← Κύπρος

Elena Rybolovleva ν. Dmitry Rybolovlev κ.α., Αρ. Αγωγής 4985/08, 10.4.2009

Elena Rybolovleva ν. Dmitry Rybolovlev κ.α., Αρ. Αγωγής 4985/08, 10.4.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A95 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4985/08 Μεταξύ: Elena Rybolovleva, από την Ελβετία Ενάγουσα και

  1. Dmitry Rybolovlev, από την Ελβετία
  2. Madura Holding Limited, από τη Λεμεσό
  3. Jamari Holding Limited, από τη Λεμεσό
  4. Epona Commercial Ltd, από τη Λεμεσό
  5. Montrago Trustees Limited, από τη Λεμεσό Εναγομένων (Αίτηση για συντηρητικό διάταγμα ημερ. 30.12.2008 και διάταγμα της ίδιας ημερομηνίας) 10.4.2009 Για αιτήτρια: κος Μ. Ηλιάδης (κα εκφώνηση της απόφασης κα Χαραλαμπίδου Για καθ'ου η αίτηση 1: κος Γ. Τριανταφυλλίδης μετά της κας Παρτασίδου Για καθ'ων η αίτηση 2, 3, 5: κος Π. Νεοκλέους ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι θεραπείες που ζητούνται με βάση το κλητήριο ένταλμα αφορούν εντοπισμό και αναγνώριση δικαιώματος της ενάγουσας επί κοινών περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στην Κύπρο και κατά κύριο λόγο περιουσίας η οποία έχει εγγραφεί στο όνομα της εναγόμενης 2 η οποία είναι Κυπριακή Εταιρεία και στην οποία διεκδικεί συμφέρον η ενάγουσα. Το βάθρο της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού είναι σύμφωνα με την αιτήτρια το γεγονός ότι όλοι οι εναγόμενοι, εκτός του εναγόμενου 1, είναι κυπριακές εταιρείες με έδρα τη Λεμεσό. H αγωγή στηρίζεται σε απαίτηση με βάση εξ επαγωγής καταπίστευμα (constructive trust) και/ή εξυπακουόμενο (implied trust). Eξ άλλου μεγάλο μέρος του καταπιστεύματος (μετοχές εναγομένων 2 και 3) είναι εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Είναι αναγκαίο να δούμε το πρωτογενές βάθρο της έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος, δηλαδή την ένορκη δήλωση του Νεοφ. Χ"Λοϊζου δικηγόρου, ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης από πληροφορίες που έλαβε από την ενάγουσα και τους δικηγόρους της στην Ελβετία και στο Ηνωμένου Βασίλειο και από έγγραφα στην κατοχή του. Δηλώνει επίσης εξουσιοδοτημένος από την ενάγουσα να προβεί στην ένορκη δήλωση. Το ότι η ενάγουσα και ο εναγόμενος 1 είναι Ρώσσοι υπήκοοι και ζευγάρι με γάμο από το 1987 και ότι διαμένουν στη Γενεύη με τα δύο τους παιδιά δεν αμφισβητείται. Ούτε ότι υπήρξε διάσταση στη σχέση τους. Σύμφωνα με την πλευρά της αιτήτριας τα προβλήματα τους ανάγονται από παλιά και τελικά η τελευταία καταχώρησε διαδικασία διαζυγίου και ρύθμισης των οικογενειακών τους σχέσεων στην Ελβετία στις 22.12.
  6. Είναι η πληροφόρηση του ενόρκως δηλούντα από την ενάγουσα και Ελβετίδα δικηγόρο ότι όλα τα περιουσιακά στοιχεία που αφορούν την παρούσα αγωγή αποκτήθησαν μετά το γάμο και συνεπώς αποτελούν καταπίστευμα προς κοινό όφελος της ενάγουσας και του εναγόμενου
  7. Για την ελβετική διαδικασία για την οποία έγινε πολύς λόγος στην ακρόαση της αίτησης ο ενόρκως δηλών λέει τα ακόλουθα: «Η διαφορά των διαδίκων όσον αφορά το διαζύγιο εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Ελβετικού Δικαστηρίου εξ όσων με συμβουλεύουν οι Ελβετοί δικηγόροι της ενάγουσας. Το ελβετικά δικαστήρια, εξ όσων τυγχάνω νομικής συμβουλής, στερούνται δικαιοδοσίας να εκδίδουν διατάγματα παγοποίησης περιουσίας εκτός της δικαιοδοσίας τους (γνωστά ως worldwide -mareva-injuctions) έστω και αν αυτή η περιουσία υπόκειται σε εξ επαγωγής καταπίστευμα (constructive trust) ή άλλου είδους καταπίστευμα, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Περαιτέρω, είναι προφανές ότι ένα τουλάχιστον σημαντικό μέρος της οικογενειακής περιουσίας των διαδίκων κατέχεται από τον εναγόμενο αρ. 1 ως καταπίστευμα (in trust) προς όφελος της ενάγουσας αφού η περιουσία στην ολότητα της σχεδόν δημιουργήθηκε μετά τον γάμο και το αντικείμενο της διεκδίκησης της ενάγουσας είναι τα ίδια τα περιουσιακά στοιχεία.» Σ' άλλα σημεία της ένορκης δήλωσης γίνεται αναφορά στη συμπεριφορά του εναγόμενου 1 να επιχειρεί ή να υπάρχει προφανώς κίνδυνος να επιχειρήσει να αποξενώσει περιουσία η οποία είναι εγγεγγραμμένη στο όνομα του και/ή περιουσία άγνωστη στην ενάγουσα. Ως παράδειγμα αυτής της συμπεριφοράς αναφέρει ότι μεταξύ Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2008 ο εναγόμενος αρ. 1 μετάφερε την συλλογή έργων τέχνης και επίπλων της οικογένειας (η οποία εκτιμάται σε περίπου 720.000.000 ελβετικά φράγκα) στο Λονδίνο και τη Σιγκαπούρη χωρίς την συγκατάθεση της ενάγουσας. Ηδη το High Court of Justice του Λονδίνου με διάταγμα ημερ. 29.12.08 παγοποιεί την περιουσία του εναγομένου αρ. 1 στο Ηνωμένο Βασίλειο (Τεκμήριο 7). Το ίδιο αναμένεται να γίνει και από το Δικαστήριο της Σιγκαπούρης και το Ελβετικό Δικαστήριο, σύμφωνα πάντα με την πλευρά της αιτήτριας. Άλλο παράδειγμα είναι η φορτική εμμονή του εναγόμενου 1 να την πείσει να υπογράψει συμφωνία (credit agreement) κατά το Δεκέμβρη 2008 και την απειλή που της διατύπωσε για δραστική μείωση του ποσού που θα της κατέβαλε ανα τρίμηνο. Καταλήγει δε ως εξής ο ενόρκως δηλών: «Δεδομένης της καταχώρησης αίτησης διαζυγίου και των τεταμένων σχέσεων μεταξύ των διαδίκων, ως επίσης και της προσπάθειας του εναγομένου αρ. 1 να αποξενώσει και/ή αποστερήσει από την ενάγουσα από περιουσιακά στοιχεία ως περιγράφω ανωτέρω, (για την οποία ήδη τα Αγγλικά Δικαστήρια έχουν εκδώσει σχετικό διάταγμα) πιστεύω πως υπάρχει προφανής κίνδυνος αποξένωσης και των περιουσιακών στοιχείων που υπάρχουν στην Κύπρο περιλαμβανομένων των εναγομένων 2 και/ή 3 και/ή 4 αλλά και της περιουσίας που αυτοί κατέχουν ιδιαίτερα δε η εναγόμενη αρ. 2 η οποία κατέχει σημαντικό μέρος των μετοχών της εταιρείας Uralkali». Eίναι όμως αναγκαίο να εξετάσουμε ποία είναι η θέση της αιτήτριας δια της ενόρκου ομολογίας του Ν.Χ"Λοϊζου για την εμπλοκή των λοιπών εναγομένων και άρα για το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους. Σχετικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα δοθέντα σε συνέχεια: «Κατά ή περί το έτος 2000 ο εναγόμενος αρ. 1 αγόρασε τον έλεγχο της Ρωσσικής Εταιρείας Uralkali η οποία παράγει λιπάσματα και είναι, εξ όσων με πληροφορεί η ενάγουσα, η μεγαλύτερη εταιρεία στο είδος της στη Ρωσσία. Ο εναγόμενος αρ. 1 είναι ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος και/ή δικαιούχος του 65,8% περίπου των μετοχών της εταιρείας η οποία το 2007 εισήχθη στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου με συνολικό τίμημα 1 δισεκατομμύριο δολάρια για το 12.75% του μετοχικού της κεφαλαίου. Ο εναγόμενος αρ. 1 ασκεί τον έλεγχο της εν λόγω εταιρείας μέσω της εταιρείας Madura Holding Limited η οποία είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Ο εναγόμενος αρ. 1 φαίνεται να είναι ο μοναδικός διευθυντής της Madura. Ό εναγόμενος αρ. 1 είναι ο δικαιούχος του 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Madura το οποίο κατέχει ως εγγεγραμμένος μέτοχος η εταιρεία Montrago Trustees Ltd, (εναγόμενης 5) η οποία προφανώς παρέχει υπηρεσίες εμπιστευματοδόχων (trustees ή nominees). H πλειονότητα της οικογενειακής περιουσίας ελέγχεται από την Uralkali και άλλες σχετιζόμενες με αυτήν εταιρείες, η δε ενάγουσα υπολογίζει ότι η συνολική αξία είναι μεταξύ 6 - 12 δισεκατομμύρια δολάρια. Το περιουσιακά στοιχεία ευρίσκονται, εκτός από την Κύπρο και σε άλλες δικαιοδοσίες στις οποίες επίσης επιδιώκεται η παγοποίηση τους. (Βλ. Τεκμήριο 5 και 6 τις αιτήσεις που καταχωρήθηκαν στη Σιγκαπούρη και στο Family Division του High Court of Justice του Λονδίνου). Στη συνέχεια γίνεται αναφορά και στις λοιπές εναγόμενες την Jamari Holding Ltd - εναγόμενη 3, την Epona Commercial Ltd - εναγόμενη 4, με την διατύπωση της θέσης ότι η εναγόμενη 3 ανήκει ως beneficial owner στον εναγόμενο 1, «ενώ υπάρχει εύλογη υποψία ότι το ίδιο ισχύει και για την εναγόμενη 4». Με βάση τους διατυπωμένους λόγους ένστασης και τις αναλυτικές αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των εναγομένων βρίσκω ότι ουσιώδη σημασία έχουν τα κάτωθι:
  8. Η ένορκη δήλωση του κ. Χ.Χ δικηγόρου που στηρίζει την αίτηση. Δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στο παράτυπο και άρα ανύπαρκτο της δήλωσης αυτής γιατί σύμφωνα με τους ενιστάμενους προέρχεται από συνήγορο. Οντως η κυπριακή νομολογία τονίζει το επιθυμητό δικηγόροι να μην εμπλέκονται ως ενόρκως δηλούντες σε διαδικασίες. Το μη επιθυμητό τέτοιων ενόρκων δηλώσεων δεν οδηγεί ανευ ετέρου σε συμπέρασμα ακυρότητας. Στην κρινόμενη περίπτωση με βάση τη φύση της αίτησης ως ενδιάμεσης και ορώμενη κάτω από το πλαίσιο της Διαταγής 48 και 39 επιτρέπουσα εξ ακοής μαρτυρία, εφ' όσον αποκαλύπτονται οι πηγές πληροφόρησης, κρίνω ότι δεν μπορώ να θεωρήσω άκυρη την ένορκη δήλωση του Ν.Χ"Λοϊζου αφού ο τελευταίος δηλώνει σαφώς τις πηγές πληροφόρησης του, την εξουσιοδότηση του καθώς και την κατοχή εγγράφων που επίσης του δίνουν δυνατότητα γνώσης. (Η υπόθεση Dulal Dulal - v - Κυπρ. Δημοκρατία Προφ. 1045/05 ημερ. 27.10.05 στην οποία με παράπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των καθ'ων η αίτηση δεν αφορά ενδιάμεση αίτηση αλλά ένορκη δήλωση που συνοδεύει πρωτογενή αίτηση άλλης υφής. Βλ. In re Efthimiou

(1987)1 C.L.R 28, Ζeeland Navigation Co. Ltd - v - Banque Worms κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ 964, Thanos Hotels Ltd - v - Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ 1036).
  1. Ισχυριζόμενη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων Θα πρέπει να με απασχολήσει ακόμα το θέμα της αποκάλυψης ή μη ουσιωδών γεγονότων από την πλευρά της αιτήτριας στην ex parte αίτηση της. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η προσφερθείσα νομολογία από όλους τους ευπαίδευτους συνηγόρους καταλήγει στο συμπέρασμα ότι παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων σε μονομερή αίτηση που έχει φύση υψίστης πίστεως μπορεί να οδηγήσει άνευ ετέρου σ'ακύρωση εκδοθέντων διαταγμάτων. Επίσης είναι ορθή η εισήγηση των συνηγόρων των καθ'ων η αίτηση ότι η αρχή επεκτείνεται και στις περιπτώσεις εκείνες που τα γεγονότα εκτίθενται με τέτοιο γενικό τρόπο που μπορεί να είναι ελλειπής και/ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα πρόθεσης ή όχι. Να πω ευθύς εξ αρχής ότι η παράλειψη αναφοράς των προνοιών του ιδρυτικού και καταστατικού των εναγομένων 2 και 3 ή της δημιουργίας του διεθνούς εμπιστεύματος ή της ιδιότητας του εναγόμενου 4 ως επιτρόπου του εμπιστεύματος κ.α. που επίσης εγείρονται ως αποκρύψεις ή μη αποκαλύψεις βρίσκω ότι δεν παρέχουν οποιονδήποτε έρεισμα στις εισηγήσεις για ακύρωση του διατάγματος. Τα θέματα αυτά αφορούν αυστηρά πράξεις των εναγομένων άρα δεν έχω πεισθεί ότι ήταν αναγκαία ή ουσιώδη γεγονότα για την αιτήτρια να αποκαλύψει, αφού προφανώς δεν γνώριζε αλλά και αφ'ετέρου η ίδια η αξίωση της αφορά θεραπεία εντοπισμού περιουσιακών στοιχείων, άρα φυσικώς εχόντων των πραγμάτων, δεν είχε σχετική γνώση. Τα πιο πάνω στοιχεία είναι θέματα αμφισβήτησης του αγώγιμου δικαιώματος της ενάγουσας και θα κριθούν ως τέτοια στα πλαίσια εξέτασης των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Τα λοιπά τεθέντα στοιχεία θα με απασχολήσουν στη συνέχεια. Ως σημεία απόκρυψης ή παραπλάνησης δίδονται από την πλευρά των εναγομένων τα ακόλουθα: (α) Μεταφορά συλλογής έργων τέχνης Η αναφορά του Ν.Χ"Λοϊζου γίνεται στη παρ. 12 της ένορκης δήλωσης του ότι ο εναγόμενος 1 κατά τον Νιόβρη - Δεκέμβρη 08 μετάφερε ανεκτίμητης αξίας συλλογής έργων τέχνης στο Λονδίνο και τη Σιγκαπούρη χωρίς συγκατάθεση της ενάγουσας. Σε απάντηση οι εναγόμενοι προσφέρουν το Τεκμ.5 επί της ένορκης δήλωσης της Α. Παπαδοπούλου, εκ των διευθυντών της εναγομένης
  3. Το Τεκμ.5 είναι ένορκη δήλωση κάποιου Y. Bouvier σε αγωγή - απαίτηση της ενάγουσας εναντίον του εναγόμενου 1 κ.α. ημερ. 9.2.09, ο οποίος δηλώνει παρών σε διαπραγμάτευση - συζήτηση για μεταφορά των έργων τέχνης του ζεύγους, Οκτώβρη - Νιόβρη '
  4. Οντως, η παρουσία της ενάγουσας στη συζήτηση δημιουργεί ερωτηματικά για την έλλειψη συγκατάθεσης για την μετακίνηση των έργων, ως η θέση της εκ της παρ. 12 ανωτέρω. Ο χρόνος, ωστόσο, διαπραγμάτευσης - συζήτησης για την οποία γίνεται αναφορά στο Τεκμ.5 ανωτέρω, δεν συμπίπτει πλήρως με την προβληματική εξέλιξη των σχέσεων τους που εστιάζεται στο Δεκέμβρη '
  5. Από την άλλη το διάταγμα παγοποίησης που εκδίδει το αγγλικό δικαστήριο στις 29.12.08 για παγοποίηση της περιουσίας του εναγόμενου 1 καθώς και η εκκρεμότητα της διαδικασίας στη Σιγκαπούρη που αφορούν την επίδικη συλλογή, παρουσιάζονται ως δεδομένα και δεικνύουν το κίνδυνο αποξένωσης κοινής περιουσίας άλλης φυσικά από της επίδικης εν προκειμένω. Γι' αυτό, καταλήγω ότι με βάση την πιο πάνω αιτιολόγηση δεν κρίνεται ότι υπάρχει stricto senso παραπλάνηση γεγονότος το οποίο θα είχε τη δυναμική ακύρωσης του διατάγματος. (β) Σημεία που αφορούν τις ελβετικές διαδικασίες. - Εκ της παρ. 16 της ένορκης δήλωσης του Ν.X"λοίζου δηλώνεται: «τα ελβετικά δικαστήρια εξ όσων τυγχάνω νομικής συμβουλής στερούνται δικαιοδοσίας να εκδίδουν διατάγματα παγοποίησης περιουσίας εκτός της δικαιοδοσίας τους (γνωστά ως worldwide -mareva-injuctions)». Γι' αυτό τον ισχυρισμό σημασία έχει η θέση που προβάλλεται στις ενστάσεις ότι η αιτήτρια, όταν αποτάθηκε μονομερώς για την έκδοση του επίδικου προσωρινού διατάγματος στις 30 Δεκεμβρίου 2008, απέκρυψε από το Δικαστήριο το γεγονός ότι μια μέρα προηγουμένως και συγκεκριμένα την 29 Δεκεμβρίου 2008 είχε καταχωρήσει αίτηση ενώπιον των Ελβετικών Δικαστηρίων με την οποία επιζητούσε την παγοποίηση όλων των ισχυριζομένων περιουσιακών στοιχείων του καθ'ου η αίτηση 1, (άρα συμπεριλαμβανομένων και των επιδίκων μετοχών). Αυτό προκύπτει από την ίδια την απόφαση του Ελβετικού Δικαστηρίου ημερ. 4 Φεβρουαρίου 2009 - Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 και συγκεκριμένα στις σελ. 3 και 4 όπου γίνεται αναφορά στις επίδικες μετοχές. - Επίσης εκ της παρ. 17 της ένορκης δήλωση του Ν. Χ"Λοϊζου, η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι με βάση τις πρόνοιες του Ελβετικού αστικού κώδικα, στην απουσία σχετικής συμφωνίας ρύθμισης περιουσιακών διαφορών, όλα τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν μετά το γάμο διανέμονται εξ ημισείας. Αυτό, σύμφωνα με τους εναγόμενους, δεν είναι αλήθεια αφού με βάση τις πρόνοιες του Ελβετικού δικαίου η μόνη απαίτηση της αιτήτριας εναντίον του καθ'ου η αίτηση 1 είναι αποκλειστικά χρηματικής φύσης και η αιτήτρια δεν δικαιούται να εγγραφεί ιδιοκτήτρια οιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων του καθ'ου η αίτηση 2 οπουδήποτε και αν βρίσκονται. Συνεπώς δεν δικαιούται την θεραπεία δηλωτικής απόφασης που επιζητεί με την αγωγή της καθότι επιζητεί ν'αναγνωρισθεί σαν δικαιούχος του ½ της ισχυριζόμενης περιουσίας του καθ'ου η αίτηση. Η μόνη ενδεχόμενη απαίτηση που μπορεί να έχει η αιτήτρια εναντίον του καθ'ου η αίτηση 1 είναι αποκλειστικά χρηματικής φύσης δηλαδή γι'αποζημιώσεις πράγμα που δεν διεκδικεί η αιτήτρια με την παρούσα αγωγή της. Εχω εξετάσει την εισήγηση με προσοχή. Είναι δεδομένο ότι η πλευρά της αιτήτριας αποκαλύπτει τις διαδικασίες της Ελβετίας. Δεν αποκαλύπτει ειδικά την αίτηση ότι μια μέρα προηγουμένως, στις 29.12.08 είχε καταχωρήσει αίτηση για παγοποίηση όλων των περιουσιακών στοιχείων του καθ'ου η αίτηση συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων μετοχών. Το ίδιο συμβαίνει, σύμφωνα με τους καθ'ων η αίτηση, με την παραπλάνηση σε σχέση με το ελβετικό δίκαιο. Η αποκάλυψη της έγερσης της διαδικασίας στη Ελβετία που γίνεται στην ένορκη δήλωση του Χ"Λοϊζου κρίνεται επαρκής. Η παρούσα στην Κύπρο διαδικασία προφανώς, αν και σε μέρος αυτής μπορεί να συνδέεται με την διαδικασία στην Ελβετία, σίγουρα διατηρεί την αυτοτέλεια της, ενόψει της διαφορετικότητος των αιτουμένων θεραπειών που εμπλέκει πέραν του εναγόμενου 1 και τις εναγόμενες εταιρείες, οπότε το θέμα θα πρέπει να με απασχολήσει στα πλαίσια της εξέτασης των προϋποθέσεων του άρθρου 32 και δεν έχει αυθύπαρκτη δύναμη ακύρωσης της ισχύος του διατάγματος. Το ίδιο ισχύει και για την εμπλοκή του ελβετικού δικαίου, του οποίου, ούτε οι πρόνοιες μπορούν να με απασχολήσουν περαιτέρω, ούτε και θα είχαν ιδιαίτερη βαρύτητα ώστε ουσιαστικά να κρίνεται το βάσιμο της αξίωσης της ενάγουσας στην Κύπρο μέσω αποσπασματικών αναφορών σε ελβετικό δίκαιο και αποσπασματικές αναφορές σε απόφαση ελβετικού δικαστηρίου που εν πάση περιπτώσει έχει εκδοθεί σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης του παρόντος διατάγματος. Στη Timberland - v - Evans κ.α.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1170 κρίθηκε λανθασμένη η θεώρηση του πρωτόδικου δικαστή ότι η παράλειψη αναφοράς σε άλλες υφιστάμενες διαδικασίες σε σχέση με το ίδιο εμπορικό σήμα, για παραπλήσιες διαφορές των εφεσειόντων μ'άλλους και δη με τους προμηθευτές των εφεσιβλήτων, ήταν ουσιώδης απόκρυψη. Με αναφορά στην υπόθεση M. Mitsingas Trading Ltd K.A.N - v - The Timberland Co. of U.S.A
(1997)1 (Γ) Α..Δ 1791 τονίσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «..γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του όπως διαγράφεται στο δικόγραφο του, και (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας». Στην προκειμένη υπόθεση, οι εφεσείοντες αποκάλυψαν όλα τα γεγονότα που συνθέτουν τα αγώγιμα δικαιώματα τους και προσδιόρισαν τα στοιχεία τα οποία καθιστούσαν το αίτημά τους επείγον». Κρίνω ότι εν προκειμένω ισχύει η πιο πάνω καταληκτική παρατήρηση και η ένσταση των εναγομένων είναι αβάσιμη. 3. Προϋποθέσεις του άρθρ. 32 του Ν.14/60 υπό το πρίσμα της αίτησης και ενστάσεων Στη συνέχεια πρέπει να εξετασθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθ. 32 εν προκειμένω υπο το βάρος της αμφισβήτησης που οι εναγόμενοι εγείρουν για την ύπαρξη τους και στη βάση των πραγματικών δεδομένων που η κάθε πλευρά «προσκομίζει» στο Δικαστήριο. Είναι γνωστό ότι το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον ο,τιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφί. (β ) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθέντων προϋποθέσεων στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του, το δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας. Εχω διαβάσει με προσοχή τη δικογραφία της αίτησης και ενστάσεων, υπό το πρίσμα των επιμελών αγορεύσεων όλων των πλευρών, και έχω καταλήξει σε σχέση με τα πιο πάνω ερωτήματα ως ακολούθως: To βασικό αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας έναντι του εναγόμενου 1 είναι το εξυπακουόμενο και/ή εξ επαγωγής καταπίστευμα που προκύπτει βασικά από τη σχέση τους ως σύζυγοι, την κοινή ζωή τους και την κοινή στη πορεία περιουσία τους σε διάφορα μέρη του κόσμου. Προκύπτει και από τις ίδιες τις ενστάσεις όλων των εναγομένων ότι όντως ο εναγόμενος 1 εμπλέκεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με την εξέλιξη και δομή των λοιπών εναγομένων εταιρειών που είναι κυπριακές εταιρείες, είτε με πράξεις αυτών, είτε με την δημιουργία του Ariel trust, είτε με μεταβιβάσεις των μετοχών του εναγόμενου 1 στην εναγόμενη 2 προς την εναγόμενη 5, είτε άλλως πως, εν πάση περιπτώσει που δυνατόν να κριθεί ως εμπεριέχουσα έλεγχο των μετοχών και/ή ουσιαστική κυριότητα. Για τη δημιουργία του Ariel trust εδόθη ιδιαίτερη βαρύτητα από τους ευπαίδευτους συνήγορους, και δη κυρίως από τον κ. Νεοκλέους, ιδιαίτερα για να γίνει αντιληπτή στο Δικαστήριο «η έλλειψη αγώγιμου δικαιώματος της ενάγουσας». Το ίδιο μου ελέχθη σε σχέση με το καταστατικό της εναγόμενης 2 και 3 - Κανονισμός 12 (Τεκμ.2 στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 και Τεκμ.2 και 3 της ένορκης δήλωσης της Α.Π), καθότι με βάση αυτό το κανονισμό κανένα πρόσωπο πλην του εγγεγραμμένου μετόχου αναγνωρίζεται ότι έχει οποιοδήποτε συμφέρον στις μετοχές της εταιρείας. Ακόμα υπήρξε βασική θέση της πλευράς των εναγομένων ότι οι μετοχές οι οποίες έχουν παγοποιηθεί με το επίδικο διάταγμα δεν ανήκουν στον καθ' ου η αίτηση 1 και επομένως δεν μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο διατάγματος σε σχέση με απαίτηση που στρέφεται ουσιαστικά εναντίον του. Στη βάση της κατ'ισχυρισμόν μη ύπαρξης αγωγίμου δικαιώματος εναντίον του εναγομένου 1 και των λοιπών εναγομένων γίνεται εισήγηση για μη εφαρμογή της Δ.6, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας άρα αποκλεισμού της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια της εξέτασης της πρώτης και δεύτερης προϋπόθεσης είναι γνωστό ότι το Δικαστήριο αποφεύγει την σε βάθος ανάλυση των επιδίκων σχέσεων και δεν μπορεί να εξάξει τελικά ή δεσμευτικά συμπεράσματα επ' αυτών. Στην υπόθεση Γρηγορίου - ν - Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 245 που αφορούσε έκδοση συντηρητικού διατάγματος επί αγωγής για τεκμαιρόμενο καταπίστευμα τονίζονται τα ακόλουθα σχετικά και σημαντικά σελ. 271. «.. Η παρούσα δεν είναι υπόθεση μεταξύ συζύγων. Υπήρξε καταφανής σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1 και 2 . ...Το καταπίστευμα δημιουργήθηκε από αυτή τη συμφωνία και υλοποιήθηκε μετά σε διάφορα χρονικά διαστήματα, με διάφορες πράξεις και παραλείψεις. Υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία και συγκεκριμένη συνεισφορά για την απόκτηση του μετοχικού κεφαλαίου το οποίο αποτελεί το καταπίστευμα. Η παρούσα αγωγή δεν στηρίζεται σε δεδηλωμένο καταπίστευμα αλλά σε εξυπακουόμενο ή τεκμαιρόμενο καταπίστευμα. («constructive or implied trust»). Στο σύγγραμμα Parker and Mellows - The Modern Law of Trust - 3η έκδοση, σελ. 151 - 156 και 403 - 413, γίνεται ανάλυση του τεκμαιρόμενου καταπιστεύματος. Το τεκμαιρόμενο καταπίστευμα δεν προκύπτει από τη δεδηλωμένη ή/και εξυπακουόμενη πρόθεση των διαδίκων, αλλά αναφύεται ως θέμα συνείδησης και δικαίου, οποτεδήποτε το σύστημα της επιείκειας περιβάλλει μια συγκεκριμένη πράξη ή σειρά πράξεων, όχι μόνο με νομιμότητα, αλλά και με καταλογισμό ευθυνών. Περίπτωση τεκμαιρόμενου καταπιστεύματος είναι και ο αδικαιολόγητος πλουτισμός. Οι βάσεις της αγωγής, όπως εκτίθενται στη δικογραφία, έχουν ως μέσο θεραπείας, για απόδοση δικαιοσύνης, τον τελικό εντοπισμό των περιουσιακών στοιχείων, που έχουν κινηθεί προς όφελος και δια μέσου του καταπιστεύματος (tracing). Και παρακάτω αναφέρονται και τα εξής για το εύρος της εξουσίας του Δικαστηρίου: Το Ανώτατο Δικαστήριο στην πρόσφατη απόφαση ABP Holdings Ltd και Aλλοι ν. Ανδρέα Κιταλίδη και Αλλων (Αρ.2)
(1994)1 A.A.Δ 694, αναφορικά με το άρθρο 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων, τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου αι το διάταγμα Mareva, είπε στη σελ. 699:- «Ο περί Δικαστηρίων Νόμος του 1960, 14/60, που θεσπίστηκε μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας προβλέπει για τη σύνθεση, δικαιοδοσία και εξουσίες των Δικαστηρίων. Το άρθρο 32, που παραθέτουμε πιο πάνω, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός». Αφού αναφέρθηκε στη θέσπιση στην Αγγλία του Supreme Court Act του 1981, είπε στη σελ. 701 τα εξής:- «Στη χώρα μας η νομοθετική εξουσία προτίμησε να μη παρέμβει στο ζήτημα. Αφησε τα Δικαστήρια να λειτουργούν με την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται απο το άρθρο 32 του Ν.14/60. Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων». Ομοίως στην κρινόμενη περίπτωση η ενάγουσα στρέφεται εναντίον όλων των εναγομένων ως προς το τελικό εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων και δεικνύει στοιχεία εμπλοκής του εναγόμενου 1 στη δημιουργία των εναγομένων εταιρειών και την εξέλιξη αυτών κατά το χρόνο που μπορεί να είναι ουσιώδης. Δεν μπορεί το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο, διαπιστώνοντας ενέργειες των ιδίων των εναγομένων (ως η δημιουργία Ariel trust, ή καταστατικό κ.α), να θεωρήσει ότι περιορίζεται το εύρος της δυνατότητας του με βάση το περιεχόμενο του άρθ. 32 ως αναλύθηκε πιο πάνω. Ούτε θα κρίνει στο παρόν στάδιο την εμβέλεια ισχύος του Ariet trust ως διεθνές εμπίστευμα με βάση το περί διεθνών εμπιστευμάτων Νόμο του 1992, ούτε αν είναι sham trust ή όχι, ως η θέση της ενάγουσας. Εκείνο που έχει σημασία στο στάδιο αυτό είναι ότι υπάρχουν στοιχεία για εκ πρώτης όψεως εξουσία του εναγόμενου 1 και δικαιώματα αυτού ως sole beneficiary ή άλλως πως στις λοιπές εναγόμενες και σε περιουσία που μπορεί εύλογα να κριθεί ως μέρους της επίδικης την οποία αναζητεί ή διεκδικεί η ενάγουσα. Στα πλαίσια εξέτασης της πρώτης και δεύτερης προϋπόθεσης τα πιο πάνω δεν είναι αφύσικο να εκληφθούν ότι ενδεχόμενα δεν αλλοιώνουν την πραγματική σχέση των διαδίκων, αλλά λειτουργούν ως απλά ένα πέπλο κάλυψης περιουσίας ως η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της αιτήτριας (βλ. το σύγγραμμα International Trust and Divorce Litigation , Harper κ.α., εκδόσεις Jordans σελ. 105 κ. επ.). Είναι ακόμη αρκετό, στο παρόν στάδιο, ό,τι υπάρχουν στοιχεία αποτελούντα βάση για σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας που παρουσιάζει η πλευρά της αιτήτριας ότι περιουσία των διαδίκων που αποκτήθηκε μετά τον γάμο, άσχετα σε ποίου το όνομα είναι εγγεγραμμένη, δημιουργεί εξυπακουόμενο (implied) και/ή εξ επαγωγής καταπίστευμα (βλ. Keeton Sherdan's The Law of Trust 12th ed. Σε. 209 - 215). Η τρίτη προϋπόθεση συμπλέκεται και με τη διαπίστωση ότι η αγωγή έχει ως αντικείμενο τα ίδια περιουσιακά στοιχεία τα οποία δεσμεύθηκαν. Είναι ορατός ο κίνδυνος, αν αρθεί το διάταγμα, περιουσία που αποτελεί αντικείμενο της αγωγής να μεταβιβασθεί (και δεν λαμβάνω υπόψη επ'αυτού ισχυρισμό του κ. Ηλιάδη που τέθηκε στη σελ.7 της αγόρευσης του παρ.10, ως ορθά μου επισήμαναν οι δικηγόροι υπεράσπισης). Οι εναγόμενοι δεν με έχουν πείσει με συγκεκριμένα στοιχεία για βλάβη σ'αυτούς λόγω του διατάγματος. Ο ισχυρισμός τους για «ανεπανόρθωτες βλάβες» τίθεται εν είδει κατάληξης (βλ. παρ. 9 και 10 της ένορκης δήλωσης της Αντ. Παπαδοπούλου και παρ. 10 της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου 1), άρα δεν έχει πραγματική αξία (βλ. Κυτάλα - ν - Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Στην προκειμένη περίπτωση η γενικότητα του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης των εφρεσειόντων μοιάζει με ισχυρισμό που εκφράζει θέση και μάλιστα υπό τύπο κατάληξης. Ως εκ τούτου στερείται αξίας από άποψης αποδεικτικού υλικού εφόσον δεν εκτίθενται γεγονότα με την αναγκαία λεπτομέρεια που να παρέχει έρεισμα το οποίο να δικαιολογεί τη θέση»). Με αυτή τη θεώρηση είναι λογικό περαιτέρω να κριθεί ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της διατήρησης της ισχύος του διατάγματος αφού η περιουσία θα παραμείνει ως έχει. Είναι εξ άλλου ορθή η θέση του κ. Ηλιάδη ότι δεν παρατηρούνται στις ενστάσεις και αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις συγκεκριμένες αναφορές και πειστικοί λόγοι για να κριθεί το ισοζύγιο ευχέρειας υπέρ των εναγομένων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η αίτηση περιλάμβανε θεραπείες - παρακλητικά που δεν εδόθησαν μονομερώς. Ως προς αυτά δεν έγινε οποιαδήποτε εισήγηση και δεν υπήρξε ενεργοποίηση της αιτήτριας για έκδοση τους, οπότε θεωρώ ότι εγκαταλήφθησαν και απορρίπτονται. Κατά τα λοιπά η αίτηση πετυχαίνει και το εκδοθέν στις 30.12.08 ενδιάμεσο διάταγμα, για τους λόγους που εξήγησα, οριστικοποιείται ως έχει, με ισχύ μέχρι το τέλος της παρούσας αγωγής. Τα έξοδα της αίτησης θα είναι υπέρ της αιτήτριας και θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Θα καταβληθούν δε κατά ½ από την πλευρά του εναγομένου 1 και κατά ½ από την πλευρά των λοιπών εναγομένων - καθ'ων η αίτηση. (Υπ.) .............. Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία -Interim Order - αίτηση για συντηρητικό διάταγμα ) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.