← Κύπρος

SOCIETE GENERALE CYPRUS LIMITED ν. PACO TRADING LTD, Αρ. Αγωγής 4838/05, 10/4/09

SOCIETE GENERALE CYPRUS LIMITED ν. PACO TRADING LTD, Αρ. Αγωγής 4838/05, 10/4/09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A94 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4838/05 Μεταξύ: SOCIETE GENERALE CYPRUS LIMITED, από τη Λευκωσία Ενάγουσας και PACO TRADING LTD, από τις Η.Π.Α. Εναγομένης (Αίτηση ημερ. 12.12.08 και διάταγμα της ίδιας ημερομηνίας) 10/4/09. Για αιτήτρια: κος Μούντης (για την εκφώνηση της απόφασης κα Ηροδότου) Για καθ'ων η αίτηση: κος Χαβιαράς (για την εκφώνηση της απόφασης κα Σωκράτους) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αιτήτρια-ενάγουσα η οποία είναι Κυπριακή εταιρεία διεξάγουσα τραπεζικές και πιστωτικές εργασίες ζήτησε και πέτυχε μονομερώς διάταγμα το οποίο απαγορεύει και/ή εμποδίζει την καθ'ης η αίτηση εταιρεία προσωπικά ή/και μέσω υπαλλήλων ή/και εκπροσώπων ή/και αντιπροσώπων τους ή/και οποιουδήποτε άλλου προσώπου που ενεργεί εκ μέρους ή/και για λογαριασμό ή/και προς όφελος ή/και κατόπιν οδηγιών της να καταχωρήσει ή/και παρουσιάσει οποιαδήποτε αίτηση διαλυσης (winding
  2. up)εναντίον της αιτήτριας εταιρείας σε σχέση με το ποσό των ευρώ 812.480 ή/και σε σχέση με οποιοδήποτε ποσό το οποίο απαιτείται με την ειδοποίηση δυνάμει του άρθρου 212 του Περί Εταιρειών Νόμου ημερομηνίας 21/11/2008 η οποία επιδόθηκε στην αιτήτρια στις 27/11/08, μέχρι εκδικάσεως της αγωγής με τον πιο άνω τίτλο και αριθμό ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Το πραγματικό βάθρο της αίτησης με βάση την οποία εξεδόθη το υπό κρίση διάταγμα είναι η ένορκη δήλωση του κ. Σπυρίδωνος, διευθυντή της αιτήτριας τράπεζας της οποίας θα επιχειρηθεί συνοπτική απόδοση: Η αιτήτρια τράπεζα μετά από οδηγίες των πελατών της (για ευκολία ονομαζόμενες εταιρεία Α και Β) εξέδωσε συγκεκριμένες επιταγές, οι οποίες εκδόθηκαν στα πλαίσια συγκεκριμένης συμφωνίας των πελατών της αιτήτριας και της καθ'ης η αίτηση. Σχετικές είναι οι παράγραφοι 3 - 9 της δήλωσης του κ. Σπυρίδωνος. Μετά την έκδοση των εν λόγω επιταγών αλλά πριν την πληρωμή αυτών, η αιτήτρια έλαβε γραπτές οδηγίες από τους πελάτες της να μη προχωρήσει στην τίμηση των εν λόγω επιταγών λόγω απάτης από πλευράς των εναγομένων/καθ'ων η αίτηση και του διευθυντή της (βλ. Τεκμ.3 και 4). Ως αποτέλεσμα των οδηγιών αυτών και της στοιχειοθετημένης πληροφόρησης της αιτήτριας από τους πελάτες της σχετικά με τον κατ'ισχυρισμό δόλο και απάτη, η τράπεζα αρνήθηκε να προβεί στην πληρωμή των εν λόγω επιταγών. Ακολούθως οι καθ'ων η αίτηση με επιστολές τους από διάφορους δικηγόρους ζητούσαν την άμεση αποπληρωμή του ποσού των εν λόγω επιταγών, αλλά και άλλων ποσών μέχρι και του ποσού των ευρώ 3.000.000 απειλώντας για την λήψη δικαστικών μέτρων για τη διάλυση της αιτήτριας τράπεζας. Στη συνέχεια η καθ'ης η αίτηση απέστειλε ειδοποίηση διάλυσης δυνάμει του άρθρου 212 του περί εταιρειών Νόμου εκ της άρνησης της αιτήτριας να πληρώσει τα πιο πάνω ποσά. Ο ισχυριζόμενος δόλος, κατά την αιτήτρια, έχει να κάνει με συμφωνία που είχαν οι πελάτιδες της τράπεζας, (εταιρείες Α και Β) με την εναγόμενη η οποία είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στο Delaware των Η.Π.Α. και διεξάγει μεταξύ άλλων, εμπορία υλικών συντήρησης, εξοπλισμού και τροφοδοσίας πλοίων. Κατά ή περί τον Οκτώβρη 2007 η εναγόμενη μαζί με 4 κυπριακές εταιρείες (οι οποίες κατονομάζονται στην ένορκη δήλωση αλλά για σκοπούς ευκολίας θα αποκαλούνται εταιρείες 2, 3, 4 και 5 και έχουν ίδιους διευθυντές και με την εναγόμενη) συμφώνησαν προφορικά με τις πελάτιδες εταιρείες της τράπεζας τα ακόλουθα: Οι εταιρείες Α και Β θα αγόραζαν από την εταιρεία 5 και την εναγόμενη έναντι νόμιμης αντιπαροχής προϊόντα συντήρησης, εξοπλισμού και τροφοδοσίας πλοίων. Η αγορά των προϊόντων αυτών συμφωνήθηκε ότι θα γινόταν με την έκδοση και παράδοση τραπεζικών επιταγών, και συγκεκριμένα Banker's Drafts, που θα εξέδιδε η ενάγουσα κατ' εντολήν και για λογαριασμό των πελάτιδων της. Ταυτόχρονα με την παράδοση των εν λόγω επιταγών στην εταιρεία 5 και την εναγομένη, οι εταιρείες 2, 3 και 4 θα αγόραζαν εκ νέου και σε υψηλότερη τιμή, από τις εταιρείες Α και Β τα προαναφερόμενα προϊόντα με επιταγές της Universal Bank Limited, τα οποία και θα μεταπωλούσαν σε άλλες πλοιοκτήτριες εταιρείες/πελάτες τους. Ο τρόπος αυτός συνεργασίας κράτησε για 6 μήνες σχεδόν επί καθημερινής βάσης. Είναι στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας που δόθηκαν οι οδηγίες από τις εταιρείες Α και Β στην αιτήτρια για έκδοση επιταγών (Banker's drafts) μεταξύ των οποίων οι 4 επίδικες για συνολικό ποσό ευρώ 812.978 (βλ. Τεκμ.1). Στα πλαίσια και πάλιν της ως άνω αναφερόμενης συμφωνίας, και ταυτόχρονα με την παράδοση στην εναγόμενη των προαναφερθεισών επιταγών της ενάγουσας, για λογαριασμό των εταιρειών Α και Β, οι εταιρείες 2 και 3 εξέδωσαν και παρέδωσαν στις εταιρείες Α και Β, κατά την περίοδο 13.03.2008 έως 20.03.2008, συνολικά 9 επιταγές της Universal Bank Limited, μεταξύ των οποίων και 5 συγκεκριμένες επιταγές που περιγράφονται, συνολικού ύψους €1624.122.00. Κατά παράβαση της προαναφερθείσας συμφωνίας και/ή της πρακτικής που ακολουθείτο μεταξύ των εταιρειών Α και Β από τη μια και των εταιρειών 2, 3, 4, 5 και της εναγομένης από την άλλη, κατά ή περί τις 20.03.2008, οι εταιρείες 2 και 3 προκάλεσαν τη μη εξαργύρωση τεσσάρων επιταγών της Universal Bank Limited προς όφελος των εταιρειών Α και Β, με το αιτιολογικό της ύπαρξης μη επαρκών υπολοίπων και/ή λόγω του ότι το δείγμα της υπογραφής του εκδότη της επιταγής διέφερε από την υπογραφή στο δείγμα στην κατοχή της τράπεζας, δημιουργώντας έτσι ένα οφειλόμενο υπόλοιπο της τάξεως του €1.624.122,60, το οποίο παραμένει, εξ όσων με πληροφορεί ο διοικητικός σύμβουλος των εταιρειών Α και Β, κ. Μάριος Παπαδημητρίου, μέχρι σήμερα απλήρωτο και απαιτητό από τις πελάτιδες της ενάγουσας. Ενόψει των προαναφερόμενων και λόγω της μη εξαργύρωσης και/ή της ανάκλησης των πιο πάνω επιταγών κατά παράβαση συμφωνίας και/ή πρακτικής, και, όπως υποστηρίζουν οι πελάτιδες της ενάγουσας, συνεπεία δόλου και/ή απάτης και/ή συνομωσίας των εταιρειών 2, 3, 4, 5 και της εναγομένης δια μέσου του διοικητικού συμβούλου και/ή μετόχου αυτών, κ. Παναγιώτη Μαυρουδή, και/ή της κόρης του Ελενας Μαυρουδή, για καταδολίευση των εταιρειών Α και Β, ο διοικητικός σύμβουλος των εταιρειών Α και Β, κ. Μάριος Παπαδημητρίου, έδωσε στις 21.03.2008 ρητές γραπτές οδηγίες στην ενάγουσα να ανακαλέσει τις 4 τραπεζικές επιταγές ημερομηνίας 20.03.2008, που αναφέρονται στην παράγραφο 5 ανωτέρω προς όφελος της εναγόμενης, για το συνολικό ποσό των €812.478.00, λόγω ισχυριζόμενης απάτης της εναγόμενης και παράβασης σύμβασης. Η καθ' ης η αίτηση και ο διευθυντής της είναι εναγόμενοι στην αγωγή με αρ. 1086/2009 (βλέπετε Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του κ. Σπύρου Σπυρίδωνος), σε σχέση με τον κατ' ισχυρισμό δόλο και απάτη και η οποία αγωγή εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής έχουν εκδοθεί διάφορα επιβαρυντικά και απαγορευτικά διατάγματα εναντίον τόσο της εναγόμενης όσο και του διευθυντή της. Μεσολάβησαν επίσης καταγγελίες των εταιρειών Α και Β εναντίον των τελευταίων για οικονομικά εγκλήματα. Η ένσταση στα σημεία που προωθήθηκε, στηριζόμενη με την ένορκη δήλωση του κ. Π. Μαυρουδή, διευθυντή της εναγόμενης, εγείρει αφού προβάλλεται η γενική τοποθέτηση για μη ύπαρξη των προϋποθέσεων για το εκδοθέν διάταγμα, και τα ακόλουθα: - Το διάταγμα εξασφαλίστηκε εσφαλμένα και χωρίς δικαιοδοσία στα πλαίσια της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο η οποία δεν ήταν και δεν είναι το ορθό δικονομικό μέτρο για να εμποδιστεί η καταχώρηση αίτησης διάλυσης εταιρείας. - Η αιτήτρια από την παράδοση των επίδικων επιταγών δημιούργησε απευθείας συμβατική σχέση με την εναγόμενη στη βάση των επιταγών και οι όποιες διαφορές των πελατών της αιτήτριας (εταιρεία Α και εταιρεία Β) με την εναγόμενη και τις εταιρείες 2, 3, 4 και 5 είναι ξένες και άσχετες προς αυτή την σχέση. - Η ύπαρξη και το αποτέλεσμα της αγωγής αρ. 1086/2008 Ε.Δ Λεμεσού δεν έχει οποιαδήποτε σχέση ή επηρεασμό της συμβατικής δέσμευσης της αιτήτριας που προκύπτει έναντι της εναγομένης από την παράδοση στην εναγομένη των επίδικων επιταγών. - Η αιτήτρια δεν αμφισβητεί ότι γνώριζε το σχήμα που συμφώνησαν η εταιρεία Α και εταιρεία Β αφενός με την εναγόμενη και τις εταιρείες 2, 3, 4 και 5 αφετέρου ούτε και ισχυρίζεται ότι υπήρξε οποιοσδήποτε δόλος ή απάτη ή ψευδής παράσταση της εναγόμενης προς την αιτήτρια. Η αιτήτρια δεν προβάλλει κανένα βάσιμο λόγο ή νομολογιακά παραδεκτό λόγο γιατί να μην πληρώσει τις επίδικες επιταγές. - Η αιτήτρια αρνήθηκε την πληρωμή των επίδικων επιταγών στη βάση σχετικών οδηγιών που της δόθηκαν από την εταιρεία Α και την εταιρεία Β (stop payment) με την πεπλανημένη αντίληψη ότι οι επίδικες επιταγές είναι συνήθεις επιταγές (cheques) οι οποίες τιμούνται ή όχι κατά την παρουσίαση ανάλογα με το αν έχει διαθέσιμα υπόλοιπα στον λογαριασμό του ο εκδότης - πελάτης της τράπεζας και ότι ως εκ τούτου υπήρχε καθήκον και/ή υποχρέωση της τράπεζας να συμμορφωθεί με το αίτημα και να αρνηθεί την πληρωμή. - Η αιτήτρια όφειλε να γνωρίζει ότι οι επίδικες επιταγές αποτελούν επιταγές δικής της έκδοσης (bankers drafts) για τις οποίες έχει ήδη (ή έπρεπε εν πάση περιπτώσει να έχει ήδη εισπράξει) κατά την έκδοση τους το αντίτιμο τους από τον πελάτη της (εταιρεία Α και εταιρεία Β) και εκ τούτου εκδότης των εν λόγω επιταγών είναι πλέον η ίδια η αιτήτρια η οποία με την παράδοση τους στην εναγόμενη δημιούργησε απ'ευθείας συμβατική υποχρέωση έναντι της εναγομένης για να τιμήσει τις εν λόγω επιταγές. - Κανένας από τους λόγους που προβάλλονται από την αιτήτρια δεν επέτρεπε την έκδοση του διατάγματος. - Ο ισχυρισμός της αιτήτριας για δήθεν φερεγγυότητα της από μόνος του και χωρίς περαιτέρω αποδεικτικά δεδομένου ότι δεν πρόκειται για κυπριακή εταιρεία αλλά για τράπεζα της οποίας οι υποχρεώσεις και δυνατότητες συνδέονται με αλλοδαπή μητρική τράπεζα δεν είναι αρκετός για να πείσει για την φερεγγυότητα της αιτήτριας. Κατά την εξέταση της παρούσας αίτησης με ερώτημα την οριστικοποίηση ή την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος το Δικαστήριο είχε την πολύτιμη βοήθεια των ευπαιδεύτων συνηγόρων οι οποίοι με εφοδίασαν με πλούσια νομολογία σ'ένα θέμα του Δικαίου που στην Κύπρο δεν έτυχε ειδικής νομολογιακής επεξεργασίας όπως στην Αγγλία. Πολλές από τις δοθείσες αυθεντίες ήσαν κοινές τόσον για τον κ. Χαβιαρά όσο και για τον κ. Μούντη. Οι θεωρήσεις τους διαφοροποιούντο σε σχέση με την εφαρμογή τους στη κρινόμενη περίπτωση. Παρά το ότι έγινε προσπάθεια από τον κ. Μούντη (αλλά και ο κ. Χαβριαράς δεν διαφώνησε), κατ'εφαρμογήν της υπόθεσης Bryanston Finance Ltd - v - De Vries (No.2)

(1976)Ch. 63, να αποστασιοποιηθεί η εξέταση της παρούσας από τις γενικές αρχές έκδοσης συντηρητικού διατάγματος, κρίνεται ότι με βάση την κυπριακή νομική τάξη, η εξέταση του παρόντος θέματος, δεν μπορεί να εκφύγει του άρθρου 32 του Ν.14/60, το οποίο, εξ άλλου, αποτελεί την ίδια τη νομική βάση της αίτησης και ένστασης. Είναι δυνατή, ωστόσο, η προσαρμογή των αρχών που διέπουν την εξουσία του Δικαστηρίου να απαγορεύει ή όχι την καταχώρηση αίτησης διάλυσης εταιρείας κάτω από το ευρύ φάσμα των θεραπειών που δίδει το άρθρο 32, ως αυτό εξηγείται στην απόφαση ABP Holdings Ltd κ.α. - ν - Aνδρέα Κιταλίδη κ.α. (αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ 694 όπου αναφέρεται: «Στη χώρα μας η νομοθετική εξουσία προτίμησε να μη παρέμβει στο ζήτημα. Αφησε τα Δικαστήρια να λειτουργούν με την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60». Είναι αναγκαίο να εξετάσουμε πως τα αγγλικά δικαστήρια, αντιμετώπισαν παρομοίας φύσεως αιτήσεις, για να αντληθεί σχετική καθοδήγηση με συνακόλουθη υπαγωγή ή μη στις γενικότερες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Στο σύγγραμμα Commercial Litigation Pre - emptive remedies Sweet & Maxwell 2007 par. AO63 αναφέρονται τα ακόλουθα: "on application by a company for an injuction to restrain the presentation of a winding up - petition, the court must balance an unpaid creditors undoubted right to petition on the basis of an undisputed debt as against the company's right not to have its commercial standing and credit damaged, so being pressured into paying a debt which is not due... If there is doubt as to whether there is a genuine dispute as to whether the debt is owed or not then it should be the company wich is entitled to the benefit of it". Στην υπόθεση Bryanston Finance Ltd - v - De Vries (ανωτέρω) αναφέρονται και τα ακόλουθα: "where it is sought to restrain presentation of the petition there must be prima facie evidence that the company would succeed in establishing that the proceedings sought to be restrained would constitute an abuse of process". Ιδιαίτερα σχετική είναι η υπόθεση Abbey National Plc - v - JSF Finance & Currency Exchange Co. Ltd
(2006)EWCA Civ. 328, στην οποία εξασφαλίσθηκε όμοιο με το κρινόμενο διάταγμα, αναφέρθηκε ότι: "in order to establish that there are substantial grounds for disputing the debt the company should be able to show that its contention is fairly arguable and that there is prima facie evidence of the relevant facts to support its contention......:". Kαι παρακάτω (επί του θέματος) αν υπήρχαν βασικοί λόγοι αμφισβήτησης του χρέους, ανάφερε και τα εξής: «..it seems to me that the degree of particularity required to support an allegation of fraud in an action is more than that needed to demonstrate substantial grounds for disputing liability such as to make the winding up procedure inappropriate. Similarly once it is established that there are substantial grounds for disputing the claim which may include issues of law and that they are advanced honestly, the court should not go on to consider the prospects of success of either party to the dispute». To ίδιο περίπου εξάγεται και από την Truck and Machinery Sales Ltd v. Marubeni Komatsu Ltd
(1996)1 IR 12 όπου τονίζεται ότι: «since a winding up petition was not a legitimate means of enforcing payment of a debt which was bona fide disputed the presentation of a petition would in normal circumstances be restrained if the company in good faith and on substantial grounds disputed all liability in respect of the debt claimed». Ο κ. Χαβιαράς, πάνω στις ίδιες αυθεντίεςκαι κυρίως επί της Mann and another - v - Coldstein and another
(1968)1 W.L.R p. 1091 βασιζόμενος στη φύση των επιδίκων επιταγών, ισχυρίστηκε ότι δεν προβάλλεται εν προκειμένω ότι η εναγόμενη εταιρεία έχει διαπράξει δόλο ή απάτη έναντι της τράπεζας, ούτε αυτός ο δόλος έχει συγκεκριμενοποιηθεί. Αντίθετα, κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης, στοιχειοθετείται συμβατική σχέση εκδότριας άρα ενάγουσας και παραλήπτη άρα εναγομένης. Αφ'ης στιγμής δεν υπάρχει ισχυρισμός δόλου έναντι της τράπεζας δεν υπάρχει καλόπιστη βάση υπεράσπισης, σύμφωνα με τα νομολογηθέντα (βλ. City Bank N.A - v - Brown Shipleys Co Ltd, Midland Bank Plc - v - Brown Spipleys Co. Ltd
(1991)2 All E.R. 690 για το θέμα της συμβατικής σχέσης των διαδίκων και της ευθύνης εκ των επιγαγών). Επιχειρώντας μια υπαγωγή των πιο πάνω αρχών στην εμβέλεια του άρθρου 32 θα έλεγα ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του δηλαδή το σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και η ορατή πιθανότητα επιτυχίας μπορούν να εκληφθούν ως ταυτόσημες με τις έννοιες της καλόπιστης και βάσιμης αμφισβήτησης της ευθύνης εκ του ισχυριζόμενου χρέους με βάση το άρθρο 212 του Κεφ. 113. Αν υπάρχει τέτοια καλόπιστη και βάσιμη αμφισβήτηση του ισχυριζόμενου χρέους εκ των επίδικων επιταγών, εκ των πραγμάτων υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην παρούσα αγωγή στην οποία αξιούμενη θεραπεία είναι «διάταγμα και/ή δήλωση ότι η ενάγουσα δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό εκ 812.480 ευρώ το οποίο απαιτείται δυνάμει των ανακληθεισών επίδικων επιταγών». Οι όροι λοιπόν ταυτίζονται και το ερώτημα θα κριθεί αν οι εγειρόμενες λεπτομέρειες δια της ενόρκου δηλώσεως της αιτήτριας έχουν τη δυναμική που επιτάσσει η νομολογία. Η οδηγία για ανάκληση εκ μέρους των πελατών της αιτήτριας παρουσιάζεται ως δεδομένη στη βάση του ισχυρισμού των τελευταίων για ύπαρξη δόλου και/ή απάτης στις σχέσεις της με την εναγόμενη. Γι' αυτό το σκοπό εγείρεται η αγωγή υπ' αριθ. 1086/08 από τις εταιρείες - πελάτισσες της αιτήτριας έναντι των προσώπων που κατά την θέση τους ενήργησαν με δόλον, μεταξύ των οποίων και η εναγόμενη (Τεκμ.7 και 8). Στην δε Εκθεση Απαίτησης αυτής της αγωγής (μέρος του Τεκμ.7) δίδονται λεπτομέρειες δολίων παραστάσεων. Βέβαια, ο κ. Χαβιαράς και η Υπεράσπιση προβάλουν τη θέση ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός δόλου ως προς την τράπεζα. Μ' όλο το σεβασμό δεν μπορώ να θεωρήσω - στο βαθμό που είναι επιτρεπτός στη παρούσα διαδικασία - ότι η σχέση μεταξύ των πελατών της αιτήτριας και της εναγομένης είναι άσχετη με την σχέση της τράπεζας και της εναγομένης. Σίγουρα, αυτή ταύτη η ύπαρξη ισχυρισμού για δόλο σε συνδυασμό με τις οδηγίες για ανάκληση στις περιστάσεις που έχουν δοθεί, κρίνεται ότι στοιχειοθετεί την πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση, γιατί ακριβώς οι θέσεις αυτές θα ήσαν και στην αίτηση διάλυσης καλόπιστη και βάσιμη αμφισβήτηση του ισχυριζόμενου χρέους (βλ. και τις υποθέσεις Stonegate Securities Ltd - v - Grecory
(1980)All E.R. 241, Ruckversicherung - v - Welbrook
(1994)4 All E.R. 181, R.D Harbottle - v - National Westminster Bank Ltd
(1977)2 All E.R. 86). Δεν είναι το κατάλληλο στάδιο να κριθούν οι θέσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων για την ακριβή φύση των επιταγών και το καθορισμό των σχέσεων των διαδίκων. Αυτό είναι το ζητούμενο στην κυρίως δίκη. Αρκεί εν προκειμένω το αμφισβητήσιμο για το γνήσιο του χρέους (βλ. τα λεχθέντα στη Mann - v - Coldstein (ανωτέρω). "If it is unclear whether the petitioner is a creditor because there are doubts whether the debt is genuinely owed then the petitioner has no standing to present a petition and an injunction should be granted.........". Ερχόμενη να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή αυτή της δυσκολίας να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αν το διάταγμα δεν εκδοθεί, παρατηρώ τα εξής: Είναι απόλυτα λογική η θέση του κ. Μούντη η οποία προκύπτει από την στηρικτική της αίτησης ένορκη ομολογία (βλ. ειδικά παρ. 23) ότι η αιτήτρια, αν καταχωρηθεί αίτηση διάλυσης, θα υποστεί ζημιές των οποίων «οι πλήρεις συνέπειες δεν μπορούν να προβλεφθούν». Τίθεται το όλο πρόβλημα ως εξής: «Ειδικά, υπό το φως του αρνητικού οικονομικού κλίματος που επικρατεί ανά το παγκόσμιο και λόγω της ανασφάλειας των καταναλωτών, πιθανή δημοσίευση ή πληροφόρηση ή αναφορά στους καταναλωτές και πελάτες της ενάγουσας τράπεζας του γεγονότος της καταχώρησης αίτησης διάλυσης εναντίον της ενάγουσας τράπεζας θα έχει καταστροφικά ίσως αποτελέσματα για την τράπεζα τα οποία σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο σας θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη...» Είναι απόλυτα κατανοητό ότι μια αίτηση διάλυσης η οποία δημοσιεύεται, έναντι μιας τράπεζας ή εν πάση περιπτώσει μιας εταιρείας που διεξάγει τραπεζικές εργασίες, δημιουργεί ή δυνατόν να δημιουργήσει συνθήκες ανασφάλειας στο καταναλωτικό κοινό ως προς την αιτήτρια με οικονομικές συνέπειες που δεν μπορούν να κριθούν σε στεγανά πλαίσια υπολογισμού αποζημιώσεων, ώστε να ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση δηλαδή της αδυναμίας ή δυσκολίας ν'απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ένσταση της υπεράσπισης ειδικά στη θέση για «δήθεν φερεγγυότητα της εταιρείας» επειδή συνδέεται με μητρική τράπεζα (βλ. παρ. 11 της ένορκης δήλωσης του Μαυρουδή) έχει ισχνή μέχρι ανύπαρκτη αιτιολογία. Αντίθετα, θα έλεγα, η ιδιότητα της αιτήτριας ως Κυπριακής τράπεζας, εντασσόμενη κάτω από τον εκ του Νόμου έλεγχο των αρμοδίων φορέων, προστατεύει επαρκώς και παρέχει το κριτήριο της φερεγγυότητας το οποίο οι καθ'ων η αίτηση δεν ανάτρεψαν με τους γενικούς ισχυρισμούς τους. Οι ίδιοι παράμετροι, στο συνολικό πλαίσιο της υπόθεσης, καταδεικνύουν εμφανώς ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας λειτουργεί υπέρ της αιτήτριας, ειδικά στη βάση ότι οι καθ'ων η αίτηση δεν κινδυνεύουν να μην εισπράξουν, αν κριθεί ότι έχουν δίκαιο, ενώ η βλάβη στην αιτήτρια, αν ακυρωθεί το διάταγμα, θα είναι μεγάλης εμβέλειας. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει κρίνω ότι το εκδοθέν διάταγμα καθίσταται απόλυτον με ισχύ μέχρι το τέλος της αγωγής. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ αιτήτριας και εναντίον των καθ'ων η αίτηση ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της κυρίως αγωγής. (Υπ.) ............. Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία -Interim Order - αίτηση για συντηρητικό διάταγμα ) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.