ΑΡΙΣΤΟΚΛΗ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΡΙΣΤΟΚΛΗ ν. ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ ΚΡΙΤΩΝΑ ΣΤΙΓΓΑ, Αρ. Έφεσης - Αίτησης: 194/08, 24 Μαρτίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A82 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Αρ. Έφεσης - Αίτησης: 194/08 Μεταξύ: ΑΡΙΣΤΟΚΛΗ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΡΙΣΤΟΚΛΗ, από τη Λεμεσό Εφεσείοντα - Αιτητή και ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ ΚΡΙΤΩΝΑ ΣΤΙΓΓΑ, από τη Λεμεσό Εφεσίβλητου - Καθ΄ ού η Αίτηση Ημερομηνία: 24 Μαρτίου 2009 Εμφανίσεις: Για αιτητή στην παρούσα, εφεσείοντα - αιτητή: κ. Χαραλάμπους (για να ακούσει απόφαση η κα. Καραπατάκη) Για καθ' ου η αίτηση στην παρούσα, εφεσίβλητο - καθ΄ ού η Αίτηση: κ. Κονταξής για κ. Σοφρωνίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 25.9.2008 ο αιτητής - εφεσείοντας καταχώρησε την υπό πιο πάνω αριθμό και τίτλο αίτηση - έφεση εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση - εφεσίβλητου με την οποία ζητά από το Δικαστήριο όπως ακυρώσει και ή τροποποιήσει την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος Λεμεσού η οποία ελήφθη στις 26.8.08 και κοινοποιήθηκε στον αιτητή - εφεσείοντα και στα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, με την οποία ο Διευθυντής μετά από αίτημα του καθ' ου η αίτηση - εφεσίβλητου αποφάσισε και καθόρισε την δίοδο, την κατεύθυνση της διόδου, την έκταση του δικαιώματος χρησιμοποίησης της διόδου σε κάθε τεμάχιο που επηρεάζετο και την αποζημίωση που θα καταβληθεί. Οι λόγοι για τους οποίους ο αιτητής - εφεσείοντας ζητά την ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι μεταξύ άλλων και οι ακόλουθοι: α) η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας όσον αφορά τον καθορισμό και κατεύθυνση της διόδου και κατ΄ επέκταση ο καθορισμός της έκτασης του δικαιώματος χρησιμοποίησης της διόδου και της αποζημίωσης είναι λανθασμένη και/ή παράνομη και/ή αυθαίρετη και/ή μη υποστηριζόμενη από τα πραγματικά γεγονότα και/ή άδικη εφόσον : (
- i)η διεξαγωγή της επιτόπιας εξέτασης έγινε κατά τρόπο μεροληπτικό και/ή αυθαίρετο , επιπόλαιο και/ή άδικο διότι δεν ελήφθησαν υπόψη συγκεκριμένα γεγονότα τα οποία λεπτομερώς παραθέτει στην παράγραφο 5(α) - (ε) της Ένορκης Δήλωσης του, (
- ii)η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου δεν είναι αιτιολογημένη και/ή δεόντως αιτιολογημένη και δεν εδόθη από το Διευθυντή του Κτηματολογίου όπως προνοείται από το Νόμο και δεν ελήφθηκαν υπόψη οι ουσιαστικές επί τόπου συνθήκες και κατάσταση, (iii) η χωρομετρική εργασία για τον καθορισμό της διόδου έγινε λανθασμένα και κατά παράβαση των επί της γης δεδομένων. Η αίτηση - έφεση του αιτητή - εφεσείοντα στηρίζεται στα άρθρα 11 Α και 80 του περί Ακινήτης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησης) Νόμου, Κεφ. 224, στους Διαδικαστικούς Θεσμούς του 1956 οι οποίοι θεσπίστηκαν δυνάμει του ιδίου Νόμου, Θ.Θ. 5,7 και 17 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 8.10.08, σύμφωνα με τις πρόνοιες του κ.6 των περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Κανονισμών του 1956, είναι καταχωρημένη στο φάκελο του Δικαστηρίου. Η πιο πάνω αίτηση - έφεση επιδόθηκε στις 30.9.08 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό ως ενδιαφερόμενο μέρος, και στον καθ' ου η αίτηση -εφεσίβλητο στις 29.9.08 ο οποίος καταχώρησε την ένσταση του στις 7.11.08. Με την ένσταση του ο καθ' ου η αίτηση - εφεσίβλητος στην ουσία ισχυρίζεται ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου ενήργησε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ. 224, τους σχετικούς Κανονισμούς περί Παροχής Διόδου του 1967 και τους Κανονισμούς περί Ακινήτης Ιδιοκτησίας του 1956. Δεν θεωρώ απαραίτητο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να μεταφέρω αυτούσιους τους ισχυρισμούς του καθ' ου η αίτηση - εφεσίβλητου απλά αναφέρω ότι η θέση του είναι ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι καθ' όλα νόμιμη και αιτιολογημένη. Στις 7.11.08 ο καθ΄ ου η αίτηση - εφεσίβλητος (ο οποίος από τώρα και στο εξής θα αναφέρεται ως «ο αιτητής»), καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται ο τίτλος της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αίτησης - έφεσης με την προσθήκη του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ως καθ΄ ου η αίτηση 2. Η εν λόγω αίτηση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του αιτητή και βασίζεται στα άρθρα 11Α, 80 και 85 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησης) Νόμου, Κεφ.224, στους Κανονισμούς περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (παροχή διόδου) του 1967, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Κανονισμούς 1956, στη Δ.9
(2), Δ.10, Δ.25 και Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών. Με την ένορκη δήλωση του ο αιτητής, ο οποίος είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του κτήματος με αριθμό εγγραφής 18336, τεμάχιο 178, Φ/Σχ.52/24, στη Πάχνα, αναφέρει ότι με την αίτηση του Α.Ε.Δ. 477/03 αποτάθηκε στο Κτηματολόγιο για το καθορισμό δικαιώματος διάβασης προς όφελος του κτήματος του δια μέσω των τεμαχίων 177 και 179, Φ/Σχ.52/
- Αφού ακολουθήθηκε η νόμιμη διαδικασία και πρακτική από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού έγινε η επιτόπια έρευνα και ο Διευθυντής εξέδωσε την απόφαση του ημερ. 26.8.08 καθορίζοντας την κατεύθυνση της διόδου, την έκταση του δικαιώματος και το ποσό της αποζημίωσης που θα πρέπει να καταβληθεί στους ιδιοκτήτες των δουλευόντων ακινήτων. Η υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αίτηση -έφεση καταχωρήθηκε εναντίον της πιο πάνω απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου χωρίς όμως ο Διευθυντής να αναφέρεται ως καθ΄ου η αίτηση - εφεσίβλητος. Ο κ. Στίγγας κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων του και απ΄ ότι και ο ίδιος γνωρίζει και πιστεύει, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου πρέπει να είναι μέρος της παρούσας διαδικασίας για να του δοθεί η δυνατότητα να υποστηρίξει την ορθότητα της απόφασης του. Η θέση του αυτή στηρίζεται και στο ότι η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου γίνεται πλέον στο πλαίσιο των ενόρκων δηλώσεων οπότε η παρουσία του Διευθυντή θα βοηθήσει το Δικαστήριο στην εξακρίβωση των πραγματικών γεγονότων για την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Καταληκτικά εισηγείται ότι η προσθήκη του Διευθυντή του Κτηματολογίου ως καθ΄ ου η αίτηση 2 σε καμία περίπτωση δεν θα επηρεάσει τα δικαιώματα του αιτητή - εφεσείοντα. Η υπό εξέταση αίτηση επιδόθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Εκ μέρους του Επαρχιακού Κτηματολογίου εμφανίστηκε δικηγόρος της Δημοκρατίας ο οποίος δήλωσε ότι δεν φέρουν ένσταση στην αιτούμενη προσθήκη. Κρίση μου είναι βέβαια ότι το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού θα μπορούσε να θέσει τη θέση του όταν και εφόσον καθίστατο διάδικος στην αίτηση - έφεση. Ο αιτητής - εφεσείοντας, για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας από τώρα και στο εξής θα αναφέρεται ως «ο καθ' ου η αίτηση», καταχώρισε στις 14.1.2009 την ένσταση του. Η ένσταση του καθ΄ ου η αίτηση στην υπό εξέταση αίτηση περιέχει τους πιο κάτω λόγους ένστασης:
- Οι νόμοι και κανονισμοί που αναφέρονται δεν καλύπτουν την επίδικη περίπτωση. Ενδεχομένως θα έπρεπε να γίνει Αίτηση για συνεναγόμενο ή διαδικασία τριτοδιαδίκου.
- Ο Διευθυντής του Κτηματολογίου δεν είναι και δεν αποτελεί μέρος της όλης διαδικασίας, αλλά κλητεύεται ώστε να δώσει σχετική μαρτυρία.
- Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου δεν γίνεται στα πλαίσια Ενόρκων Δηλώσεων, αλλά γίνεται κανονικά με σχετικές μαρτυρίες.
- Η όλη διαδικασία είναι μεταξύ των ιδιοκτητών και όχι του Διευθυντή. Ο διευθυντής ενεργεί οινοεί δικαστικά και επιλύει διαφορές, εξ΄ ου και η σχετική απόφαση του.
- Η παρούσα αίτηση ουδόλως τους επεδόθηκε ως άμεσα ενδιαφερόμενους. Αντίθετα είναι και ο Εφεσείων - Αιτητής διάδικο μέρος και θα έπρεπε να του κοινοποιηθεί η τροποποίηση τίτλου
- Η διαφορά και/ή το αίτημα των αιτητών δεν επιλύεται με την τροποποίηση και μόνο του τίτλου της αίτησης - έφεσης (σε περίπτωση που το Δικαστήριο θεωρήσει ορθή την αίτηση) αλλά χρειάζεται και τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και/ή του κειμένου των γεγονότων της αίτησης. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των μερών με τις οποίες η κάθε πλευρά υποστήριξε τη θέση της. Ο κ. Χαραλάμπους με αναφορά στη Δ.9 κ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών, η οποία εφαρμόζεται κατά αναλογία σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 17 των Κανονισμών περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας του 1956, εισηγείται ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου είναι αναγκαίο και επιβεβλημένο να προστεθεί ως διάδικος για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφασίσει αποτελεσματικά τα ερωτήματα που εγείρονται στην κυρίως αίτηση του αιτητή - εφεσίβλητου σε σχέση με την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Είναι η θέση του κ. Χαραλάμπους, παραπέμποντας στην υπόθεση Οδυσσέως ν Λαική Κυπριακή Τράπεζα, ότι το θέμα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εφόσον αποδειχθεί ότι η παρουσία συγκεκριμένου προσώπου είναι αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην υπόθεση. Ο κ. Χαραλάμπους με αναφορά στο λεκτικό του άρθρου 5
(2)των σχετικών κανονισμών του 1956 αναφέρει ότι το Δικαστήριο μπορεί ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να διατάξει όπως ο Διευθυντής του Κτηματολογίου προστεθεί ως διάδικος παρόλο που το συγκεριμένο θέμα της αίτησης - έφεσης δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του συγκεριμένου άρθρου όπου ο Διευθυντής πρέπει να συνενώνεται ως διάδικος. Τη θέση του αυτή ο κ. Χαραλάμπους την στηρίζει μεταξύ άλλων στο γεγονός ότι το άρθρο 11 Α του Κεφ. 224 τέθηκε σε εφαρμογή μετά τη θέσπιση των σχετικών κανονισμών του 1956 όπως επίσης και στον τρόπο που πλέον διεξάγεται η ακροαματική διαδικασία της ουσία της αίτησης - έφεσης. Εφόσον η διαδικασία διεξάγεται στα πλαίσια των κατατεθειμένων ενόρκων δηλώσεων η παρουσία του Διευθυντή ως διάδικου θα βοηθήσει το Δικαστήριο αφού στην ουσία θα πρέπει να καταχωρήσει και αυτός ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της απόφασης του. Καταληκτικά, ο κ. Χαραλάμπους εισηγείται ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν θα επηρεαστούν τα δικαιώματα του αιτητή - εφεσείοντα αφού εάν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι λανθασμένη τα έξοδα θα ακολουθήσουν τη γενικήν αρχή και θα επιβαρύνουν τον καθ' ου η αίτηση - εφεσίβλητο. Από την άλλη με τη γραπτή του αγόρευση ο κ. Σοφρωνίου αναφέρει ότι η επιλογή του αιτητή - εφεσείοντα ήταν να μην προσθέσει το Διευθυντή του Κτηματολογίου ως διάδικο αλλά να του επιδώσει την αίτηση - έφεση ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο κάτι το οποίο αποτελεί και δικαιώμα του. Ο κ. Σοφρωνίου με την αγόρευση του θέτει και το ερώτημα του τρόπου συνέχισης της διαδικασίας εάν και εφόσον επιτραπεί η προσθήκη του Διευθυντή. Πώς θα μπορεί δηλαδή ο Διευθυντής να είναι μάρτυρας - εμπειρογνώμονας και διάδικος ταυτόχρονα. Ο κ. Σοφρωνίου επίσης αναφέρει ότι η αίτηση είναι νεοφανής εφόσον δεν προβλέπεται από κανένα κανονισμό, και παράτυπη εφόσον δεν τους έχει επιδοθεί. Καταληκτικά είναι η εισήγηση του δικηγόρου του καθ' ου η αίτηση στην παρούσα, ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης θα ασχοληθώ με τον ισχυρισμό του καθ' ου η αίτηση ότι η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη αφού δεν του επιδόθηκε και διερωτάται πως είναι δυνατό με το λανθασμένο τρόπο που έγινε να δικαιούται να εμφανιστεί, που αν δεν δικαιούται να εμφανιστεί, τότε η αίτηση κακώς προωθήθηκε παράτυπα διότι του στερείται το δικαίωμα να ακουστεί. Στις 12.12.2008 ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση - έφεση ήταν ορισμένη για οδηγίες είχε οριστεί και η παρούσα αίτηση η οποία είχε καταχωρηθεί στις 7.11.2008. Τη συγκεριμένη ημέρα ο κ. Κονταξής ο οποίος εμφανίστηκε για τον αιτητή - εφεσείοντα έλαβε γνώση για την πιο πάνω αίτηση αφού το αρχικό του αίτημα για να οριστεί η αίτηση - έφεση για ακρόαση άλλαξε και έκρινε ορθότερο, όταν άκουσε τη θέση της πλευράς του Επαρχιακού Κτηματολογίου, ότι δηλαδή ζητούσαν χρόνο για να τοποθετηθούν σε σχέση με την επίδικη αίτηση, να παραμείνει η αίτηση - έφεση για οδηγίες μέχρι να επιλυθεί το θέμα των διαδίκων. Η υπό εξέταση αίτηση και η ουσία της αίτησης- έφεσης ορίστηκαν για οδηγίες στις 15.1.2009. Στις 14.1.2009 ο αιτητής - εφεσείοντας καταχώρησε ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση και στις 15.1.2009 που ήταν ορισμένη η αίτηση για οδηγίες ο κ. Μελάς εκ μέρους του Επαρχιακού Κτηματολογίου δήλωσε ότι δεν είχε ένσταση στο αίτημα του καθ' ου η αίτηση - εφεσίβλητου για την προσθήκη του Κτηματολογίου ως διάδικου και ο αιτητής - εφεσείοντας μέσω του δικηγόρου του δήλωσε ότι καταχωρήθηκε η ένσταση του και ζήτησε ημερομηνία ακροάσεως. Η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 25.2.2009 ημερομηνία κατά την οποία και διεξήχθηκε η διαδικασία κανονικά με την κατάθεση από τους δικηγόρους των μερών γραπτών κειμένων των αγορεύσεων τους. Με τα πιο πάνω δεδομένα η θέση αυτή του καθ' ου η αίτηση απορρίπτεται. Στο σημείο αυτό επίσης θεωρώ ορθό να επισημάνω ότι με την τελευταία τροποποίηση των περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Κανονισμών του 1956 και συγκεκριμένα με το άρθρο 10
(3)καθορίζεται ότι η ακροαματική διαδικασία της ουσίας της αίτησης - έφεσης διεξάγεται στη βάση γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση και στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης όπως προνοείται από τον Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών. Νομική Πτυχή Το άρθρο 11 Α του Κεφ.224 αποτελεί το νομικό βάθρο που δίδει την εξουσία στο Διευθυντή του Κτηματολογίου να προχωρήσει, κατόπιν σχετικής αίτησης, και αφού ακολουθηθεί η νενομισμένη διαδικασία όπως αυτή περιγράφεται στο σχετικό άρθρο και στον κανονισμό 6 των περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Παραχώρηση Διόδου) Κανονισμών του 1967, στον καθορισμό της κατεύθυνσης της διόδου με την πληρωμή εύλογης αποζημίωσης. Ο μηχανισμός για τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου που εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου προσφέρεται από το άρθρο 80 του Κεφ.224. Το άρθρο 80 του Κεφ. 224 προνοεί τα ακόλουθα: «Κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού δύναται, εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτόν της διαταγής αυτής, ειδοποίησης ή απόφασης να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγμα ως ήθελε είναι δίκαιο αλλά κανένα δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας επί οποιουδήποτε ζητήματος σε σχέση με το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού, εκτός με έφεση όπως προνοείται στο άρθρο αυτό. Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι λόγω απουσίας από τη Δημοκρατία, ασθένειας ή άλλης εύλογης αιτίας το παραπονούμενο πρόσωπο εμποδίζετο από του να υποβάλει έφεση εντός της περιόδου των τριάντα ημερών, να παρατείνει την προθεσμία εντός της οποίας δύναται να υποβληθεί έφεση υπό τέτοιους όρους όπως αυτό ήθελε θεωρήσει σκόπιμο.» Όσον αφορά τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου, παρόλο που το θέμα αυτό αφορά την ουσία της αίτηση - έφεσης, για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι στην υπόθεση Αριστοτέλους ν Χ¨Κυριάκου κ.α.
(2001)1(Α)Α.Α.Δ. 100 λέχθηκαν τα πιο κάτω: « Έχει νομολογηθεί ότι κατά τον καθορισμό του δικαιώματος διόδου ο Διευθυντής έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια. Εκδίδει απόφαση η οποία εμπίπτει εντός της σφαίρας του ιδιωτικού δικαίου. Επομένως το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή πρέπει να εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων ή αποφάσεων που εμπίπτουν εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου με τη διαφορά πως το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του. Ωστόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν θα αντικαταστήσει εύκολα τη δική του διακριτική ευχέρεια με εκείνη του Διευθυντή. Θα υιοθετήσει τέτοια πορεία μόνο εφόσον υπάρχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι συνηγορούν προς αυτή τη κατεύθυνση (βλ. Kafieros (πιο πάνω) σελ.643,644, Peyiotis and Another v Polemides
(1982)1 CLR 442, 450, Λιασίδης ν Γενικού Εισαγγελέα
(1989)1 Α.Α.Δ. 185, Αθανάση κ.α. ν Χατζημάμα κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 208,210, Σολωμόντος ν Παπανεοκλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 906,912, Παύλου ν Νεοφύτου
(1995)1 Α.Α.Δ. 973,977. Βλ. και Georgiou v Hjiphesa
(1970)1 CLR 58).». Ο Κανονισμός 17 των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησης) Κανονισμών του 1956 προβλέπει ότι όταν κάποιο θέμα δεν καλύπτεται από τους κανονισμούς, τότε το θέμα διέπεται από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς, στους οποίους και θα ανατρέξω εφόσον στους σχετικούς κανονισμούς του 1956 ή και στη σχετική προς τούτους νομοθεσία δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια για αίτηση τροποποίησης του τίτλου αίτησης - έφεσης με σκοπό την προσθήκη διαδίκου. Ο αιτητής επικαλείται στην αίτηση του τη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών η οποία είναι ορθή και τη Δ.9
(2). Η Δ.9
(2)αφορά περιπτώσεις όπου αγωγή εγείρεται από λανθασμένο ενάγοντα θέμα το οποίο δεν έχει καμία σχέση με την υπό εξέταση αίτηση οπότε και δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Η ίδια είναι η θέση μου και για τη Δ.10 η οποία αφορά διαδικασία τριτοδιαδίκου. Η σχετική πρόνοια στην οποία ο αιτητής όφειλε να στηρίξει το αίτημα του είναι αναμφίβολα η Δ.9 κ.10 η οποία ελλείπει από τη νομική βάση της αίτησης του. Επισημαίνω ότι το θέμα αυτό δεν εγέρθηκε από την άλλη πλευρά. Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η υπό εξέταση αίτηση διασώζεται από τις διατάξεις της Δ.64. Στην υπόθεση Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1 (A) Α.Α.Δ. 366, κρίθηκε ότι η αναφορά λανθασμένης νομικής βάσης στην αίτηση σύμφωνα με τη νέα Δ.64, δεν αποτελεί θεμελιώδη παραβίαση αλλά απλά μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς και συγκεκριμένα με τη Δ.48, κ.
- Διαπιστώθηκε ότι η Δ.64 είναι διατυπωμένη με τέτοιο τρόπο ώστε να παρέχει στο Δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία να απονέμει δικαιοσύνη. Τονίστηκε επίσης ότι ρητή ή εξυπακουόμενη παραίτηση της άλλης πλευράς αποτελεί καλό λόγο για να γίνει δεκτή η παρατυπία. Ως έχω ήδη αναφέρει, ο καθ' ου η αίτηση πέραν μιας γενικής αναφοράς στους λόγους της ένστασης του δεν ήγειρε τέτοιο θέμα παρατυπίας της αίτησης. Σύμφωνα με την νομολογία (Wunderlich πιο πάνω) οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι οι ακόλουθοι:
- Ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς.
- Η πρόκληση αδικίας στον διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία.
- Το μέγεθος της παρατυπίας. Στην προκείμενη περίπτωση ο καθ΄ου η αίτηση κρίνω ότι δεν έχει υποστεί οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό αφού δεν ήγειρε τέτοιο θέμα, και ο δικηγόρος του αγόρευσε επί της ουσίας της αίτησης, έχοντας υπόψη την καταχωρηθείσα αίτηση. Η Δ.64 πρέπει να εφαρμόζεται με φιλελεύθερο τρόπο για να αποτρέπεται η πρόκληση αδικίας σε διάδικο λόγω της τυπικής προσήλωσης στους διαδικαστικούς κανονισμούς. Το Δικαστήριο πρέπει να έχει την ευχέρεια να απονέμει δικαιοσύνη επί της ουσίας και όχι να απορρίπτονται διαδικασίες με την διαπίστωση απλών παρατυπιών. Σημειώνω εδώ ότι στη νομική βάση της αίτησης γίνεται αναφορά στη Δ.9 στην οποία περιλαμβάνεται ο κανονισμός
- Ενόψει των πιο πάνω, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, εκδίδω διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία. Ερχόμενη τώρα να εξετάσω τις πρόνοιες της Δ.9 κ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών αναφέρω ότι στην υπόθεση Οδυσσέως ν Λαϊκή Τράπεζα
(2001)1 ΑΑΔ 1372, λέχθηκαν τα πιο κάτω με αναφορά στην υπόθεση Παπαχριστοφόρου ν Χαραλάμπους
(1991)1 ΑΑΔ 906: «Η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικά στον ενάγοντα (βλ. Supreme Court Practice
(1982)- σελ. 210). Το Δικαστήριο έχει ωστόσο την εξουσία (βλ. Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας - Διαταγή 9 θ.10) να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε χωρίς αίτηση, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι αυτόδηλο ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και καθώς έχει ειπωθεί στην Παπαχριστοφόρου ν Χαραλάμπους (ανωτέρω), η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις.» Στην υπόθεση Perihan Mustafa v Απόστολου Γεωργίου (Πολ. Έφεση 303/206 ημερ. 20.11.2007), επαναλήφθηκε η αρχή ότι για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 κ.10 θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Η αναγκαιότητα της προσθήκης, εξετάζεται με βασικό κριτήριο του κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά συμφέροντα του προτεινόμενου διαδίκου. Ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στην κρίση του για το κατά πόσον ένας διάδικος είναι ή όχι αναγκαίος, πέραν των πιο κάτω λαμβάνει υπόψη ότι η συνένωση οποιουδήποτε προσώπου ως διάδικου είναι άμεσα εξαρτημένη και από τη θεραπεία που επιδιώκεται. Παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Perihan Mustafa v Απόστολου Γεωργίου (πιο πάνω): «Για το εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9 θ.10. (βλ. Amon v Raphael και Tuck & Sons Ltd.
(1956)1 All E.R. 273 και Gurtner v Circuit
(1968)1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.α. ν Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 772).» Στην υπόθεση Mepa Underwriting Management Ltd. κ.α. ν Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 772 λέχθηκε ότι: «Αυτό που πρωτίστως εξετάζεται από το Δικαστήριο στη διαδικασία προσθήκης εναγομένου είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι αναγκαίος διάδικος. Με μόνη την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος και τις αντιφατικές θέσεις και ισχυρισμούς των εναγόντων σε σχέση με το ρόλο των εναγομένων 1 δεν είναι δυνατή η επίλυση της τύχης της αγωγής εναντίον τους. Το δικόγραφο το οποίο διευκρινίζει και προσδιορίζει την αιτία αγωγής εναντίον ενός εναγομένου είναι η έκθεση απαίτησης. Πρέπει ένας να διαβάσει την έκθεση απαίτησης για να αντιληφθεί για ποιό λόγο κάποιος έχει καταστεί διάδικος.» Προτού όμως εξετάσω τις πιο πάνω πρόνοιες του κατά πόσο ο προτεινόμενος καθ' ου η αίτηση είναι αναγκαίος διάδικος, θεωρώ ορθό να ανατρέξω στις πρόνοιες των σχετικών κανονισμών που διέπουν τις αιτήσεις - εφέσεις κατά αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Το άρθρο 5
(2)των Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησης) Κανονισμών του 1956 αναφέρει: «
(2)All interested parties shall be joined as parties to the proceedings: Provided that, unless otherwise directed by the Court, the Director shall not be joined as a party except in proceedings under sections 41, 43, 58, 59, 68, 69 and 69A of the Law.» Οι αναφερόμενες διατάξεις αφορούσαν τον παλαιό Νόμο Κεφ. 231 και αντιστοιχούν στα άρθρα 42, 44, 60, 61, 70, 71 και 78 του Κεφ. 224. (βλ. Λάζαρος Ηροδότου Λαμπριανού ν 1. Ευφημίας Λαμπριανού Μιχαήλ κ.α.
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1779). Η αίτηση - έφεση όπως ήδη ανέφερα βασίζεται στα άρθρα 11 Α και 80 του Κεφ. 224. Η έφεση που καταχωρείται σύμφωνα με το άρθρο 80 του Κεφ. 224 στρέφεται εναντίον της απόφασης του Κτηματολογίου και όχι του οργάνου που πήρε την απόφαση. Από μια απλή ανάγνωση του εδαφίου 2 του άρθρου 5 των Κανονισμών του 1957 φαίνεται ότι χρησιμοποιείται η λέξη "shall". Η λέξη αυτή η οποία συναντάται συχνά τόσο στη νομοθεσία όσο και σε διαδικαστικούς Κανονισμούς έχει ερμηνευτεί καταλυτικά και προσδίδει επιτακτική συμμόρφωση στις διατάξεις που περιλαμβάνεται. Στην υπόθεση Κάκουλλου ν Ποχουζούρη και άλλου
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 1503, αναφέρεται στη σελίδα 1506 σε σχέση με τη χρήση της λέξης "shall" στο άρθρο 5
(1)των Κανονισμών ότι: «Στο κείμενο τους που είναι διατυπωμένο στα Αγγλικά η υποχρέωση επιβάλλεται με τον όρο "shall" που υποδηλώνει κατά κανόνα ανελαστική υποχρέωση για συμμόρφωση.» Στην πιο πάνω υπόθεση το Δικαστήριο κατέληξε ότι η χρησιμοποίηση της λέξης "shall" προσέδιδε την προστακτικότητα που πρέπει να διέπει την καταχώριση μιας αίτησης - έφεσης και την αναγκαιότητα της συμπερίληψης όλων των ενδιαφερομένων μερών αφού από το αποτέλεσμα της έφεσης επηρεάζονται τα κτησιακά δικαιώματά τους. Στην παρούσα περίπτωση το πρόσωπο που ο αιτητής ζητά να προσθέσει είναι ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λεμεσού. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5
(2)των Κανονισμών του 1956: « ... Provided that, unless otherwise directed by the Court, the Director shall not be joined as a party except ...». Εφαρμόζοντας κατά αναλογία την ερμηνεία που δίδεται στην λέξη "shall" πιο πάνω στο σχετικό με την παρούσα υπόθεση άρθρο 5
(2), ο Διευθυντής του Κτηματολογίου δεν πρέπει « shall not» να συνενώνεται ως διάδικος εφόσον η βάση και η ουσία της αίτησης - έφεσης δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου αυτού όπου ο Διευθυντής καθίσταται απαραίτητος διάδικος (βλ. Λαμπριανού ν Μιχαήλ κ.α. (πιο πάνω)). Η βάση της αίτησης - έφεσης στην παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις που καθόρισε το σχετικό άρθρο των Κανονισμών του 1956. Στο σημείο αυτό όμως δεν παραγνωρίζω ότι το συγκεριμένο άρθρο με τη φράση «.... Provided that, unless otherwise directed by the Court,...» δίδει το δικαίωμα στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να διατάξει την προσθήκη του Διευθυντή του Κτηματολογίου εάν κρίνει ότι αποτελεί απαραίτητο διάδικο. Εφαρμόζοντας τις αρχές τις νομολογίας όπως έχουν τεθεί πιο πάνω για το ποιο πρόσωπο αποτελεί απαραίτητο διάδικο, σε σχέση πάντοτε με τις θέσεις που προβάλλει ο αιτητής, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, παρατηρώ τα ακόλουθα. Η θέση του κ. Χαραλάμπους ότι το άρθρο 11 Α του Κεφ.224 στο οποίο στηρίζεται η αίτηση - έφεση είναι μεταγενέστερο των κανονισμών δεν θεωρώ ότι είναι λόγος για να ληφθεί υπόψη και να επηρεάσει τη κρίση μου εφόσον εάν πρόθεση του νομοθέτη ήταν να το συμπεριλάβει στις εξαιρέσεις το άρθρου 5
(2)των σχετικών Κανονισμών θα μπορούσε να το πράξει με μεταγενέστερη τροποποίηση των σχετικών Κανονισμών. Επίσης η εισήγηση του κ. Χαραλάμπους ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου είναι απαραίτητο να συνενωθεί ως διάδικος για την υποστήριξη της ορθότητας της απόφασης του λόγω του ότι με την τελευταία τροποποίηση των κανονισμών και την προσθήκη του Κανονισμού 10
(3), η διαδικασία της αίτησης - έφεσης γίνεται στα πλαίσια ενόρκων δηλώσεων με δικαίωμα αντεξέτασης δεν βοηθά τη θέση του. Οι αρχές για την αναγκαιότητα διαδίκου δεν περικλύουν τη δυνατότητα οπουδήποτε μέρους - διαδίκου να επιζητά την προσθήκη άλλου με σκοπό τη διευκόλυνση του στην προσκόμιση μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει το βάρος απόδειξης ότι η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι λανθασμένη το φέρει ο αιτήτης - εφεσείοντας, καθ΄ου η αίτηση στην παρούσα αίτηση. Όπως ήδη ανέφερα η αίτηση - έφεση στρέφεται εναντίον της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου και όχι του Οργάνου που πήρε την απόφαση αυτή. Το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την ακρόαση της ουσία της αίτησης - έφεσης θα εξετάσει τόσο την ορθότητα όσο και τη νομιμότητα της απόφασης του Διευθυντή ο οποίος και θα δεσμέυεται από την οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου. Όπως έχει αναφερθεί στην απόφαση Οδυσσέως ν Λαϊκή Τράπεζα (πιο πάνω): «Προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων μεταξύ των διαδικων το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια ......». Παρόλα αυτά όμως το Ανώτατο Δικαστήριο στην εν λόγω υπόθεση κατέληξε στο ότι: «...η έκθεση απαίτησης των εναγόντων δεν παρείχε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του προτεινόμενου διαδίκου και τα στοιχεία τα οποία είχε παραθέσει ο εφεσείων προς υποστήρξη του αιτήματος του δεν παρείχαν το απαραίτητο νομιμοποιητικό έρεισμα ότι η προσθήκη του αιτούμενου διαδίκου θα συνέβαλλε στην αποτελεσματική επίλυση των μεταξύ των μερών διαφορών. ». Στην υπόθεση Perihan Mustafa v Απόστολου Γεωργίου (πιο πάνω) επίσης το Δικαστήριο εφαρμόζοντας τις αρχές που διέπουν την προσθήκη διαδίκου κατέληξε ότι ο Γενικός Εισαγγελέας δεν μπορούσε να προστεθεί ως διάδικος εφόσον το οποιοδήποτε αποτέλεσμα της συγκεριμένης υπόθεσης δεν θα επηρέαζε άμεσα τα νομικά του δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα. Ακολουθώντας τις πιο πάνω αρχές και τη νομολογία και εφαρμόζοντας τις στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης κρίνω ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου δεν αποτελεί αναγκαίο διάδικο και ως εκ τούτου η αίτηση του αιτητή δεν μπορεί να έχει άλλη κατάληξη πλην από την απόρριψη της. Η οποιαδήποτε απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου επί της ουσίας της αίτησης - έφεσης δεν μπορεί να επηρεάσει με οποιονδήποτε τρόπο είτε τα νομικά δικαιώματα του Διευθυντή του Κτηματολογίου είτε τα οικονομικά του συμφέροντα. Όπως επανειλημμένα ανέφερα και πιο πάνω η αίτηση - έφεση στρέφεται εναντίον της απόφασης του Διευθυντή και όχι του συγκεκριμένου οργάνου. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας δεν βλέπω να συντρέχει οποισδήποτε λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του «αιτητή», καθ' ου αίτηση - εφεσίβλητου και υπέρ του «καθ' ου η αίτηση», αιτητή - εφεσείοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας της αίτησης - έφεσης. (Υπ.) ............. Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Αίτηση-Έφεση/Πολιτική Δικονομία - Τροποποίηση - Προσθήκη καθ' ου η αίτηση-Δ.25, Δ.9 κ.10, κ.5
(2)Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Κανονισμών 1956) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο