← Κύπρος

Παύλου Ηλία Παύλου ν. Ανδρέα Μιχαλάκη Σοφοκλέους κ.α., Αγωγή αρ. 4406/05, 24 Μαρτίου 2009

Παύλου Ηλία Παύλου ν. Ανδρέα Μιχαλάκη Σοφοκλέους κ.α., Αγωγή αρ. 4406/05, 24 Μαρτίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 4406/05 Μεταξύ: Παύλου Ηλία Παύλου Ενάγοντα και

  1. Ανδρέα Μιχαλάκη Σοφοκλέους
  2. Ασουσένα Α. Σοφοκλέους Εναγομένων ------------------ Ημερομηνία : 24 Μαρτίου 2009 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κ. Φ. Αποστολίδης Για τους εναγομένους: κ. Παντελή ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας ζητά από το Δικαστήριο την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων :(α) Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται σε αυτούς και ή να εμποδίζονται οι εναγόμενοι και ή οι υπηρέτες και ή οι υπάλληλοι τους και ή οι αντιπρόσωποι τους και ή οι εκδοχείς τους και ή άλλως πως να επεμβαίνουν με οποιονδήποτε τρόπο παράνομα και ή αυθαίρετα και ή με άλλο τρόπο εντός του οικοπέδου του ενάγοντα που βρίσκεται στη Λεμεσό, Αγία Φύλαξη, με αριθμό εγγραφής 30970 στην τοποθεσία Κοκκινόγια, Φ/Σχ 54/41, Τεμάχιο 2444, έκτασης 554 τετραγωνικών μέτρων και (β) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι όπως επαναφέρουν το κτήμα στην προτέραν φυσική του κατάσταση. Διαζευκτικά των πιο πάνω, ο ενάγοντας ζητά από το Δικαστήριο (α) καταβολή του ποσού των ΛΚ 8.150 για την αξία και ή το κόστος επαναφοράς του κτήματος του στην προτέραν φυσική του κατάσταση, (β) ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση κι ή επεμβάσεις και ή για ζημιές και ή απώλειες συνολικού ποσού ΛΚ 8.150 όπως λεπτομερώς περιγράφονται στην έκθεση απαίτησης του, πλέον τόκο και έξοδα. Ο ενάγοντας είναι ιδιοκτήτης του ακινήτου που βρίσκεται στη Λεμεσό, Αγία Φύλαξη, με αριθμό εγγραφής 30970 στη τοποθεσία Κοκκινόγια, Φ/Σχ 54/41, Τεμάχιο 2444, έκτασης 554 τετραγωνικών μέτρων και οι εναγόμενοι οι ιδιοκτήτες του εφαπτόμενου οικοπέδου του ενάγοντα με αριθμό εγγραφής 26646, τεμάχιο 525, Φ/Σχ 54/
  3. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, οι εναγόμενοι και ή οι υπηρέτες τους κατά ή περί το έτος 2000 ή και σε άγνωστο προς αυτόν χρόνο, αυθαίρετα και αδικαιολόγητα και παράνομα και χωρίς τη συγκατάθεση του, επενέβησαν εντός του προαναφερόμενου οικοπέδου του και ανήγειραν διαχωριστικό κούγκρινο τοίχο ύψους 2 και πλέον μέτρων ως διαχωριστικό σύνορο των δύο οικοπέδων, ο οποίος βρίσκεται εντός του οικοπέδου του ενάγοντα και σε βάθος ενός μέτρου από το πραγματικό σύνορο. Ο ενάγοντας, με σχετική αίτηση του προς το Κτηματολόγιο Λεμεσού με αριθμό ΑΧ1315/00, ζήτησε όπως διεξαχθεί έρευνα προς επίλυση της συνοριακής διαφοράς του κτήματος με αριθμό τεμαχίου 2444 και του κτήματος των εναγομένων με αριθμό τεμαχίου
  4. Με βάση την πιο πάνω αίτηση του ενάγοντα και κατόπιν επιτόπιας έρευνας από το Κτηματολόγιο Λεμεσού, η οποία διεξήχθη στις 17.9.2002, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου με γνωστοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 58

(3)του Κεφ. 224 στις 6.10.2004 αποφάσισε ότι το διαφιλονικούμενο μέρος, δηλαδή το μέρος στο οποίο επεμβαίνουν οι εναγόμενοι, αποτελεί μέρος του ακινήτου του ενάγοντα. Οι εναγόμενοι στις 4.11.2004 σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 80 του Κεφ. 224 καταχώρησαν Αίτηση/Έφεση εναντίον της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου ζητώντας την ακύρωση της ως λανθασμένης. Οι εναγόμενοι στις 11.2.2005 και μετά την καταχώρηση ένστασης από την πλευρά του ενάγοντα στην παρούσα απέσυραν την πιο πάνω Αίτηση/Έφεση τους. Είναι ισχυρισμός του ενάγοντα ότι μετά την απόσυρση της προαναφερόμενης αίτησης η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου έχει πλέον καταστεί τελεσίδικη, αμετάκλητη και δεσμευτική για τους διαδίκους. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, η αξία του μέρους της επέμβασης εκτιμάται στο ποσό των ΛΚ 5.500 και η αξία επαναφοράς του κτήματος του στην αρχική του κατάσταση υπολογίζεται σε ΛΚ 8.
  1. Ο ενάγοντας περαιτέρω ισχυρίζεται ότι από την επέμβαση και από τις καθημερινές επεμβάσεις και ενέργειες των εναγομένων έχει υποστεί ζημιές και θα συνεχίσει να υφίσταται απώλειες συνολικού ποσού ΛΚ 8.150 (ΛΚ 150 από την καταστροφή της φυσικής μορφής του κτήματος δια της μετακίνησης όγκων χώματος και ή της ισοπέδωσης τους και ΛΚ 8.000 για την επαναφορά του κτήματος του). Ο ενάγοντας με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 31.5.2005 κάλεσε τους εναγομένους όπως άρουν κάθε επέμβαση εντός του κτήματος του δίδοντας τους προθεσμία 30 ημερών για να το επαναφέρουν στην προηγούμενη του φυσική κατάσταση. Οι εναγόμενοι μέχρι και σήμερα όμως συνεχίζουν την παράνομη επέμβαση και θα τη συνεχίσουν εκτός εάν εμποδιστούν με την απόφαση του Δικαστηρίου. Με την υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι παραδέχονται το ιδιοκτησιακό καθεστώς των δύο οικοπέδων πλην του εμβαδού του οικοπέδου του ενάγοντα και την ημερομηνίας εγγραφής του οικοπέδου στο όνομα τους. Οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι κατά ή περί τον Ιανουάριο του 1999 αγόρασαν από την εταιρεία CHR. ATHANASIOU CONSTRUCTIONS LIMITED το οικόπεδο με αριθμό εγγραφής 26646, τεμάχιο 525, Φ/Σχ 54/41 μαζί με τη διώροφη κατοικία. Το περιτοίχισμα της εν λόγω κατοικίας που εφάπτεται του οικοπέδου του ενάγοντα είχε ανεγερθεί από την πιο πάνω αναφερόμενη εταιρεία πριν οι εναγόμενοι αγοράσουν το οικόπεδο με την κατοικία. Οι εναγόμενοι παραδέχονται τις ενέργειες που έγιναν τόσο μέσω του Κτηματολογίου όσο και δικαστικά όπως αυτές αναφέρονται στις παραγράφους 4 μέχρι και 11 της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντα. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το περιτοίχισμα της κατοικίας τους επεμβαίνει ελάχιστα εντός του οικοπέδου του ενάγοντα και ο ενάγοντας εγείρει την αγωγή εκδικητικά και ή κακόπιστα με μόνο σκοπό την οικονομική ζημιά τους εφόσον ο ίδιος δεν θα έχει οποιοδήποτε ουσιαστικό όφελος εάν το Δικαστήριο εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Οι εναγόμενοι επίσης ισχυρίζονται ότι η αξία της έκτασης του οικοπέδου του ενάγοντα που επηρεάζεται από το περιτοίχισμα είναι ασήμαντη και πολύ μικρότερη από την οικονομική ζημιά που θα επωμιστούν οι εναγόμενοι εάν υποχρεωθούν να κατεδαφίσουν και να ανακατασκευάσουν το περιτοίχισμα. Πέραν τούτου, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι με τον τρόπο αυτό θα επηρεαστεί και η αγοραία αξία της κατοικίας τους και του ακινήτου τους και ή θα επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό μέρος του κήπου των εναγομένων. Ως εκ τούτου, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι θα ήταν άδικο και καταπιεστικό να υποχρεωθούν να κατεδαφίσουν το προαναφερόμενο περιτοίχισμα. Άνευ βλάβης των πιο πάνω και ή περαιτέρω, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η προώθηση της αγωγής και ή της απαίτησης του ενάγοντα για έκδοση προστακτικού διατάγματος για την κατεδάφιση του περιτοιχίσματος με βάση την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου αποτελεί καταπιεστικό και ή εκδικητικό μέτρο για τους πιο κάτω λόγους: (α) οι εναγόμενοι έγιναν ιδιοκτήτες του οικοπέδου, της διώροφης κατοικίας και του περιτοιχίσματος τον Ιανουάριο του 1999 δυνάμει συμφωνίας αγοράς με την εταιρεία CHR. ATHANASIOU CONSTRUCTIONS LIMITED, (β) οι εναγόμενοι ενήργησαν καλόπιστα και δεν είχαν γνώση για την ασήμαντη και ή αμελητέα επέμβαση που έγινε στο οικόπεδο του ενάγοντα, (γ) οι εναγόμενοι δεν είχαν καμία ανάμιξη και ή συμμετοχή στην επίδικη επέμβαση αφού αγόρασαν το οικόπεδο με την οικία μετά την πλήρη αποπεράτωση της, (δ) μετά την έκδοση και κοινοποίηση σ' αυτούς της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου οι εναγόμενοι προσπάθησαν επανειλημμένα να εξεύρουν εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς προτείνοντας στον ενάγοντα να τον αποζημιώσουν σε χρήμα για την ασήμαντη επέμβαση στο οικόπεδο του και αυτός αρνήθηκε, (ε) η κατεδάφιση του περιτοιχίσματος την οποία ζητά ο ενάγοντας θα προκαλέσει στους εναγομένους δυσανάλογη ζημιά από οποιονδήποτε όφελος δυνατό να αποκομίσει ο ενάγοντας, (στ) ο ενάγοντας κωλύεται από τη συμπεριφορά του και τις πράξεις και ή παραλείψεις του να ζητά την έκδοση του διατάγματος κατεδάφισης αφού ο ίδιος αμέλησε και ή παρέλειψε και ή απέφυγε να λάβει όλα τα δέοντα μέτρα κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανοικοδόμησης του περιτοιχίσματος και ή της κατοικίας τους από την προαναφερόμενη εταιρεία ώστε να αποφεύγετο η επέμβαση, (ζ) η ζημιά που ενδεχομένως υπέστη ο ενάγοντας από την επέμβαση είναι μικρή και ασήμαντη και είναι ικανή να αποτιμηθεί σε χρήμα και οι εναγόμενοι δηλώνουν έτοιμοι να τον αποζημιώσουν. Οι εναγόμενοι καταληκτικά ισχυρίζονται ότι εάν ο ενάγοντας δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία αυτή τότε θα είναι η χρηματική αποζημίωση. Με την ανταπαίτηση τους οι εναγόμενοι ζητούν από το Δικαστήριο: (α) Δήλωση ότι το αίτημα του ενάγοντα για την κατεδάφιση των επίδικων κτισμάτων και ή περιτοιχισμάτων είναι καταπιεστικό και ή εκδικητικό για τους εναγομένους και ή δεν δικαιολογείται από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, (β) Δήλωση και ή Διάταγμα ότι οι εναγόμενοι θα πρέπει να αποζημιώσουν τον ενάγοντα με χρήμα και με βάση τις αγοραίες τιμές των ακινήτων που επικρατούσαν στην περιοχή που βρίσκονται τα δύο οικόπεδα κατά τον ουσιώδη χρόνο που έγινε η επέμβαση από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες του ακινήτου και ή κατά το χρόνο που ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο σε αντάλλαγμα της από τον ενάγοντα μεταβίβασης στο όνομα των εναγομένων της ιδιοκτησίας της γης που σημειώνεται με κίτρινο χρώμα στην ειδοποίηση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 6.10.
  2. Ο ενάγοντας με την απάντηση του και την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση των εναγομένων αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς τους περί εκδικητικής και ή καταπιεστικής προώθησης της αγωγής και αναφέρει ότι απλά διεκδικεί το συνταγματικό του δικαίωμα της ιδιοκτησίας της γης η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του. Οι εναγόμενοι, ισχυρίζεται ο ενάγοντας από την άλλη, με τους ισχυρισμούς τους στην υπεράσπιση τους παραβιάζουν το άρθρο 23 του Συντάγματος. Περαιτέρω ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η επέμβαση των εναγομένων μειώνει το ποσοστό δόμησης του οικοπέδου του για αυτό και δεν αποδέκτηκε την οποιαδήποτε πρόταση των εναγομένων για αποζημίωση. Μαρτυρία - Παραδεκτά Γεγονότα - Έγγραφα Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας κατέθεσε ο κ. Στέλιος Βαλανίδης, Πρωτοκολλητής στο Πολιτικό Τμήμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Ο κ. Βαλανίδης ο οποίος έχει υπό τη φύλαξη του τους φακέλους των πολιτικών υποθέσεων και των Αιτήσεων/Εφέσεων κατέθεσε τα ακόλουθα έγγραφα από το φάκελο της Αίτησης/Έφεσης με αριθμό 454/04, η οποία αφορούσε επίλυση συνοριακής διαφοράς μεταξύ των διαδίκων στην παρούσα αγωγή, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους: Πιστό αντίγραφο της Αίτησης/ Έφεσης 452/04, ως Τεκμήριο 1, Πιστό αντίγραφο της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 6.10.2004, ως Τεκμήριο 2, Αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου, ως Τεκμήριο 3, Πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.2.2005 για την απόσυρση της Αίτησης/Έφεσης με αριθμό 452/04, ως Τεκμήριο
  3. Ακολούθως οι δικηγόροι των διαδίκων επέλεξαν να δηλώσουν τα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα και να καταθέσουν από κοινού και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους τα πιο κάτω περιγραφόμενα έγγραφα χωρίς να προσφέρουν οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Τα παραδεκτά γεγονότα είναι τα ακόλουθα:
  4. Tα επίδικα ακίνητα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και 2 της έκθεσης απαίτησης διαχωρίζονται με περιτοίχισμα από μπετόν, ύψους περίπου 2 μέτρων, το οποίο έχει κατασκευαστεί από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες του ακινήτου των εναγομένων.
  5. Το προαναφερόμενο περιτοίχισμα των εναγομένων επεμβαίνει εντός του τεμαχίου του ενάγοντα.
  6. Η πιο πάνω επέμβαση καταλαμβάνει εμβαδό 9 τ.μ., όπως αυτό φαίνεται με χρώμα κίτρινο στο σχεδιάγραμμα το οποίο βρίσκεται στην τρίτη σελίδα του Τεκμηρίου
  7. Η αξία της γης στην οποία υπάρχει η εν λόγω επέμβαση είναι €222 (ΛΚ 130) ανά τ.μ. οπότε η συνολική αξία της γης όπου υπάρχει επέμβαση είναι €2.000 (ΛΚ 1.170).
  8. Η πιο πάνω επέμβαση υφίσταται μέχρι σήμερα.
  9. Για την άρση της επέμβασης πρέπει να κατεδαφιστεί το υφιστάμενο περιτοίχισμα από μπετόν που διαχωρίζει τα δύο ακίνητα.
  10. Το κόστος της κατεδάφισης και της ανακατασκευής του περιτοιχίσματος που θα επωμιστούν οι εναγόμενοι εάν κατεδαφιστεί το περιτοίχισμα είναι €8.850 (ΛΚ 5.175).
  11. Η επαναδημιουργία του μέρους του κήπου των εναγομένων το οποίο θα επηρεαστεί από την κατεδάφιση και την ανακατασκευή του περιτοιχίσματος είναι €4.360 (ΛΚ 2.550).
  12. Οι εναγόμενοι μέχρι την 17.9.2002, ημερομηνία της επιτόπιας εξέτασης που αναφέρεται στο Τεκμήριο 2, είχαν παντελή άγνοια της ύπαρξης της επέμβασης.
  13. Μέχρι την ημερομηνία μεταβίβασης του οικοπέδου στο όνομα των εναγομένων, δηλαδή στις 3.2.1999, ο ενάγοντας δεν διαμαρτυρήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο προς τους εναγομένους για τη συνοριακή διαφορά και τη σχετική επέμβαση.
  14. Ο ενάγοντας προέβηκε για πρώτη φορά σε οποιαδήποτε ενέργεια αναφορικά με την επέμβαση με την καταχώρηση της αίτησης επίλυσης της διαφοράς με αριθμό ΑΧ1315/00 ημερομηνίας 13.6.
  15. Οι εναγόμενοι μετά την έκδοση και κοινοποίηση σ' αυτούς της απόφασης ημερομηνίας 6.10.2004 του Διευθυντή Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, προσπάθησαν επανειλημμένα να εξεύρουν εξωδικαστική επίλυση της όλης διαφοράς προτείνοντας στον ενάγοντα και ή στους αντιπροσώπους του όπως τον αποζημιώσουν σε χρήμα για την γενόμενη ασήμαντη και ή αμελητέα επέμβαση που έγινε στο οικόπεδο του, αλλά ο ενάγοντας και ή οι αντιπρόσωποι του αρνήθηκαν να το αποδεκτούν.
  16. Ο ενάγοντας έλαβε γνώση για την επέμβαση σε κάποιο εύλογο χρόνο κατά ή περί το έτος 2000 πριν την καταχώρηση της αίτησης ΑΧ1315/00 για επίλυση της συνοριακής διαφοράς. Τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν είναι τα ακόλουθα:
  17. Έκθεση εκτίμησης ακινήτου ημερομηνίας 13.2.2006 από τους Γλάυκο Αγαθαγγέλου & Συνεργάτες αναφορικά με το σημείο των παραδεκτών γεγονότων 4 πιο πάνω, ως Τεκμήριο
  18. Έκθεση εκτίμησης ημερομηνίας 19.2.2006 για την κατεδάφιση και επανακατασκευή του τοίχου από μπετόν , ως Τεκμήριο
  19. Επιστολή από Athanasiou Constructions & Development ημερομηνίας 17.1.2007, ως Τεκμήριο
  20. Δύο αντίγραφα φωτογραφιών της εξωτερικής όψης του κήπου και του περιτοιχίσματος ως Τεκμήριο
  21. Δύο αντίγραφα φωτογραφιών της εσωτερικής όψης του κήπου των εναγομένων ως Τεκμήριο
  22. Αγορεύσεις Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των δύο μερών. Ο κ. Αποστολίδης στο στάδιο αυτό επεσήμανε ότι δεν θα επιμένει στη θεραπεία που ζητά με την παράγραφο Γ της απαίτησης του όσον αφορά την επιδίκαση ειδικών και γενικών αποζημιώσεων. Ακολούθως, με την αγόρευση του υποστήριξε τη θέση του ενάγοντα όπως αυτή φαίνεται στην έκθεση απαίτησης του, στηριζόμενος στα κατατεθειμένα τεκμήρια και στα παραδεκτά γεγονότα. Είναι η θέση του κ. Αποστολίδη ότι η υπό εξέταση αγωγή αποτελεί κλασσική περίπτωση παράνομης επέμβασης σε εγγεγραμμένη ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία αποδεικνύεται από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Ως εκ τούτου καλεί το Δικαστήριο να εκδωσει τα αιτούμενα διατάγματα για απαγόρευση της επέμβασης και παύσης αυτής στο μέλλον. Όσον αφορά την υπεράσπιση των εναγομένων, ο δικηγόρος του ενάγοντα επισημαίνει ότι οι εναγομένοι στην ουσία παραδέχονται την επέμβαση και τη συνέχιση αυτής με αποτέλεσμα οι θέσεις τους να είναι νομικά αβάσιμες. Συγκεκριμένα, ο κ. Αποστολίδης αναφέρει ότι ο συλλογισμός των εναγομένων, ότι η έκταση της επέμβασης είναι μικρή και η αξία της γης του ενάγοντα μικρότερη από το κόστος που θα επωμιστούν οι εναγομένοι από την κατεδάφιση και επανοικοδόμηση του περιτοιχίσματος τους, είναι αντινομικός και ενδεχομένως να στηρίζεται στον Οθωμανικό Κώδικα Γαιών ο οποίος έχει καταργηθεί με την εφαρμογή του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησης) Νόμου, Κεφ. 224, και την εγκαθίδρυση του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Η θέση των εναγομένων ότι η αγωγή είναι καταπιεστική πρέπει σύμφωνα με τον ισχυρισμό του κ. Αποστολίδη, να απορριφθεί εφόσον τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν τούτου, είναι ισχυρισμός του κ. Αποστολίδη ότι η θέση της άλλης πλευράς περί πλήρους άγνοιας τους για την επέμβαση εφόσον όταν αυτή έγινε δεν ήταν ιδικοτήτες του ακινήτου καμία βοήθεια δεν τους παρέχει. Η θέση τους αυτή απεικονίζει κατά την κρίση του τη νομική ρήτρα "jus tertii" η οποία για να αποδειχθεί θα πρέπει οι εναγομένοι να αποδείξουν ότι ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του ακινήτου είχε τέτοιο δικαίωμα το οποίο είναι ισχυρότερο του τίτλου ιδιοκτησίας του ενάγοντα. Καταληκτικά, ο κ. Αποστολίδης εισηγείται ότι οι θέσεις των εναγομένων που προβάλλονται στην υπεράσπιση τους είναι εκτός νομικής πραγματικότητας και εκτός κάθε έννοιας που προβλέπει το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και το Κεφ.
  23. Από την άλλη πλευρά, ο κ. Παντελή, με αναφορά στα παραδεκτά γεγονότα και ειδικότερα στο ότι το περιτοίχισμα του ακινήτου των εναγομένων επεμβαίνει ελάχιστα εντός του οικοπέδου του ενάγοντα και η συνολική επέμβαση των εναγομένων επί αυτού καλύπτει 9 τ.μ., εστίασε την αγόρευση του στο ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να προχωρήσει σε έκδοση των αιτούμενων από τον ενάγοντα διαταγμάτων. Ο κ. Παντελή στήριξε τη θέση του αυτή με λεπτομερή αναφορά στο σύγγραμμα Injunctions, David Bean, 9η έκδοση, όπου αναφέρονται οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο θα πρέπει να αντλεί καθοδήγηση όταν πρόκειται να εκδώσει οποιοδήποτε απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα. Σύμφωνα με τη θέση του κ. Παντελή, ακόμη και εάν ο ενάγοντας αποδείξει ότι έχουν παραβιαστεί τα δικαιώματα του, το Δικαστήριο μπορεί να μην εκδώσει απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα και να περιοριστεί στη επιδίκαση αποζημιώσεων, όπως εξάλλου είναι και η θέση των εναγομένων στην ανταπαίτηση τους, εάν και εφόσον η έκδοση οποιουδήποτε τέτοιου διατάγματος θα είναι καταταπιεστική για τους εναγομένους. Για να αποφασίσει το Δικαστήριο στο κατά πόσο η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος είναι καταπιεστική θα πρέπει να λάβει υπόψη τις τέσσερις προυποθέσεις που τέθηκαν στην Αγγλική υπόθεση Shelfer v City of London Electric Lighting Co.
(1895)1 Ch. 287, το σκεπτικό της οποίας ακολουθήθηκε στις υποθέσεις Savva v Paraskeva, The Cyprus Law Reports Volume 16, 1938-1940, Xenophontos v Kazandjian, The Cyprus Law Reports Volume 19, 1950-1953 όπως επίσης και στη σχετικά πρόσφατη απόφαση Jaggard v Sawyer and Another
(1995)2 All E.R. 189.Στην υπόθεση Shelfer v City of London Electric Lighting Co. (πιο πάνω) λέχθηκε ότι: «It may be stated as a good working rule that damages may be given in substitution for an injunction in cases where there are found in combination the four following requirements, viz., where the injury to the plaintiff's legal rights is
(1)small,
(2)capable of being estimated in money,
(3)can be adequately compensated by a small payment, and
(4)where the case is one in which it would be oppressive to the defendant to grant an injunction.» Οι πιο πάνω προυποθέσεις είναι η εισήγηση του κ. Παντελή ότι πληρούνται στην παρούσα περίπτωση. Είναι παραδεκτό ότι η αξία της γης του ενάγοντα όπου υπάρχει επέμβαση είναι €2.
  1. Από την άλλη, η κατεδάφιση και ανακατασκευή του επίδικου περιτοιχίσματος θα κοστίσει στους ενάγοντες €8.850, και το κόστος για την επαναδημιουργία του κήπου των εναγομένων, ο οποίος θα επηρεαστεί, είναι €4.
  2. Από τα πιο πάνω, τα οποία αποτελούν και παραδεκτά γεγονότα, είναι φανερό ότι η οικονομική ζημιά που θα υποστούν οι εναγομένοι από την έκδοση διατάγματος για κατεδάφιση του περοιτοιχίσματος θα είναι πολλαπλάσια από την αξία της γης του ενάγοντα. Ο κ. Παντελή επεσήμανε επίσης, με αναφορά στην πιο πάνω νομολογία, και την καθυστέρηση από την πλευρά του ενάγοντα να ενεργήσει και να ζητήσει τα αιτούμενα διατάγματα. Πέραν τούτου, καλεί το Δικαστήριο να λάβει σοβαρά υπόψη ότι οι εναγομένοι δεν είχαν οποιαδήποτε ανάμειξη στην ανέγερση του περιτοιχίσματος. Ο κ. Παντελή, κατά την αγόρευση του, επίσης συγκεκριμενοποίησε τη θέση των εναγομένων για την ισχυριζόμενη καταπίεση ότι βασίζεται σε όσα ανέφερε πιο πάνω σε σχέση στην ύπαρξη της ζημιάς στους εναγομένους και όχι στην συμπεριφορά και ή στις προθέσεις του ενάγοντα με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Ανεξάρτητα από τις πιο πάνω θέσεις του, ο κ. Παντελή εισηγείται ότι το διάταγμα το οποίο ο ενάγοντας ζητά με την παράγραφο Β της απαίτησης του θα πρέπει εν πάση περιπτώσει να απορριφθεί λόγω ασάφειας. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία για την αρχική κατάσταση του ακινήτου του ενάγοντα οπότε με την έκδοση του εν λόγω διατάγματος οι εναγομένοι δεν θα γνωρίζουν σε τι ενέργειες θα πρέπει να προβούν. Επιπλέον, ο κ. Παντελή εισηγείται ότι και το διαζευκτικό μέρος της παραγράφου Β της απαίτησης του ενάγοντα θα πρέπει να απορριφθεί εφόσον πάλιν καμία μαρτυρία δεν προσφέρθηκε η οποία να αποδεικνύει και ή να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς του που περιέχονται στις παραγράφους 15 και 16 της έκθεσης απαίτησης του. Νομική Βάση - Συμπεράσματα Σύμφωνα με το άρθρο 43
(1)του Κεφ. 148: « Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο». Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 38, παρ.1194, επέμβαση συνίσταται σε παράνομη πράξη υποδυκνείουσα αμφισβήτηση - ενόχληση της κατοχής της περιουσίας κάποιου, αντίθετα με τη θέληση του. Η παράνομη επέμβαση είναι αδίκημα εναντίον της κατοχής ακινήτου. Παραπέμπω προς τούτο στην απόφαση Γεώργιος Λάμπρου κ.ά. ν Ελένη Κεφάλα κ.ά
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1516, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω : «Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Adamou v Christofi
(1974)1 CLR 100, έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του εναγομένου. Στην υπόθεση Liasidou and Another v Papademetriou
(1975)1 CLR 122, λέχθηκε ότι η κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, μ' εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα. (Δέστε Γεωργίου ν Ανδρέα ΠΕ 10140 16.12.98, όπου η φύτευση δένδρων θεωρήθηκε ως επέμβαση μόνιμου χαρακτήρα που νομιμοποιούσε την ιδιοκτήτρια που ενοικίαζε το κτήμα σε άλλους να εγείρει αγωγή). Στην παρούσα περίπτωση, οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες 3 και 4 είναι εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες και, παρόλον ότι δεν είχαν κατοχή , αφού η επέμβαση στο κτήμα είχε μόνιμο χαρακτήρα, κατά τη κρίση μας εδικαιολογείτο η νομιμοποίηση τους για να εγείρουν την αγωγή ». Η απόδειξη ιδιοκτησίας αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής, εκτός εάν προκύπτει από μαρτυρία ότι την κατοχή την έχει άλλος (βλ. σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 16η έκδοση, παρ.23-08, Γλυκής ν Ιερά Μονή Μαχαιρά
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 654). Στην παρούσα αγωγή, το θέμα της ιδιοκτησίας του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 30970 στη τοποθεσία Κοκκινόγια, Φ/Σχ 54/41, Τεμάχιο 2444, στη Λεμεσό, Αγία Φύλαξη, από τον ενάγοντα είναι παραδεκτό γεγονός. Καμία μαρτυρία δεν υπάρχει ότι το συγκεκριμένο κτήμα κατέχεται από άλλον, οπότε κρίνω ότι η πιο πάνω παραδοχή των μερών αποτελεί απόδειξη της κατοχής του συγκεκριμένου ακινήτου από τον ενάγοντα. Το αδίκημα της παράνομης επέμβασης είναι αγώγιμο per se και δεν χρειάζεται απόδειξη ζημιάς. Η απουσία όμως συγκεκριμένης ζημιάς, περιορίζει τον ενάγοντα στην επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων μόνο. Στην υπόθεση Andrian Holdings Ltd v Κ.Δ.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι αγώγιμο per se, όπου όμως δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ζημιάς, μπορεί να επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις και να μην δοθούν έξοδα ή ακόμα να διαταχθεί ο ενάγων να καταβάλει έξοδα στον εναγόμενο.». (βλέπε επίσης Παπακόκκινου κ.ά. ν Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ.379, Kakoullou and Another v Kakoulli
(1985)1 CLR 355, Ttantis v Hadjimichael and Another
(1982)1 CLR 301 και Ευθύβουλου κ.ά. ν Συμβούλιο Βελτιώσεως Κισσόνεργας κ.ά.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1059). Ο ενάγοντας σε αγωγή για παράνομη επέμβαση έχει το βάρος της απόδειξης της ισχυριζόμενης επέμβασης. Με την απόδειξη αυτής, το βάρος μετατίθεται στους ώμους των εναγομένων να αποδείξουν ότι η επέμβαση δεν ήταν παράνομη (βλ. Παπακοκκίνου ν Αγγελική Σμυρλή κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 813 και Γεώργιος Κώστα Μάρκου ν Γεώργιου Π. Χρυσοστόμου κ.ά.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1653). Ευρήματα Στην παρούσα υπόθεση, με βάση τα παραδεκτά γεγονότα και τα κατατεθειμένα τεκμήρια, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 30970 στη τοποθεσία Κοκκινόγια, Φ/Σχ 54/41, Τεμάχιο 2444, έκτασης 554 τετραγωνικών μέτρων είναι ο ενάγοντας και οι εναγομένοι 1 και 2 είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του εφαπτόμενου ακινήτου με αριθμό έγγραφής 26646, τεμάχιο 525, Φ/Σχ 54/
  1. Παρομοίως, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το περιτοίχισμα από μπετόν των εναγομένων 1 και 2 επεμβαίνει εντός του ακινήτου του ενάγοντα και η όλη επέμβαση τους στο ακίνητο του ενάγοντα καλύπτει εμβαδό 9 τ.μ.. Σύμφωνα με την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 6.10.2004 (Τεκμήριο 2), η έκταση γης η οποία φαίνεται με κίτρινο χρώμα στο εν λόγω τεκμήριο, η οποία αποτελεί και το επίδικο θέμα στην παρούσα αγωγή, αποτελεί μέρος του ακινήτου του ενάγοντα και μέρος της εγγραφής
  2. Επιπλέον σύμφωνα με την αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 23.11.2004 (Τεκμήριο 3), το εγγεγραμμένο εμβαδό του ακινήτου των εναγομένων 1 και 2 δεν επηρεάζεται με οποιονδήποτε τρόπο από την απόφαση του ημερομηνίας 6.10.2004 λόγω του ότι τα εγγεγραμμένα σύνορα των δύο κτημάτων παραμένουν αναλλοίωτα. Ως εκ τούτου αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας έχει αποδείξει ότι υπάρχει η ισχυριζόμενη επέμβαση. Καθίσταται ακολούθως, αναγκαία η εξέταση του κατά πόσο οι εναγόμενοι απέδειξαν ότι η επέμβαση δεν ήταν παράνομη. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 38, παρ.1194 και 1195 αναφέρεται : « To amount to a trespass an act must be voluntary; but an act may be a trespass, although it is committed by mistake or without malice. A person is guilty of a trespass if he acts voluntarily, knowing the nature and quality of his act, even though he does not know the act to be wrongful.». Περαιτέρω στο ίδιο σύγγραμμα στην παράγραφο 1197 αναφέρονται τα ακόλουθα: «The continuance of a trespass is a fresh trespass, and it is actionable in the same way as the original act of trespass, although damages have been recovered for the original act.". (Βλέπε επίσης παρ.23-01 στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 16η έκδοση). Λαμβάνοντας υπόψη τα παραδεκτά γεγονότα και τα κατατεθειμένα τεκμήρια, έστω και εάν οι εναγομένοι αγόρασαν το ακίνητο με υφιστάμενο το περιτοίχισμα από μπετόν, το οποίο είναι κτισμένο εντός του ακινήτου του ενάγοντα, και η όλη επέμβαση η οποία καλύπτει εμβαδό 9 τ.μ. του ακινήτου του ενάγοντα έγινε αρχικά από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες, δεν αφήνει τους εναγομένους 1 και 2 άμοιρους ευθυνών. Αφ' ής στιγμής οι εναγομένοι 1 και 2 έχουν καταστεί νέοι ιδιοκτήτες του ακινήτου με την αγορά του από την εταιρεία Chr. Athanasiou Constructions Ltd τον Ιανουάριο του 1999 και κατέστησαν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες αυτού στις 3.2.1999, ενόψει του ότι η παράνομη επέμβαση είναι και συνεχές αδίκημα, οι ίδιοι καθίστανται υπεύθυνοι για το αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Το γεγονός ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 είχαν πλήρη άγνοια για την ύπαρξη της επέμβασης κατά το χρόνο της αγοράς του ακινήτου τους και της εγγραφής του στο όνομα τους μέχρι και την διενέργεια της επιτόπιας εξέτασης, ενόψει των πιο πάνω αρχών, δεν τους απαλλάσσει από την ευθύνη. Σημασία έχει ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 έλαβαν γνώση για την επέμβαση στο ακίνητο του ενάγοντα, όπως εξάλλου είναι και παραδεκτό, κατά το χρόνο της επιτόπιας εξέτασης, δηλαδή στις 17.9.
  3. Ακολούθως, προχώρησαν με την καταχώρηση της Αίτησης-Έφεσης με αριθμό 454/04 στις 4.11.2004, η οποία τελικά δεν προωθήθηκε με αποτέλεσμα η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου να καταστεί τελεσίδικη και έκτοτε οι εναγομένοι 1 και 2 συνεχίζουν να επεμβαίνουν στο ακίνητο του ενάγοντα. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός και κατ΄επέκταση και εύρημα μου ότι η επέμβαση αυτή συνεχίζεται μέχρι και σήμερα (βλ. παρ.23-05 Clerk & Lindsell on Torts (πιο πάνω). Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι αποτελεί και παραδεκτό γεγονός ότι ο τίτλος της εγγραφής τους δεν καλύπτει το επίδικο μέρος της επέμβασης των 9 τ.μ., το οποίο είναι επίσης παραδεκτό γεγονός ότι αποτελεί μέρος της εγγραφής στο όνομα του ενάγοντα. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η έκταση της επέμβασης είναι μικρή και ή ασήμαντη σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί υπεράσπιση οπότε και απορρίπτεται. Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts (πιο πάνω) στην παράγαρφο 23-07 αναφέρεται συγκεριμένα ότι: «.the trifling nature of trespass is no defence.». Ερχόμενη τώρα να εξετάσω τους λοιπούς ισχυρισμούς των εναγομένων οι οποίοι περιέχονται στην υπεράσπιση τους και συγκεκριμένα ότι ο ενάγοντας κωλύεται να ζητά με την αγωγή του τα αιτούμενα διατάγματα αφού ο ίδιος με τη συμπεριφορά τους και τις πράξεις του και ή τις παραλείψεις του αμέλησε και ή παρέλειψε και ή απέφυγε να λάβει τα δέοντα μέτρα κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανέγερσης του περιτοιχίσματος, για τους λόγους που θα αναφέρω πιο κάτω, κρίνω ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, ο ενάγοντας έλαβε γνώση για την επέμβαση στο τεμάχιο του εντός εύλογου χρόνου πριν την καταχώρηση της αίτησης με αριθμό ΑΧ1315/00 ημερομηνίας 13.6.2000 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού για επίλυση της μεταξύ τους συνοριακής διαφοράς. Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου εκδόθηκε στις 6.10.
  4. Μετά ακολούθησε η διαδικασία της Αίτησης - Έφεσης η οποία τελικά αποσύρθηκε στις 11.2.2005, και στο μεταξύ στις 29.8.2005 είχε καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή. Είναι παραδεκτό γεγονός επίσης ότι οι εναγομένοι 1 και 2 προσπάθησαν να εξεύρουν εξώδικη διευθέτηση ή και να καταβάλουν στον ενάγοντα την αξία του μέρους της ακίνητης ιδιοκτησίας του το οποίο κατέχουν χωρίς αυτό να γίνει αποδεκτό από τον ενάγοντα. Με τα πιο πάνω δεδομένα, δεν αντιλαμβάνομαι πού εδράζεται η θέση αυτή των εναγομένων εφόσον δεν υπάρχει ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει κωλυσιεργία από μέρους του ενάγοντα να ενεργήσει. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι στην απόφαση Κορακίδης κ.α. ν Γεωργίου κ.α.
(1998)1(Γ)Α.Α.Δ.1534, το Ανώτατο Δικαστήριο μεταξύ άλλων ανέφερε ότι: «. το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας του Δικαστηρίου με την πολλαπλότητα της διαδικασίας, αλλά διέλαθε της προσοχής του και η σαφής πρόνοια στο Άρθρο 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησης) Νόμου. Δυνάμει της εν λόγω πρόνοιας το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έπρεπε να προχωρήσει στην ακρόαση της αγωγής των εφεσειόντων εφόσον εκκρεμούσε η έφεση τους εναντίον της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου, με την οποία είχαν υιοθετηθεί οι θέσεις των αντιδίκων ως προς την ιδιοκτησία των επίδικων κτημάτων .....». Είναι δηλαδή και νομολογημένο ότι όπου υπάρχει θέμα επίλυσης συνοριακής διαφοράς ή και διόρθωσης λάθους ή και παράλειψης στα Μητρώα του Κτηματολογίου ή σε πιστοποιητικά εγγραφής εμπίπτει στις εξουσίες του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Με βάση τα πιο πάνω, και χωρίς να παραγνωρίζω ότι ο κ. Παντελή διευκρίνισε στο Δικαστήριο ότι δεν επιζητά αλλοίωση των οποιωνδήποτε κτηματολογικών μητρώων, η θέση του ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας για την έκδοση ή όχι των αιτούμενων διαταγμάτων θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη την καθυστέρηση του ενάγοντα να δράσει απορρίπτεται . Εάν και εφόσον η θέση των εναγομένων στηρίζεται στο περιουσιακό κώλυμα, παρόλο που κάτι τέτοιο δεν είναι ξεκάθαρο από το δικόγραφο τους, αναφέρω τα πιο κάτω. Στην υπόθεση Βερεγγάρια Παπακόκκινου ν Δήμος Πάφου
(1998)1(Δ)Α.Α.Δ.2398, λέχθηκε ότι στην Αγγλία η προέκταση του Κωλύματος με τη διαμόρφωση του περιουσιακού κωλύματος στο δίκαιο της Επιείκειας σύμφωνα με την απόφαση Grabb v Arun District Council
(1976)Ch. 179, έδωσε το δικαίωμα σε πρόσωπο στο οποίο δίδονται υποσχέσεις, να διεκδικήσει κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Η προαναφερόμενη απόφαση έχει υιοθετηθεί στην υπόθεση Στυλιανού και άλλοι ν Παπακλεοβούλου
(1982)1 CLR
  1. Παραπέμπω σε απόσπασμα από την απόφαση Βερεγγάρια Παπακόκκινου ν Δήμος Πάφου (πιο πάνω): «Το βασικό ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η απόφαση Grabb v Arun, όπως υιοθετήθηκε στην Κύπρο με την απόφαση Στυλιανού και άλλος ν Παπακλεοβούλου και άλλοι μπορεί να θέσει σε εφαρμογή τον κανόνα του Περιουσιακού κωλύματος, δίνοντας προς τούτο το δικαίωμα στις εφεσείουσες να νομιμοποιήσουν την απαίτηση τους. Η απάντηση μας στο ερώτημα είναι αρνητική. Οι διατάξεις του άρθρου 4 του Κεφ. 224 είναι περιοριστικές όσον αφορά τις περιπτώσεις δημιουργίας προνομίων πάνω σε ακίνητη περιουσία και απαγορευτικές όσον αφορά την υιοθέτηση κανόνων του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας (Equity). Αναγνώριση δημιουργίας δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητη περιουσία με την εφαρμογή του Περιουσιακού κωλύματος θα ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τις πρόνοιες του άρθρου 4 που δεν επιτρέπει την εφαρμογή των κανόνων του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας στη δημιουργία δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητη ιδιοκτησία στην Κύπρο. Τα δικαιώματα που μπορεί να αποκτηθούν δεν μπορεί να είναι άλλα εκτός από εκείνα που καθορίζονται ρητά με το άρθρο 4 του Κεφ.
  2. (βλ. Odysseos v Pieris Estates & Others
(1982)1 CLR 557).» Παραπέμπω περαιτέρω σε απόσπασμα από την απόφαση Ανδρέας Ιωαννίδης κ.α. ν Ιεράς Μονής Κύκκου
(2004)1(Β)Α.Α.Δ.760, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί. Ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάσισε ότι οι εφεσειόντες δεν κατόρθωσαν να δείξουν ότι υπήρχαν γεγονότα από τα οποία να δημιουργείται περιουσιακό κώλυμα ( proprietary estoppel). Απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη, έστω, λόγου περιουσιακού κωλύματος αποτελεί η παράσταση εκ μέρους του ιδιοκτήτη του ακινήτου, προς το πρόσωπο το οποίο γίνεται, ότι ο ίδιος αποποιείται δικαιωμάτων του επί του ακινήτου, το δε πρόσωπο προς το οποίο γίνεται η παράσταση μπορεί να θεωρήσει ότι απέκτησε αντίστοιχο δικαίωμα. (βλ. μεταξύ άλλων Ιωάννη Αντωνίου Χρυσοστόμου ν
  1. Ελένης Χρίστου Αντωνίου Φράγκου κ.α., Πολ. Έφεση 10462, 27.4.2000). Στην προκειμένη περίπτωση, οι εφεσείοντες, παρά το γεγονός ότι με την υπεράσπιση η εφεσίβλητη 1 αρνήθηκε το σχετικό ισχυρισμό στην έκθεση απαιτήσεως, δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία τέτοιων παραστάσεων εκ μέρους της εφεσίβλητης 1.» Στην παρούσα υπόθεση δεν παρουσιάστηκαν οποιαδήποτε γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου τα οποία να δικαιολογούν και ανάλογο εύρημα. Το περιεχόμενο της επιστολής της εταιρείας CHR. ATHANASIOU CONSTRUCTIONS LIMITED αποτελεί παραδεκτό γεγονός αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει απόδειξη της πιο πάνω θέσης. Ο ενάγοντας ουδέποτε έδωσε την άδεια του σε οποιονδήποτε να επέμβει στη γη του και, σύμφωνα με τα παραδεκτα γεγονότα, εντός εύλογου χρόνου αφού αντιλήφθηκε την επέμβαση, προέβηκε το 2000 στα απαραίτητα διαβήματα μεσω του Κτηματολογίου με την καταχώρηση της αίτησης για επίλυση της συνοριακής διαφοράς. Ακολούθως, μετά την έκδοση της απόφασης στις 6.10.2004, οι εναγομενοι καταχώρησαν την πιο πάνω αναφερόμενη Αίτηση/Έφεση η οποία απορρίφθηκε στις 11.2.
  2. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 29.8.2005, δηλαδή πριν την απόσυρση της Αίτησης/Έφεσης. Με παραπομπή στην πιο πάνω απόφαση Κορακίδης κ.α. ν Γεωργίου κ.α. και με δεδομένο το ιστορικό της μεταξύ των μερών διαφοράς, δεν τίθεται θέμα κωλυσιεργίας από πλευράς του ενάγοντα να ενεργήσει αλλά ούτε και υπάρχει μαρτυρία για αποδοχή και ή άδειας από μέρους του ενάγοντα προς τον οποιονδήποτε να επέμβει στην ακίνητη ιδιοκτησία του. Αποζημιώσεις Οι γενικές αρχές για την επιδίκαση αποζημιώσεων και την απόδειξη τους έχουν τεθεί πιο πάνω. Το θέμα των αποζημιώσεων όμως στην παρούσα υπόθεση δεν θα με απασχολήσει, ενόψει της δήλωσης του κ. Αποστολίδη στο στάδιο των αγορεύσεων του ότι δεν επιμένει στη σχετική θεραπεία του ενάγοντα για επιδίκαση ειδικών και ή γενικών αποζημιώσεων. Έκδοση Διαταγμάτων Οι θεραπείες τις οποίες ο ενάγοντας ζητά με την έκθεση απαίτησης του είναι η έκδοση διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στους εναγομένους 1 και 2 και ή στους αντιπροσώπους και ή υπηρέτες τους να επεμβαίνουν στο ακίνητο του, όπως επίσης και διάταγμα ενατίον τους για να επαναφέρουν το ακίνητο του στην αρχική του κατάσταση. Η θέση των εναγομένων από την άλλη, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, είναι ότι η έκδοση των αιτούμενων διατγμάτων είναι καταχρηστική και καταπιεστική για τους ιδίους, εφόσον η ζημιά που αυτοί θα υποστούν είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από τη ζημιά που υφίσταται ο ενάγοντας από τη μικρή επέμβαση στο ακίνητο του, η οποία μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Εξετάζοντας τις Αγγλικές αυθεντείες στις οποίες με παρέπεμψε ο κ. Παντελή, παρατηρώ ότι δεν έχουν εφαρμογή στην Κύπρο. Στην υπόθεση Shelfer v City of London Electric Lighting Co.
(1895)1 Ch. 287, η οποία αφορούσε οχληρία, το Δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση της σχετικής απόφασης για καταβολή αποζημιώσεων αντί του διατάγματος αντλώντας τη δικαιοδοσία του από το "Lord Cairns Act", το οποίο στην ουσία δεν στέρησε από τα Αγγλικά Δικαστήρια τη δικαιοδοσία να επιδικάζουν αποζημιώσεις αντί να εκδίδουν διατάγματα στις εξαιρετικές περιπτώσεις όπου πληρούνται οι προυποθέσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω με αναφορά στην υπόθεση Shelfer. Η ίδια είναι η θέση μου και για τις πιο πρόσφατες υποθέσεις στις οποίες με παρέπεμψε ο κ. Παντελή με τη διαφορά ότι σε εκείνες εφαρμόστηκε το άρθρο 50 του Supreme Court Act 1981 και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην Κύπρο δεν υπάρχει οποιαδήποτε σχετική νομοθεσία η οποία να δίνει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να προχωρήσει με την επιδίκαση αποζημιώσεων αντί διατάγματος σε περιπτώσεις όπου η βάση της αγωγής είναι η παράνομη επέμβαση και αυτή αποδεικνύεται. Πέραν τούτου από ότι γνωρίζω στην Κύπρο δεν υπάρχει πρόσφατη νομολογία η οποία να στηρίζει την εισήγηση του κ. Παντελή για το δικαίωμα του Δικαστηρίου να ασκεί τη διατριτική του ευχέρεια στο στάδιο εξέτασης της ουσίας αγωγής για παράνομη επέμβαση σε σχέση με την έκδοση διαταγμάτων άρσης αυτής. Τέτοια διακριτική ευχέρεια δέχομαι ότι παρέχεται στο Δικαστήριο κατά το στάδιο εξέτασης της έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων. Σύμφωνα με το άρθρο 8 του Νόμου περί Πώλησης Γαιών (Ειδική Εκτέλεσης), Κεφ.232, δίδεται επίσης το δικαίωμα στο Δικαστήριο να επιδικάσει αποζημιώσεις αν κρίνει σκόπιμο, αντί να διατάξει ειδική εκτέλεση σύμβασης για πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας, κάτι το οποίο όμως δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Οι Αγγλικές αποφάσεις που άπτονται ζητημάτων ιδιοκτησίας δεν ακολουθούνται κατά κανόνα στην Κύπρο όπου η διακατοχή ακίνητης ιδιοκτησίας είναι διαφορετικής φύσης. Οι υποθέσεις Savva v Paraskeva (πιο πάνω) και Xenophontos v Kazandjian (πιο πάνω) στις οποίες το σκεπτικό της υπόθεσεις Shelfer v City of London Electric Lighting Co. (πιο πάνω) εφαρμόστηκε, αφορούσαν το άρθρο 35 του Οθωμανικού Κώδικα, και συγκεριμένα το άρθρο 35(ιιι) αυτού, όπου υπάρχει σχετική πρόνοια για καταβολή αποζημίωσης σε περίπτωση επέμβασης σε γη η οποία είναι εγγεγραμμένη σε άλλο πρόσωπο. Η παραπομπή του κ. Παντελή στο περιεχόμενο της απόφασης Savva v Paraskeva (πιο πάνω), όπου τα γεγονότα είναι όντως παρόμοια με αυτά της παρούσας υπόθεσης, και στο σκεπτικό του Δικαστηρίου ότι «..if there is any difficulty about interpretation of the wording it does no harm to refer to the English law on the point as one is almost certain to find what is the principle on which the law is founded » δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση εφόσον ο Οθωμανικός Κώδικας έπαυσε να ισχύει με την εφαρμογή του Κεφ.224. Αναφέρω στο σημείο εδώ ότι ακόμη και στην Αγγλία κατά κανόνα, εάν και εφόσον αποδειχθεί συνεχής παράνομη επέμβαση, τα Δικαστήρια προχωρούν στην έκδοση διαταγμάτων άρσης αυτής εκτός σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου ο ενάγοντας δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά (βλ. Clerk & Lindsell on Torts (πιο πάνω), παρ.23-08, Patel v WH Smith Ltd
(1987)2 All E.R. 569 παρόλο που η υπόθεση αυτή αφορούσε την έκδοση προσωρινού διατάγματος). Επιπλέον, στην Κύπρο το δικαίωμα της κατοχής ακίνητης ιδιοκτησίας προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος το οποίο αποτελεί και ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα του πολίτη. Σύμφωνα με το άρθρο 23.
  1. του Συντάγματος: « Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ' άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχει, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτεί τον σεβασμό του τοιούτου δικαιώματος αυτού.». Το άρθρο 23.
  2. προνοεί ότι στέρηση ή και περιορισμός οπουδήποτε τέτοιου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθεί εκτός εάν προβλέπεται από το συγκεκριμένο άρθρο. Χωρίς να χρειάζεται να παραθέσω αυτούσιο το σχετικό άρθρο του Συντάγματος, είναι φανερό ότι καμία σχετική πρόνοια δεν περιέχεται που να δίδει το δικαίωμα και ή ακόμη τη δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να στερήσει και ή ακόμη να περιορίσει το δικαίωμα κάποιου πολίτη να κατέχει και ή να απολαμβάνει την ακίνητη περιουσία του. Η ίδια είναι η θέση μου ανεξαρτήτως του ότι ο κ. Παντελή κατά την αγόρευση του επεσήμανε ότι δεν επιζητά αλλαγή στην εγγραφή του κτήματος του ενάγοντα. Η θέση του όμως ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να επιδικάσει αποζημιώσεις στον ενάγοντα διεξοδικά, «once and for all», έτσι ώστε να αποφευχθούν μεταγενέστερες αγωγές και απαιτήσεις από την πλευρά του ενάγοντα, και οι εναγομένοι να συνεχίσουν την κατοχή του μέρους του ακινήτου του ανενόχλητη ενώ αυτό θα παραμείνει εγγεγραμμένο στο όνομα του, κρίση μου είναι ότι καταστρατηγεί τις πιο πάνω πρόνοιες του Συντάγματος και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η κρίση μου για την εισήγηση των εναγομένων σε σχέση με το μέγεθος της επέμβασης τους στην περιουσία του ενάγοντα έχει καταγραφεί πιο πάνω όπως επίσης και για την ισχυριζόμενη καθυστέρηση του να ενεργήσει. Στο σημείο αυτό θεωρώ ορθό να ασχοληθώ με την εισήγηση του κ. Παντελή ότι το διαταγμα που ζητά ο ενάγοντας στην απαίτηση του για επαναφορά του κτήματος του στην προηγούμενη του κατάσταση δεν μπορεί να δοθεί τόσο γιατί δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία για το ποιά ήταν η κατάσταση αυτή όσο και για το ότι αυτό είναι αόριστο και ασαφές. Στην υπόθεση Χάμπου ν Christoforou Anraam (Catering Services) Ltd (Πολ. Έφ. 114/06 ημερ.22.4.2008), το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση όπου μεταξύ άλλων εκδόθηκε διάταγμα άρσης της παράνομης επέμβασης ενώ στην έκθεση απαίτησης δεν γινόταν συγκεκριμένη αναφορά στο σχετικό αδίκημα εφόσον έκριναν ότι το σχετικό αδίκημα μπορούσε να εξαχθεί από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων και από τη δοθείσα μαρτυρία η οποία είχε παραμείνει αναντίλεκτη. Στην υπόθεση Kennedy Hotels Ltd v Haig Indjirdjian
(1992)1(Α)Α.Α.Δ.400, αποφασίστηκε μεταξύ άλλων ότι: «(α) Οι Κυπριακοί δικονομικοί θεσμοί δεν καθιστούν απαραίτητο τον επακριβή προσδιορισμό της θεραπείας η οποία επιδιώκεται, ούτε αποκλείουν την παροχή θεραπείας άλλης από εκείνη η οποία επιζητείται. Εφ' όσο στοιχειοθετούνται τα γεγονότα στο σώμα της έκθεσης απαίτησης για την παροχή θεραπείας, αυτή μπορεί να αποδοθεί χωρίς να έχει επιζητηθεί.». Στην παρούσα υπόθεση έχει αποδειχθεί το αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι το περιτοίχισμα από μπετόν το οποίο έχει ύψος περίπου δύο μέτρα είναι κτισμένο και επεμβαίνει στο ακίνητο του ενάγοντα. Είναι επίσης παραδεκτό γεγονός ότι για την άρση της επέμβασης πρέπει να κατεδαφιστεί το υφιστάμενο περιτοίχισμα που διαχωρίζει τα δύο ακίνητα. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές της νομολογίας στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης κρίνω ότι ο ενάγοντας, αντί του διατάγματος που ζητά για επαναφορά του ακινήτου του στην πρότεραν του κατάσταση, δικαιούται στην έκδοση διατάγματος για άρση της παράνομης επέμβασης των εναγομένων 1 και 2, ο τρόπος για την οποία συγκεριμενοποιείται από τα παραδεκτά γεγονότα. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους εναγομένους 1 και 2 και ή υπηρέτες και ή αντιπροσώπους τους και ή εκδοχείς τους να επεμβαίνουν με οποιονδήποτε τρόπο παράνομα και ή αυθαίρετα εντός του ακινήτου του ενάγοντα με αριθμό εγγραφής 30970 στη τοποθεσία Κοκκινόγια, Φ/Σχ 54/41, Τεμάχιο 2444, έκτασης 554 τ.μ., Αγία Φύλαξη, Επαρχία Λεμεσού. Επίσης εκδίδεται διάταγμα με το οποίο οι εναγομένοι 1 και 2 διατάσσονται να άρουν κάθε επέμβαση από την ακίνητη ιδιοκτησία του ενάγοντα με τη κατεδάφιση του μέρους του περιτοιχίσματος από μπετόν ύψους περίπου δύο μέτρων το οποίο βρίσκεται εντός του ακινήτου του με αριθμό εγγραφής 30970 στη τοποθεσία Κοκκινόγια, Φ/Σχ 54/41, Τεμάχιο 2444, έκτασης 554 τετραγωνικών μέτρων, Αγία Φύλαξη, επαρχία Λεμεσού εντός 40 ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος σ' αυτούς. Τα έξοδα της απαίτησης επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και σε βάρος των εναγομένων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση των εναγομένων 1 και 2, η οποία έχει εξεταστεί πιο πάνω στα πλαίσια της εξέτασης από το Δικαστήριο της έκδοσης των αιτούμενων από τον ενάγοντα διαταγμάτων, δεν μπορεί να έχει άλλη κατάληξη πλην από την απόρριψη της. Όσον αφορά τα έξοδα της ανταπαίτησης, κρίνω ορθό να μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή λόγω του ότι δεν προσκομίστηκε επιπλέον μαρτυρία από τον ενάγοντα σε σχέση με την ανταπαίτηση των εναγομένων 1 και 2 πέραν αυτής που δόθηκε για την απόδειξη της δικής του απαίτησης και των παραδεκτών γεγονότων. Με το τρόπο αυτό θεωρώ ότι δεν δημιουργείται οποιαδήποτε αδικία στην πλευρά του ενάγοντα ενόψει και της κατάληξης μου όσον αφορά την απαίτηση του. Ως εκ τούτου, η ανταπαίτηση των εναγομένων 1 και 2 απορρίπτεται χωρίς οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.) .............. Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/Final Αναφορά: Παράνομη Επέμβαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.