← Κύπρος

Φιλόκυπρος Ματθαίου κ.α. ν. Φιλίππου Α. Φιλίππου κ.α., Αρ. Αγωγής 4316/07, 2/4/2009

Φιλόκυπρος Ματθαίου κ.α. ν. Φιλίππου Α. Φιλίππου κ.α., Αρ. Αγωγής 4316/07, 2/4/2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A87 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4316/07 Μεταξύ:

  1. Φιλόκυπρος Ματθαίου, εκ Λεμεσού
  2. Σωτηρούτλλα Ματθαίου, εκ Λεμεσού
  3. Antwerp Diamond Polisher Ltd, εκ Λεμεσού Εναγόντων και
  4. Φιλίππου Α. Φιλίππου, εκ Πισσουρίου Λεμεσού
  5. Χάρης Α. Φιλίππου, εκ Πισσουρίου Λεμεσού
  6. Φίλιππος & Χάρης Φιλίππου Ξενοδοχεία Λιμιτεδ εκ Πισσουρίου Λεμεσού
  7. Philippos & Haris Philippou Diamond Polishers Limited, εκ Λεμεσού
  8. Ανδρέα Φιλίππου Εμμανουήλ, εκ Πισσουρίου Λεμεσού
  9. Καλοδότης Α. Φιλίππου, εκ Πισσουρίου Λεμεσού
  10. Cyakam Limited, εκ Λεμεσού Εναγομένων (Αίτηση παραμερισμού απόφασης ημερ. 17.12.07) 2/4/2009 Για αιτητές: κα Γ. Νικολάου, (για ν'ακούσει απόφαση κα Κουρουσίδου) Για καθ'ων η αίτηση: κος Χρ. Χριστοφόρου μετά του κ. Κλ. Χριστοφή, (για ν'ακούσει απόφαση κος Κλέαρχος Χριστοφή) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 28.11.07 οι ενάγοντες ζήτησαν και πέτυχαν την έκδοση απόφασης εναντίον όλων των εναγομένων λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης κατόπιν επίδοσης κλητηρίου εντάλματος που διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο. Με βάση ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1 Φ. Ματθαίου και συνημμένων τεκμηρίων το Δικαστήριο εξέδοσε την ακόλουθη απόφαση και/ή διάταγμα: "
  11. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται και/ή θεωρείται και/ή αναγνωρίζεται ως εάν ουδέποτε να έχει εκδοθεί η εκ συμφώνου απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18/06/2003 εις την υπ' αριθμό 7583/1999 αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού καθ' ότι κατά την έκδοση της η οποία ήτο αποτέλεσμα συμβιβασμού υπήρξε απόκρυψη γεγονότων και/ή εσκεμμένη ενέργεια των εναγομένων εις την μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και/ή η εν λόγω απόφαση ήτο συνέπεια δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων γενομένων υπό των εναγομένων προς τους ενάγοντες.
  12. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία των διαδίκων ημερομηνίας 02/06/99 η οποία κατέστη Κανόνας του Δικαστηρίου εις την υπ'αριθμό 69969/93 αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή μη δυνάμενη να επιφέρει οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα καθ'ότι ήτο συνέπεια δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων γενομένων υπό των εναγομένων προς τους ενάγοντες.
  13. Οι Εναγόμενοι 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 πληρώσουν αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως στους ενάγοντες το ποσό των ₤15,500,00, ποσό το οποίο κατέβαλαν δυνάμει της δικαστικής απόφασης η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 7583/1999, με τόκο προς 8% ετησίως επ' αυτού από 02/07/07 μέχρι τελείας εξοφλήσεως.
  14. Οι εναγόμενοι 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 πληρώσουν αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως στους ενάγοντες το ποσό των ₤820,50 έξοδα της αγωγής αυτής συμπεριλαμβανομένων των εξόδων εκδόσεως της απόφασης αυτής με τόκο επ' αυτού προς 8% ετησίως από 02/07/07 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ΦΠΑ και ₤36,000 έξοδα επίδοσης». Στις 17.12.07 καταχωρείται η παρούσα αίτηση από όλους τους εναγόμενους με την οποία ζητείται διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται η πιο πάνω απόφαση με κύρια νομική βάση του αιτήματος την Δ.17 Θ.10 και με πραγματική βάση την ένορκη δήλωση του εναγομένου 1 o oποίος δηλώνει εξουσιοδοτημένος και από τους λοιπούς εναγόμενους. Α. Εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση Ως προς τη θέση του για καλή υπεράσπιση ο εναγόμενος 1 λέει κυρίως τα ακόλουθα: Ο εξώδικος συμβιβασμός που επιτεύχθηκε μεταξύ των διαδίκων στην αγωγή του 1999 και η συνακόλουθη απόφαση ήταν προϊόν ελεύθερων διαπραγματεύσεων και δεν υπήρξε εκ μέρους των αιτητών καμία απόκρυψη γεγονότων είτε στα γενικά δεδομένα των σχέσεων τους, είτε στη σχέση των αιτητών με την τράπεζα. Είναι σημαντικό δε κατά την θεώρηση των αιτητών ότι με βάση την συμφωνία διευθέτησης, το τυχόν υπόλοιπο του ενυπόθηκου χρέους θα εξοφλείτο από τους αιτητές, αν το ποσό των ΛΚ95,000 που θα καταβαλλόταν δεν επαρκούσε, άρα οι καθ'ων η αίτηση ήταν διασφαλισμένοι ότι θα λάμβαναν την κατοχή του εργοστασίου χωρίς υποθήκη εφόσον τηρούσαν τις δικές τους υποχρεώσεις. Ηταν επίσης συμφωνημένο, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο Αρ. 1, ότι οποιοδήποτε ποσό κατέβαλλαν οι καθ'ων η αίτηση στην πιο πάνω τράπεζα έναντι του ενυπόθηκου χρέους, θα θεωρείτο ως πληρωμή προς τους αιτητές, άρα δεν υπήρχε ζήτημα να λάβουν οι ίδιοι οι αιτητές, οποιοδήποτε ποσό πέραν του τι θα πληρωνόταν για εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους, ενώ για το όποιο υπόλοιπο θα ήταν υπόλογοι οι αιτητές. Ακόμα σύμφωνα με τους αιτητές τα όσα αναφέρονται σε σχέση με το πληρεξούσιο που οι καθ'ων η αίτηση παραδέχοντο ότι τους παραδόθηκε κατά την δήλωση συμβιβασμού στο Δικαστήριο, στις λεπτομέρειες

(5)και
(6)της παραγράφου 5 της έκθεσης απαίτησης δεν ευσταθούν. Επρόκειτο για απόλυτο νόμιμο πληρεξούσιο υπογραμμένο από τον εναγόμενο 1 ως διευθύνοντα σύμβουλο και νόμιμο αντιπρόσωπο της εναγόμενης
  1. Το πληρεξούσιο είχε ήδη παραδοθεί όταν ο συμβιβασμός δηλώθηκε αφού προηγουμένως είχε ελεγχθεί από τους καθ'ων η αίτηση και το περιεχόμενο του τους ικανοποιούσε. Με αυτό δινόταν η σχετική εξουσιοδότηση υπό τους όρους που αναφέρονται στη σχετική συμφωνία διευθέτησης, δηλαδή μεταξύ άλλων υπό τον όρο της προηγούμενης πληρωμής εντός 12 μηνών του ποσού των ΛΚ.90,
  2. Οι καθ'ων η αίτηση παράλειψαν να τηρήσουν τα συμφωνηθέντα και επιχείρησαν να το χρησιμοποιήσουν για λόγους άσχετους με την έκδοση του μετά την λήξη του όταν παρήλθαν οι 12 μήνες χωρίς να τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους. Γι' αυτό και αντιμετώπισαν δυσκολίες από την τράπεζα. Ούτε στην έκθεση απαίτησης των καθ'ων η αίτηση αναφέρεται ούτε στην ένορκη δήλωση του για απόδειξη της απαίτησης των καθ'ων η αίτηση, ο καθ'ου η αίτηση 1 κάνει αναφορά στο πότε ακριβώς επιχείρησε να χρησιμοποιήσει το πληρεξούσιο. Επίσης δεν γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένη παράβαση του πιο πάνω ουσιώδους όρου από μέρους των καθ'ων η αίτηση. Ο ισχυρισμός ότι χρειαζόταν η υπογραφή και άλλου διευθυντή της εναγομένης 2 για την πλευρά των αιτητών δεν ισχύει. Άλλος ήταν ο λόγος που δεν ίσχυε πλέον το πληρεξούσιο και οι ισχυρισμοί των καθ'ων η αίτηση ότι πλήρωναν κανονικά τα ποσά που προνοούνταν στη συμφωνία διευθέτησης, διαψεύδονται από τους ίδιους τους ισχυρισμούς του καθ'ου η αίτηση 1 στην ένορκη του δήλωση. Οι αιτητές πάντως, παρέδωσαν κατοχή του επίδικου εργοστασίου στους καθ'ων η αίτηση με τα μηχανήματα και/ή εξοπλισμό που βρισκόταν σε αυτό χωρίς αυτοί να εγείρουν οποιοδήποτε θέμα για οποιαδήποτε έλλειψη, ή για παράδοση ειδικά λεπτομερούς καταλόγου μηχανημάτων ενώ έκαναν όλες τις αναγκαίες ενέργειες και πέτυχαν την ηλεκτροδότηση και υδροδότηση του εργοστασίου. Όμως, σύμφωνα πάντα με τους αιτητές, η συνεχόμενη παράλειψη των καθ'ων η αίτηση να καταβάλουν τα οφειλόμενα ποσά, οδήγησε τους αιτητές μέσω των δικηγόρων στην αποστολή προς το δικηγόρο των καθ'ων η αίτηση επιστολής (Τεκμ.9) ημερ. 24.8.04 με την οποία γίνεται αναφορά ότι οι καθ'ων η αίτηση δεν πλήρωσαν δόσεις έναντι του εξ αποφάσεως χρέους τους ώστε να γινόταν δυνατή η συμπλήρωση και εξόφληση του ποσού των ₤100.
  3. Προσπάθειες διευθέτησης της διαφοράς που ακολούθησαν προσέκρουσαν στην αδυναμία των καθ'ων η αίτηση να πληρώσουν το ποσό που όφειλαν αφού παρά τις πάμπολλες υποσχέσεις τους, μέχρι σήμερα για πληρωμή, κατέβαλαν συνολικά μόνο το ποσό των ₤15,500 έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Οι αιτητές παρέδωσαν στους καθ'ων η αίτηση το εργοστάσιο που αποτελούσε το βασικό αντάλλαγμα στην συμφωνία διευθέτησης. Είναι οι καθ'ων η αίτηση που δεν είχαν πρόθεση εφαρμογής των συμφωνηθέντων και καταβολής των ποσών που ανέλαβαν να πληρώσουν, γι'αυτό και εκ των υστέρων και αφού τους παραδόθηκε το εργοστάσιο την κατοχή του οποίου διατηρούν μέχρι σήμερα, θέλησαν με την εκ των υστέρων προβολή προσχημάτων και δικαιολογιών επί δευτερευόντων θεμάτων, να αποφύγουν και να απαλλαχθούν από την υποχρέωση πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους. Ετσι έγειραν τα ζητήματα που τώρα εγείρουν μετά που είχαν ήδη παραβεί τα συμφωνηθέντα. Παρά τις αιτιάσεις τους όμως, οι καθ'ων η αίτηση ουδέποτε τερμάτισαν τη συμφωνία διευθέτησης που κατέστη κανόνας Δικαστηρίου, έστω και επικαλούμενοι παράβαση της από μέρους των αιτητών, αλλά αντίθετα συνεχώς υπόσχονταν ότι θα εξεύρισκαν τα χρήματα που όφειλαν βάση της σχετικής απόφασης για να εφαρμοστεί η συμφωνία διευθέτησης, χωρίς όμως να το πράξουν. Ενεργοποιήθηκαν μόνο, όταν ξεκίνησαν εναντίον τους διαδικασίες πτώχευσης. Οι καθ'ων η αίτηση - ενάγοντες στη δική τους ένσταση επί του θέματος της υπερασπίσεως εκθέτουν τις απαιτήσεις - θέσεις τους στις παρ. 15 έως 32 της ενόρκου δήλωσης του ενάγοντα 1 όπου γίνεται επανάληψη των θέσεων για αποκάλυψη των παραλείψεων των εναγομένων να θέσουν όλα τα δεδομένα ορθά πριν την επίτευξη του συμβιβασμού που ήταν οδυνηρός για τους ιδίους. Ως παράδειγμα αναφέρεται ότι «το ενυπόθηκο χρέος ήταν πολύ μικρότερο», ή η παράλειψη των εναγομένων να προβούν σε ενέργειες επαναηλεκτροδότησης του επίδικου εργοστασιακού χώρου και γίνεται επίσης αναφορά σε διαφορές των διαδίκων για το κόστος της εργασίας αυτής. Επιμένουν δε στη θέση ότι το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο ήταν «άνευ νομικής ισχύος (βλ. ειδικά παρ. 22). Είναι ακόμη παράπονο του η ύπαρξη άλλων λογαριασμών των αιτητών (βλ. ειδική παρ. 24 - 27). Καταλήγει δε ο ενόρκως δηλών ως εξής: «
  4. Εμείς κατά/ή περί τον Απρίλιο του 2008 σταματήσαμε να καταβάλλομε οποιοδήποτε ποσό προς την Alpha Bank Ltd καθ'ότι οι εναγόμενοι δεν μας παρέδιδαν τα έγγραφα που αφορούσαν το ακίνητο και τον εργοστασιακό χώρο και δεν προέβησαν εις την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων των καθώς επίσης δεν μας παρέδωσαν νομότυπο πληρεξούσιο και δεν μας αποκάλυπταν τους λογαριασμούς των επί της Alpha Bank Ltd καθώς επίσης και τον κατάλογο αφορολογήτων μηχανημάτων και εξοπλισμού που ήταν δηλωμένα εις τις τελωνειακές αρχές ώστε να διενεργηθεί έλεγχος και να ανανεωθεί από σχετικό υποχρεωτικό ασφαλιστήριο έγγραφο.
  5. Εμεις πάντοτε είχαμε την πρόθεση να πληρώσουμε την Alpha Bank Ltd ώστε να γίνει δυνατή η μεταβίβαση των δικαιωμάτων του ακινήτου και του εργοστασιακού χώρου επ' ονόματι μας αλλά η αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων και τα όσα μας αποκάλυψε η Alpha Bank Ltd, που εάν τα γνωρίζαμε κατά τη δήλωση συμβιβασμού στις 18.6.2003 ενώπιον του δικαστηρίου σε καμία περίπτωση θα αποδεχόμαστε την έκδοση αποφάσεως εναντίον μας και θα εμμέναμε εις την εκδίκαση της ως άνω υπ' αριθμό και τίτλο αγωγής.
  6. Είναι η θέση μας ότι κατά την δήλωση συμβιβασμού και διαπραγματεύσεων κατά την ημερομηνία εκδόσεως της εκ συμφώνου αποφάσεως στα πλαίσια της αγωγής 7583/1999 υπήρξαν ουσιώδεις αποκρύψεις ουσιωδών γεγονότων από τους εναγόμενους όπως η έκδοση αποφάσεων εναντίον των από την Alpha Bank Ltd, ότι η εταιρεία Cyakam Ltd - εναγόμενη 7 ήταν εγγυήτρια σε άλλες προσωπικές υποχρεώσεις των εναγομένων 1 και 2, ότι το ενυπόθηκο χρέος ήταν ₤95,000 ενώ στην πραγματικότητα ήταν ₤50.000 περίπου ενώ το υπόλοιπο ποσό αφορούσε τρεχούμενο λογαριασμό της εταιρείας Cyakam Ltd όπου είχαν δεσμευτεί όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εν λόγω εναγόμενης με ομόλογο επιβάρυνσης, ενώ εις την δήλωση συμβιβασμού δηλώθηκε ότι το ενυπόθηκο ακίνητο και ο εργοστασιακός χώρος και/ή μηχανήματα που βρίσκονται εντός του εργοστασιακού χώρου δεν βαρύνονται με οποιαδήποτε άλλα εμπράγματα βάρη και/ή χρέη και/ή υποχρεώσεις εν τούτοις σε μεταγενέστερο χρόνο ως αναφέρω ανωτέρω αποκαλύφθη το αντίθετο. Β. Συνθήκες μη καταχώρησης εμφάνισης Το δεύτερο κεφάλαιο που πρέπει να μας απασχολήσει είναι γιατί οι εναγόμενοι παρέλειψαν να καταχωρήσουν εμφάνιση και γενικά οι συνθήκες που οδήγησαν στην παρούσα αίτηση. Ο κύριος λόγος που οι αιτητές προβάλουν σαν αιτία της παράλειψης τους να εμφανισθούν είναι η καλόπιστη σύγχυση που προκλήθηκε σ'αυτούς από τις πολλαπλές διαδικασίες εναντίον τους και ότι δεν έγινε αντιληπτό, όταν ο επιδότης τους επέδιδε δικαστικά έγγραφα, ότι η μια δέσμη αφορούσε ξέχωρη αγωγή - την παρούσα - στην οποία έπρεπε να καταχωρήσουν εμφάνιση. Προκύπτει πάντως και από τις δύο πλευρές (κυρίως και από συμπληρωματική ένορκη δήλωση των διαδίκων και του ιδιώτη επιδότη) ότι στις 17.9.07 ο τελευταίος επέδωσε πρώτα στην εναγόμενη 5 για την ίδια προσωπικά και τον σύζυγο της την παρούσα αγωγή (οι οποίοι είναι γονείς των εναγομένων 1 και 2) και ακολούθως ο ιδιώτης επιδότης επισκέφθηκε το γραφείο των εναγομένων 1 και 2 και τους επίδωσε μια αίτηση σ' άλλη διαδικασία και μια αγωγή για τους ιδίους και τους εναγόμενους 3, 4 και 7 ως διευθυντές. Ο εναγόμενος 1 επιπρόσθετα δηλώνει ότι σε καμιά περίπτωση αντιλήφθηκε ούτε ο ίδιος ούτε ο αδελφός του ότι επρόκειτο για δύο ξέχωρες διαδικασίες «ήμασταν με την εντύπωση ότι αφορούσε μια επίδοση αυτής της αίτησης αναστολής των εναγόντων ημερ. 18.6.07 στην αγωγή 7583/99 μαζί με τα συνοδευτικά έγγραφα». Και καταλήγει: «Ο κ. Γεωργίου (ο ιδιώτης επιδότης) ζήτησε από εμένα και τον αδελφό μου να υπογράψουμε για την επίδοση, όμως δεν υπογράψαμε επειδή είχα πραγματικά εκνευριστεί που οι ενάγοντες, προχωρούσαν στην καταχώρηση νέας αίτησης αναστολής εκτέλεσης της απόφασης στην αγωγή 7583/99 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, που μετά από τόσες προσπάθειες και υποχωρήσεις εκδόθηκε εκ συμφώνου, αλλά παρόλα αυτά συνέχιζαν τις δικαστικές διαδικασίες με αιτήσεις μετά την έκδοση της απόφασης και περαιτέρω επειδή είχα δυσανασχετήσει με τον κ. Γεωργίου που ενώ γνώριζε ότι όλες οι επιδόσεις των δικαστικών εγγράφων που αφορούσαν και τους γονείς μου, γίνονταν για λογαριασμό τους σ' εμένα, εντούτοις επέδωσε σ' αυτούς πρώτα από εμένα, τα συγκεκριμένα έγγραφα. Είναι αλήθεια ότι επικοινώνησα με την δικηγόρο μας κ. Γιάννα Νικολάου, αλλά σε καμία περίπτωση δεν της ανέφερα ότι τα έγγραφα που μου έφερε ο κ. Γεωργίου ήταν μια αίτηση και μία αγωγή όπως ψευδώς αναφέρει ο κ. Γεωργίου στην ένορκη δήλωση του, αλλά της ανέφερα ότι μου παραδόθηκε νέα αίτηση στην αγωγή, όπως, είχε γίνει και προηγουμένως, με διάφορα έγγραφα και η κα Νικολάου μου είπε να της τα στείλω στο γραφείο της με το φαξ, όπως και έκανα άμεσα, αφού υπήρχε άμεσο ενδιαφέρον από τους εναγόμενους για την πορεία της υπόθεσης, 7583/99 στο στάδιο της εκτέλεσης της εκ συμφώνου απόφασης. Σε καμιά περίπτωση δεν είχα αντιληφθεί ούτε εγώ ούτε ο αδελφός μου ότι οι ενάγοντες μας καταχώρησαν νέα αγωγή, την παρούσα και ότι ο κ. Γεωργίου μαζί με την επίδοση της νέας αίτησης μας επέδιδε και την νέα αγωγή με την οποία μάλιστα οι ενάγοντες ζητούσαν να ακυρωθεί η απόφαση ημερομηνίας 18.06.2003 στην αγωγή 7583/99, που εκ συμφώνου είχε δηλωθεί στο Δικαστήριο μαζί με την δήλωση συμβιβασμού ίδιας ημερομηνίας. Δεν είχαμε πραγματικά κανένα λόγο, ούτε εγώ ούτε οι υπόλοιποι εναγόμενοι, να αφήσουμε τους ενάγοντες να ακυρώσουν την πιο πάνω απόφαση με την οποία είχαν διευθετηθεί οι διαφορές μας με τους ενάγοντες και ήταν αποτέλεσμα πολύχρονων και ψυχοφθόρων δικαστικών διαδικασιών μαζί τους.» Προκύπτει ακόμη ότι οι εναγόμενοι, από τις 28.11.07 που εκδόθηκε η απόφαση λαμβάνουν γνώση της ύπαρξης της στις 12.12.07 από τους δικηγόρους των εναγόντων - καθ'ων η αίτηση στις 13.12.07 ημερομηνία που επρόκειτο να δοθεί από το δικαστήριο απόφαση η οποία εκκρεμούσε μετά την ακρόαση στην αίτηση ημερ. 2.7.07 αναστολής εκτέλεσης των εναγόντων στην αγωγή με αριθμό 7583/
  7. Σε πολύ σύντομο χρόνο, στις 17.12.07 καταχωρείται η παρούσα αίτηση, ενώ προκύπτει ότι μετά την έκδοση της απόφασης ημερ. 28.11.07 έχει καταστεί άνευ αντικειμένου η αίτηση αναστολής ημερ. 2.7.
  8. Διαφαίνεται ακόμη έμμεσα ότι οι δικηγόροι και οι διάδικοι ήσαν σε βάθος χρόνου σε επικοινωνία για τις συνολικές διαφορές των πελατών τους. Νομική βάση Το Δικαστήριο καλείται να ασκήσει την εξουσία του για παραμερισμό της απόφασης στην παρούσα αγωγή βάσει των προνοιών της Δ.17 Θ.10 που έχει ως εξής: «Where judgment is entered pursuant to any on the proceeding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just".* Είναι θεμελιωμένες οι αρχές βάσει των οποίων το Δικαστήριο ασκεί τις εξουσίες του βάσει της Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Δεν τίθεται όρος στην άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου εκτός από τα πλαίσια που έχουν τεθεί από την νομολογία. Τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη είναι δύο και πρέπει κατά την άποψη μου να συντρέχουν: ---------------------------------------------------------------------------------------------------------------- *ΥΓ Είναι φανερό ότι η Δ.26 Ο.14 των θεσμών δεν τυγχάνει ειδικής εφαρμογής εν προκειμένω αφού αφορά σε παράλειψη καταχώρησης δικογράφων, άρα σχετική είναι η Δ.17 Θ.
  9. Ούτε επίσης είναι σχετική και η Δ.33 Θ.5 που αναφέρεται ειδικά στη δυνατότητα παραμερισμού απόφασης μετά από παράλειψη διαδίκου να εμφανισθεί κατά την ακρόαση, μετά από αίτηση που θα γίνει σε 15 ημέρες μετά την ημέρα ακρόασης. Η ύπαρξη ειδικής διαταγής Δ.17 Θ.10 εν προκειμένω θέτει εκ ποδών το θέμα της προθεσμίας που θέτει ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ'ων η αίτηση. (α) παρουσίαση από τον αιτητή ότι έχει καλή, εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, και (β) να δοθεί επαρκής δικαιολογία για την μη εμφάνιση. Βλέπε υποθέσεις Evans v. Bartiam
(1957)2 All E.R. 646, Land Securities PlC v. Receiver from the Metropolitan Pol. D
(1983)1 W.L.R 439, Kotsapas & Sons v. Titan Construction & Engineering Co.
(1961)A.A.Δ 317, Χριστοφόρου ν. Κυριακούλη
(1963)2 Α.Α.Δ 159, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ 204, Χριστοφόρου κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Χρηματοδοτήσεις Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ σελ. 86. Σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας έχει να σταθμίσει δύο σημαντικούς παράγοντες: (α) την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, και (β) την ανάγκη διαφύλαξης της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων (finality of judgments) με την βεβαιότητα που τούτο προσδίδει στην έννομη τάξη αλλά και γενικότερα στη κοινωνία. Το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με την νομολογία ν'αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση αν η συμπεριφορά του αιτητή είναι τέτοιας φύσης ή τόσο αδικαιολόγητη ώστε να συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Σχετική επί του προκειμένου είναι τα αποσπάσματα από τη σελίδα 210 της υπόθεσης Φυλακτού ν. Μιχαήλ (ανωτέρω): "..... Where the conduct of party applying to set aside judgment is unexcusable, contumelious to the extent of gross disregard for the judicial process of the rights of this adversary, the court may, in its direction, refuse to set aside judgment". Αναφορικά με το τι αποτελεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, στην υπόθεση Land Securities Plc v. Receiver from the Metropolitan Police District (ανωτέρω) στις σελίδες 439 και επόμενες ελέχθη ότι αυτός ο όρος πρέπει να γίνεται κατανοητός υπό την έννοια της υπόθεσης που δημιουργείται από τον ένα διάδικο χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογηθεί οποιαδήποτε αντικρουστική μαρτυρία που προβάλλεται από τον άλλο διάδικο. Στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ (ανωτέρω) ο δικαστής Πικής, εξηγώντας τις αρχές πάνω στις οποίες, απόφαση που δόθηκε λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης, μπορεί να παραμερισθεί, είπε ότι το έργο του δικαστή όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό απόφασης δεν είναι να κάμει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του ή προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων, αλλά το πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, πάνω στο θέμα του επανανοίγματος της υπόθεσης. Στην κρινόμενη υπόθεση βρίσκω ότι οι εναγόμενοι έδωσαν με συγκεκριμένες κατευθύνσεις στοιχεία για εκ πρώτης όψης καλής υπεράσπιση. Διαφάνηκε ότι η πορεία των σχέσεων των διαδίκων μετά την επίτευξη του εξωδικαστικού συμβιβασμού και της απόφασης στην πρώτη αγωγή είχε μια μη φυσιολογική εξέλιξη και φάνηκε δια των τεθέντων από τους αιτητές στοιχείων ότι έχουν βάσιμη θέση να εισάξουν υπεράσπιση ότι η παθολογία των σχέσεων των διαδίκων δυνατόν να οφείλεται σε παραλείψεις των εναγόντων. Βάσιμη διαφαίνεται να είναι η διατύπωση υπερασπιστικής γραμμής για απουσία τερματισμού της συμφωνίας ως προσδιοριστικού των αιτουμένων θεραπειών. Τα τεθέντα στοιχεία είναι τέτοια ώστε εύλογα κρίνεται ότι οι αιτητές έχουν αποσείσει το βάρος να καταδείξουν καλή υπεράσπιση ειδικά αφού διεφάνη ότι οι ίδιοι (από τουλάχιστον το 2004) είχαν αποστείλει επιστολή με την οποία επέρριπταν την αιτία της προβληματικής εξέλιξης των σχέσεων τους στους ενάγοντες. Εν πάση περιπτώσει, η όλη κατάσταση - πραγματική και νομική - φαίνεται αρκετά πολύπλοκη και σε βάθος ( μάλιστα αυτό φαίνεται να προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις και των δύο πλευρών). Είναι λοιπόν επιτρεπτό, υπό τις περιστάσεις, και μάλιστα αφού σχεδόν συνέχεια οι διάδικοι ήσαν σε μια επικοινωνία είτε μέσω δικηγόρων είτε μέσω περαιτέρω διαδικασιών, να διασφαλίσει ο καθένας το δίκαιο του. Με αυτό το σκεπτικό στην παρούσα υπόθεση, η ύπαρξη της προϋπόθεσης της καλής υπεράσπισης συμπλέκεται με ένα τρόπο και με την έννοια της αιτιολόγησης της παράλειψης των αιτητών να εμφανισθούν. Υπήρχε, όπως φαίνεται πιο πάνω, ένα καυτό πεδίο αντεκλήσεων νομικών και πραγματικών μεταξύ των διαδίκων στην προσπάθεια εφαρμογής (ή μη) του εξώδικου συμβιβασμού και απόφασης κατά τον ουσιώδη χρόνο. Υπήρξε καταχώρηση ειδοποίησης πτώχευσης, υποβολή αίτησης αναστολής, δύο τουλάχιστον αγωγές (εκ των οποίων μια η επίδικη) στο διαρρεύσαντα χρόνο. Θα ήταν αφύσικο λοιπόν να θεωρηθεί ότι οι αιτητές έδειξαν ασύγγνωστη αδιαφορία να υπερασπισθούν εν προκειμένω ενώ σ' όλα τα άλλα διαβήματα των διαδίκων μεταξύ τους λάμβαναν μέρος στις δικαστικές διαδικασίες. Υπό τις περιστάσεις ύπαρξης τόσων ενεργών διαδικασιών, το καλόπιστο λάθος των εναγομένων μέσω κύρια της αντίληψης του εναγομένου 1 φαίνεται να δικαιολογείται, ώστε να μη είναι δίκαιο να στερηθεί το δικαίωμα υπεράσπισης. Εξ άλλου η επιμέλεια και η ταχύτητα που επέδειξαν μετά την αντίληψη του λάθους τους είναι δεδομένη. (Βλ. Βικα Ντισκο Λτδ ν. Happy Streets Ltd
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ 28) και συντρέχει απόλυτα θετικά στο να δοθεί δυνατότητα σ'αυτούς να υπερασπισθούν. Εχοντας κατά νουν όλα τα πιο πάνω θεωρώ ότι είναι σωστό και δίκαιο να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ των αιτητών. Η απόφαση που εξεδόθη στις 28.11.07 παραμερίζεται υπό τον όρο οι αιτητές να καταβάλουν στους δικηγόρους των καθ'ων η αίτηση τα έξοδα της απόφασης όπως καθορίζονται στις σελ. 2 και 3 πιο πάνω, σε ευρώ, καθώς και τα έξοδα της παρούσας αίτησης, τα οποία ένεκα της φύσης της αίτησης παρά την επιτυχία των αιτητών, επιδικάζω εναντίον των αιτητών. Τα έξοδα αυτά μετά από μελέτη του φακέλου και των διαφόρων λόγων αναβολών που αφορούν κυρίως ευθύνη των καθ'ων η αίτηση και για σκοπούς αποφυγής αχρείαστης ταλαιπωρίας και απώλειας χρόνου καθορίζω στο ποσό των 1700 ευρώ. Τα έξοδα της αγωγής και τα έξοδα της αίτησης εκ €1700 να πληρωθούν σε 10 ημέρες από σήμερα και αμέσως μετά, εντός 5 ημερών από την πληρωμή, να καταχωρηθεί εμφάνιση. (Υπ.) ............. Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία -παραμερισμός απόφασης, Δ.17 Θ.10) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.