← Κύπρος

Transcoat Cy Ltd κ.α. ν. Παναγιώτης Μαυρουδής κ.α., Αγωγή Αρ. 1086/08, 27 Μαρτίου, 2009

Transcoat Cy Ltd κ.α. ν. Παναγιώτης Μαυρουδής κ.α., Αγωγή Αρ. 1086/08, 27 Μαρτίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A84 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 1086/08 Μεταξύ:

  1. Transcoat Cy Ltd
  2. Mar Ship Spareparts & Services Cy Ltd Εναγόντων και
  3. Παναγιώτης Μαυρουδής
  4. Global Maritime Services Ltd
  5. Interchrom Ltd Pseda Properties & Investments Ltd
  6. G.M.S. Trading Ltd
  7. Paco Trading Ltd
  8. Έλενα Μαυρουδή Εναγομένων -------------------------------- Αίτηση ημερ. 20.1.2009 27 Μαρτίου, 2009 Για τους ενάγοντες-αιτητές: κ. Ορφανίδης Για τους εναγόμενους 6-καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Χαβιαράς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.7.2008 έγιναν απόλυτα εναντίον των καθ' ων η αίτηση 4 και 7 τα διατάγματα που με λεπτομέρεια φαίνονται στην απόφαση του Δικαστηρίου. Η αίτηση που αρχικά αφορούσε όλους τους εναγόμενους, είχε προηγουμένως αποσυρθεί για τους εναγόμενους 5 και 6, άνευ βλάβης, ενώ είχαν γίνει εκ συμφώνου στις 23.6.2008 απόλυτα τα διατάγματα εναντίον των εναγομένων 1, 2 και
  9. Στις 27.10.2008 καταχωρίζεται η έκθεση απαιτήσεως. Στις 20.1.2009 καταχωρίζεται η υπό εξέταση νέα μονομερής αίτηση, εναντίον των εναγομένων 6, με πανομοιότυπο αιτητικό όπως η αίτηση που αποσύρθηκε. Το Δικαστήριο αφού ικανοποιείται ότι δόθηκαν επαρκείς εξηγήσεις για την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, μέχρι να επανέλθουν οι αιτητές με τη νέα τους αίτηση, εκδίδει διατάγματα ως οι παράγραφοι Α και Δ. Κατά την ιδία ημερομηνία καταχωρίζεται και αίτηση για υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, καθώς και όποιας άλλης αίτησης που θα ακολουθούσε, προς την εναγόμενη 6 εταιρεία, με επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στο δικηγόρο και νομικό σύμβουλο της. Η αίτηση εγκρίνεται οπότε και εμφανίζεται, κατά την επόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, ο δικηγόρος της εναγόμενης 6, ο οποίος και ζητεί χρόνο για να τοποθετηθεί. Ακολουθεί αλλαγή δικηγόρου ο οποίος όταν εμφανίζεται ζητεί επίσης χρόνο για να τοποθετηθεί αφού προηγουμένως μελετήσει την αίτηση. Η αίτηση ορίζεται για ακρόαση και εν τω μεταξύ καταχωρίζεται και η ένσταση που προτάσσει οκτώ συνολικά λόγους. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και είναι πανομοιότυπα με την ένορκη δήλωση που συνόδευε την πρώτη αίτηση. Το δικαστήριο για σκοπούς οικονομίας επαναλαμβάνει ότι έχει παραθέσει στην απόφαση ημερομηνίας 17.7.2008 τόσο σε ότι αφορά την νομική πτυχή του ζητήματος, αλλά και σε επι μέρους ζητήματα που άπτονται των προϋποθέσεων του άρθρου 32 και έχουν εφαρμογή και στο υπό κρίση ζήτημα. Λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς που παρατίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και ανατρέχοντας στην έκθεση απαιτήσεως και στις εκεί λεπτομέρειες σε σχέση με την παρακίνηση των εναγουσών εταιρειών να εμπλακούν σε εμπορική συναλλαγή με τους εναγόμενους αλλά και στις λεπτομέρειες δόλου και απάτης που αποδίδονται και στην εναγόμενη 6, αποκαλύπτεται ικανοποιητικό υλικό το οποίο κατά την κρίση μου οδηγεί στην πλήρωση των προϋποθέσεων 1 και 2 του άρθρου 32 του νόμου 14 του
  10. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση του συνηγόρου της εναγόμενης 6 ότι η εναγόμενη δεν έχει καμία σχέση με τις επιταγές ή ότι η ενάγουσα δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε απώλεια από τις επιταγές για τις οποίες εκδόθηκε η διαταγή για μη πληρωμή τους. Το ζήτημα δεν μπορεί να ιδωθεί αποσπασματικά και να μην ενταχθεί η όλη συμπεριφορά της εναγόμενης 6 στο όλο πλαίσιο της έκθεσης απαιτήσεως και μέσα στις λεπτομέρειες δόλου που αφορούν στις ενέργειες όλων των εναγομένων και πού αυτές στόχευαν. Η θεμελίωση του αγώγιμου δικαιώματος ή δικαιωμάτων μπορεί να αναζητηθεί στην έκθεση απαιτήσεως η οποία συνιστά και τη μοναδική πηγή πληροφοριών την οποίαν το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη και η έκθεση απαιτήσεως θεμελιώνει επαρκώς κατά την κρίση μου την συμμετοχή και το ρόλο της εναγόμενης 6 στο όλο πλέγμα των γεγονότων και τελικώς το αγώγιμο δικαίωμα ή δικαιώματα εναντίον της εναγόμενης
  11. Έρχομαι τώρα να εξετάσω τον ισχυρισμό ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν δίνει οποιαδήποτε στοιχεία: δεν προβάλλεται ότι η ακίνητη και κινητή περιουσία των υπολοίπων εναγομένων που δεσμεύτηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου δεν επαρκεί, ή σε ποια έκταση δεσμεύτηκε, ούτε κι' εδώ θα συμφωνήσω με το συνήγορό της εναγόμενης. Αυτό είναι κατά την κρίση μου αδιάφορο εφόσον η αξίωση και οι θεραπείες που επιζητούνται με την αγωγή στρέφονται εναντίον όλων των εναγομένων αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως. Η ενάγουσα σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής θα πρέπει να εξασφαλιστεί εναντίον όλων και για τον καθένα ξεχωριστά από τους εναγόμενους και αναλόγως βεβαίως από την έκβαση της υπόθεσης της έναντι του συνόλου ή για κάθε ένα ή κάποιους από τους εναγόμενους ξεχωριστά. Για ότι αξίζει θα ήθελα να σημειώσω πως εκ των πραγμάτων φαίνεται ότι η συνολική περιουσία που έχει δεσμευθεί με το προηγούμενο διάταγμα του Δικαστηρίου υπολείπεται της αξίωσης. Είναι γεγονός πως με το διάταγμα υπό στοιχείο (Δ) δεσμεύεται ολόκληρη η ακίνητη περιουσία της εναγόμενης 6 όπου και αν ευρίσκεται χωρίς να δίνονται οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία ή άλλως προσδιορισμός. Με σαφήνεια προκύπτει από τη νομολογία ότι η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος μονομερώς, δεν μεταθέτει το βάρος της απόδειξης κατά την ακρόαση. Οι αιτητές σε κάθε περίπτωση έχουν το βάρος να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου ικανοποιητική μαρτυρία για να καταδείξουν είτε ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ, είτε αναλόγως της περίπτωσης, να εκδοθεί. Βλ. Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ

(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, Dolego Estates Ltd κ.α. ν. Θεόδωρος Φιλίππου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217, Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1858. Με σαφή τη θέση της νομολογίας ότι δεν προκύπτει η ανάγκη για προσαγωγή μαρτυρίας για να καταδειχθεί πραγματική πρόθεση του καθ' ου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του, «εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί». Βλ. Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520, C. Phasarias (Automotive Center) Ltd v. ΣΚΥΡΟΠΟΙΙΑ «ΛΕΩΝΙΚ» ΛΤΔ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ 1301. Το διάταγμα εκδίδεται όπως εξηγήθηκε στη Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, και υιοθετήθηκε ως θέση στη C. Phasarias (πιο πάνω) «ώστε ν' αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μην μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων». Βλ επίσης Τσιολλάκη και Άλλοι ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782 όπου ο Πικής, Δ., παρατηρούσε ότι εκείνο που απαιτείται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης υπέρ του ενάγοντος». Βλ. Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd,
(2004)1(Β) 1121. Παρόλο που δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο είναι έτοιμο με περισσότερη ετοιμότητα να χορηγήσει το διάταγμα. Βλ. Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412, απόφαση που υιοθετήθηκε στην Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited & Others, πιο πάνω. Στην Phasarias, πιο πάνω, την οποία επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης 6 έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο σχολιασμός ως προς τις εκατέρωθεν θέσεις που προβλήθηκαν για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου, το οποίο και κατέληξε πως έστω και αν ήταν μεγάλη η διαφορά μεταξύ της αξίας του ακινήτου και της αξίωσης αυτό δεν θα συνιστούσε εμπόδιο στην έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος: το άρθρο 5 του Κεφ.1 δεν θέτει ένα τέτοιο περιορισμό, ενώ το άρθρο 5
(1)αναφέρεται σε μη αποξένωση τόσης ακίνητης περιουσίας (so much of the immovable property) ώστε να αποφεύγεται η δέσμευση περιουσίας πέραν εκείνης που, εφόσον δεσμευτεί θα απομακρύνει τον κίνδυνο. Η ένσταση το μόνο που προβάλλει είναι πως δεν παρουσιάστηκε ίχνος μαρτυρίας από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης 6 χωρίς να προβάλλεται είτε υπέρμετρη δέσμευση περιουσίας ή να δίνονται τέτοια στοιχεία που να αποκαλύπτουν την έκταση και αξία της όποιας περιουσίας, αν διαθέτει η εναγόμενη 6. Δεν προβάλλονται λόγοι που να υποστηρίζουν την φερεγγυότητα της εναγόμενης ή ότι η εναγόμενη έχει τέτοια περιουσία η οποία μπορεί να ικανοποιήσει την όποια τυχόν απόφαση ήθελε εκδοθεί προς όφελος της ενάγουσας. Είναι γεγονός πως η ενάγουσα δεν έχει προχωρήσει σε οποιαδήποτε έρευνα στο κτηματολογικό γραφείο η οποία να αποκαλύπτει την ύπαρξη συγκεκριμένης περιουσίας η οποία να υπόκειται σε δέσμευση Είναι η κατάληξη μου πως οι θέσεις του ενόρκως δηλούντος στην αίτηση παρέμειναν αναντίλεκτες χωρίς να ικανοποιούν τη θέση ότι η δέσμευση των ακινήτων, είτε των λογαριασμών θα είναι δυσανάλογη με την αξία της απαίτησης της ενάγουσας. Το μόνο που βρίσκω ως ουσιαστικό στην παρούσα ένσταση είναι η καθυστέρηση την οποία έχουν επιδείξει οι ενάγοντες οι οποίοι κινήθηκαν εναντίον της εναγόμενης μετά από πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος. Η καθυστέρηση βέβαια αφορά την καταχώριση της νέας υπό κρίση αίτησης. Η αρχική αίτηση που αποσύρθηκε δεν αμφισβητείται ότι καταχωρίστηκε χωρίς καθυστέρηση. Ό,τι συζητείται άπτεται λοιπόν μόνο αυτής της πτυχής. Οι αιτητές στην ένορκη δήλωση δίνουν εξηγήσεις τόσο για την απόσυρση όσο και την αδυναμία επίδοσης της αγωγής των αιτήσεων και του προσωρινού διατάγματος. Στην δε αίτηση 20.1.2009 για να επιτραπεί η υποκατάστατη επίδοση παρατίθενται με λεπτομέρεια άρνηση παραλαβής της επίδοσης αλλά και αδυναμία εντοπισμού της διεύθυνσης της εταιρείας από την έρευνα στο μητρώο εταιρειών του Εφόρου Εταιρειών (Τεκ.Α) στην σχετική αίτηση. Από έλεγχο του φακέλου και σε αναδρομή στην αίτηση με την οποία οι ενάγοντες καλούσαν το Δικαστήριο να τους επιτρέψει την υποκατάστατη επίδοση και με όλους τους λόγους που περιέχονται σ' αυτήν, αλλά και με όσα υποστηρίχθηκαν μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, βρίσκω πως, έστω και αν είναι μεγάλο το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τις 10.4.2008 - 20.1.2009 δικαιολογείται από τις περιστάσεις της υπόθεσης και από τα γεγονότα όπως έχουν τεθεί ενώπιον μου. Ενδεχομένως οι ενάγοντες να μπορούσαν να κινηθούν νωρίτερα με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο κινήθηκαν, δηλαδή με την καταχώριση αίτησης για υποκατάστατη επίδοση στο τότε δικηγόρο της εναγόμενης, αλλά η καθυστέρηση στη λήψη του μέτρου ενώ γίνονταν προσπάθειες να επιδοθεί δεν καταδεικνύουν παραίτηση των εναγόντων για τη λήψη θεραπείας. Δεν προβλήθηκε κανένας καλός λόγος εκ μέρους της εναγόμενης που να καθιστά προφανή την ανάγκη για περαιτέρω επεξηγήσεις, ως προς τον παράγοντα καθυστέρηση. Η υπόθεση Ahmad Zein κ.α. Π.Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1(Α) 606, την οποία επίσης επικαλέστηκε ο συνήγορος της εναγόμενης 6 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Εκεί το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε πως για να είναι δυνατή η έκδοση ex parte διατάγματος πρέπει να καταδειχθεί το στοιχείο του κατεπείγοντος, άρθρο 9
(1)του Κεφ.6, στοιχείο το οποίο αναιρέθηκε από την καθυστέρηση που είχαν επιδείξει οι εφεσείοντες στην καταχώριση της αγωγής τους. Από τα γεγονότα που έχω παραθέσει πιο πάνω κάτι τέτοιο δεν συντρέχει στην περίπτωση μας, όπως και δεν συντρέχει ότι δεν δόθηκε λόγος για την καθυστέρηση στην καταχώριση της νέας υπό εκδίκαση αίτησης, ενώ κάτι τέτοιο απετέλεσε στοιχείο που προσμέτρησε στην απόρριψη της έφεσης. Βλ. Ahmad Zein κ.α. Π.Κ. Καμπανέλλας Λτδ, πιο πάνω. Σε ότι δε αναφέρονται περί απόκρυψης στοιχείων και μη αποκάλυψης, όπως προβάλλεται μέσα από το λόγο 7 της ένστασης ότι δηλαδή σε άλλη διαδικασία που εκκρεμεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, τρίτο νομικό πρόσωπο εξασφάλισε διάταγμα εναντίον της εναγόμενης 6 και ότι το γεγονός αυτό έχει αποκρυβεί, και πάλι δεν με βρίσκει σύμφωνη. Τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγόμενης 6 δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς περί της δήθεν σύνδεσης της άλλης ενάγουσας εταιρείας, σε ξεχωριστή διαδικασία, με την εδώ ενάγουσα εταιρεία κατά τέτοιο τρόπο ώστε να συνάγεται ότι πράγματι υπήρχε υποχρέωση αποκάλυψης. Τα όσα με την αγόρευση προβλήθηκαν δε μπορεί παρά να αγνοηθούν. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχτεί μαρτυρία για γεγονότα τα οποία δεν προκύπτουν είτε από το φάκελο, είτε από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της εναγόμενης. Στην ένσταση της εναγόμενης δεν δίνονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες, αντιθέτως απουσιάζει οποιαδήποτε λεπτομέρεια που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η περίπτωση εμπίπτει σε ότι η νομολογία κατέταξε ως απόκρυψη ή υποχρέωση αποκάλυψης. ΑΠΟΚΡΥΨΗ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ - ΜΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ Είναι πλέον νομολογιακά καθιερωμένο πως ένα πρόσωπο που απευθύνεται στο Δικαστήριο ως διάδικος και επιζητεί την έκδοση διατάγματος με μονομερή αίτηση, έχει την υποχρέωση να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει σε ορθά συμπεράσματα. Τα πιο πάνω τονίστηκαν στην Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. v. Daventree Resources Ltd., κ.α, Π.Ε. Αρ.9/07, ημερ. 10.7.2008. Όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης θα πρέπει να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, μιας και το Δικαστήριο σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασιστεί στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και των δηλώσεων των δικηγόρων του αιτητή. Η αρχή αυτή συναρτάται απόλυτα με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Βλ. Cobelfret Ro-Ro Services κ.α. ν. The Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 A.A.Δ. 733. Ο κανόνας της πλήρους αποκάλυψης όπως τονίστηκε στην υπόθεση Τhe King v. The General Commissioners for the Purposes of the Income Tax Acts for the District of Kensington,
(1917)1 K.B. 486 η οποία υιοθετείται στην απόφαση Cobelfret (πιο πάνω), είναι ένας κανόνας μεγάλης σπουδαιότητας. Το Δικαστήριο δεν γνωρίζει τίποτε για τα γεγονότα και ο αιτητής θα πρέπει να τα παραθέτει πλήρως και δικαίως η τιμωρία με την οποία το Δικαστήριο εφαρμόζει αυτή την υποχρέωση, είναι ότι όταν διαπιστώνει ότι τα γεγονότα δεν έχουν παρουσιαστεί πλήρως και δικαίως, το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει με βάση την ατελή έκθεση. Η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο εκείνα τα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά επεκτείνεται και σε εκείνα τα γεγονότα τα οποία ο αιτητής θα μπορούσε να αποκαλύψει με μια εύλογη έρευνα. (Βλ. Χριστοφόρου ν. Γρηγορίου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αν ο αιτητής παραλείψει να συμμορφωθεί με την πιο πάνω υποχρέωση τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να προβεί στην έκδοση του διατάγματος, ανεξάρτητα αν η παράλειψη ήταν αθώα ή σκόπιμη. (Βλ. Lloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow Holdings plc (Lavens, third party)
(1988)3 All E.R. 178). Ο Δικαστής Ηλιάδης Δ., με διεξοδικό και αναλυτικό τρόπο υιοθετώντας την υπόθεση Brink's - Mat Ltd v. Elcombe and others
(1988)3 All E.R. 188, έθεσε στην πλήρη του διάσταση το θέμα της υποχρέωσης αποκάλυψης γεγονότων στην οποία παραπέμπω και υιοθετώ. Το Δικαστήριο πρέπει να έχει ενώπιον του όλα τα στοιχεία που μπορούσαν να επηρεάσουν τη λήψη της απόφασης του και που δυνατόν να καθιστούν την αξιολόγηση του εκ των πραγμάτων ελλιπή. Βλ. Castoral v. Daventree Resources Ltd., Π.Ε. 9/07, ημερ. 10.7.2008. Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Tr. Ltd v. Timberland Co.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ 1791 κρίθηκε πως αν ένα γεγονός είναι ουσιώδες προσδιορίζεται σε αναφορά με τα επίδικα θέματα. Το ουσιαστικό κριτήριο για κάποια γεγονότα που πρέπει να αποκαλύπτονται είναι αντικειμενικό. Ουσιώδες σε κάθε περίπτωση είναι οτιδήποτε άπτεται και μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι του αιτουμένου διατάγματος. Ο αιτών την έκδοση προσωρινού διατάγματος, τονίστηκε στη Mitsingas, πιο πάνω, «δεν έχει υποχρέωση να προβάλει αντεκδικήσεις εκ μέρους τρίτων.. Το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών». Η αναφορά των αιτητών στην άλλη αγωγή που εκκρεμεί μεταξύ άλλης ενάγουσας εταιρείας δεν είναι γεγονός που έχρηζε αποκάλυψης, έστω κι' αν η εκεί ενάγουσα είναι διαπλεκόμενη στην εξαργύρωση ή πληρωμή των επίδικων επιταγών. Αφού έλαβα υπόψη όλα τα γεγονότα και τα στοιχεία που τέθηκαν αποκλειστικά ενώπιον μου εκ μέρους των αιτητών, στην απουσία θέσης εκ μέρους της εναγόμενης 6 όσον αφορά την ύπαρξη περιουσίας ή τραπεζικών καταθέσεων καταλήγω να οριστικοποιήσω τα διατάγματα υπό στοιχεία Α και Δ. Βλ. Γιάννης Φετοκάκης ν. Χριστοφή κ.α.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 800. Το Δικαστήριο στις περιπτώσεις έκδοσης διαταγμάτων αυτής της φύσης έχει την δυνατότητα να επιτρέψει στον καθ' ου η αίτηση να αποσύρει μηνιαίως από το λογαριασμό ή τους λογαριασμούς που δεσμεύθηκαν ποσό που θα καθοριστεί για κάλυψη των τρεχουσών υποχρεώσεων της επιχείρησης τους, όπως μισθούς και άλλα. Στην εδώ όμως περίπτωση το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια εφόσον τίποτε το συγκεκριμένο δεν έχει τεθεί με την ένσταση της εναγόμενης 6 που να του το επιτρέπει. Τα διατάγματα υπό στοιχεία Α και Δ οριστικοποιούνται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον της εναγόμενης 6/καθ' ης η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να καταβληθούν μετά το πέρας της αγωγής. (Υπ.) .............. Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Civil Αναφορά: Συντηρητικό διάταγμα / απόκρυψη / καθυστέρηση / υπέρμετρη δέσμευση περιουσίας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.