Cyprus Investment Securities Corporation Ltd ν. Σωκράτη Παυλίδη, Αρ. Αγωγής 563/2002, 8.4.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A91 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 563/2002 Μεταξύ: Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd Ενάγουσας - και - Σωκράτη Παυλίδη, από τη Λεμεσό Εναγόμενου ---------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 20.3.2009 8.4.2009 Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Σ. Φασουλιώτης Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Ντ. Μαστορούδης (κα Μ. Ανδρονίκου για ν΄ ακούσει την απόφαση) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (δόθηκε αυθημερόν) Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει από τον Εναγόμενο το ποσό των €166.428,92 (£97.406,52) με τόκο προς 8% ετησίως από 1.12.2001 μέχρι εξοφλήσεως. Είναι παραδεκτό από τη δικογραφία πως η Ενάγουσα εταιρεία παρείχε συμβουλές και υπηρεσίες για χρηματοοικονομικές συναλλαγές και αγοραπωλησίες μετοχών μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και πως ο Εναγόμενος συνεργαζόταν μαζί της και η τελευταία κατόπιν εντολών του του αγόραζαν και του πωλούσαν μετοχές του (παραγρ. 1 και 2 της Έκθεσης Απαίτησης και παραγρ.1 της Έκθεσης Υπεράσπισης). Διατείνεται η Ενάγουσα πως κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω πράξεων που εγίνονταν κατόπιν εντολών του Εναγόμενου χρεωπίστωναν λογαριασμό που διατηρούσε κοντά τους το υπόλοιπο του οποίου ήταν την 30.11.2001 χρεωστικό στο ποσό της αξίωσης. Σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα όπως είχε αρχικά καταχωριστεί την 24.1.2002 η Ενάγουσα καθόριζε πως οι διάφορες πράξεις είχαν γίνει την περίοδο Δεκεμβρίου 2000 - Απριλίου
- Ο Εναγόμενος με την Υπεράσπιση του αρνείτο οιαδήποτε πράξη ή ότι όφειλε οιοδήποτε ποσό. Αναφερόταν στην ανταλλαγείσα αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων με θέμα τις εντολές που κατ΄ ισχυρισμό είχε δώσει και την ύπαρξη γραπτών τέτοιων. Αναφορικά με πλείστες έγγραφες εντολές, αντίγραφα των οποίων απεστάλησαν στο δικηγόρο του, αρνείτο ότι έφεραν την υπογραφή του. Με την παράγραφο 12 της Έκθεσης Υπεράσπισης του ισχυριζόταν πως οι πράξεις διενεργήθηκαν χωρίς εντολές από τον ίδιο ή και χωρίς εντολές σύμφωνα με τις πρόνοιες και διατάξεις του Νόμου. Πολύ αργότερα, την 23.5.2006 εγκρίθηκε χωρίς ένσταση αίτημα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης του Κλητηρίου Εντάλματος ώστε η περίοδος των πράξεων να καθορίζεται ως μεταξύ Ιουλίου 1999 και Απριλίου
- Με την υπό κρίση Αίτηση ο Εναγόμενος - Αιτητής εξαιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου ώστε να προσθέσει στην παράγραφο 12 της Έκθεσης Υπεράσπισής του πως, για την περίοδο από τον Ιούλιο του 1999 μέχρι το Δεκέμβριο του 2000, δεν υφίσταντο εντολές: «. οι οποίες να θεωρούνται δεσμευτικές από τους ίδιους τους Ενάγοντες είτε προς αυτούς είτε προς τον Εναγόμενο. Συγκεκριμένα, όπως οι ίδιοι οι Ενάγοντες ανάφεραν στα τυποποιημένα έγγραφα χρηματιστηριακών εντολών που ζητούσαν από τους πελάτες τους να υπογράψουν: "Η εντολή είναι δεσμευτική για τη CISCO και τον εντολέα νοουμένου ότι υπάρχει συμμόρφωση προς τις σχετικές οδηγίες και πάντοτε τηρουμένων των προνοιών του άρθρου 19 των Κανονισμών του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, υποπαράγραφοι 12 και 17."» Ακόμη να δικογραφήσει πως σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι όντως υπόγραψε εντολές ότι, πάλι για την πιο πάνω περίοδο (Ιούλιος 1999 - Δεκέμβριος 2000) οι υπογραφές του αποσπάστηκαν με δόλο, απάτη ή και ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους της Ενάγουσας παραθέτοντας και σχετικές λεπτομέρειες. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου του Εναγόμενου ημερομηνίας 20.3.
- Η Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 2.4.2009 κάποιας Ελευθερίας Κουμουλλή, υπαλλήλου της. Ο Εναγόμενος συνδέει την αναγκαιότητα των εξαιτούμενων τροποποιήσεων με τη διεύρυνση της περιόδου διενέργειας των διαφόρων πράξεων στην Έκθεση Απαίτησης. Οι εξαιτούμενες να προστεθούν υπερασπίσεις ήταν, αναφέρει, γνωστές από προηγουμένως αλλά δεν περιλήφθηκαν στην αρχική υπεράσπιση γιατί ήταν άσχετες με τα επίδικα θέματα ως είχαν. Αναφέρει πως οι υπερασπίσεις αυτές σχετίζονται με χρονική περίοδο πριν το Δεκέμβριο του 2000 που ήταν η έναρξη της περιόδου όπως αρχικά την καθόρισε η Ενάγουσα. Όπως θέτει το ζήτημα ο Εναγόμενος θα αναμενόταν σύντομα μετά την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης να αιτηθεί την τροποποίηση της Υπεράσπισης του. Έχουν παρέλθει σχεδόν 3 χρόνια από την καταχώριση της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης όμως στο διαρρεύσαντα χρόνο μεσολάβησαν διαδικασίες που εξηγούν γιατί η υπό κρίση Αίτηση δεν καταχωρίστηκε πιο νωρίς. Στις 13.6.2006 καταχωρίστηκε Έκθεση Υπεράσπισης στην οποία περιλαμβάνονταν οι ισχυρισμοί που με την υπό κρίση Αίτηση ο Εναγόμενος εξαιτείται να προσθέσει χωρίς όμως χρονικό περιορισμό αναφορικά με την περίοδο της συνεργασίας του με τους Ενάγοντες. 10 περίπου μήνες μετά η Ενάγουσα καταχώρησε αίτηση ζητώντας τη διαγραφή των πιο πάνω υπερασπίσεων. Ο Εναγόμενος ήταν της θέσης πως οι νέες υπερασπίσεις ήταν «άμεσα συνεπαγόμενες τροποποιήσεις και κατέστησαν αναγκαίες λόγω της τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης». Απόφαση στην Αίτηση της 13.6.2006 εκδόθηκε την 15.1.2009, οπόταν και διατάχθηκε η διαγραφή των πιο πάνω υπερασπίσεων. Αναφερόταν στην απόφαση της 15.1.2009 στη σελίδα 6 πως: «Μελέτησα την τροποποιηθείσα Υπεράσπιση και δεν φαίνεται να διευκρινίζεται ότι η προσθήκη των νέων υπερασπίσεων στην τροποποιημένη Υπεράσπιση αφορούν μόνο την νέα χρονική περίοδο που επεκτάθηκε με την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Συνάγω ότι οι νέες υπερασπίσεις αφορούν ολόκληρη την περίοδο των συναλλαγών, γεγονός που συνιστά απόκλιση από τους όρους του διατάγματος τροποποίησης.» Την 10.2.2009 ο Εναγόμενος καταχώρησε Αίτηση τροποποίησης εξαιτούμενος να προσθέσει στην Υπεράσπισή του τα όσα είχαν διαταχτεί να διαγραφούν. Υποστήριζε με τη συνοδευτική του ένορκη δήλωση, ιδίας ημερομηνίας, όσα και σήμερα υποστηρίζει. Η Αίτηση απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.3.
- Η ουσία της απόφασης συνοψίζεται στην τελευταία παράγραφο της σελίδας 5 της Απόφασης: «Εφόσον όμως ορκίστηκε τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της 10.2.2009 ότι θα μπορούσε να εξαιτείται ήταν να προσθέσει τις νέες υπερασπίσεις με αναφορά στην περίοδο προ του Δεκεμβρίου του 2000 και μόνο.» Κατ΄ ακολουθία, καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση με την οποία, όπως πιο πάνω σημειώνεται, ο Αιτητής εξαιτείται να εισάξει τις νέες υπερασπίσεις αναφορικά με τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο συνεργασίας των μερών, δηλαδή την περίοδο Ιουλίου 1999 - Δεκεμβρίου
- Σε σχέση με το δεδομένο ότι η υπό κρίση αίτηση προσομοιάζει με την αίτηση ημερομηνίας 10.2.2009, είναι οι δύο πρώτοι λόγοι ένστασης, ότι δηλαδή ο Εναγόμενος εμποδίζεται (estopped) στην προώθηση της Αίτησης λόγω δεδικασμένου (res judicata) και ότι η υπό κρίση Αίτηση προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλης κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας (abuse of the process of the Court). Απορρίπτω τις πιο πάνω εισηγήσεις. Το δόγμα του δεδικασμένου έχει εφαρμογή σε σχέση με ουσιαστικά δικαιώματα των μερών και όχι σε σχέση με τις όποιες διαδικασίες για την προώθηση τους. Ο Εναγόμενος απέτυχε στην προηγούμενη αίτηση του για τροποποίηση γιατί ενώ η υποστηρικτική του ένορκη δήλωση θα μπορούσε να επιτρέψει στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια στο να εγκρίνει την εισαγωγή των νέων υπερασπίσεων για την περίοδο Ιουλίου 1999 - Δεκεμβρίου 2000, αυτός εξαιτείτο να εισάξει τις νέες υπερασπίσεις αναφορικά με το σύνολο της περιόδου συνεργασίας του με τους Ενάγοντες. Δικονομικά δεν αποκλείεται από του να επιδιώξει τροποποίηση αναφορικά με την περιορισμένη χρονική περίοδο Ιουλίου 1999 - Δεκεμβρίου 2000 που και κατά την προηγούμενη αίτηση και κατά την υπό κρίση, είναι η θέση του ότι οι νέες υπερασπίσεις αφορούσαν. Εν εναντία περιπτώσει θα σήμαινε πως η διαδικασία θα ετίθετο πέραν της ουσίας κάτι απαράδεκτο στο δικαιϊκό μας σύστημα. Δεν υπήρξε καταφρόνηση της διαδικασίας ούτε κατάχρηση τούτης. Ο Εναγόμενος ή καλύτερα οι δικηγόροι του, προφανώς έχοντας μελετήσει την απόφαση ημερομηνίας 17.3.2009 και τις εκεί παρατηρήσεις του Δικαστηρίου, κατενόησαν το λόγο της απόφασης ημερομηνίας 15.1.2009 όπως και τις ιδίας της απόφασης της 17.3.2009, και προχώρησαν στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης τρεις ημέρες μετά. Οι διαδικασίες σκοπούν στην εξυπηρέτηση της δικαιοσύνης και όχι τον παρεμποδισμό της ορθής απονομής της. Οι νέες υπερασπίσεις επιχειρήθηκε να εισαχθούν από τον Εναγόμενο, έστω για το σύνολο της συνεργασίας των μερών, από τις 13.6.
- Προκύπτει δε πως η αποτυχία του Εναγόμενου να τις εισάξει στη δικογραφία του δεν οφειλόταν σε παλινδρόμηση των θέσεων του επί των γεγονότων, αλλά σε διαδικαστικά σφάλματα. Εάν όταν στις 13.6.2006 καταχωρείτο η Υπεράσπιση στην Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης οι νέες θέσεις παρουσιάζονταν στη μορφή που παρουσιάζονται με την υπό κρίση αίτηση, ενδεχομένως η απόφαση ημερομηνίας 15.1.2009 να ήταν διαφορετική στο αποτέλεσμα ή και να μην είχε η Ενάγουσα αιτηθεί τη διαγραφή. Εγείρουν ακόμα οι Ενάγοντες ζήτημα πρωτοφανούς και αδικαιολόγητης καθυστέρησης και «. κατάφορη κατάχρηση . των δικαιωμάτων των Εναγόντων .» (λόγος ένστασης (δ)) ωστόσο δεν συγκεκριμενοποιούν συγκεκριμένη βλάβη την οποία θα υποστούν. Ότι έχουν την 20.3.2003 και την 24.2.2006 προβεί σε αποκάλυψη εγγράφων, δεν επηρεάζει αρνητικά τα δικαιώματα τους. Ήταν υποχρέωση τους. Εξάλλου και οι δύο ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης είχαν καταχωριστεί προτού οι ίδιοι αιτηθούν την τροποποίηση της αξίωσης τους. Σε σχέση με τις περιπτώσεις όπου η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή αναφέρεται στην Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.Α.Δ. 426, 432 ότι: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δε συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή.» Σημειώνεται ακόμη πως: «Στην Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ΄ ουσία τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό, με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση.» Ούτε η έγκριση του αιτήματος του Εναγόμενου να προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση στην έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας η οποία είναι ορισμένη στις 13 και 14.4.2009. Το Δικαστήριο, έχοντας επίγνωση του γεγονότος ότι πρόκειται για πολύ παλιά υπόθεση, προγραμμάτισε την εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης και την έκδοση της παρούσας απόφασης κατά τρόπο ώστε σε περίπτωση κατά την οποία θα ενέκρινε το αίτημα να μην ανατραπεί ο προγραμματισμός της εκδίκασης της ουσίας της Αγωγής. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση ως οι παράγραφοι Α, Β και Γ της Αίτησης. Η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί μέσα σε 1 ημέρα από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος και αντίγραφο να παραδοθεί στους δικηγόρους των Εναγόντων. Τυχόν Απάντηση στην Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωριστεί εντός περαιτέρω 1 ημέρας. Το διάταγμα να πληρωθεί σήμερα. Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή να μεριμνήσει για την άμεση σύνταξη του. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) όπως και τα έξοδα της παρούσας αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση - Εναγόντων και εναντίον του Αιτητή - Εναγόμενου. (Υπ.) .................. Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Αίτηση Τροποποίησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο