ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΡΑΣΤΙΤΗΣ ν. GREENHAZE ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4847/08, 9.4.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4847/08 Μεταξύ: ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΡΑΣΤΙΤΗΣ Ενάγοντα και
- GREENHAZE ENTERPRISES LTD
- ΣΤΑΥΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ Εναγομένων -------------------------------------------------------- (Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 23.3.09) Μεταξύ: ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΡΑΣΤΙΤΗΣ Ενάγοντα και
- GREENHAZE ENTERPRISES LTD
- ΣΤΑΥΡΟΣ ΘΩΜΑ Εναγομένων -------------------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 12.12.08 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 9.4.09 Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Ε. Κλεάνθους Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση: κα. Λ. Νικολάου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγων-αιτητής με την αγωγή του διεκδικεί μεταξύ άλλων δηλωτικές αποφάσεις οι οποίες αποσκοπούν
(1)στο να επιβεβαιώνουν την παράβαση εκ μέρους των εναγομένων 1 της μεταξύ τους συμφωνίας αγοραπωλησίας ενός ακινήτου και της συμφωνίας συντήρησης των δέντρων που υπήρχαν σε αυτό και
(2)στο να ακυρώνουν άλλο αγοραπωλητήριο έγγραφο που έχει κατατεθεί σε σχέση με το ίδιο ακίνητο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο. Ζητά επίσης διατάγματα εναντίον των εναγομένων για να παραδώσουν ελεύθερη κατοχή του ακινήτου και εναντίον των εναγομένων 1 όπως εγγράψουν επ' ονόματι του το ακίνητο καθώς και αποζημιώσεις για την εκρίζωση των δέντρων που υπήρχαν στο ακίνητο και το ποσό της χορήγησης που έλαβαν οι εναγόμενοι 1 για την εκρίζωση αυτή. Διαζευκτικά ζητά την επιστροφή του ποσού της προκαταβολής που κατέβαλε για την αγορά του ακινήτου και το ποσό που αντιπροσωπεύει τη διαφορά της τρέχουσας αξίας του ακινήτου από την αρχική αξία του που αναφέρεται στη συμφωνία αγοραπωλησίας. Τέλος ζητά γενικές αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας αγοραπωλησίας. Ο ενάγων-αιτητής μετά από μονομερή αίτηση ημερομηνίας 12.12.08 εξασφάλισε στις 17.12.08 προσωρινό διάταγμα το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται προσωρινό διάταγμα που απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 - Καθ΄ ων η αίτησης 1 και/ή στους υπηρέτες και/ή στους αντιπροσώπους των από του να μεταβιβάσουν και/ή ενεγράψουν επ' ονόματι, του Εναγομένου 2 και/ή οιουδήποτε άλλου τρίτου προσώπου, φυσικού ή νομικού, το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/10967, ΦΥΛΛΟ/ΣΧΕΔΙΟ 58/14 τμήμα 34, τεμ. 50 που ευρίσκεται στην τοποθεσία Φασσούρι, Ενορίας Αγίου Λουκά στην Κοινότητα Κολοσσίου της Επαρχίας Λεμεσού, μέχρι την πλήρη εκδίκαση και/ή έκδοση απόφασης εις της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή περατώσεως αυτής και/ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. ». Το προσωρινό διάταγμα επιδόθηκε στους εναγόμενους-καθ' ων η αίτηση οι οποίοι και καταχώρησαν ένσταση στη συνέχιση της ισχύος του. Η αίτηση των εναγόντων - αιτητών βασίζεται στα άρθρα 4, 5, 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του Περί Δικασηρίων Νόμου 14/60, στη Δ.48 Θ.1,2 και 8 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στη διακριτική εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα-αιτητή ημερ. 12.12.
- Στην ένορκη αυτή δήλωση αναφέρονται βασικά μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Οι καθ' ων η αίτηση 1 κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν και συνεχίζουν να είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/10967, Φ./Σχ. 58/14 τμήμα 34 τεμ. 50 το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία Φασσούρι, Ενορία Αγίου Λουκά στην Κοινότητα Κολοσσίου της Επαρχίας Λεμεσού. Στις 7.3.05 συνήφθη μεταξύ του αιτητή και των καθ' ων η αίτηση 1 αγοραπωλητήριο έγγραφο για την αγορά του πιο πάνω ακινήτου έναντι του συνολικού ποσού των Λ.Κ.16,000 και ή το ισόποσον ποσό σε Ευρώ 27,337.
- Ήταν ρητός όρος του αγοραπωλητηρίου αυτού ότι το ποσό των Λ.Κ.6,000 και ή το ισόποσον ποσό σε Ευρώ10,251.61 θα καταβάλλετο στους καθ΄ ων η αίτηση 1 κατά την υπογραφή της συμφωνίας, όπως και έγινε, και το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.10,000 και ή το ισόποσον ποσό σε Ευρώ 17,086 θα καταβάλλετο ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση και εγγραφή του ακινήτου στο όνομα του αιτητή. Περαιτέρω δυνάμει του αγοραπωλητηρίου συμφωνήθηκε ότι η μεταβίβαση και εγγραφή του ακινήτου θα γινόταν μετά το διαχωρισμό του χωραφιού σε μικρότερα τεμάχια και την έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας. Λόγω εμπιστοσύνης που έδειξε ο αιτήτης στο πρόσωπο του διευθυντή των καθ' ων η αίτηση 1 δεν κατέθεσε το αγοραπωλητήριο έγγραφο στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Ταυτόχρονα με την υπογραφή του υπό αναφορά αγοραπωλητηρίου υπεγράφη μεταξύ των ιδίων προσώπων ξεχωριστή συμφωνία συντήρησης ίδιας ημερομηνίας με την οποία ο αιτήτης αναλάμβανε την υποχρέωση να καταβάλει στους καθ' ων η αίτηση 1 το ποσό των Λ.Κ.10,000 και ή το ισόποσον ποσό σε Ευρώ 17,086 για την κάλυψη των εξόδων συντήρησης των 100 εσπερειδοειδών που ευρίσκονταν δεντροφυτεμένα στο ακίνητο και τα οποία καρποφορούσαν και ήταν και σε παραγωγική ηλικία. Όπως πληροφόρησε τον αιτητή ο διευθυντής των καθ' ων η αίτηση 1 το ακίνητο αποτελούσε αρχικά μέρος ενός χωραφιού και μετά από σχετικές ενέργειες των καθ' ων η αίτηση 1 διαχωρίσθηκε σε μικρότερα τεμάχια τα οποία έφεραν ξεχωριστούς πλέον τίτλους ιδιοκτησίας. Κατά την 9.9.08 ο αιτητής επισκέφθηκε με τον υιό του το υπό αναφορά ακίνητο και διαπίστωσαν ότι οι καθ' ων η αίτηση 1 εν αγνοία του και χωρίς να ρωτηθεί σχετικά προχώρησαν στην αποκοπή όλων των δένδρων τα οποία ήταν φυτεμένα στο εν λόγω ακίνητο. Ως εκ τούτου ο αιτητής έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του, οι οποίοι και απέστειλαν σχετική επιστολή προς τους καθ' ων η αίτηση 1, με την οποία μεταξύ άλλων τους ενημέρωναν για την εν αγνοία του αιτητή εκρίζωση των δένδρων και περαιτέρω ενημέρωναν το διευθυντή των καθ' ων η αίτηση 1 ότι ο αιτητής ήταν έτοιμος να καταβάλει το εναπομείναν τίμημα πώλησης. Επίσης περί τις αρχές Σεπτεμβρίου 2008 ο αιτητής ενημέρωσε τον διευθυντή των καθ' ων η αίτηση 1 ότι δεν είχε πλέον καμία συμβατική και νομική υποχρέωση δυνάμει της συμφωνίας συντήρησης να καταβάλει το συμφωνηθέν ποσό για συντήρηση δέντρων συνεπεία παράβασης της εν λόγω συμφωνίας λόγω της εκρίζωσης των δέντρων εν αγνοία του και χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του αλλά και εκ του ότι έλαβαν και οικειοποιήθηκαν τη σχετική κρατική επιχορήγηση ποσού των Ευρώ 5,236.86 (ισόποσο ποσό σε Λ.Κ.3,065). Η ζημιά για την εκρίζωση των δέντρων ανέρχεται στο ποσό των Ευρώ 42,715.04 περίπου. Περαιτέρω μετά από έρευνα που έκαναν οι δικηγόροι του αιτητή περί την 21.10.08 διαπιστώθηκε ότι οι καθ' ων η αίτηση 1 εξουσιοδότησαν την εταιρεία AMAGIO ENTERPRISES LIMITED, η οποία κατ΄ ακολουθίαν υποβολής σχετικής αιτήσεως της περί τις 12.8.04, την οποία κατέθεσε στο αρμόδιο Τμήμα του Υπουργείου Γεωργίας, αιτήθηκε μεταξύ άλλων όπως εκριζώσει συγκεκριμένα τεμάχια μεταξύ των οποίων ήταν και το επίδικο ακίνητο. Η εταιρεία δε αυτή δεσμεύθηκε ότι θα διατηρούσε νέα φυτεία που έχει εγκατασταθεί στο ακίνητο για περίοδο πέντε ετών ήτοι μέχρι τις 30.6.
- Περί τις 5.11.08 μετά από οδηγίες του αιτητή οι δικηγόροι του απέστειλαν επιστολή προς τους καθ' ων η αίτηση 1 με την οποία μεταξύ άλλων τους καλούσαν όπως στις 6.11.08 στις 9:00 π.μ. μεταβούν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού με σκοπό τη μεταβίβαση και εγγραφή του ακινήτου επ' ονόματι του αιτητή με την καταβολή ποσού των Ευρώ 17,086.01 (το αντίστοιχο ποσό σε Λ.Κ.10,000) προς εξόφληση του εναπομείναντος τιμήματος πωλήσεως του ακινήτου. Στις 6.11.08 και αφού ο αιτητής μετέβηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφειο Λεμεσού περί τις 9:00 π.μ. έχοντας στην κατοχή του επιταγή για το ποσό των Ευρώ 17,086.01 ο διευθυντής των καθ' ων η αίτηση 1 δεν παρουσιάστηκε στο Κτημαλόγιο. Με επιστολή του ο τελευταίος πληροφόρησε τους δικηγόρους του αιτητή ότι μετέβηκε στο Κτηματολόγιο στις 7.11.
- Μέσω δε του διευθυντή τους οι καθ' ων η αίτηση 1 απείλησαν τον αιτητή ότι λόγω της άρνησης του να τους καταβάλει πάν οφειλόμενο θα προχωρήσουν με την πώληση του ακινήτου σε άλλο αγοραστή. Από της υπογραφής του αγοραπωλητηρίου εγγράφου αλλά και μετά την ολοκλήρωση του διαχωρισμού του χωραφιού και την έκδοση ξεχωριστού τίτλου του ακινήτου ο αιτήτης κάλεσε επανειλημμένα το διευθυντή των καθ' ων η αίτηση 1 να προχωρήσουν με την επ΄ ονόματι του μεταβίβαση του ακινήτου ταυτόχρονα με την εξόφληση παντός οφειλομένου ποσού αλλά αυτός συνέχιζε αδικαιολόγητα πλέον αφού είχαν εκδοθεί οι τίτλοι να τον αποφεύγει και να το αναβάλλει συνεχώς. Μετά από έρευνα του αιτητή στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού διαπίστωσε ότι στις 20.10.08 κατατέθηκε για το υπό αναφορά ακίνητο αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερ. 22.9.08 από άλλον αγοραστή, ήτοι από τον καθ' ου η αίτηση
- Το δε τίμημα πώλησης ήταν για ποσό των Ευρώ 35,000 (ή το αντίστοιχο ποσό σε Λίρες Κύπρου 20,484.59) δηλαδή ποσό εκ Λ.Κ.4,000 (ή το ισόποσο σε Ευρώ 6,843.41) μεταλύτερο από το τίμημα αγοράς που συμφώνησε να καταβάλει ο αιτητής. Από το πιο πάνω φαίνεται ότι όταν ο διευθυντής των καθ' ων η αίτηση 1 απειλούσε τον αιτητή ότι θα πωλούσαν το ακίνητο σε άλλον αυτό είχε ήδη γίνει. Όπως ο αιτητής πληροφορήθηκε από εκτιμητή ακινήτων, η σημερινή αξία του ακινήτου ανέρχεται σε ποσόν εκ Λ.Κ.40,000 περίπου ή Ευρώ 68,344 περίπου. Η περαιτέρω αποξένωση του ακινήτου από τους καθ' ων η αίτηση 1, αφού το ακίνητο ήδη πωλήθηκε προς τρίτο πρόσωπο, με την επ΄ ονόματι του τρίτου αγοραστή καθ' ου η αίτηση 2 εγγραφή του σημαίνει αδυναμία να ικανοποιηθεί η απαίτηση του αιτητή σε περίπτωση δικαίωσης του από το Δικαστήριο με την επ΄ονόματι του εγγραφή και μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου. Περαιτέρω ο νέος αγοραστής καθ' ου η αίτηση 2 δεν είναι καλόπιστος τρίτος γιατί είναι πατέρας του διευθυντή των καθ' ων η αίτηση 1 και έγινε εντέχνως η δήθεν αγοραπωλησία για να εμποδίσει τον αιτητή να εγγράψει στο όνομα του το χωράφι. Πέραν του ότι το ζητούμενο διάταγμα αφορά ακίνητο το οποίο είναι επίδικο στην αγωγή και συνεπώς ενεργοποιούνται οι διατάξεις του άρθρου 4 του Κεφ. 6 και συνακόλουθα δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθούν οι άλλες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, πληρούνται και οι προυποθέσεις του άρθρου 32 αφού υπάρχει καλή υπόθεση και είναι πιθανή η επιτυχής έκβαση της αγωγής. Αν δε οι καθ' ων η αίτηση 1 αποξενώσουν το ακίνητο δεν έχουν άλλη περιουσία ή επαρκή περιουσία για να εξασφαλίσθει η πληρωμή ενδεχόμενης υπέρ του αιτητή απόφασης και άρα θα προκληθεί σε αυτόν ανεπανόρθωτη βλάβη. Οι εναγόμενοι-καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν στις 19.3.09 ένσταση ως προς τη συνέχιση της ισχύος του διατάγματος. Η ένσταση βασίζεται στη Δ.48 Θ.1, 2, 3, 4, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 30 και 32 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστήριου. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η ένσταση είναι οι ακόλουθοι:
- Ο αιτητής δεν είχε εξουσία και/ή δικαίωμα όπως καταχωρήσει μονομερή αίτηση ζητώντας την αιτούμενη θεραπεία.
- Δεν πληρούνται οι νομοθετικές και/ή νομολογιακές προϋποθέσεις για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος.
- Το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 17.12.08 εκδόθηκε κατά παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης και/ή αποστέρησε το δικαίωμα στους καθ' ων η αίτηση να ακουσθούν.
- Δεν καταδείχτηκε το κατεπείγον του αιτήματος και/ή απεκρύφθηκαν ουσιώδη γεγονότα. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Γιώργου Ιωαννίδη, διευθυντή των καθ' ων η αίτηση-εναγόμενων 1, ο οποίος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος προς το σκοπό αυτό. Στην ένορκη αυτή δήλωση συνοπτικά αναφέρονται τα ακόλουθα: Στις 7.3.05 είχαν συναφθεί μεταξύ του αιτητή και των καθ' ων η αίτηση 1 οι δύο γραπτές συμφωνίες που αναφέρει και ο αιτητής δηλ. η συμφωνία αγοραπωλησίας του συγκεκριμένου ακινήτου και η συμφωνία συντήρησης των δέντρων που υπήρχαν στο ακίνητο αυτό. Οι δύο αυτές συμφωνίες είναι αλληλένδετες και για την εγγραφή του ακινήτου στο όνομα του αιτητή θα έπρεπε να καταβληθεί το συνολικό ποσό των Λ.Κ.26,000 ως ακολούθως: (α)Λ.Κ.6,000 ως προκαταβολή, β)Λ.Κ.10,000 ταυτόχρονα με την μεταβίβαση του ακινήτου και (γ)Λ.Κ.10,000 πριν την μεταβίβαση του ακινήτου. Ο αιτητής μέχρι σήμερα έχει καταβάλει στους καθ' ων η αίτηση 1 μόνο το ποσό των Λ.Κ.6,000 και παρά τις συνεχείς οχλήσεις των τελευταίων μέχρι σήμερα παραλείπει να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό και για αυτό δεν έχει γίνει η μεταβίβαση του ακινήτου. Ο αιτητής αρνήθηκε να προχωρήσει η μεταβίβαση του ακινήτου διά της καταβολής του συνολικού ποσού των Λ.Κ.20,000, ως περιγράφεται ανωτέρω, και οι καθ' ων η αίτηση 1 τον είχαν προειδοποιήσει ότι θα αναγκαστούν να πωλήσουν το τεμάχιο σε άλλον ενδιαφερόμενο αγοραστή και οποιαδήποτε ζημιά προκύψει θα ζητηθεί από τον αιτητή. Περαιτέρω οι καθ' ων η αίτηση 1 είναι ιδιοκτήτες μεγάλης ακίνητης ιδιοκτησίας και ο αιτητής το έχει αποκρύψει παρά το ότι το γνωρίζει εφόσον γνώριζε ευθύς εξ αρχής ότι είχε υποβληθεί αίτηση για διαχωρισμό του ακίνητου σε μικρότερα τεμάχια και είχε αντίγραφο των σχετικών σχεδίων, και εν πάση περιπτώσει γνωρίζει πολύ καλά ότι εάν η αγωγή του επιτύχει οι καθ' ων η αίτηση 1 μπορούν να εξασφαλίσουν την πληρωμή του. Ο δε αιτητής δεν κατάθεσε το αγοραπωλητήριο έγγραφο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού όχι λόγω ένδειξης εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του διευθυντή των καθ' ων η αίτηση 1 αλλά λόγω του ότι γνώριζε ότι ήταν εξασφαλισμένος. Ήδη οι καθ' ων η αίτηση προσέφεραν στον αιτητή την επιστροφή της προκαταβολής πλέον τόκους. Οι καθ' ων η αίτηση προτίθενται εντός των ημερών να καταθέσουν στο Δικαστήριο το ποσό που έλαβαν από τον αιτητή πλέον τόκους το οποίο θα μπορούν να παραλάβουν ανά πάσα στιγμή. Όσον αφορά τον ισχυρισμό για αποκοπή των εσπεριδοειδών οι καθ' ων η αίτηση 1 απορρίπτουν τον ισχυρισμό ότι δεν υπάρχουν δένδρα στο εν λόγω ακίνητο καθ' ότι όπως γνωρίζει ο αιτητής έγινε μεταφύτευση νέων δένδρων γεγονός που είναι προς όφελος όλων των μελλοντικών ιδιοκτητών καθώς θα έχουν καινούργια δέντρα αντί γερασμένα. Ως εκ των άνω η παρούσα αίτηση δεν ικανοποιεί τα κριτήρια που επιβάλλει ο Νόμος και η νομολογία για την έκδοση παρόμοιων διαταγμάτων και ζητείται η απόρριψη της με έξοδα. Και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία και δεν αντεξέτασαν κανένα από τους ενόρκως δηλούντες. Νομική Πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συντηρητικά διατάγματα εδράζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and another
(1982)1 C.L.R. 557 καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά περιεκτικά και με σαφήνεια οι αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων καθώς και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων είναι:
- Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη,
- Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία,
- Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις συντρέχουν σωρευτικά. Το θέμα όμως και πάλι δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos ανωτέρω, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας) είναι απεριόριστοι. Αναφορικά με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά τη δίκη, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση δηλ. να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Αναφορικά με την ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία δηλ. πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos ανωτέρω και Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (βλ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Δηλ. πρέπει να συσχετισθεί η νομική θεμελίωση της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως αυτή εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για να διαπιστωθεί η πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδης ν. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Η υπό αναφορά προϋπόθεση ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι κατά την εξέταση του κατά πόσο πρέπει να διατηρήσει ή να ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα, το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία είναι απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Έχει επίσης νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει και μόνο για το λόγο ότι κατά την αρχική έκδοση του μετά από μονομερή αίτηση δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας (Νο. 2) ν. Σαββίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 349, Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη. Τα γεγονότα δε πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση. Όπως αναφέρεται στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α.
(1996)1 A.Α.Δ. 597 ουσιώδες για τους σκοπούς αυτούς είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν. 14/60. Επιπλέον, σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος. Περαιτέρω ένα προσωρινό διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί όταν καταδειχθεί ότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος αφού σε τέτοια περίπτωση το επείγον που αποτελεί το δικαιοδοτικό όρο για την παροχή θεραπείας στην απουσία του εναγομένου, ήτοι μετά από μονομερή αίτηση, ελλείπει (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598). Τέλος το βάρος είναι στον αιτητή για να δικαιολογήσει τη συνέχιση ενός διατάγματος που εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση (βλ. Louis Vuitton v. Δέρμοσακ κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Στην παρούσα υπόθεση η αίτηση του ενάγοντα στηρίζεται όπως φαίνεται από την ένορκη δήλωση του αλλά και από την αγόρευση του δικηγόρου του, εκτός του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και στο πρώτο σκέλος του άρθρου 4 του Κεφ.6. Το σκέλος αυτό του άρθρου 4 έχει εφαρμογή όπου η περιουσία σχετικά με την οποία ζητείται το διάταγμα είναι αντικείμενο της αγωγής. Σύμφωνα δε με την υπάρχουσα νομολογία το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα που αφορά ακίνητη ιδιοκτησία που είναι το αντικείμενο της αγωγής ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 (βλ. Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231). Όμως όπως επεξηγήθηκε στην απόφαση Γρηγόρης ν Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 η ειδική ρύθμιση που γίνεται στο άρθρο 4 δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας αναφορικά με την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων. Συνεπώς και σε αυτή την περίπτωση το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια θα καθοδηγηθεί από τις πρόνοιες του άρθρου
- Έχοντας υπόψη τις νομικές αρχές που αναφέρθηκαν πιο πάνω θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω τα όσα έχουν τεθεί στην παρούσα υπόθεση αρχίζοντας από το κατά πόσο εφαρμόζεται στην παρούσα το άρθρο 4 του Κεφ.
- Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω για να εκδοθεί ένα διάταγµα δυνάµει του άρθρου αυτού θα πρέπει η επηρεαζόµενη περιουσία να αποτελεί αντικείµενο της αγωγής. Για να ικανοποιηθεί αυτή η προϋπόθεση δεν είναι αρκετό για τον ενάγοντα-αιτητή να εγείρει μέσω της αγωγής του νοµική αξίωση για την περιουσία που επηρεάζεται. Θα πρέπει περαιτέρω να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει τουλάχιστον η νοµική βάση για να πετύχει την εγγραφή επ ονόματος του της επίδικης περιουσίας. Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω αλλά και ως φαίνεται από το παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης στην αγωγή ο ενάγων-αιτητής ζητά μεταξύ άλλων διάταγµα το οποίο στην ουσία ισοδυναµεί µε διατάγµα για ειδική εκτέλεση της ισχυριζόµενης συµφωνίας πώλησης προς μεταβίβαση και εγγραφή του ακινήτου στο όνομα του. Διαζευκτικά ζητά αποζημιώσεις για παράβαση των συμφωνιών και ιδίως της συμφωνίας αγοραπωλησίας του ακινήτου. Είναι όμως φανερό από τα γεγονότα που τίθενται τόσο στην αγωγή όσο και στην ένορκη δήλωση του αιτητή ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο περί Πωλήσεως Γαιών (Ειδική Εκτέλεση) Νόµος, Κεφ 232 αφού το ισχυριζόμενο αγοραπωλητήτιο έγγραφο, ως ο ίδιος ο αιτητής άλλωστε αναφέρει, δεν έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, όπως προβλέπεται από το άρθρο 2 του Κεφ.
- Εφόσον λοιπόν ο ενάγων δεν θα µπορούσε να εξασφαλίσει ειδική εκτέλεση της ισχυριζόμενης συμφωνίας το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο θα μπορούσε να εξασφαλίσει και το σχετικό διάταγμα που ζητά στην αγωγή του και το οποίο ισοδυναµεί µε ειδική εκτέλεση. Ως εκ των άνω κρίνω για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας ότι υπο τις περιστάσεις η μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του αιτητή δεν θα µπορούσε να αποτελέσει αντικείµενο της αγωγής και το Δικαστήριο δεν θα µπορούσε να εκδώσει προσωρινό διάταγµα δυνάµει του άρθρου 4 του Κεφ.
- Εποµένως ο αιτητής ο οποίος είχε και το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τυγχάνει εφαρµογής το άρθρο 4 απέτυχε να το πράξει. Μετά την πιο πάνω κατάληξη μου θα προχωρήσω στην εξέταση των προυποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Αναφορικά με την πρώτη προυπόθεση του άρθρου 32, λαμβάνοντας υπόψην και τα όσα αναφέρθηκαν αμέσως πιο πάνω σε σχέση με το άρθο 4, κρίνω ότι από την έκθεση απαίτησης στην αγωγή αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη όσον αφορά τις υπόλοιπες αξιώσεις του ενάγοντα. Συγκεκριμένα αποκαλύπτεται μια συζητήσιμη υπόθεση, η οποία αφορά τη διεκδίκηση από τον ενάγοντα θεραπειών για ισχυριζόμενη παράβαση από τους εναγόμενους 1 της μεταξύ τους συμφωνίας αγοραπωλησίας του επίδικου ακινήτου. Στα πλαίσια αυτά ο ενάγων ζητά μεταξύ άλλων την επιστροφή του ποσού το οποίο κατέβαλε ως προκαταβολή για την αγορά του ακινήτου καθώς και το ποσό της διαφοράς της τρέχουσας αξίας του ακινήτου από την αρχική αγοραία αξία του. Τέλος ζητά γενικές αποζημιώσεις για την παράβαση της συμφωνίας αγοραπωλησίας του ακινήτου. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση πρέπει να λεχθεί αρχικά ότι ως έχει αναφερθεί στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται οι αξιώσεις των διαδίκων ούτε και να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Το κατά πόσο υπάρχει παράβαση της συμφωνίας ασφαλώς θα απασχολήσει το Δικαστήριο και θα αποφασισθεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και όχι σε αυτό το στάδιο. Σε σχέση με το θέμα αυτό στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση και κρίση επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών ως προς τα γεγονότα, κρίνω ότι από τις ένορκες δηλώσεις που τέθηκαν ενώπιον μου και τα κοινά παραδεκτά γεγονότα που προκύπτουν καθώς και από τα τεκμήρια που τις συνοδεύουν, ο ενάγων-αιτητής έχει καταδείξει την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή του όσον αφορά τις αξιώσεις του σχετικά με την παράβαση συμφωνίας. Η συνδρομή άλλωστε των δύο πιο πάνω προυποθέσεων προς έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι παραδεκτή και από τους καθ' ων η αίτηση. Στα πλαίσια ελέγχου συνδρομής της τρίτης προϋπόθεσης πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Στην Parico ανωτέρω λέχθηκε σχετικά ότι το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσο σε περίπτωση που ο ενάγων πετύχει στην αξίωση του στη δίκη θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων για την απώλεια που θα υποστεί πριν από τη δίκη ως αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων πράξεων του εναγομένου. Αν οι αποζημιώσεις με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το κοινοδίκαιο θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο εναγόμενος θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλει, το Δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του ενάγοντα. Ο ενάγων-αιτητής, ως έχει προαναφερθεί, ζητά μεταξύ άλλων αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας αγοραπωλησίας του υπό αναφορά ακινήτου. Οι αποζημιώσεις δε αυτές δεν παρουσιάζουν εκ της φύσης της διαφοράς οποιοδήποτε πρόβλημα στον υπολογισμό τους. Συνεπώς δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε περίπτωση που ο αιτητής πετύχει στην αξίωση του αυτή θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Ως εκ τούτου μπορεί να λεχθεί ότι οι αποζημιώσεις συνιστούν στην παρούσα επαρκή θεραπεία. Περαιτέρω ο αιτητής δεν έχει αμφισβητήσει ότι οι καθ' ων η αίτηση είναι ιδιοκτήτες μεγάλης ακίνητης περιουσίας πέραν από αυτή του επίδικου ακινήτου. Το γεγονός αυτό ενισχύεται και από τα όσα ο ίδιος αναφέρει ότι δηλ. όπως ενημερώθηκε από το διευθυντή των καθ' ων η αίτηση 1 το ακίνητο αποτελούσε αρχικά μέρος ενός χωραφιού και μετά από σχετικές ενέργειες διαχωρίσθηκε σε μικρότερα τεμάχια τα οποία έφεραν ξεχωριστούς πλέον τίτλους ιδιοκτησίας. Πέραν τούτου δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι αν επιτύχει στην αξίωση του αυτοί μπορούν να ικανοποιήσουν τον αιτητή. Συνεπώς έχει καταδειχθεί ότι οι καθ' ων η αίτηση 1 θα είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τον αιτητή αναφορικά με τις αποζημιώσεις που τυχόν αυτός θα επιτύχει να του επιδικαστούν στα πλαίσια της αγωγής του. Ως εκ των άνω καταλήγω ότι το Δικαστήριο θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη σε περίπτωση επιτυχίας του ενάγοντα-αιτητή κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Κρίνω λοιπόν ότι δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα προχωρήσω στην εξέταση και των υπολοίπων λόγων ένστασης. Όσον αφορά το λόγο ένστασης των καθ' ων η αίτηση ότι δεν καταδείχθηκε το επείγον πρέπει να λεχθούν τα εξής: Από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του αιτητή φαίνεται ότι μετά τις 6.11.08 ημερομηνία κατά την οποία ο αιτητής κάλεσε τους καθ' ων η αίτηση 1 να είναι παρόντες στο Κτηματολόγιο για να πληρωθεί το υπόλοιπο του τιμήματος και να γίνει η μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του, ο διευθυντής των καθ' ων η αίτηση 1 ενημέρωσε τους δικηγόρους του αιτητή ότι παρουσιάστηκε στο Κτηματολόγιο στις 7.11.
- Ακολούθως αναφέρεται ότι οι καθ' ων η αίτηση 1 εξέφρασαν απειλές ότι θα πουλούσαν το ακίνητο σε άλλο αγοραστή. Στη συνέχεια ο αιτητής μετά από δική του έρευνα στο Κτηματολόγιο διαπίστωσε ότι στις 20.10.08 είχε ήδη καταχωρηθεί στο Κτηματολόγιο αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερ. 22.9.08 μεταξύ των καθ' ων η αίτηση 1 και του καθ' ου η αίτηση
- Η παρούσα αγωγή και αίτηση καταχωρήθηκαν στις 12.12.
- Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι δεν υπήρξε ιδιαίτερη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης και συνεπώς πληρείτο και το κριτήριο του κατ' επείγοντος για την έκδοση του διατάγματος. Εξετάζοντας τέλος το θέμα της απόκρυψης ή μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων ήταν η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι είναι ιδιοκτήτες μεγάλης ακίνητης ιδιοκτησίας και ότι ο αιτητής το έχει αποκρύψει παρά το ότι το γνωρίζει εφόσον γνώριζε ευθύς εξ αρχής ότι είχε υποβληθεί αίτηση για διαχωρισμό του ακίνητου σε μικρότερα τεμάχια και είχε αντίγραφο των σχετικών σχεδίων. Από τη μελέτη της ενόρκου δηλώσεως του αιτητή είναι εμφανές ότι αυτός ανέφερε, ως αναφέρθηκε και πιο πάνω, ότι ο διευθυντής των καθ' ων η αίτηση 1 τον ενημέρωσε ότι το ακίνητο αποτελούσε αρχικά μέρος ενός χωραφιού και μετά από σχετικές ενέργειες διαχωρίσθηκε σε μικρότερα τεμάχια τα οποία έφεραν ξεχωριστούς πλέον τίτλους ιδιοκτησίας, χωρίς να δώσει άλλα στοιχεία. Παρόλα αυτά ο αιτητής ισχυρίζεται στο τέλος της ενόρκου δηλώσεως του ότι αν οι καθ' ων η αίτηση 1 αποξενώσουν το υπό αναφορά ακίνητο δεν έχουν άλλη περιουσία ή επαρκή περιουσία για να ικανοποιήσουν τον αιτητή σε περίπτωση επιτυχίας στην αγωγή του. Η σχετική δε θέση των καθ' ων η αίτηση 1 για την ύπαρξη και άλλης μεγαλύτερης ακίνητης περιουσίας ιδιοκτησίας των δεν έχει στην ουσία αμφισβητηθεί, ούτε και η δυνατότητα αυτών να ικανοποιήσουν και με βάση την ύπαρξη της περιουσίας αυτής τον αιτητή σε περίπττωση επιτυχίας στην αγωγή του. Από τα πιο πάνω λοιπόν φαίνεται ότι ο αιτητής αναφέροντας ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν καθόλου ή δεν έχουν άλλη επαρκή περιουσία απέκρυψε ή δεν αποκάλυψε πλήρως την ύπαρξη τέτοιας περιουσίας. Το γεγονός αυτό ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι ο αιτητής δεν το γνώριζε (ως εισηγείται ο συνήγορος του στις αγορεύσεις του, οι οποίες εν πάση περιπτώσει δεν μπορούν να εισάγουν μαρτυρία που δεν τέθηκε) είναι κάτι που θα μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να γνωρίζει, εφόσον ως ανέφερε ο διευθυντής των αιτητών τον ενημέρωσε για το διαχωρισμό του ακινήτου, στο οποίο περιλαμβανόταν και το υπό αναφορά ακίνητο, σε τεμάχια και την έκδοση ξεχωριστών τίτλων. Περαιτέρω το γεγογονός αυτό αποτελεί ουσιώδες γεγονός στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς έκδοση του προσωρινού διατάγματος εφόσον συνδέεται άμεσα με την ικανότητα των καθ' ων η αίτηση να ικανοποιήσουν τον αιτητή σε περίπτωση που θα επιτύχει στην αξίωση του για αποζημιώσεις και συναφώς συνδέεται με τη διαπίστωση της συνδρομής ή μη της τρίτης προυπόθεσης του άρθρου
- Ως έχει δε αναφερθεί κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος το Δικαστήριο μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει και μόνο για το λόγο ότι κατά την αρχική έκδοση του μετά από μονομερή αίτηση δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων, όπως στην παρούσα. Εν όψει όλων των ανωτέρω το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στις 17.12.08 ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων-καθ' ων η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα-αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Judgments Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο