιο σκοπό. Ότι κατά την πιο πάνω ημερομηνία εκδόθηκαν τρεις επιταγές για το συνολικό ποσό των £14.080 φαίνεται στα Τεκμήρια 13 και
- Μαρτύρησε ο Εναγόμενος πως στις 2.10.2000 άσκησε τα 21.000 Δ.Α.Μ. που είχε και τούτο παρά το ότι το Χρηματιστήριο είχε καθοδική πορεία. Το έπραξε κατόπιν παρότρυνσης της Ενάγουσας ότι η τιμή των μετοχών της άξιζε πέραν από £
- Ακόμα του παρέστησαν ότι η «Παγκυπριακή», προφανώς εννοεί τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ που αναφέρεται στην παράγραφο 4(α) της Έκθεσης Υπεράσπισης του, εταιρεία που συνδεόταν με την Ενάγουσα, θα εισήρχετο στο Χ.Α.Κ. στις 17.10.2000 και ότι οι μέτοχοι της Ενάγουσας και αυτοί που θα ασκούσαν τα Δ.Α.Μ. τους, θα έπαιρναν δωρεάν μετοχές της Παγκυπριακής. Ο Εναγόμενος δεν αναφέρθηκε σε συγκεκριμένο πρόσωπο αξιωματούχο ή υπάλληλο της Ενάγουσας, ούτε σε συγκεκριμένη επαφή ή συνάντηση που είχε. Ανάφερε πως επισκεπτόταν κάποιο χρηματιστηριακό γραφείο, που φαίνεται να συνδέει με την Ενάγουσα, όπου παρακολουθούσε τις τιμές των μετοχών. Είναι η θέση του ότι αρχές του Αυγούστου του 1999 του προτάθηκε από την Ενάγουσα να τον διευκολύνουν. Προφανώς αναφέρεται στο λογαριασμό παρατραβήγματος. Αναφέρθηκε ακόμα σε παρότρυνση της Ενάγουσας για τα δύο δάνεια και διατείνεται πως ήταν απάτη. Ο Άλκης Πιερίδης (Μ.Υ.1) εργάζεται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στο Τμήμα Ερευνών. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είναι η εποπτική αρχή του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Επρόκειτο για ένα καθ΄ όλα αξιόπιστο μάρτυρα. Έλαβε μέρος ως ερευνώντας λειτουργός σε έρευνα που διενεργήθηκε αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η έκδοση «Rights 2000» της Ενάγουσας και η άσκηση τους και παρουσίασε το σχετικό πόρισμα (Τεκμήριο 20). Διαπιστώθηκε προσπάθεια επηρεασμού της τιμής της μετοχής της Ενάγουσας στην περίοδο που προηγήθηκε του χρόνου άσκησης των Δικαιωμάτων Αγοράς Μετοχών (Δ.Α.Μ.) της το Σεπτέμβριο του
- Η τιμή άσκησης των Δ.Α.Μ. ήταν £2 και θα έπρεπε η μετοχή να διαπραγματεύεται πιο ψηλά από £2 για να ήταν συμφέρουσα πράξη για κάποιον να ασκήσει τα δικαιώματά του. Το γεγονός είναι πως, παρά την προσπάθεια χειραγώγησης της τιμής, δεν έγινε κατορθωτό η τιμή της μετοχής της Ενάγουσας να ξεπεράσει τις £2 και παρέμεινε πιο κάτω. Ο Εναγόμενος δεν μου έκαμε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η θέση του για παρότρυνση από την Ενάγουσα παρέμεινε γενική και μετέωρη. Σε τίποτε το συγκεκριμένο δεν αναφέρθηκε. Είναι γεγονός πως υπάρχει χρονική αλληλουχία μεταξύ των γεγονότων που αφορούν τη δανειοδότηση του και την άσκηση των Δ.Α.Μ. εκ μέρους του και προφανώς δανείστηκε για να μπορέσει να εξασκήσει τα Δ.Α.Μ. Τούτο όμως δεν εξυπακούει πως υπήρξε παρότρυνση από την Ενάγουσα. Η γενικότητα με την οποία ο Εναγόμενος αναφέρθηκε στο ζήτημα δεν με πείθει για τη θέση του, αντίθετα αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο εκ των υστέρων να δημιούργησε το προβαλλόμενο σενάριο, που μπορεί να άκουσε ότι γινόταν, για να εξυπηρετήσει δικές του σκοπιμότητες. Οι διάδικοι πρέπει να κατανοούν πως με το να αρνούνται στη μαρτυρία τους τα οφθαλμοφανή και να προβάλλουν παράλογες θέσεις αναφορικά με μια πτυχή της υπόθεσης τους καταστρέφουν την αξιοπιστία τους. Σε κάθε περίπτωση επίδικο ζήτημα είναι οι δύο συμφωνίες δανειοδότησης του Εναγόμενου. Αυτές ήταν καθόλα νόμιμες. Η Ενάγουσα δάνεισε τον Εναγόμενο £28.200 και £14.200 που ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι έλαβε και πως κανένα ποσό δεν πλήρωσε έναντι των δύο δανείων. Το όποιο πρόβλημα του και οι ισχυρισμοί του για επιμονή της Ενάγουσας και παραπλανητικές ανακοινώσεις και υποδείξεις της αφορούν σε άλλες δοσοληψίες που είχε για την αγορά μετοχών ή άσκηση Δ.Α.Μ., που προφανώς αποδείχθηκαν οικονομικά ζημιογόνες γι΄ αυτόν. Δεν θα δεχόμουν ότι τον έπεισαν να κάμει δάνεια. Το θέμα θα ήταν κατά πόσο τον είχαν πείσει να ασκήσει τα ΔΑΜ του. Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποίησε τα χρήματα που δανείστηκε και οι τυχόν ζημιές που υπέστηκε δεν είναι επίδικα ζητήματα. Δεν αξιώνει ο Εναγόμενος με την παρούσα αγωγή την ακύρωση των δοσοληψιών εκείνων και επιστροφή των χρημάτων του. Τις όποιες μετοχές ή άλλη περιουσία απέκτησε χρησιμοποιώντας τις £42.400 που δανείστηκε κατέχει και διαχειρίζεται ο ίδιος. Δεν μπορεί να απαλλαγεί της υποχρέωσης εξόφλησης των ποσών που δανείστηκε. Προκύπτει από το περιεχόμενο της επιστολής της Ενάγουσας ημερομηνίας 21.1.2004 (Τεκμήριο 11) πως μέχρι την ημέρα εκείνη το χρεωστικό επιτόκιο στο λογαριασμό παρατραβήγματος ήταν 7,30% και στους λογαριασμούς των δανείων 7,90%. Το ζήτημα το οποίο εγείρεται αναφορικά και με τις τρεις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών (Τεκμήρια 14 - 16) είναι πως σε όλες ο τόκος που χρεώνεται μέχρι 20.1.2004 είναι 8%. Το Τεκμήριο 11 είναι έγγραφο της Ενάγουσας η οποία δεσμεύεται από αυτό. Είναι πρόδηλο πως πριν τις 21.1.2004 το χρεωστικό υπόλοιπο στο λογαριασμό παρατραβήγματος έφερε τόκο 7,30% ενώ στους λογαριασμούς δανείου 7,90%. Η συμφωνία της 6.9.1999 προέβλεπε τόκο 8% ετησίως (όρος 2(α)) με δικαίωμα στην Ενάγουσα για τροποποίηση του (επιφύλαξη του όρου 2). Δεν μπορεί να είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου άλλη από ότι σε κάποιο χρονικό σημείο μεταξύ της 6.9.1999 και της 20.1.2004 η Ενάγουσα τροποποίησε το επιτόκιο σε 7,30%. Πότε αυτό έγινε δεν μαρτυρήθηκε. Η επιστολή ημερ. 3.7.2001, η αποστολή της οποίας δικογραφείται στην παράγραφο 8 της Εκθεσης Απαίτησης αναφορικά με το επιτόκιο τόσο στο λογαριασμό παρατραβήγματος όσο και στους λογαριασμούς δανείου δεν παρουσιάστηκε. Η Ενάγουσα που είχε το βάρος να αποδείξει την απαίτηση της είχε και το βάρος να αποδείξει το ύψος του επιτοκίου. Στην απουσία μαρτυρίας δεν υπάρχει άλλη επιλογή από του να θεωρήσω ότι το επιτόκιο τροποποιήθηκε σε 7,30% άμεσα μετά τη συμφωνία της 6.9.
- Στο λογαριασμό παρατραβήγματος χρεώθηκαν μέχρι τις 20.1.2004 τόκοι £28.264,90 στη βάση του 8%. Εάν οι τόκοι υπολογίζονταν με επιτόκιο 7,30% οι συσσωρευθέντες τόκοι θα ήταν λιγότεροι κατά ποσό γύρω στις £2.474 δηλαδή €4.
- Οι συσσωρευθέντες τόκοι κεφαλαιοποιούνταν και τοκίζονταν. €4.227 με τόκο 9% μέχρι 31.10.2008 θα υπερέβαινε το ποσό των €5.821,45 που αναφέρεται ως χρεωστικό υπόλοιπο στο Τεκμήριο
- Πιο απλά είναι τα πράγματα για τα δύο δάνεια. Τα όσα πιο πάνω σημειώνω σε σχέση με το λογαριασμό παρατραβήγματος ισχύουν και για τους λογαριασμούς των δανείων. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή από του να θεωρήσω ότι το επιτόκιο τροποποιήθηκε σε 7,90% άμεσα μετά τις συμφωνίες της 2.10.
- Ότι το επιτόκιο στους λογαριασμούς του Ενάγοντα μετατράπηκε από 21.1.2004 σε 10,50% δικογραφείται στην παράγραφο 24 της Εκθεσης Απαίτησης, οπόταν το επιτόκιο του 8,50% που διεκδικείται από 21.1.2004 μπορεί να επιδικαστεί. Ποσό £42.400, που ο Εναγόμενος δανείστηκε χωρίς ποτέ να πληρώσει οιονδήποτε ποσό έναντι του χρέους του, δηλαδή €72.444,70 θα φέρει τόκο προς 7,90% από 2.10.2000 μέχρι 20.1.2004 και από 21.1.2004 μέχρι εξοφλήσεως 8,50% όπως αξιώνεται με τις αναδομημένες καταστάσεις (Τεκμήρια 15 και 16). Στις συμφωνίες δανείου αναφερόταν στον όρο 3(α) πως ο τόκος που θα χρεωνόταν θα ήταν 8% ετησίως του τόκου κεφαλαιοποιημένου σύμφωνα με την εκάστοτε τακτική της τράπεζας. Στη συνέχεια της παραγράφου 3 αναφερόταν ότι η τράπεζα θα είχε το δικαίωμα να τροποποιεί το ποσοστό του επιτοκίου. Δεν μαρτυρήθηκε κατά πόσο η τακτική της τράπεζας άλλαξε καθ΄ οιονδήποτε χρόνο ώστε να κεφαλαιοποιεί τους τόκους δυο φορές το χρόνο αντί ετησίως. Ετσι παρά το περιεχόμενο της επιστολής της 21.1.2004 εφόσο στις αναδομημένες καταστάσεις των λογαριασμών των δανείων, τις μόνες που παρουσιάστηκαν, δεν υπάρχει κεφαλαιοποίηση δυο φορές το χρόνο τέτοιος τόκος, δηλαδή κεφαλαιοποιημένος δυο φορές το χρόνο, δεν μπορεί να επιδικαστεί. Αλλωστε η Ενάγουσα φαίνεται να εγκαταλείπει τέτοια αξίωση. Το επόμενο ζήτημα αφορά στο κατά πόσο οι συμφωνίες δανείων έχουν τερματιστεί. Ότι δικογραφεί η Ενάγουσα στην παράγραφο 26 της Εκθεσης Απαίτησης είναι πως οι λογαριασμοί τερματίστηκαν στις 17.6.2005 αλλά, όπως προειπώθηκε με την επιστολή της ημερ. 17.6.2005 δεν τερματίστηκαν οι λογαριασμοί. Οι λογαριασμοί είχαν τερματιστεί στις 21.1.2004 κάτι τέτοιο όμως δεν δικογραφείται. Η δικογραφημένη λοιπόν θέση δεν έχει αποδειχτεί και το ζήτημα που γεννάται είναι κατά πόσο η Ενάγουσα μπορεί στην απουσία τερματισμού των συμφωνιών να ανακτήσει τα χρεωστικά υπόλοιπα στους λογαριασμούς των δανείων. Στις συμφωνίες των δανείων (Τεκμήρια 2 και 3) που είναι πανομοιότυπες αναφέρεται στην παράγραφο 2 ότι: «Παράλειψις ή άρνησις του χρεώστου όπως καταβάλη οιανδήποτε των ως άνω δόσεων, με΄ οιωνδήποτε τόκων ή προμηθείας ή δικαιωμάτων οφειλομένων δυνάμει της παρούσης συμφωνίας, εν όλω ή εν μέρει, κατά τα καθοριζομένας ημερομηνίας ή ευθύς ως η Τράπεζα ήθελεν, δυνάμει της παρούσης συμφωνίας απαιτήσει οιανδήποτε πληρωμήν, καθιστά το ρηθέν δάνειον ή οιονδήποτε υπόλοιπον αυτού αμέσως πληρωτέον και απαιτητόν και παρέχει εις την Τράπεζαν, άνευ επηρεασμού οιασδήποτε ετέρας αυτής θεραπείας ή δικαιώματος, όπως απαιτήση και εισπράξη ολόκληρον το ρηθέν δάνειον, προμήθειαν ή δικαιώματα αμέσως. ............................... Ανεξαρτήτως οιουδήποτε ετέρου περιεχομένου εις την παρούσαν συμφωνίαν νοείται πάντοτε ότι η Τράπεζα θα έχη το δικαίωμα να απαιτήση καθ΄ οιανδήποτε στιγμήν το ρηθέν δάνειον ή οιονδήποτε υπόλοιπον τούτου, οπότε το ρηθέν δάνειον ή οιονδήποτε υπόλοιπον αυτού καθίσταται αμέσως πληρωτέον και απαιτητόν.» Οι πιο πάνω πρόνοιες στις συμφωνίες των δανείων δικογραφούνται επαρκώς στις παραγράφους 5 (β), (γ) και (ε) και 7(β), (γ) και (ε) αντίστοιχα. Στην Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ.1465, 1472 γίνεται αναφορά στην Bradford Old Bank v. Sutcliffe
(1918)2 K.B.833 όπου γίνεται επιδοκιμαστικά παραπομπή στην In re Brown's Estate
(1893)2 Ch.300 ότι συμβατική πρόνοια για την αποπληρωμή χρέους άμα ζητηθεί δεν καθιστά την αξίωση προϋπόθεση για την γένεση δικαιώματος για την ανάκτηση του. Οι συμφωνίες των δανείων προέβλεπαν ότι τα δάνεια θα ήταν πληρωτέα σε πρώτη ζήτηση ή δια τεσσάρων τριμηνιαίων δόσεων και έχει μαρτυρηθεί πως καμιά δόση δεν πληρώθηκε. Επομένως τα δάνεια κατέστησαν άμεσα πληρωτέα και απαιτητά. Περαιτέρω στην παράγραφο 26 της Εκθεσης Απαίτησης δικογραφείται πως με την επιστολή της 17.6.2005 η Ενάγουσα κατέστησε απαιτητό κάθε οφειλόμενο ποσό και κάλεσε τον Εναγόμενο όπως εξοφλήσει κάθε οφειλόμενο υπόλοιπο πλέον τους τόκους. Πράγματι στην επιστολή της 17.6.2005 (Τεκμήριο 9) αναφέρεται πως: «. σας καλούμε όπως το αργότερο μέσα σε 7 μέρες από σήμερα προβείτε σε πλήρη και τελεία εξόφληση των εν λόγω υπολοίπων άλλως θα λάβουμε δικαστικά μέτρα εναντίον σας χωρίς οποιαδήποτε άλλη προειδοποίηση.» Υποβλήθηκε στον Κ. Ζαβρό πως ο Εναγόμενος κάλεσε την Ενάγουσα προφορικά και γραπτώς να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές. Ο μάρτυρας είπε πως στον ίδιο δεν είπε κάτι τέτοιο ο Εναγόμενος. Η ίδια υποβολή τέθηκε και στον Μ. Κυπριανού με το μάρτυρα να προκαλεί την Υπεράσπιση να παρουσιάσει τη γραπτή της απόδειξη. Ο Εναγόμενος παρουσίασε επιστολή του ημερομηνίας 15.5.2001 (Τεκμήριο 21) με την οποία ζητεί από την Ενάγουσα όπως προχωρήσει στην πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών του με σκοπό την εξόφληση των δανείων. Ήταν η θέση του πως κατά την 15.5.2001 οι ενεχυριασμένες μετοχές του άξιζαν £55.000. Η Ενάγουσα δεν προχώρησε στην πώληση τους και έκτοτε η τιμή των μετοχών έπεσε και κατέστηκε, όπως ανέφερε ο μάρτυρας, ασύμφορο να πωληθούν. Ο Εναγόμενος ενεχυρίασε προς όφελος της Ενάγουσας μετοχές που είχε σε πέντε δημόσιες εταιρείες (την Cytrustees Investment Company Ltd, την Louis Cruise Lines Ltd, την Severis & Athienitis Financial Services Ltd, την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ και την Ελληνική Τράπεζα Λτδ). Οπως προειπώθηκε παρουσιάστηκαν οι σχετικές δέσμες εγγράφων που αφορούν την κάθε περίπτωση (Τεκμήρια 4-8 αντίστοιχα). Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται στην παράγραφο 4(γ) της Εκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του ότι με την ενεχυρίαση των μετοχών: «. κατέστησε τους Ενάγοντες καταπιστευματοδόχους και/ή εκπροσώπους του όπως για λογαριασμό του και εξ ονόματος του ενεργούν ως ανωτέρω προς προστασία τόσον των οφειλών του Εναγομένου όσον και για προστασία των δικαιωμάτων των Εναγόντων.» Καμιά πρόνοια των Εγγράφων Ενεχυρίασης των Μετοχών δεν εναποθέτει τέτοιες υποχρεώσεις στους ώμους της Ενάγουσας. Ούτε και οι σχετικές πρόνοιες του περί Συμβάσεων Νόμου (άρθρα 130 μέχρι 139). (βλ. Ανδρέου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 740, 744, όπου υιοθετείται η China & South Sea Bank Ltd v. Ian
(1989)3 All E.R. 839 (P.C.)) Ως εκ τούτου η Ανταπαίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Σε κάθε περίπτωση το ύψος του διεκδικούμενου ποσού δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, ότι δικογραφήθηκε ήταν η ισχυριζόμενη αξία κατά το χρόνο ενεχυρίασης και όχι όταν κατά τον Εναγόμενο θα έπρεπε να πωληθούν οι μετοχές. Αναφερόταν στην παράγραφο 7 των Εγγράφων Ενεχυρίασης των Μετοχών ότι: «Σε περίπτωση μη πληρωμής από μένα των υποχρεώσεων που εξασφαλίζονται με την ενεχυρίαση αυτή κατόπιν αξίωσης της Τράπεζας προς τον σκοπό αυτό, συμφωνώ ότι η Τράπεζα θα έχει το απόλυτο δικαίωμα και την ανέκκλητη εξουσιοδότηση να πωλεί αμέσως - συμπληρώνοντας ή υπογράφοντας για λογαριασμό μου οποιοδήποτε αναγκαίο έγγραφο - είτε με πλειστηριασμό είτε με απευθείας συνεννόηση με πιθανούς αγοραστές τις ενεχυριαζόμενες μετοχές και/ή μέρος αυτών χωρίς καμμιά αναφορά σε μένα και σε τέτοια τιμή, σε τέτοια πρόσωπα και με τέτοιους όρους όπως η Τράπεζα ήθελε θεωρήσει πρέπον κατά την απόλυτη κρίση της, χωρίς να έχει καμμιά ευθύνη απέναντί μου, το δε προϊόν από τέτοια πώληση η Τράπεζα μπορεί να χρησιμοποιήσει έναντι και/ή για εξόφληση οποιασδήποτε από τις υποχρεώσεις που εξασφαλίζονται με την παρούσα ενεχυρίαση .» Ως εκ τούτου εφόσον τα υπόλοιπα των λογαριασμών των δανείων κατέστησαν οφειλόμενα και απαιτητά δικαιούται η Ενάγουσα στα σχετικά διατάγματα για την πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών προς ικανοποίηση του λαβείν της (βλ. και το άρθρο 134 του περί Συμβάσεων Νόμου). Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €72.444,70 με τόκο 7,90% από 2.10.2000 μέχρι 20.1.2004 και 8,50% από 21.1.2004 μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδονται διατάγματα ως οι παραγράφοι Ζ, Η, Θ, Ι, Κ και Λ του παρακλητικού της Εκθεσης Απαίτησης. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εφόσον Απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν η Ενάγουσα θα δικαιούται σε ένα σετ εξόδων για τις κοινές εμφανίσεις στην υψηλότερη κλίμακα. (Υπ.) ................ Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ, ΜΚ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Συμφωνία δανείου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο