← Κύπρος

Άριστος Χαραλάμπους ν. Andrew Joseph Camerou, Αρ. Αγωγής: 5235/05, 10.04.2009

Άριστος Χαραλάμπους ν. Andrew Joseph Camerou, Αρ. Αγωγής: 5235/05, 10.04.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Δ. Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5235/05 Μεταξύ: Άριστος Χαραλάμπους, από την Ερήμη Ενάγοντας και Andrew Joseph Camerou, από την Επισκοπή Εναγόμενου Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 05.12.2008 Μεταξύ: Άριστος Χαραλάμπους, από την Ερήμη Ενάγοντας και Andrew Joseph Camerou, από την Επισκοπή Εναγόμενου και Πανίκου Χρυσοστόμου Τριτοδιαδίκου --------------------- Ημερομηνία: 10.04.2009 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Ε. Ερωτοκρίτου για Ε. Ερωτοκρίτου & Σία (κ. Τιμ. Τιμοθέου για να ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενο: κ. Στέλιος Οικονόμου για Οικονόμου, Πολυδώρου & Σία (κα Π. Βαρνάβα) Για τριτοδιάδικο: Καμία εμφάνιση. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή: Η παρούσα αγωγή έχει ως αντικείμενο την απαίτηση του ενάγοντα για ειδικές ζημιές πλέον τόκους και έξοδα προερχόμενες από τροχαίο δυστύχημα το οποίο ως ισχυρίζεται προκάλεσε ο εναγόμενος. Όπως προκύπτει πιο συγκεκριμένα από την έκθεση απαίτησης ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι στις 13.10.2003 ενώ το όχημα του εναγόμενου (ΗΑΝ 443) ήταν αρχικά σταθμευμένο επί της οδού Πάφου στο χωριό Ερήμη, εκκίνησε απότομα και/ή ο εναγόμενος οδήγησε το όχημα του τόσον αμελώς και/ή κατά παράβαση των εκ του Νόμου και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του και/ή ότι αιφνίδια εισήλθε επί της οδού Πάφου έχοντας ανατολική κατεύθυνση οπότε αμέσως αιφνίδια επιχείρησε στροφή δεξιά παραβιάζοντας άσπρη συνεχή διαχωριστική γραμμή με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα ΕΝΗ 829 που κατευθυνόταν επίσης ανατολικά. Ο οδηγός του τελευταίου οχήματος επειδή προσπάθησε να παρακάμψει από δεξιά το όχημα του εναγόμενου, μετά τη σύγκρουση μετατοπίστηκε δεξιά και συγκρούστηκε με το όχημα του ενάγοντα (CAK 484) το οποίο ήταν σταθμευμένο δεξιότερα σε ανοικτό χώρο. Ακολούθως και τα δύο οχήματα, δηλαδή του ενάγοντα και το ΕΝΗ 829 (που ως θα διαφανεί οδηγός του είναι ο τριτοδιάδικος στην παρούσα υπόθεση) σπρώχθηκαν και συγκρούστηκαν σε εμπορεύματα υλικών οικοδομής που βρίσκονταν στο χώρο. Περαιτέρω στην έκθεση απαίτησης εκτίθενται ισχυριζόμενες λεπτομέρειες αμέλειας του εναγόμενου καθώς και λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων ειδικών ζημιών του ενάγοντα, οι οποίες αφορούν μόνο υλικές ζημιές στο όχημα του. Ο εναγόμενος στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση του όπως αυτή καταχωρήθηκε στις 09.12.2008 (κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου ημερομηνίας 05.12.2008) πέραν του ότι αποδέχεται ότι συνέβηκε το τροχαίο ατύχημα αρνείται ότι αυτό συνέβηκε με τον τρόπο που ισχυρίζεται ο ενάγοντας. Περαιτέρω και διαζευκτικά με τα πιο πάνω, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η επίδικη σύγκρουση, συνεπώς και τυχόν ζημιές που υπέστηκε ο ενάγοντας οφείλονται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια και/ή παράβαση των εκ του Νόμου και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του Πανίκου Χρυσοστόμου, οδηγού του οχήματος ΕΝΗ 829 εναντίον του οποίου εξασφαλίστηκε άδεια Δικαστηρίου και επιδόθηκε σ΄ αυτόν Ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου. Σημειώνεται ωστόσο πως παρά την επίδοση ουδέποτε υπήρξε εμφάνιση εκ μέρους του Τριτοδιαδίκου. Ακόμη ο εναγόμενος ισχυρίζεται πως παρά το γεγονός ότι παραδέχθηκε σε ποινική υπόθεση δεν αναιρεί το δικαίωμα του να ισχυρίζεται ότι αποκλειστική ευθύνη και/ή συντρέχουσα αμέλεια είχε για τη σύγκρουση και ο ενάγοντας, μια θέση βεβαίως η οποία στη δίκη εγκαταλείφθηκε. Τέλος ο εναγόμενος ισχυρίζεται πως το θέμα της ευθύνης του Τριτοδιαδίκου στη σύγκρουση έχει αποφασισθεί στην αγωγή 7213/04 η οποία ήδη εκδικάστηκε και επομένως υπάρχει δεδικασμένο. Προσαχθείσα μαρτυρία: Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν εκ συμφώνου παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και έχουν ως ακολούθως:

  1. Οι ειδικές ζημιές του ενάγοντα ανέρχονται στο ποσό των €3.000,
  2. Ο ενάγοντας κατά τον επίδικο για την αγωγή χρόνο ήταν ιδιοκτήτης του οχήματος υπ΄ αριθμό εγγραφής CAK
  3. Κατά τον επίδικο για την αγωγή χρόνο το όχημα υπ΄ αριθμό εγγραφής CAK 484 ήταν σταθμευμένο και ακινητοποιημένο σε χώρο στάθμευσης. Περαιτέρω για την απόδειξη της απαίτησης του ενάγοντα κατέθεσε ως ΜΕ1 ο αστυφύλακας 2313 Ν. Προκοπίου. Για την υπεράσπιση κατέθεσε ο εναγόμενος ως ΜΥ1 και ως ΜΥ2 η κα Λένια Θεοδοσίου, υπεύθυνη στο Πολιτικό Τμήμα του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Κατατέθηκαν επίσης ως τεκμήρια τα πιο κάτω έγγραφα: Τεκμήριο 1: Πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος. Τεκμήριο 2: Σχεδιάγραμμα που ετοιμάστηκε με βάση το πρόχειρο. Τεκμήριο 3: Απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην αγωγή 7213/04 ημερομηνίας 28.01.
  4. Τεκμήριο 4: Γραπτή δήλωση ΜΥ1-εναγόμενου. Ο ΜΕ, αστυφύλακας 2313, αναφέρθηκε στα τεκμήρια 1 και 2 τα οποία ετοίμασε μετά την άφιξη του στη σκηνή του επίδικου δυστυχήματος. Ως διαφαίνεται μετά τις απαραίτητες μετρήσεις και το πρόχειρο σχέδιο (τεκμήριο1) οι ενεχόμενοι οδηγοί το υπέγραψαν, ενώ ο μάρτυρας αργότερα ετοίμασε το τεκμήριο 2 στη βάση του τεκμηρίου
  5. Εξήγησε στο Δικαστήριο το ευρετήριο του τεκμηρίου 2 και τα όσα θυμόταν σε σχέση με τη διερεύνηση του δυστυχήματος, αναφέρθηκε επίσης στην ορατότητα που είχαν οι εμπλεκόμενοι οδηγοί στο δρόμο όπου έγινε η σύγκρουση, καθώς και στις ζημιές επί των οχημάτων. ΜΥ1 κατέθεσε ο εναγόμενος, οδηγός του εμπλεκόμενου στη σύγκρουση οχήματος ΗΑΝ 443, ήταν η θέση του πως την επίδικη ημερομηνία βρισκόταν στην αριστερή πλευρά του παλαιού δρόμου Λεμεσού-Πάφου, με κατεύθυνση ανατολική, δηλαδή από Επισκοπή προς Ερήμη. Ήταν ακινητοποιημένος μέσα στο δρόμο και στη λωρίδα κυκλοφορίας του, πρόθεση του ήταν να εισέλθει στη δεξιά πλευρά όπου βρισκόταν χώρος στάθμευσης καταστήματος, προς τούτο έδειχνε με το δείκτη του οχήματος του για κίνηση δεξιά, και έβλεπε εάν ερχόταν όχημα από την αντίθετη κατεύθυνση. Πριν στρίψει δεξιά, από τον καθρέφτη του όταν κοίταξε προς τα πίσω, είδε ένα όχημα (αυτό του Τριτοδιάδικου προφανώς) να τον προσεγγίζει με ταχύτητα. Το εν λόγω όχημα προσπάθησε να τον προσπεράσει από τη δεξιά του πλευρά αλλά κτύπησε πάνω στη δεξιά πλευρά του οχήματος του και στη συνέχεια συγκρούστηκε με σταθμευμένο όχημα. Ακολούθως το δικό του όχημα εξαιτίας της σύγκρουσης εξαναγκάστηκε να κινηθεί περί τα 20 μέτρα περίπου προς το δρόμο. Ως περαιτέρω ανέφερε όταν άρχισε να κάνει τη στροφή δεξιά είδε από τον καθρέφτη του το όχημα του τριτοδιάδικου και επειδή αντιλήφθηκε ότι ήταν πολύ μεγάλη η ταχύτητα του αυτός σταμάτησε γι΄ αυτό και η σύγκρουση έγινε όταν ήταν σταματημένος. ΜΥ2, ήταν η κα Λένια Θεοδοσίου, υπεύθυνη στο Πρωτοκολλητείο του Πολιτικού Τμήματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Η μαρτυρία της περιορίστηκε στα διάδικα μέρη της αγωγής 7213/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (Andrew Joeseph Cameron v. Πανίκου Χρυσοστόμου). Επίσης ανέφερε ότι στις 28.01.2008 εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή, αντικείμενο της οποίας ήταν αποζημιώσεις από τροχαίο δυστύχημα. Στην εν λόγω απόφαση καταχωρήθηκε έφεση. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου έθεσε πρώτιστα το θέμα του δεδικασμένου ως προς την ευθύνη επί του επίδικου ατυχήματος αφού αυτή κρίθηκε στην αγωγή 7213/04 με σχετική απόφαση Δικαστηρίου (τεκμήριο 3) στις 28.01.
  6. Αναφέρθηκε δε στις προϋποθέσεις εφαρμογής του κωλύματος του δεδικασμένου και σε σχετική νομολογία. Περαιτέρω και ανεξάρτητα από το πιο πάνω ζήτημα εισηγήθηκε πως η προσαχθείσα μαρτυρία δεν νομιμοποιεί το Δικαστήριο να επιρρίψει οποιαδήποτε ευθύνη στον εναγόμενο για την επίδικη σύγκρουση για την οποία ευθύνεται ο τριτοδιάδικος. Ειδικότερα εισηγείται ότι δεν αποδείχθηκε αιτιώδης συνάφεια στη σύγκρουση με οποιαδήποτε κίνηση του εναγόμενου ο οποίος ήταν ακινητοποιημένος την ώρα της σύγκρουσης. Η θέση του αυτή παρέμεινε αναντίλεκτη σε σχέση με τον τριτοδιάδικο ο οποίος δεν εμφανίστηκε να αμφισβητήσει την Υπεράσπιση. Κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να μην δώσει βαρύτητα στα όσα είπε ο ΜΕ1, αστυφύλακας, τα οποία ήταν από μνήμης χωρίς άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Από την άλλη πλευρά ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα εισηγήθηκε ότι ο ενάγοντας εφόσον δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων μερίμνησε και παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου την καλύτερη δυνατή μαρτυρία που μπορούσε, πρόκειται για τη μαρτυρία του αστυνομικού-εξεταστή του επίδικου δυστυχήματος. Η εν λόγω μαρτυρία ως ανεξάρτητη που είναι και η οποία στην ουσία της δεν αμφισβητήθηκε δικαιολογεί συμπέρασμα πως ο εναγόμενος φέρει ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα. Περαιτέρω με βάση τα γεγονότα που έχουν τεθεί στη δίκη ουδεμία συντρέχουσα αμέλεια υπάρχει εκ μέρους του ενάγοντα, άλλωστε ο εναγόμενος δεν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο παρά μόνο προβάλλει τη θέση για αμέλεια εκ μέρους του τριτοδιάδικου. Αναφορικά δε με τον τριτοδιάδικο υπήρξε εισήγηση πως το Δικαστήριο θα πρέπει να αγνοήσει τους ισχυρισμούς και τη μαρτυρία του εναγόμενου εναντίον του καθότι η διαδικασία τριτοδιαδίκου είτε έχει διακοπεί είτε δεν έχει ολοκληρωθεί και τούτο κατ΄ επιλογή του εναγόμενου. Προφανώς το τελευταίο στοιχείο να έχει συνδεθεί, ως ισχυρίστηκε, από τον εναγόμενο προβάλλοντας στην Υπεράσπιση του τον ισχυρισμό ότι υπάρχει δεδικασμένο για το θέμα της ευθύνης μεταξύ εναγόμενου και τριτοδιάδικου, θέση με την οποία βέβαια διαφωνεί αφού δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για ύπαρξη δεδικασμένου. Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω ζητήθηκε η έκδοση απόφασης εναντίον του εναγομένου για το ποσό των ειδικών ζημιών όπως αυτές έχουν συμφωνηθεί από τους διαδίκους, πλέον τόκους και έξοδα. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά το στάδιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, καθώς επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους σε συνυφασμό με το περιεχόμενο των τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί το Δικαστήριο προβαίνει στην πιο κάτω αξιολόγηση τους: ΜΕ ήταν ο αστυφύλακας 2313 ο οποίος εξέτασε το επίδικο τροχαίο δυστύχημα καθηκόντως. Από τη μαρτυρία του διαπιστώνεται πως πήρε τις αναγκαίες μετρήσεις και όλα τα απαραίτητα στοιχεία από τη σκηνή και τα μετέφερε σε πρόχειρο σχέδιο αρχικά, και αργότερα σε σχεδιάγραμμα (τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα). Με ικανοποιητικό τρόπο μετέφερε όλα τα στοιχεία στο Δικαστήριο και τα εξήγησε τόσο στην κύρια εξέταση όσο και αντεξέταση. Δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε αντίφαση στη μαρτυρία του ούτε και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο κλονιστικό της αξιοπιστίας του. Συνακόλουθα το Δικαστήριο τον κρίνει αξιόπιστο και αποδέχεται τη μαρτυρία του, ταυτόχρονα απορρίπτονται οι εισηγήσεις της υπεράσπισης για να μην δοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία του αφού κάτι τέτοιο δεν νομιμοποιεί το Δικαστήριο λαμβανομένης υπόψη της εικόνας του εν λόγω μάρτυρα όπως αφέθηκε μέσα από τη μαρτυρία του η οποία στα ουσιώδη στοιχεία της ενισχύεται από το περιεχόμενο των σχεδιαγραμμάτων, τα οποία συμφωνούν μεταξύ τους, το δε πρόχειρο σχέδιο έχει υπογραφτεί από το αρχικό στάδιο της διερεύνησης του ατυχήματος, από τον εναγόμενο. ΜΥ1, ήταν ο εναγόμενος, μέσα από το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ενώ γενικά υπήρξε θετικός δεν έπεισε το Δικαστήριο για τη θέση του πως πριν στρίψει δεξιά έδειξε με το δείκτη του για τέτοια πρόθεση καθώς και για το ότι δεν υπήρχε άσπρη συνεχής γραμμή στο δρόμο. Οι λόγοι εξηγούνται στη συνέχεια σχετίζονται με την αντιφατικότητα της μαρτυρίας που έδωσε σε σύγκριση με την πραγματική μαρτυρία και τη μαρτυρία του αστυφύλακα, που ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας: α. Ενώ κατέθεσε ότι δεν υπήρχε συνεχής άσπρη γραμμή στο δρόμο στο σημείο όπου θα έστριβε δεξιά παραμένει αναπάντητο το ερώτημα γιατί τότε υπέγραψε το πρόχειρο σχέδιο (τεκμήριο 1) το οποίο έχει τέτοια γραμμή την οποία έθεσε ο αστυφύλακας, εξεταστής. Πρόκειται για αντίφαση με την πραγματική μαρτυρία γεγονός που μειώνει την εκδοχή του ως προς σ΄ αυτό το σημείο. β. Ενώ υιοθέτησε με τη γραπτή του δήλωση (ως μέρος της κύριας εξέτασης του) την Υπεράσπιση του, τα λεγόμενα του ως προς το όχημα που συγκρούστηκε με το σταθμευμένο όχημα του ενάγοντα είναι σε αντίθεση με ότι ισχυρίζεται στην Υπεράσπιση του. Δηλαδή στο δικόγραφο του λέει πως είναι το όχημα του που εξαιτίας της σύγκρουσης επέπεσε επί του οχήματος του ενάγοντα, στη μαρτυρία του είπε πως είναι το όχημα του τριτοδιάδικου που συγκρούστηκε με το όχημα του ενάγοντα και ως διαφάνηκε αυτό είναι το ορθό. Γενικότερα ήταν εμφανής η προσπάθεια του εναγόμενου να παρουσιαστεί ως οδηγός που δεν είχε ευθύνη στο δυστύχημα, εν όψει της εκδοχής του ότι δεν υπήρχε άσπρη συνεχής γραμμή αλλά και επειδή έδειξε την πρόθεση του για στροφή δεξιά. Όπως θα φανεί ωστόσο έστω και αν γινόταν αποδεκτή η θέση του γι΄ αυτά τα δύο σημεία μέσα από τις δικές του αναφορές οι κανόνες δικαίου και οι σχετικές αρχές δεν τον βοηθούν, ως θα εξηγηθεί πιο κάτω κυρίως για το θέμα του ορθού ελέγχου του οχήματος που τον ακολουθούσε και συγκρούστηκε μαζί του πριν ολοκληρώσει τη στροφή δεξιά. ΜΥ2 ήταν η κα Λένια Θεοδοσίου, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή, δεν αμφισβητήθηκε. Ευρήματα Δικαστηρίου: Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και μη αμφισβητούμενη μαρτυρία το Δικαστήριο διαπιστώνει πως τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως: Ο εναγόμενος ήταν στις 13.10.2003 κάτοχος του οχήματος ΗΑΝ 443, βρισκόταν αρχικά ακινητοποιημένο στην αριστερή πλευρά και εκτός του παλαιού δρόμου Λεμεσού-Πάφου παρά το χωριό Ερήμη με ανατολική κατεύθυνση. Ο δρόμος στο σημείο όπου βρισκόταν είναι διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας για την κάθε κατεύθυνση, είχε συνολικό πλάτος 7 μέτρα, οι δύο λωρίδες χωρίζονταν με άσπρη συνεχή γραμμή. Σε κάποια στιγμή ο εναγόμενος κινήθηκε εντός του δρόμου με ανατολική κατεύθυνση κρατώντας τη λωρίδα κυκλοφορίας του, κινήθηκε και διένυσε περί τα 100 μέτρα και είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά και να εξέλθει του δρόμου προκειμένου να εισέλθει σε ανοικτό χώρο στάθμευσης καταστήματος πώλησης υλικών οικοδομής το οποίο υπήρχε στην περιοχή. Κατά τη διάνυση των 100 μέτρων περίπου είναι εύρημα πως ο εναγόμενος σε καμία περίπτωση έλεγξε κατά πόσο υπήρχε τροχαία κίνηση προς τα πίσω του, και αυτό το έπραξε μόνο όταν άρχισε να στρίβει δεξιά οπότε όντας ήδη μερικώς μέσα στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας αντιλήφθηκε από το καθρεφτάκι του ότι ερχόταν με μεγάλη ταχύτητα ως εκτίμησε ο ίδιος το όχημα του τριτοδιάδικου, οπότε ακινητοποίησε αμέσως το όχημα του, ωστόσο το όχημα του τριτοδιάδικου κτύπησε ερχόμενο προς το μέρος του στο μπροστινό δεξιό μέρος του οχήματος του και το όχημα του μετακινήθηκε σε κάποια απόσταση ενώ το όχημα του τριτοδιάδικου ξέφυγε της πορείας του και κατέληξε στην δεξιά πλευρά εκτός του δρόμου όπου και συγκρούστηκε με το όχημα του ενάγοντα το οποίο ήταν σταθμευμένο και ακινητοποιημένο στον ανοικτό χώρο στάθμευσης καταστήματος πώλησης υλικών οικοδομής. Είναι δε εύρημα του Δικαστηρίου πως η ορατότητα του εναγόμενου από το σημείο σύγκρουσης προς τα εμπρός αλλά και προς τα πίσω ως η κατεύθυνση του ήταν πολύ καλή (προς τα πίσω περί τα 200-250 μέτρα όπως ο ίδιος την καθόρισε) ως επίσης ο εναγόμενος πριν στρίψει ή επιχειρήσει να κάνει στροφή δεξιά στο σημείο όπου επήλθε η σύγκρουση του με το όχημα του τριτοδιάδικου δεν έδειξε με το δείκτη του την πρόθεση του ότι θα έστριβε δεξιά. Περαιτέρω διαπιστώνεται πως μετά τις δύο συγκρούσεις ειδοποιήθηκε αστυνομία οπότε στο μέρος και στη σκηνή του δυστυχήματος έφθασαν ο ΜΕ μαζί με ακόμη ένα συνάδελφο του. Λήφθηκαν μετρήσεις και ο ΜΕ ετοίμασε αρχικά πρόχειρο σχέδιο (τεκμήριο 1) το οποίο υπέγραψαν οι εναγόμενος και ο τριτοδιάδικος. Αργότερα στη βάση του τεκμηρίου 1 ετοιμάστηκε από το ΜΕ το (τεκμήριο 2) συμμετρικό σχέδιο της σκηνής δυστυχήματος με όλα τα ευρήματα του τα οποία αποτελούν και μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή: Το αστικό αδίκημα της αμέλειας ρυθμίζεται από τα άρθρα 51 και 57 του Κεφ.
  7. Όσον αφορά την εξέταση και διακρίβωση του κατά πόσο υπήρξε αμέλεια κατ΄αρχήν και έπειτα συντρέχουσα αμέλεια έχουν αναφερθεί στην υπόθεση Μακρίδης ν. Dharaghji

(1990)1 A.A.Δ. 1013, σελ. 1024 τα πιο κάτω: «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα άρθρα 51, 57, 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzgerald v. Lord
(1988)2 Αll E.R. 961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Mirafloresand the Abadese
(1967)1 All E.R. 672, 777, είναι: Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν το ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των εναγομένων, από τη μια και ενάγοντα από την άλλη και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα ...» Στον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ των οδηγών ενός δυστυχήματος οι καθοριστικοί παράγοντες είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των οδηγών, της σύγκρουσης και της ζημιάς που προκλήθηκε, και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης [δέστε Χαραλάμπους ν. Στυλιανού
(1991)1 (Α) Α.Α.Δ. 284]. Στην υπόθεση Κυριάκου Χριστοδούλου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 178, στις σελίδες 183-184 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω σχετικά: «Ο καταμερισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25 και Polykarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R. 727. [Δέστε επίσης Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ. 881, 885]». Η έννοια της αμέλειας, όπως καθορίστηκε από το Δικαστή κ. Κωνσταντινίδη στην απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στη σελίδα 484 αναφέρει τα εξής: «Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια [Elpiniki Panayiotou v. Georghios Kyriakou Mavrou
(1979)1 C.L.R. 215].» Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού [δέστε Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387], ο δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά τη λογική πρόβλεψη (δέστε Βίκης ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345). Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420 εισαγάγεται ένα ευρύτερο προσδιοριστέο καθήκον των χρησιμοποιούντων το δρόμο, το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων, η εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους για αμέλεια. Συνεχίζει η απόφαση ως εξής: «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο στη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας τους.» Περαιτέρω αναφέρονται για το κριτήριο της αμέλειας τα εξής: «Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Συμπέρασμα Δικαστηρίου: Δεδικασμένο: Σε αυτό το στάδιο εν όψει του ισχυρισμού στην υπεράσπιση για ύπαρξη δεδικασμένου κρίνεται ότι είναι ορθό όπως το Δικαστήριο αποφανθεί επί του εν λόγω θέματος. Έχοντας κατά νου τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και τις νομολογιακές αρχές (βλέπε Πολιτική έφεση 81/07 ημερομηνίας 19.11.2008 υπόθεση Α. Νικολάου Μιχαήλ ν. Μιχαήλ Σκουτέλα) για τη στοιχειοθέτηση δεδικασμένου κρίνεται ότι η θέση του εναγόμενου δεν δύναται να επιτύχει για τους πιο κάτω λόγους: 1) Η απόφαση στην αγωγή 7213/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού δεν είναι τελεσίδικη αφού κατά τη δίκη τέθηκε μαρτυρία από τη ΜΥ2 ότι εκκρεμεί ακόμη έφεση εναντίον της. 2) Δεν υπάρχει ταύτιση των διαδίκων αφού στην παρούσα αγωγή ο ενάγοντας δεν ήταν διάδικος στην αγωγή 7213/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, συναφώς δεν έχει ακουστεί η θέση του και δεν είχε τέτοιο βέβαια δικαίωμα αφού δεν ήταν διάδικος. Συνεπώς δεν θα ήταν ορθό να τον δεσμεύει. 3) Σε συνέχεια με το πιο πάνω στοιχείο
(2)δεν υπάρχει ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων στις δύο αγωγές. Συνακόλουθα των πιο πάνω παρά το γεγονός ότι και οι δύο αγωγές είχαν ως πραγματικό υπόβαθρο το επίδικο δυστύχημα, κρίνεται πως δεν συντρέχουν όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις, και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός για ύπαρξη δεδικασμένου απορρίπτεται. Ευθύνη: Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης όπως έχουν διατυπωθεί μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου καθώς επίσης τις αρχές που διέπουν το θέμα της αμέλειας κρίνεται ότι ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία η οποία δικαιολογεί συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος κατά τον επίδικο χρόνο για την παρούσα αγωγή οδηγούσε χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα ως επίσης παρέλειψε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα για τη μη δημιουργία της σύγκρουσης του οχήματος του με το όχημα του Τριτοδιάδικου που είχε ως αποτέλεσμα και την περαιτέρω σύγκρουση του οχήματος του τελευταίου με το όχημα του ενάγοντα. Η τελευταία σύγκρουση ήταν απόρροια της πρώτης σύγκρουσης και ως εκ τούτου κρίνεται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια. Το συμπέρασμα του Δικαστηρίου στηρίζεται στα πιο κάτω: (α) Κατ΄ αρχήν με την προσαχθείσα αποδεκτή μαρτυρία εκ μέρους του ενάγοντα και δη με τη μαρτυρία του ΜΕ, αστυφύλακα-εξεταστή του επίδικου δυστυχήματος, κρίνεται πως το βάρος απόδειξης έχει μετακινηθεί στον εναγόμενο (βλέπε υπόθεση Χριστοφή Παυλή κ.α. ν. Α. Αβραάμ
(2000)1 Α.Α.Δ. 220) ο οποίος απότυχε να το αποσείσει, άλλωστε δεν προώθησε στη δίκη θέμα συντρέχουσας αμέλειας εκ μέρους του ενάγοντα. Τα στοιχεία που έχουν στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως αμέλεια είναι η ύπαρξη πολύ καλής ορατότητας του εναγόμενου από το σημείο σύγκρουσης προς τα πίσω όπου ερχόταν το όχημα που οδηγούσε ο τριτοδιάδικος με τον οποίο συγκρούστηκε αλλά και το σημείο σύγκρουσης όπου ήταν στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, ως η πορεία του, και πέραν της συνεχούς άσπρης διαχωριστικής γραμμής, χωρίς να δώσει πειστικά στοιχεία για αποτροπή του δυστυχήματος ή τη μη δημιουργία του. (β) Επιπλέον μέσα από τη μαρτυρία που έδωσε ο εναγόμενος διαπιστώνονται στοιχεία τα οποία είναι ενάντια στην εκδοχή του και το συμφέρον του, ως εκ τούτου αξιολογούμενα αυτά τα στοιχεία από το Δικαστήριο κρίνονται ως τέτοια που στοιχειοθετούν αμέλεια εκ μέρους του. Τα εν λόγω στοιχεία είναι τα ακόλουθα: 1. Ενώ η ορατότητα του εναγόμενου προς τα πίσω ήταν πολύ καλή (περί τα 200-250 μέτρα) και του επέτρεπε να ελέγχει την τροχαία κίνηση προς τα πίσω, ως είχε καθήκον, δεν το έπραξε παρά μόνο ως ο ίδιος ανέφερε, κοίταξε τον καθρέφτη του όταν έστριβε δεξιά, συνεπώς όχι αρκετά προηγουμένως και ενόσω βρισκόταν ακόμη εντός της λωρίδας του. Ουσιαστικά κοίταξε προς τα πίσω του ενώ είχε ήδη αρχίσει να στρίβει δεξιά. Κάτι τέτοιο όμως είναι ικανοποιητικό στοιχείο για στοιχειοθέτηση αμέλειας εκ μέρους του, όταν κρίθηκε ότι υπήρχε αμέλεια από οδηγό ο οποίος παρόλο που έδειξε την πρόθεση του να στρίψει δεξιά και κοίταξε πίσω του σε απόσταση μόνο 25 μέτρων πριν στρίψει και όχι συνεχώς προτού να στρίψει. (Αυτό κρίθηκε στην υπόθεση Πέτρου Γεωργίου ν. Ν. Παναγιωτίδη κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 80 καθώς και στην Πολιτική Έφεση 55/2007 ημερομηνίας 20.11.2008 υπόθεση Τσαρτσίδης ν. Ιατρικό Διαγνωστικό Κέντρο Μαγνητικής Τομογραφίας Αγ. Θέρισσος Λτδ).
  1. Αφ΄ ενός μεν καμία μαρτυρία αποδεκτή εκ μέρους του εναγόμενου υπήρξε περί οποιασδήποτε κίνησης ή ένδειξης εκ μέρους του για εκδήλωση της πρόθεσης του να στρίψει δεξιά, αφ΄ ετέρου και αντίθετα, ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται η αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ ο οποίος ανέφερε πως μετά το δυστύχημα απ΄ ότι θυμόταν ο εναγόμενος του είπε πως δεν έδειξε με το δείκτη του για στροφή δεξιά.
  2. Η πιο πάνω συμπεριφορά του εναγόμενου δεν του επέτρεψε επίσης να αντιληφθεί έγκαιρα το όχημα του Τριτοδιάδικου που τον ακολουθούσε, οπότε δεν θα επιχειρούσε στροφή δεξιά όπως άρχισε να πράττει αλλά θα είχε και το χρόνο και τη δυνατότητα να ενεργήσει κατά τρόπο ώστε να μην επέλθει η σύγκρουση. Εν πάση περιπτώσει θα εξεταζόταν η συμπεριφορά του στα πλαίσια του κατά πόσο έλαβε μέτρα για αποφυγή της σύγκρουσης μόνο και όχι επί των παραλείψεων του όπως συμβαίνει τώρα. Περαιτέρω το Δικαστήριο θα ήθελε να αναφερθεί στην Πολιτική Έφεση 291/05 Χαραλάμπους ν. Γ. Ξυδά, ημερομηνίας 26.06.07 την οποία επικαλέστηκε η πλευρά του εναγόμενου προς ενίσχυση της εισήγησης για μη επίρριψη ευθύνης σ΄ αυτόν. Το Δικαστήριο έχει διέλθει με κάθε δυνατή προσοχή την εν λόγω υπόθεση κρίνεται αφ΄ ενός μεν ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι διαφορετικά καθ΄ ότι δεν έγινε αποδεκτή η μαρτυρία ότι ο εναγόμενος έδωσε οποιοδήποτε σήμα ότι θα έστριβε δεξιά αφ΄ ετέρου στην πιο πάνω έφεση το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και επέρριψε ευθύνη στην εφεσίβλητη η οποία είχε ορατότητα πέραν των 100 μέτρων και δεν αντιλήφθηκε μοτοσικλέτα η οποία την ακολουθούσε πριν στρίψει δεξιά. Συνακόλουθα η εν λόγω έφεση κρίνεται πως δεν ενισχύει με οποιονδήποτε τρόπο την εισήγηση της Υπεράσπισης αντίθετα την ανατρέπει και ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεκτή. Συντρέχουσα αμέλεια: Περαιτέρω συμπεραίνεται πως τα πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση, αναμφίβολα δεν επιτρέπουν κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες επιδίκαση συντρέχουσας αμέλειας και/ή ευθύνης στον ενάγοντα του οποίου το όχημα ήταν ακινητοποιημένο εκτός δρόμου χωρίς οδηγό χειριστή και ως εκ τούτου δεν δύναται να επιρριφθεί οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια για την πρόκληση είτε της πρώτης σύγκρουσης μεταξύ των οχημάτων του εναγόμενου και τριτοδιαδίκου αλλά και στη σύγκρουση του οχήματος του με το όχημα του Τριτοδιάδικου. Διαδικασία (Ευθύνη) τριτοδιάδικου: Επίσης σε αυτό το στάδιο και πριν το Δικαστήριο αποφανθεί περί της τυχόν ευθύνης του Τριτοδιάδικου στο επίδικο τροχαίο δυστύχημα κρίνεται ορθό να αποφασιστεί κατά πόσο θα πρέπει το Δικαστήριο και αν νομιμοποιείται να εξετάσει τέτοιο ζήτημα στο παρόν στάδιο. Οι θέσεις των διαδίκων είναι διαφορετικές, ο ενάγοντας ισχυρίζεται πως δεν είναι επιτρεπτό κάτι τέτοιο αφού ως εισηγείται η διαδικασία τριτοδιαδίκου έχει διακοπεί ή εγκαταλειφθεί από τον εναγόμενο, ενώ ο εναγόμενος εξέφρασε αντίθετη θέση σε συνυφασμό με τον ισχυρισμό για ύπαρξη δεδικασμένου ο οποίος βεβαίως έχει ήδη απορριφθεί. Για το εν λόγω θέμα κρίνεται χρήσιμο να γίνει παραπομπή στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.10 Κ.5 και 6 οι οποίοι κατά το Δικαστήριο δίνουν και την απάντηση στο όλο ζήτημα. Παρατίθενται αυτούσιοι: «
  3. If a third party duly served with a third-party notice does not enter an appearance, shall be deemed to admit the validity of and shall be bound by any judgment given in the action, whether by consent or otherwise, and by any decision therein on any question specified in the notice; and when contribution or indemnity or other relief or remedy is claimed against him in the notice, he shall be deemed to admit his liability in respect of such contribution or indemnity or other relief or remedy.
  4. Where a third party makes default in entering an appearance and the defendant giving the notice suffers judgment by default, such defendant shall be entitled at any time, after satisfaction of the judgment against himself, upon an ex part application, or before such satisfaction by the leave of the Court or a Judge obtained on an application by summons, to enter judgment against the third party to the extent of any contribution or indemnity claimed in the third-party notice, or by leave of the Court or Judge so obtained to enter such judgment in respect of any other relief or remedy claimed as the Court or Judge shall direct: Provided that it shall be lawful for the Court or Judge in a proper case to set aside or vary such judgement against the third party upon such terms as may seem just». (Οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου). Μέσα από τις πιο πάνω διατάξεις είναι προφανές πως δίδεται και η απάντηση στο ερώτημα που καλείται το Δικαστήριο να αποφανθεί. Η μη καταχώριση οποιασδήποτε είτε μονομερούς αίτησης είτε διά κλήσεως όπως προβλέπεται στον Κ.6 της Δ.10 εκ μέρους του εναγόμενου ενώπιον του Δικαστηρίου για έκδοση απόφασης εναντίον του Τριτοδιάδικου κρίνεται πως συνιστά έλλειψη του αναγκαίου διαδικαστικού διαβήματος για να προβεί το Δικαστήριο σε τυχόν επιδίκαση ευθύνης και κατ΄ ακολουθία οποιασδήποτε απόφασης περί συνεισφοράς εκ μέρους του Τριτοδιαδίκου. Συνακόλουθα το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται στην έκδοση οποιαδήποτε απόφασης στη Διαδικασία Τριτοδιαδίκου. Επιπρόσθετα των πιο πάνω σημειώνεται πως από την αρχή της ακροαματικής διαδικασίας το θέμα αυτό τέθηκε από το Δικαστήριο προς την πλευρά του εναγόμενου η οποία μέσω του συνηγόρου του ζήτησε να μην υπάρχει συνεκδίκαση της αγωγής με τη διαδικασία Τριτοδιάδικου αλλά η εκδίκαση της να παραμείνει σε μεταγενέστερο στάδιο. Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση στην αγωγή προς όφελος του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου για το συμφωνημένο ποσό των ειδικών ζημιών €3.000,00 με νόμιμο τόκο πλέον τα έξοδα της αγωγής όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .. ............ Δ. Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΤΑ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Αμέλεια - Τροχαίο ατύχημα - Ευθύνη οδηγού που έστριψε δεξιά - Δεδικασμένο - Συνεκδίκαση αγωγής και Διαδικασίας Τριτοδιάδικου - Δέσμευση και απόφαση για συνεισφορά. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.