← Κύπρος

Ronald Donath ν. TGB The German Baker Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 174/09, 29.04.2009

Ronald Donath ν. TGB The German Baker Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 174/09, 29.04.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A104 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Δ. Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 174/09 Μεταξύ: Ronald Donath, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και 1. T.G.B. The German Baker Limited, από τη Λεμεσό 2. Christian Schnubel, από τη Λεμεσό Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 19.01.2009 για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος Ημερομηνία: 29.04.2009 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κ. Δ. Μιχαήλ Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η αίτηση: κα Ε. Κουδουνάρη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Στις 19.01.2009 ο ενάγοντας καταχώρησε κλητήριο ένταλμα με γενική οπισθογράφηση εναντίον των πιο πάνω εναγομένων και η βάση της αγωγής του είναι η παράνομη κατακράτηση αντικειμένων. Επίσης ζητείται η δήλωση Δικαστηρίου ότι τα αντικείμενα τα οποία περιγράφονται στην αγωγή με επισυνημμένο κατάλογο ανήκουν στον ενάγοντα και συνεπώς ζητείται διάταγμα επιστροφής τους. Στις 19.01.2009 ο ενάγοντας καταχώρησε μονομερή αίτηση (η οποία στο εξής θα καλείται ως η επίδικη αίτηση) με την οποία εξασφαλίστηκε προσωρινό διάταγμα το οποίο απαγορεύει στους εναγόμενους από το να πωλήσουν και/ή δανείσουν, και/ή παραχωρήσουν και/ή εκχωρήσουν και/ή με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσουν τα αντικείμενα που αναφέρονται στην αγωγή, τα οποία συνίστανται σε μηχανήματα και εξοπλισμό κυρίως για τη λειτουργία ενός αρτοποιείου αλλά και προσωπικά του αντικείμενα. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση εκτίθενται σε ένορκη δήλωση του αιτητή τα οποία στην ουσία τους στηρίζονται στο ότι περί το 2006 οι διάδικοι ως Γερμανοί υπήκοοι άρχισαν τη λειτουργία ενός αρτοποιείου στη Λεμεσό για παραγωγή γερμανικού ψωμιού, ως εκ τούτου ενέγραψαν εταιρεία (εναγόμενη 1). Ειδικότερα ως προς τα γεγονότα ο αιτητής αναφέρει μεταξύ άλλων ότι στα πλαίσια της συνεργασίας του με τον καθ΄ ου η αίτηση 2 συμφώνησαν όπως ο πρώτος μεταφέρει προσωπικά του μηχανήματα και/ή εξοπλισμό από τη Γερμανία για να αρχίσει η λειτουργία της επιχείρησης καθώς επίσης θα αγόραζαν νέα μηχανήματα και/ή εξοπλισμό. Είχε συμφωνηθεί επίσης ότι τα προσωπικά του αντικείμενα και/ή εξοπλισμός δεν θα αποτελούσαν περιουσιακό στοιχείο της καθ΄ ης η αίτηση 1. Τα προσωπικά του μηχανήματα έχουν έρθει από τη Γερμανία στην Κύπρο με εμπορευματοκιβώτιο και είναι αυτά που φαίνονται επισυνημμένα στην αγωγή του κάτω από τον τίτλο «Εμπορευματοκιβώτιο 1». Περαιτέρω περί το Μάιο του 2007 ο αιτητής μετέβηκε ξανά στη Γερμανία και μετέφερε στην Κύπρο αντικείμενα και/ή μηχανήματα και/ή εξοπλισμό που φαίνονται στον κατάλογο που επισυνάπτεται στην αγωγή κάτω από τον τίτλο «Εμπορευματοκιβώτιο 2» και τα εν λόγω αντικείμενα δεν ανήκουν στην καθ΄ ης η αίτηση 1. Περί τις 28.01.2008 ο καθ΄ ου η αίτηση 2 του τηλεφώνησε και του ανήγγειλε την απόφαση του να μην του επιτρέπει να δουλεύει πλέον στην επιχείρηση που είχαν μαζί ενώ όταν ο αιτητής μετέβηκε για να εργαστεί εκδιώχθηκε από υπάλληλο ασφαλείας κατόπιν οδηγιών του καθ΄ ου η αίτηση 2. Αντιλήφθηκε και πληροφορήθηκε ότι ο καθ΄ ου η αίτηση 2 αφαίρεσε τα διπλώματα του από τους τοίχους όπου ήταν αναρτημένα και άλλαξε κλειδαριές σε όλες τις πόρτες του αρτοποιείου. Περαιτέρω ο αιτητής αναφέρει ότι περί τις 22.12.08 έγινε συνάντηση των διαδίκων στην παρουσία δικηγόρων τους για εξεύρεση διευθέτησης χωρίς όμως θετική ανταπόκριση από τον καθ΄ου η αίτηση 2. Τέλος αναφέρει ότι μετά την πιο πάνω συνάντηση πληροφορήθηκε από υπάλληλο της καθ΄ ης η αίτηση 1 ότι ο καθ΄ ου η αίτηση 2 δεν προτίθεται ποτέ να του επιστρέψει τα αντικείμενα του και ότι πρόθεση του ήταν να μην του τα επιστρέψει γι΄ αυτό και αποτάθηκε στο Δικαστήριο. Στην πιο πάνω αίτηση με την οποία εξασφαλίστηκε το διάταγμα οι εναγόμενοι 1 και 2 καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν στις 20.02.2009 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης, οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι στη συνέχεια: (
  2. i)Ελλείπει το πραγματικόν υπόβαθρον της Αιτήσεως και ως εκ τούτου η Αίτησις δεν υποστηρίζεται από οιανδήποτε ένορκη δήλωση και/ή ένορκη δήλωση επί της οποίας το Σεβαστό Δικαστήριο δύναται να βασισθεί. (
  3. ii)Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 άρθρα 4, 7 και 9 και του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 διά την έκδοση και/ή συντήρηση του εκδοθέντος διατάγματος. (iii) Δεν υφίστατο το επείγον κατά την έκδοση του μονομερούς διατάγματος και ως εκ τούτου το εκδοθέν διάταγμα δεν έπρεπε να εκδοθεί μονομερώς. (
  4. iv)Ο Αιτητής παρέλειψε και/ή προσπάθησε να παραπληροφορήσει και/ή δεν έδωσε την απαραίτητη σημασία και/ή δεν απεκάλυψε στο Σεβαστό Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία αφορούν την παρούσαν αίτηση. (
  5. v)Η ένορκη δήλωση ημερομηνίας 19.01.2009 περιέχει τεκμήρια τα οποία δεν είναι σε επίσημη γλώσσα της Κυπριακής Δημοκρατίας και εν πάση περιπτώσει είναι σε γλώσσα ακατανόητη. (
  6. vi)Το αιτούμενο διάταγμα και/ή τα περιγραφόμενα μηχανήματα και/ή εξοπλισμός τα οποία φαίνονται στον επισυνημμένο κατάλογο στην αίτηση είναι αόριστα και/ή γενικά. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση του καθ΄ ου η αίτηση αρ. 2 ο οποίος εκπροσωπεί και την καθ΄ ης η αίτηση 1 ως διευθυντής αυτής. Η εν λόγω ένορκη δήλωση είναι στην αγγλική γλώσσα και έχει μεταφραστεί στην ελληνική. Παρατίθενται στη συνέχεια τα ουσιαστικά γεγονότα που υποστηρίζουν τους λόγους ένστασης, αυτά συνίστανται στα ακόλουθα: Ο καθ΄ ου η αίτηση 2 αρνείται κατ΄ αρχήν όλες τις θέσεις που προβάλλει ο αιτητής και μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι όλα τα μηχανήματα και ο εξοπλισμός αγοράστηκαν από την εναγόμενη 1 πλην μερικών προσωπικών αντικειμένων και μηχανημάτων τα οποία διατηρούσε ο αιτητής στο αρτοποιείο κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας και τα οποία αποδέχεται ότι του ανήκουν και ουσιαστικά τα παραθέτει στην παράγραφο 15 της ένορκης δήλωσης του για τα οποία μετά τη διακοπή της συνεργασίας τους ενημερώθηκε να τα παραλάβει, ωστόσο δεν το έπραξε. Αρνείται περαιτέρω ότι υπάρχει επείγουσας φύσης ανάγκη για προσωρινό διάταγμα καθότι δεν έχει ούτε αυτός ούτε η καθ΄ ης η αίτηση 1 πρόθεση για αποξένωση ξένων αντικειμένων εννοώντας αυτά που αποδέχεται ότι ανήκουν στον αιτητή. Η ακροαματική διαδικασία ως προς τη συνέχιση του προσωρινού διατάγματος το οποίο ορίστηκε επιστρεπτέο, διεξάχθηκε στη βάση αγορεύσεων και των γραπτών ενόρκων δηλώσεων που έχουν καταχωρηθεί και ουδείς εκ των διαδίκων προέβηκε σε αντεξέταση οποιωνδήποτε των ενόρκως δηλούντων. Κατά τις αγορεύσεις, ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος και στις αρχές που διέπουν επί του εν λόγω ζητήματος την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η πλευρά του αιτητή ουσιαστικά εμμένει στη διατήρηση του προσωρινού διατάγματος με το οποίο θα διατηρηθεί το status quo της σχέσης των διαδίκων ως εισηγήθηκε, ενώ αν δεν συνεχίσει η ισχύς του και αποξενωθούν τα αντικείμενα τότε ο αιτητής δεν θα έχει θεραπεία στην αγωγή σε περίπτωση που εξασφαλίσει απόφαση προς όφελος του. Απαντώντας στη θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι δεν υπήρξε έγκαιρη προσφυγή στο Δικαστήριο την απέρριψε λέγοντας πως στις 22.12.08 είχε γίνει συνάντηση για διευθέτηση της διαφοράς ωστόσο οι καθ΄ ων η αίτηση δεν συμφώνησαν να του επιστραφούν τα αντικείμενα που του ανήκουν οπότε αποφάσισε να αποταθεί στο Δικαστήριο. Από την άλλη πλευρά η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ΄ ων η αίτηση στη δική της αγόρευση αναφέρθηκε στους λόγους ένστασης και στον καθένα ξεχωριστά αναπτύσσοντας τα δικά της επιχειρήματα για ακύρωση και μη συνέχιση του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 19.01.2009. Αναφορικά με τον πρώτο λόγο ανέπτυξε την επιχειρηματολογία της επί του ότι ο ενάγοντας-αιτητής δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι γνωρίζει την ελληνική γλώσσα στην οποία έκανε την ένορκη του δήλωση, συνεπώς δεν γνωρίζει για το περιεχόμενο της, άρα δεν γνωρίζει θετικά και για τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του. Ως προς το δεύτερο λόγο ένστασης εισηγήθηκε πως από τα λεγόμενα του καθ΄ ου η αίτηση 2 μέσα από την ένορκη δήλωση του διαφαίνεται πως ο αιτητής απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο κατά την εξασφάλιση του προσωρινού διατάγματος και τούτο συνιστά πρόσθετο λόγο ακύρωσης του. Επιπλέον και σε σχέση με τον τρίτο λόγο ένστασης η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση εισηγείται πως ο αιτητής καθυστέρησε να προστρέξει στο Δικαστήριο για εξασφάλιση του προσωρινού διατάγματος ως εκ τούτου διαφαίνεται από τα γεγονότα πως άφησε το χρόνο να διαρρεύσει άπρακτος συνεπώς δεν πληρείται ή δεν δικαιολογείται η θέση του πως θα αποξενωθούν τα επίδικα αντικείμενα αφού κάτι τέτοιο δεν έγινε εδώ και ένα χρόνο. Συνακόλουθα των πιο πάνω ζητήθηκε η ακύρωση του προσωρινού διατάγματος. Νομική πτυχή: Όπως διαφαίνεται από τη νομική βάση της αίτησης αυτή στηρίζεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60 το οποίο έχει τύχει ερμηνείας αλλά και αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων. Σ' αυτό το άρθρο τίθενται οι προϋποθέσεις οι οποίες εάν συντρέχουν σωρευτικά τότε και μόνο το Δικαστήριο εκδίδει το σχετικό διάταγμα. Οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 32 προκειμένου για την έκδοση διατάγματος είναι οι ακόλουθες: 1. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά τη δίκη. 2. Να υπάρχει πιθανότητα ο Ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία. 3. Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πάγια νομολογιακή αρχή επιβάλλει όπως κατά την εξέταση αιτήσεων για προσωρινά διατάγματα, το Δικαστήριο να μην εξετάζει την ουσία της αγωγής, και δεν είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί τελικά η απαίτηση του Ενάγοντα. Το αντικείμενο εξέτασης σ' αυτό το στάδιο είναι το κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά με τις πιο πάνω προϋποθέσεις κατά την εξέταση τους από τη νομολογία (βλέπε υποθέσεις

(1)Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557,
(2)Ιπποδρομιακή Αργή Κύπρου ν. X" Βασίλη, Πολιτική Έφεση 7755 ημερομηνίας 13.04.89,
(3)Αντωνία Παναγίδου κ.α. ν. Μαρίας Παναγίδου κ.α. Πολιτική Έφεση 10207, ημερομηνίας 30.3.2001) συνάγεται ότι για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν περιλαμβάνεται οτιδήποτε άλλο εκτός από του να αποδειχθεί ότι πρόκειται περί συζητήσιμης υπόθεσης και τούτο με βάση τα δικόγραφα. Για την ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγοντας σε θεραπεία επεξηγήθηκε επανειλημμένα, ότι η αναφορά αυτή αφορά την απόδειξη ύπαρξης για κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα επιτυχίας, αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στην απόδειξη πολιτικής υπόθεσης, συνεπώς είναι αρκετό να αποδειχθεί αρκετή πιθανότητα επιτυχίας. Για την τρίτη προϋπόθεση όπου θα πρέπει να αποδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή θα πρέπει να εξεταστεί στη βάση του ερωτήματος εάν η αποζημίωση θα είναι επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Μετά την εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων και εφόσον αυτές πληρούνται, το Δικαστήριο θα πρέπει επιπλέον να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Είναι προφανές ότι σκοπός της εξασφάλισης του παρεμπίπτοντος διατάγματος είναι η προστασία του Ενάγοντα για να αποζημιωθεί σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του μετά την ακρόαση. Η ανάγκη προστασίας του Ενάγοντα δεν μπορεί παρά να σταθμίζεται πάντοτε με την αντίστοιχη ανάγκη να προστατευθεί ο Εναγόμενος από ζημιά που θα ήταν δυνατό να υποστεί κατά την άσκηση των δικών του δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο συνεπώς θα πρέπει πάντοτε να σταθμίζει τα δύο πιο πάνω στοιχεία και να καθορίσει εάν είναι δυνατό ποιος από τους δύο διάδικους θα υποστεί τη μεγαλύτερη ταλαιπωρία από την έκδοση ή όχι του διατάγματος (Βλέπε υπόθεση American Cinamid Co. v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E.R. 504, 509-510). Ένα άλλο θέμα το οποίο εξετάζεται πριν την έκδοση του διατάγματος είναι κατά πόσο οι αποζημιώσεις στις οποίες δυνατό να δικαιούται ο Ενάγοντας θα ήταν εύκολο ή δυνατό να υπολογισθούν με αρκετή βεβαιότητα. Η δυσκολία ή αδυναμία υπολογισμού αποτελεί παράγοντα ο οποίος συνηγορεί προς την έκδοση τέτοιου διατάγματος. Βλέπε υπόθεση Καρυδάς Ταξί Co Ltd ν. Ανδρέας Κωμοδίκης
(1975)1 Α.Α.Δ
  1. Τέλος και πριν προχωρήσει το Δικαστήριο στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 Ν. 14/60στη βάση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, κρίνεται ορθό να αναφερθεί ότι η νομική βάση της αίτησης θα πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς όπως προβλέπεται στη Δ.48 Κ.1 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Το ίδιο βέβαια ισχύει και για τα γεγονότα που θεμελιώνουν την αίτηση η αποκάλυψη των οποίων επιβάλλεται με την ίδια αυστηρότητα πάλι από τη Δ.
  2. Η μαρτυρία η οποία υποστηρίζει την αίτηση παρέχεται με ένορκη δήλωση η οποία θα πρέπει να συνάδει με τους κανόνες που διέπουν τον καταρτισμό της και προβλέπονται στη Δ.
  3. Σε αντίθεση με άλλη διαδικασία, στις ενδιάμεσες αιτήσεις η ένορκη δήλωση μπορεί να αναφέρεται και σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση ο μάρτυρας, νοουμένου ότι αυτός αποκαλύπτει την πηγή από την οποία αντλεί την πληροφόρησή του. Αξιολόγηση εκδοχών και Συμπέρασμα Δικαστηρίου: Πριν προχωρήσει το Δικαστήριο στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων της διατήρησης ή όχι του προσωρινού διατάγματος, κρίνεται ορθό να αποφασισθεί το θέμα της γλώσσας στην οποία ο αιτητής προέβηκε στην ένορκη δήλωση του. Έχουν εξετασθεί όλα τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Κρίνεται πως δεν δικαιολογείται συμπέρασμα ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα στην οποία έχει κάνει την ένορκη δήλωση του, δεν μπορεί να είναι αυτονόητο σήμερα πως κάποιος γερμανός υπήκοος δεν γνωρίζει ελληνικά. Η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση στηρίχθηκε σε μία θέση λογικής η οποία όμως δεν αποκλείει το αντίθετο, συνακόλουθα όφειλε να αμφισβητήσει το υπό συζήτηση θέμα με στοιχεία και γεγονότα που να έθεταν υπό κλονισμό αυτή τη θέση, είτε με κάποια μαρτυρία είτε με αντεξέταση του αιτητή ούτως ώστε το Δικαστήριο να ήταν σε πιο καλή θέση να αξιολογήσει την εκδοχή της επί αυτού του σημείου. Συνακόλουθα η θέση των καθ΄ ων η αίτηση η οποία αντανακλά στον (α) λόγο ένστασης απορρίπτεται. Επιπλέον όσον αφορά το θέμα του επείγοντος, ούτε σ΄ αυτό έχει η πλευρά των καθ΄ ων προσθέσει οτιδήποτε που να ανατρέπει την αρχική θέση του Δικαστηρίου αφού ο αιτητής δηλώνει στην παράγραφο 20 της ένορκης δήλωσης του ότι υπήρξε τελευταία συνάντηση των δικηγόρων των διαδίκων στις 22.12.2008 για επίλυση της διαφοράς τους χωρίς όμως κατάληξη. Ο χρόνος αυτός είναι που θεωρείται πλέον αφετηρία για να αποταθεί ο αιτητής στο Δικαστήριο και όχι αρχές του 2008 συνεπώς κρίνεται πως δεν υπήρξε καθυστέρηση από πλευράς του αν ληφθεί υπόψη ότι υπήρχε και η περίοδος των διακοπών των Χριστουγέννων. Συνεπώς ο (γ) λόγος ένστασης απορρίπτεται. Ερχόμενο το Δικαστήριο στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του διαπιστώνονται ειδικότερα τα πιο κάτω: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση: Τα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του αιτητή κρίνεται ότι δικαιολογούν συμπέρασμα ότι ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει ένα σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, πρόκειται για τον ισχυρισμό για κατακράτηση περιουσίας του αιτητή και προσωπικών αντικειμένων του εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση καθώς και οι αναφορές για είσπραξη χρημάτων για λογαριασμό της εναγόμενης 1 και κατάθεση τους σε προσωπικό λογαριασμό του εναγόμενου 2-καθ΄ ου η αίτηση. Επίσης σημαντικά κρίνονται και τα όσα αναφέρει ο αιτητής στην παράγραφο 18 της ένορκης δήλωσης του για εκδίωξη του από την επιχείρηση χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη ειδοποίηση ενώ ακόμη είναι μέτοχος και εργαζόταν σε κάποια συγκεκριμένη βάση και πρακτική για δύο χρόνια. (β) Ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής: Τα όσα ισχυρίζονται οι καθ΄ ων η αίτηση προβάλλοντας την εκδοχή τους και σε επίπεδο ισχυρισμών πάντοτε δεν έχουν δημιουργήσει εκείνη τη δυναμική στην εκδοχή τους ότι ο ενάγοντας αποκλείεται να δικαιούται σε κάποιες από τις θεραπείες που ζητά. Είναι αρκετό να επισημανθεί πως οι καθ΄ ων η αίτηση αποδέχονται στην παράγραφο 15 της ένορκης δήλωσης του καθ΄ ου η αίτησης αρ. 2 ότι κατέχουν αντικείμενα τα οποία ανήκουν στον αιτητή. Η θέση ότι έχει επανειλημμένως κληθεί να τα παραλάβει δεν προβάλλει λογική και πειστική όταν ο αιτητής προβάλλει τη θέση πως έγιναν προσπάθειες στην παρουσία των δικηγόρων τους και όμως δεν κατέστηκε δυνατό να εξευρεθεί λύση στη διαφωνία τους. Περαιτέρω μια τέτοια θέση θα ήταν πιο πειστική αν οι καθ΄ ων η αίτηση γραπτώς ενημέρωναν τον αιτητή να παραλάβει τα εν λόγω αντικείμενα οπότε αν δεν τα παραλάμβανε θα λειτουργούσε το στοιχείο αυτό ενάντια στη θέση του η οποία προβάλλει εκ πρώτης όψεως συνεπής με το ότι έχει εκδιωχθεί από την επιχείρηση και ότι άτομα ασφαλείας δεν του επέτρεπαν να εισέλθει στο αρτοποιείο. Σημειώνεται δε πως οι καθ΄ ων η αίτηση δεν δίδουν οποιεσδήποτε εξηγήσεις επ΄ αυτού, είναι δε εύκολα αντιληπτό ότι ενώ για άλλους ισχυρισμούς δίδονται κάποιες εξηγήσεις ουδεμία εξήγηση δίδεται για τα όσα ο αιτητής προβάλλει στην ένορκη δήλωση του παράγραφος 18, γεγονός το οποίο προσδίδει δυναμική στα όσα ισχυρίζεται τουλάχιστον για σκοπούς αυτής της διαδικασίας ο αιτητής και ως εκ τούτου κρίνεται πως υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή του. (γ) Δύσκολη ή αδύνατη η απονομή της δικαιοσύνης στο μέλλον: Αναφορικά μ΄ αυτήν την προϋπόθεση θα πρέπει το Δικαστήριο να ανατρέξει σε μαρτυρία η οποία αφ΄ ενός μεν να σχετίζεται με την οικονομική κατάσταση των καθ΄ ων η αίτηση και αφ΄ ετέρου με την πρόθεση αποξένωσης περιουσίας, ως αποτέλεσμα δε τέτοιας οικονομικής κατάστασης να μην είναι δυνατή η ικανοποίηση ενδεχόμενης απόφασης προς όφελος του αιτητή. Ανατρέχοντας στη μαρτυρία που έχει προσάξει ο αιτητής διαπιστώνεται στην παράγραφο 21 της ένορκης δήλωσης του πως αυτός αναφέρει ότι έχει πληροφορηθεί από υπάλληλο της καθ΄ ης η αίτηση 1 ότι ο καθ΄ ου η αίτηση 2 θα κάνει ότι είναι δυνατό για να αποξενώσει τα αντικείμενα τα οποία του ανήκουν και πρόθεση του είναι να μην του επιστρέψει οποιαδήποτε αντικείμενα. Για τα εν λόγω στοιχεία υπάρχει γενική άρνηση από τους καθ΄ ων η αίτηση αλλά και θέση ότι δεν υπάρχει τέτοια πρόθεση. Επιπλέον όμως η μη αποκάλυψη αυτής της πηγής πληροφόρησης κατά συγκεκριμένο τρόπο, δηλαδή να δοθεί το όνομα του υπαλλήλου που έχει αναφέρει αυτήν τη μαρτυρία δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να δώσει βαρύτητα σ΄ αυτήν αλλά κρίνει ότι πρόκειται για αόριστη μαρτυρία (βλέπε υπόθεση Τεκμα Ε.Π.Ε. ΑΔ/φοι ΑΘ. & Ν. ΑΡΒΑΝΙΤΗ ΕΠΙΣΚΕΥΕΣ ΠΛΟΙΩΝ & Κατασκευαστές μηχανών ν. Του Ρυμουλκού Πήγασος κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1491). Περαιτέρω κρίνονται ως γενικές οι αναφορές του αιτητή στην παράγραφο 22 και 24 της ένορκης δήλωσης του σχετικά με την πιθανότητα πρόκλησης βλάβης στα μηχανήματα που ισχυρίζεται ότι του ανήκουν αφού δεν εξηγεί με ποιον τρόπο θα είναι αδύνατο να αποζημιωθεί στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ακόμη μία παράμετρο στην παρούσα διαδικασία, είναι το ξεκαθαρισμένο ή όχι της απαίτησης του αιτητή όπου διαπιστώνεται πως καμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου πως με την τυχόν επιτυχία στην αγωγή του θα είναι δύσκολο να υπολογισθούν οι ζημιές του, αφού κάτι τέτοιο αν συμβεί πολύ εύκολα θα μπορούν οι ζημιές του να υπολογισθούν με ανάλογη μαρτυρία για την αξία των αντικειμένων αν αυτά καταστραφούν, καθώς και για την ενοικιογοραστική τους αξία για όσο καιρό στερηθεί της χρήσης τους. Η αναφορά του αιτητή στην αξία των αντικειμένων όπως φαίνονται στον κατάλογο τον οποίο επισυνάπτει στο κλητήριο του ένταλμα και στο οποίο παραπέμπει δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την αποδοχή της θέσης του. Επιπρόσθετα διαπιστώνεται παντελής απουσία μαρτυρίας περί της μη καλής οικονομικής κατάστασης των καθ΄ ων η αίτηση οπότε σε περίπτωση επιτυχίας θα ήταν ένας λόγος μη απονομής ή δύσκολης απονομής δικαιοσύνης. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω αξιολογώντας τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνεται πως η τελευταία προϋπόθεση δεν πληρείται κατ΄ επέκταση το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 19.01.2009 δεν δικαιολογείται σε περαιτέρω ισχύ. Βέβαια έχει διαπιστωθεί πως κάποια γεγονότα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δη αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 15 της ένορκης δήλωσης του καθ΄ ου η αίτηση 2, που δικαιολογούν την έκδοση μερικής απόφασης για επιστροφή των εν λόγω αντικειμένων στον αιτητή, αφού είναι αποδεκτό ότι του ανήκουν και δηλώνεται πρόθεση από τους καθ΄ ων η αίτηση να του παραδοθούν όμως τέτοια θεραπεία δεν μπορεί να δοθεί στα πλαίσια έκδοσης προσωρινού διατάγματος αλλά αίτησης για απόφαση στο μέρος όπου αυτό δικαιολογείται. Εν όψει όλων των πιο πάνω το Διάταγμα ημερομηνίας 19.01.2009 ακυρώνεται. Τα έξοδα επιδικάζονται σε βάρος του αιτητή, να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και να καταβληθούν στο τέλος της δίκης στην αγωγή. (Υπ.) .. ............ Δ. Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΤΑ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Προσωρινό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.