← Κύπρος

Μάριος Παναγιώτου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου, Αρ. Αγωγής: 4772/08, 14.04.09

Μάριος Παναγιώτου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου, Αρ. Αγωγής: 4772/08, 14.04.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A101 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Δ. Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4772/08 Μεταξύ: Μάριος Παναγιώτου, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και Γρηγόρη Γρηγορίου Εναγόμενου --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 11.02.09 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 14.04.09 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κ. Π. Κονταξής κ. Σ. Σωφρονίου Για Εναγόμενο-Καθ΄ ου η αίτηση: κα Ε. Κέλπτη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Η απαίτηση του ενάγοντα σε αυτή την αγωγή εναντίον του εναγόμενου στηρίζεται στο ότι ο πρώτος είναι κρεοπώλης και στα πλαίσια της εργασίας του στις ημερομηνίες μεταξύ της 04.12.2007-31.12.2007 ο εναγόμενος παρήγγειλε και αγόρασε επί πιστώσει από τον ενάγοντα διάφορα είδη κρέατος συνολικής αξίας €5.344,76. Εκδόθηκαν δε και σχετικά τιμολόγια υπ΄ αριθμούς 1644-1765. Ο εναγόμενος δεν κατέβαλε κανένα ποσό έναντι των τιμολογίων το συνολικό ποσό των οποίων είναι οφειλόμενο προς τον ενάγοντα παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις καθώς και επιστολής του συνηγόρου του δικηγόρου του ημερομηνίας 02.09.2008. Μετά την επίδοση της αγωγής ο εναγόμενος καταχώρησε στις 05.02.09 Υπεράσπιση, ωστόσο, στις 11.02.2009 ο ενάγοντας (στο εξής ο αιτητής) καταχώρησε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εναγόμενου (στο εξής η επίδικη αίτηση) η οποία στηρίζεται στη Δ.18 Κ.1 και 2, Δ.48 Κ.1-3 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Η επίδικη αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του αιτητή στην οποία αναφέρει ότι ο εναγόμενος του οφείλει το ποσό που απαιτεί και ότι η Υπεράσπιση που καταχωρήθηκε περιλαμβάνει μόνο απλές αρνήσεις χωρίς να δίδονται οποιοιδήποτε λόγοι υπεράσπισης ή να εγείρεται καλόπιστη υπεράσπιση, ως εκ τούτου η καταχώρηση της ένστασης και της υπεράσπισης αποσκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας και μόνο. Επισυνάπτεται από τον αιτητή στην ένορκη δήλωση του δέσμη από 22 τιμολόγια (Τεκμήριο Α) προς υποστήριξη της αίτησης για έκδοση απόφασης. Στην υπό εκδίκαση αίτηση ο εναγόμενος έχει καταχωρήσει στις 08.03.09 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του καθ΄ ου η αίτηση. Σ΄ αυτήν αναφέρει ότι η δέσμη τιμολογίων που παρουσίασε ο ενάγοντας στο Δικαστήριο δεν αναφέρεται ονομαστικά στο πρόσωπο του, επίσης δεν είναι υπογεγραμμένα είτε από τον πωλητή είτε από τον παραλήπτη των προϊόντων-αντικειμένων, ως εκ τούτου αναφέρει ότι η απαίτηση του ενάγοντα στα συγκεκριμένα τιμολόγια ασκείται καταχρηστικά και ούτε νομιμοποιείται στην έγερση αγωγής εναντίον του. Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση αγορεύσεων και δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή εισηγήθηκε ότι η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε εφόσον εφαρμόστηκαν όλες οι προϋποθέσεις τις Δ.18 Κ.1 συνεπώς εν όψει του ότι ο εναγόμενος στην έκθεση υπεράσπισης του προβάλλει μια απλή και γενική άρνηση των ισχυρισμών επί της έκθεσης απαίτησης και χωρίς να προβάλλει οποιαδήποτε στοιχεία περί ύπαρξης υπεράσπισης, το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει στην έκδοση απόφασης. Από την άλλη πλευρά η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγόμενου-καθ΄ ου η αίτηση ανέπτυξε το λόγο περί μη εξακριβωμένης ταυτότητας του εναγόμενου όπου στη δέσμη τιμολογίων αναφέρεται μόνο μικρό όνομα, ως επίσης το ότι δεν υπάρχουν υπογραφές σ΄ όλα τα τιμολόγια-τεκμήριο Α από τον πωλητή συνεπώς δεν υπάρχει και η αναγνώριση του χρέους ή των ποσών των προϊόντων. Συνακόλουθα εισηγήθηκε ότι τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου δεν δικαιολογούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης αλλά την ακροαματική διαδικασία σ΄ όλη της την έκταση ώστε να δοθούν περισσότερα στοιχεία με μαρτυρία προς άρση των αμφίβολων στοιχείων που προκύπτουν από την προσκομισθείσα από τον αιτητή μαρτυρία έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει πλήρη και θετική εικόνα είτε για την απόδειξη της απαίτησης είτε για την υπεράσπιση. Νομική πτυχή: Η ειδική πρόνοια στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας είναι η Δ.18 Κ.1(α), την οποία κρίνω ορθό να την παραθέσω αυτούσια: «Ο.18, r.1(
  2. a)Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όπου ο Εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Διάταξη 2 Κανονισμός 6, ο Ενάγοντας μπορεί, με ένορκη δήλωση την οποία θα κάνει ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, βεβαιώνοντας την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται (αν υπάρχει) και αναφέροντας ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για παράδοση συγκεκριμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση και τα έξοδα, μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του Ενάγοντα, εκτός εάν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης.» Από τη γραμματική ερμηνεία της πιο πάνω διάταξης καθώς και την πλούσια νομολογία που την έχει εφαρμόσει μέχρι σήμερα, προκύπτει ότι το Δικαστήριο, πριν εξετάσει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου και κατά πόσο υπάρχει υπεράσπιση, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο κάτω βασικές προϋποθέσεις: (α) Το κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε από τους Ενάγοντες να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, Κ.6. (β) Ο Εναγόμενος να έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, και (γ) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον Ενάγοντα ή από πρόσωπο που μπορεί θετικά να ορκιστεί ως προς τα γεγονότα και που μπορεί να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνει ότι εξ΄ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Σε περίπτωση που πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις τότε αμέσως μετατοπίζεται στον Εναγόμενο το βάρος της απόδειξης ότι έχει καλή υπεράσπιση ή ότι έχουν αποκαλυφθεί τέτοια γεγονότα τα οποία θα του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί σε διαδικασία πλήρους ακρόασης. Ουσιαστικά η πλήρωση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται άμεσα με την ενεργοποίηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για να κάνει χρήση της διαδικασίας για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 9670, ημερομηνίας 10.07.1997, γίνεται διάκριση αφενός μεν των προσώπων που μπορούν να ορκιστούν θετικά για τα γεγονότα μιας υπόθεσης και αφετέρου των προσώπων που ορκίζονται με βάση τα όσα πληροφορούνται και πιστεύουν, τονίζοντας ότι η Δ.39 Κ. 2 αφορά μόνο τις ενδιάμεσες αιτήσεις όπου μπορεί κάποιος ενόρκως δηλών να κάνει αναφορά σε γεγονότα που είναι εξ΄ ακοής. Επίσης επιβεβαιώνεται από την πιο πάνω απόφαση η λογική αναγκαιότητα ότι εκεί που ο Ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο την ένορκη δήλωση θα κάνει κάποιο φυσικό πρόσωπο το οποίο όμως γνωρίζει θετικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Όσον αφορά την έννοια της λέξης «θετικά» προκειμένου για την αναφορά των γεγονότων, στην ίδια πιο πάνω νομολογία αναφέρθηκε ότι το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και εντός της έννοιας της Δ.18 Κ. 1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης καθώς και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η φύση της αξίωσης. Η ιδιαίτερη φύση της συνοπτικής απόφασης έχει τονιστεί μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) v. Abdul Aziz Tlais

(1991)1 A.A.Δ. 239, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις κυπριακές όσο και αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε θα πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. CO LTD v. The Central Co-Operative Industries Co ltd
(1982)1 A.A.Δ. 897). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Περαιτέρω στην Ετήσια Πρακτική του 1958, Τόμος 1, στη σελίδα 243 αναφέρονται τα πιο κάτω στα πλαίσια της Δ.14 των Αγγλικών Θεσμών η οποία είναι ίδια με τη Δ.18 των δικών μας Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας: «The purpose of O.14 is to enable a plaintiff to detain a summary judgment without trial, if he can prove his claim clearly; and if the defendant is unable to set up a bona fide defence or raise an issue against the claim which ought to be tried (Rodsents v. Plant
(1985)1 Q.B.597).» Ακόμη στη σελίδα 248 του πιο πάνω συγγράμματος αναφέρεται ότι αν στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου αποκαλύπτεται υπεράσπιση είναι γενικά αχρείαστο για τον Ενάγοντα να καταχωρήσει απαντητική ένορκη δήλωση, εκτός αν είναι σε θέση να παρουσιάσει έγγραφα που να δείχνουν καθαρά την αναλήθεια της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου. Σημαντική επίσης κρίνεται η αναφορά στην υπόθεση Χριστάκης Αυγουστή και άλλοι ν. Γεώργιου Πίριλλου,
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 5, όπου τονίστηκε πως όταν τα νομικά και πραγματικά ζητήματα λόγω της φύσεως τους είναι απλά και καθίσταται δυνατό για το Δικαστήριο να μορφώσει άποψη χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση στο στάδιο της δίκης, τότε πρέπει να εκδίδεται συνοπτική απόφαση υπέρ του Ενάγοντα. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και συμπέρασμα Δικαστηρίου: Είναι σαφές και συνάγεται από την πιο πάνω νομολογία που έχει αναφερθεί ότι το κύριο ερώτημα που τίθεται μεταξύ άλλων για το Δικαστήριο, είναι κατά πόσο η παρούσα υπόθεση αφορά καθαρή και κατάλληλη περίπτωση ούτως ώστε να εκδοθεί συνοπτική απόφαση έχοντας περαιτέρω κατά νου τη φύση της διαφοράς. Διερχόμενο το Δικαστήριο όλης της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του, σε συνάρτηση με τις νομικές αρχές που έχουν παρατεθεί πιο πάνω κρίνεται κατ΄ αρχήν ότι πληρούνται οι δύο βασικές προϋποθέσεις που προβλέπει η Δ.18
(1)και η νομολογία που έχει ερμηνεύσει μέχρι σήμερα στην εν λόγω διάταξη. Συνακόλουθα το βάρος απόδειξης υπεράσπισης ή άλλων στοιχείων που να δικαιολογούν το δικαίωμα για υπεράσπιση έχει μετατεθεί στον εναγόμενο. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της απαίτησης του ενάγοντα και τη βάση στην οποία στηρίζεται, σε συνάρτηση και με το περιεχόμενο της μαρτυρίας που έχει παρουσιάσει για τη στήριξη της απαίτησης του, κρίνεται, πως, ο εναγόμενος μέσα από την ένορκη δήλωση του η οποία συνοδεύει την ένσταση του έχει επισημάνει και εγείρει τέτοια στοιχεία τα οποία κρίνονται ως ικανά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την Υπεράσπιση του ως την έχει καταχωρήσει με το περιεχόμενο της όσο απλό και αν φαίνεται. Οι λόγοι εξηγούνται στη συνέχεια: Η μαρτυρία του ενάγοντα δεν δικαιολογεί συμπέρασμα πως πρόκειται για μία αδιαμφισβήτητα ξεκάθαρη απαίτηση και τούτο είναι συναφές και με την έλλειψη ισχυρισμού επί της έκθεσης απαίτησης αλλά και ανάλογης μαρτυρίας για την απόδειξη των ποσών που αναφέρονται στα τιμολόγια. Ειδικότερα δεν κάνει αναφορά ο αιτητής κάτω από ποιες συνθήκες τα ποσά γίνονταν αποδεκτά από τον εναγόμενο αφού δεν υπάρχει οποιαδήποτε υπογραφή είτε του ενάγοντα (πλην πέντε από τα είκοσι δύο τιμολόγια) είτε κάποιου αντιπροσώπου του είτε υπογραφή εκ μέρους του εναγόμενου ή αντιπροσώπου του. Η εν λόγω αδυναμία σχετίζεται άμεσα και με ακόμη ένα στοιχείο που διαπιστώνεται από το περιεχόμενο των τεκμηρίων-τιμολογίων. Σ΄ αυτά αναφέρεται μόνο το όνομα Γρηγόρης και αυτό χωρίς οποιαδήποτε άλλη διευκρινιστική μαρτυρία, εφ΄ όσον υπάρχει και έχει εγερθεί αυτό το ζήτημα από τον εναγόμενο, σε συνυφασμό με την απουσία οποιαδήποτε υπογραφής του επί του τιμολογίων, κρίνονται ως στοιχεία τα οποία δικαιολογούν συμπέρασμα πως το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης επιβάλλει να μην εκδοθεί απόφαση στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση αλλά να διεξαχθεί πλήρης δίκη και προώθηση της απαίτησης του ενάγοντα με δικαίωμα του εναγόμενου να προβάλει την υπεράσπιση που έχει ήδη καταχωρήσει. Συνοπτικά κρίνεται πως η μαρτυρία του αιτητή για έκδοση απόφασης είναι υπό τις περιστάσεις μη ικανοποιητική. Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω η επίδικη αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του ενάγοντα-αιτητή και προς όφελος του εναγόμενου-καθ΄ ου η αίτηση. Να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα πληρωθούν στο τέλος στης δίκης. (Υπ.) .. ............ Δ. Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΤΑ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Πολιτική δικονομία - Αίτηση για συνοπτική απόφαση - Δ.18 Κ.1. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.