ΠΑΡΘΕΝΟΠΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ν. BERNETETTE PATATAS κ.α., Συνεν Αγ. 6472/05, 6856/05 και 469/06, 29 Απριλίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A105 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Δ. Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Συνεν Αγ. 6472/05, 6856/05 και 469/06 Αρ. Αγωγής: 6472/05 Μεταξύ: ΠΑΡΘΕΝΟΠΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ από τη Λεμεσό Ενάγουσα και
- BERNETETTE PATATAS οδός Γρ. Διγενή 36, Αγ. Τύχωνας Λεμεσός
- ΙΩΑΝΝΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΠΌ ΤΗ Λεμεσό Ιωαννίνων 34 Αρ. Αγωγής: 6856/05 Μεταξύ: Αντώνη Πατάτα από τον Άγιο Τύχωνα Λεμεσού Ενάγοντα και Ιωάννα Νικολάου από Λεμεσό Εναγόμενη και Bernadette Πατάτα, από Λεμεσό Τριτοδιαδίκου Αρ. Αγωγής: 469/06 Μεταξύ: Bernadette Πατάτα Ενάγουσα και Ιωάννα Νικολάου Εναγόμενη Ημερομηνία: 29 Απριλίου, 2009 Αγωγή: 6472/05 Για την Ενάγουσα: κος Α. Γιορδαμλής με κ. Κ. Σέργη (κα Γιατρού για να ακούσει απόφαση) και κ. Σπ. Μυριάνθης Για τον Εναγόμενη 1: κα Χρ. Ερωτοκρίτου για Α. Ερωτοκρίτου & Σία (κα Ν. Δημητρίου για να ακούσει απόφαση) με κα Σ. Τόκα για Α. Τόκας & Σία Για τον Εναγόμενη 2: κος Αβρααμίδης για Λ. Π"Φιλίππου & Σία (κος Χ. Δημητρίου για να ακούσει απόφαση) Αγωγή: 6856/05 Για Ενάγουσα: κα Σ. Τόκα για Α. Τόκας & Σία Για εναγόμενη: κος Αβρααμίδης για Λ. Π"Φιλίππου & Σία (κ. Χ. Δημητρίου για να ακούσει απόφαση) Για Τριτοδιάδικο: κα Χρ. Ερωτοκρίτου για Α. Ερωτοκρίτου & Σία (κα Ν. Δημητρίου για να ακούσει απόφαση) Αγωγή: 469/06 Για ενάγουσα: κα Σ. Τόκα για Α. Τόκας & Σία Για Εναγόμενη: κος Αβρααμίδης για Λ. Π"Φιλίππου & Σία (κ. Χ. Δημητρίου για να ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Οι πιο πάνω αγωγές έχουν συνενωθεί με σχετικό Διάταγμα για συνεκδίκαση ως προς το θέμα της ευθύνης για τροχαίο δυστύχημα το οποίο συνέβηκε στις 24.6.2005 στη Λεμεσό. Στην αγωγή 6472/05 η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ενώ οδηγούσε το όχημα της ΚΗΤ349 και βρισκόταν στην λεωφόρο Μακαρίου του ΙΙΙ στη Λεμεσό, με ανατολική κατεύθυνση κρατώντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, το όχημα της κτυπήθηκε από το όχημα ΕΒΧ578 το οποίο οδηγούσε η εναγόμενη 1 και η οποία την ακολουθούσε στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας. Επίσης ισχυρίζεται ότι υπήρξε σύγκρουση μεταξύ των οχημάτων που οδηγούσε η εναγόμενη 1 και του ακολουθούμενου αυτής οχήματος ΚΚΧ088 το οποίο οδηγούσε η εναγόμενη
- Παρατίθενται λεπτομέρειες αμέλειας και των δύο εναγομένων. Στην αγωγή 6856/05 ενάγοντας είναι ο ιδιοκτήτης του οχήματος ΕΒΧ578 και εναγόμενη η οδηγός του ΚΚΧ
- Παρατίθενται επίσης λεπτομέρειες αμέλειας ως επίσης στην ίδια υπόθεση είναι τριτοδιάδικος η οδηγός του οχήματος ΕΒΧ
- Στην αγωγή 469/06 ενάγουσα είναι οδηγός του ΕΒΧ578 και εναγόμενη η οδηγός του ΚΚΧ088, παρατίθενται και σ' αυτή την περίπτωση λεπτομέρειες αμέλειας. Υπόθεση οδηγός για την συνεκδίκαση ορίστηκε η αγωγή 6472/05 στην οποία ενάγουσα ήταν η οδηγός του οχήματος ΚΗΤ
- Προσαχθείσα μαρτυρία: Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν για την εκδοχή της ενάγουσας στην αγωγή 6472/05 η ίδια (ΜΕ2) και ο αστυφύλακας 2869 (ΜΕ1). Προς υποστήριξη της εκδοχής της εναγόμενης 1 κατέθεσε η ίδια (ΜΥ1) και ο Γιάννης Συλβέστρος (ΜΥ2) ενώ για την υποστήριξη της εκδοχής της εναγόμενης 2 κατέθεσε η ίδια (ΜΥ3). Επίσης κατά τη δίκη κατατέθηκαν τα ακόλουθα έγγραφα ως Τεκμήρια. Τεκμήριο 1: Σχεδιάγραμμα σκηνής δυστυχήματος Τεκμήριο 2: Κατάθεση Γιάννη Συλβέστρου ημερομηνίας 6.7.05 (ΜΥ2). Τεκμήριο 3: Πρόχειρο σχέδιο σκηνής δυστυχήματος Τεκμήριο 4: Κατάθεση ΜΕ2 (ως μέρος της κυρίως εξέτασης) Τεκμήριο Α προς Αναγνώριση: Σημειώσεις αστυφύλακα 2869 ΜΕ
- Τεκμήριο Α: Γραπτή δήλωση της ΜΕ2 (ως μέρος της κυρίως εξέτασης της) Τεκμήριο Β: (Μέρος του τεκμηρίου Α προς αναγνώριση). Δήλωση της Bernetette Πατάτα στην Αστυνομία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της (ΜΥ1). Τεκμήριο Γ: (Μέρος του τεκμηρίου Α προς Αναγνώριση). Δήλωση της Ιωάννας Νικολάου (ΜΥ3) ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. ΜΕ1, ήταν ο αστυφύλακας 2869 Α. Αργυρού, ως ανέφερε στις 24.6.2005 βρισκόταν καθήκον και περί ώρα 10:45 π.μ. πληροφορήθηκε ότι συνέβηκε τροχαίο δυστύχημα στη λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ, στη Λεμεσό, μετέβηκε εκεί με ακόμη ένα συνάδελφο του. Στη σκηνή συνάντησε δύο οχήματα τα οποία φαίνονταν ως εμπλεκόμενα σε δυστύχημα και ήταν στις τελικές τους θέσεις, πρόκειται για τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής ΚΚΧ088 και ΚΗΤ
- Επίσης υπήρχε ακόμη ένα όχημα εμπλεκόμενο ως του αναφέρθηκε, όμως δεν το τοποθέτησε στο σχέδιο το οποίο ετοίμασε, διότι όταν αυτός έφτασε στη σκηνή, φορτωνόταν σε πλατφόρμα, και ήταν στο βόρειο πεζοδρόμιο. Όλα τα εμπλεκόμενα οχήματα ως του αναφέρθηκε είχαν ανατολική κατεύθυνση και υπέστηκαν ζημιές τις οποίες εξήγησε σε γενικές γραμμές. Επίσης ο εν λόγω μάρτυρας εξήγησε το ευρετήριο το οποίο ετοίμασε αναφορικά με το σχεδιάγραμμα του (Τεκμήριο 1) οι δε οδηγοί των οχημάτων ΚΚΧ088 και ΚΗΤ349 όταν τους υποδείχθηκε το πρόχειρο σχέδιο με βάση το οποίο ετοιμάστηκε το τεκμήριο 1, συμφώνησαν μ΄ αυτό. Ως περαιτέρω εξήγησε στο σημείο του δρόμου όπου έγινε το δυστύχημα υπήρχαν δύο λωρίδες κυκλοφορίας με ανατολική κατεύθυνση ωστόσο η μία εκ των δύο, σταδιακά καταργείται και ο δρόμος προς ανατολή γίνεται με μόνο μια λωρίδα κυκλοφορίας, γι΄ αυτό υπήρχαν ζωγραφιστά τόξα στο δρόμο για υποχρεωτική αριστερή πορεία. Τέλος αναφορικά με την ορατότητα στο δρόμο, στο σημείο όπου έγινε το δυστύχημα την χαρακτήρισε πολύ καλή πέραν των 100 μέτρων ενόψει του ότι ο δρόμος είναι ευθύς και ο καιρός ήταν αίθριος. ΜΕ2 κατέθεσε η Παρθενόπη Στυλιανού, είναι η ενάγουσα στην αγωγή 6472/
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία της στις 24.6.2005 ενώ οδηγούσε το όχημα της με αριθμούς εγγραφής ΚΗΤ 349 επί της λεωφόρου Μακαρίου ΙΙΙ στη Λεμεσό με ανατολική κατεύθυνση, ξαφνικά ένιωσε ένα δυνατό κτύπημα στο πίσω μέρος του οχήματος της και έτσι σπρώχθηκε προς τη δεξιά λωρίδα ενώ στη συνέχεια άκουσε δεύτερο κτύπημα χωρίς να προσδιορίσει που έγινε αυτό. Κατεβαίνοντας από το όχημα της αντιλήφθηκε ότι πίσω από αυτό ενέχονταν σε δυστύχημα ακόμη δύο αυτοκίνητα. Ως εξήγησε το αυτοκίνητο που κτύπησε πάνω στο δικό της την προσπέρασε από αριστερά και κατέληξε σε παρακείμενο χωράφι στην αριστερή της πλευρά. Στη συνέχεια αυτή μεταφέρθηκε σε Νοσοκομείο με ασθενοφόρο. ΜΥ1 κατέθεσε η Bernetette Πατάτας, είναι από την Ιρλανδία και διαμένει στην Κύπρο, στις 24.6.05 οδηγούσε επί της λεωφόρου Μακαρίου ΙΙΙ το όχημα ΕΒΧ 578 με ανατολική κατεύθυνση. Ενώ κινείτο σιγά-σιγά και κάποιο όχημα βρισκόταν μπροστά της, ένα άλλο όχημα το οποίο την ακολουθούσε κτύπησε βίαια στο πίσω μέρος του οχήματος της και την έσπρωξε πιο μπροστά, οπότε αυτή κτύπησε στο πίσω μέρος του οχήματος το οποίο αυτή ακολουθούσε. Στη συνέχεια το όχημα της κατέληξε στην αριστερή πλευρά του δρόμου και σταμάτησε στο πεζοδρόμιο. Όταν αργότερα βγήκαν από τα αυτοκίνητα τους όλοι οι εμπλεκόμενοι στο δυστύχημα οδηγοί πήγαν σ΄ ένα βενζινάδικο που βρισκόταν εκεί κοντά, οπότε η κοπέλα η οποία οδηγούσε το αυτοκίνητο που την ακολουθούσε της απολογήθηκε και της είπε ότι αναγκάστηκε να την κτυπήσει προκειμένου να μην κτυπήσει κάποια μοτοσικλέτα που ήταν μπροστά της. ΜΥ2 κατέθεσε ο Γιάννης Συλβέστρος, στις 24.6.05 ήταν σε βενζινάδικο επί της λεωφόρου Μακαρίου ΙΙΙ, στη Λεμεσό, για να εφοδιάσει με καύσιμα τη μοτοσικλέτα του. Ξαφνικά άκουσε δυνατό θόρυβο, μετά όταν γύρισε προς το δρόμο τότε είδε ένα αυτοκίνητο να κτυπά σε προπορευόμενο του όχημα και στη συνέχεια να κινείται αριστερά προς το βόρειο πεζοδρόμιο, και τα δύο αυτά οχήματα είχαν ανατολική κατεύθυνση, δεν άκουσε στη συνέχεια άλλο θόρυβο ούτε είδε άλλη σύγκρουση να ακολουθεί. Όταν πήγε κοντά στο αυτοκίνητο που ακινητοποιήθηκε στο αριστερό πεζοδρόμιο κατάλαβε ότι και αυτό είχε κτυπηθεί στο πίσω μέρος του από άλλο αυτοκίνητο διότι υπήρχαν ζημιές στο πίσω μέρος. Αυτός έμεινε εκεί μέχρι που ήρθε ασθενοφόρο. Όπως εξήγησε πρώτα άκουσε θόρυβο και μετά όταν γύρισε είδε τη σύγκρουση των δύο οχημάτων που περίγραψε. ΜΥ3 κατέθεσε η Ιωάννα Νικολάου, η δική της εκδοχή ήταν πως στις 24.6.05 ως η οδηγός του οχήματος ΚΚΧ088, οδηγούσε επί της λεωφόρου Μακαρίου ΙΙΙ στη Λεμεσό με ανατολική κατεύθυνση κρατώντας τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Σε κάποια στιγμή αντιλήφθηκε ότι στο δρόμο υπήρχαν τόξα που της έδειχναν να κινηθεί αριστερά ωστόσο πρόσεξε ότι στην αριστερή της λωρίδα υπήρχε μοτοσικλέτα, η ταχύτητας της ήταν πολύ μικρή, όταν ξανακοίταξε αριστερά της φώναξε η αδελφή της η οποία ήταν μαζί της «πρόσεχε», προτού όμως κοιτάξει αριστερά κτύπησε στο πίσω μέρος του οχήματος ΕΒΧ578 το οποίο προπορευόταν και βρισκόταν στην λωρίδα της. Το τελευταίο όχημα κινήθηκε αριστερά και σταμάτησε στο αριστερό πεζοδρόμιο σε κάποια απόσταση πιο μπροστά. Επίσης μετά το δυστύχημα είδε ότι στο μέσο του δρόμου υπήρχε ακόμη ένα αυτοκίνητο ακινητοποιημένο με ζημιές στο πίσω μέρος. Αποδέχθηκε ότι μετά τη σύγκρουση απολογήθηκε στην οδηγό του προπορευόμενου της οχήματος (ΕΒΧ578) χωρίς όμως να ξέρει τι προηγήθηκε ή τι ακολούθησε της σύγκρουσης που είχε μαζί της, και ότι ζήτησε συγνώμη για το κτύπημα στο αυτοκίνητο της. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις εκδοχές των πελατών τους όπως αυτές εμφαίνονται ή συνάγονται σε γενικές γραμμές από τα δικόγραφα τους. Ειδικότερα, ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας εισηγήθηκε καταρχήν πώς η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ανεξάρτητα από το ποιοι μάρτυρες θα κριθούν αξιόπιστοι και ποιοι αναξιόπιστοι δεν δικαιολογεί οποιαδήποτε επίρριψη ευθύνης στην ενάγουσα η οποία ήταν το πρώτο από τα τρία στη σειρά εμπλεκόμενα στο δυστύχημα οχήματα. Είναι αρκετό δε για την ενάγουσα ότι απέδειξε ευθύνη για την εναγομένη 1 η οποία κτύπησε στο όχημα της επειδή δεν τηρούσε ασφαλή απόσταση αλλά και επειδή δεν πήρε οποιαδήποτε μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης. Περαιτέρω προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου εξέφρασε τη θέση πώς τα γεγονότα δικαιολογούν συμπέρασμα ότι οι δύο συγκρούσεις ήταν σχεδόν ταυτόχρονες και σε περίπτωση που δεν μπορεί να γίνει χρονικός διαχωρισμός τους τότε η ευθύνη θα είναι ίση μεταξύ των οδηγών που ακολουθούν επικαλούμενος την υπόθεση Λουκά ν. Σάββα Κούρτη κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ.
- Η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγομένης 1 προώθησε τη θέση πώς κάποια σημεία της μαρτυρίας της εναγομένης 1 για τη λωρίδα που οδηγούσε και τα οποία πιθανόν εκ πρώτης όψεως να δημιουργούν αρνητική εντύπωση είναι επειδή αυτή ίσως δεν αντιλαμβανόταν το τι ακριβώς ερωτήθηκε κατά τη δίκη. Συνοπτικά εισηγήθηκε πως δικαιολογείται συμπέρασμα ότι η εναγόμενη 2 κτύπησε αρχικά πάνω στο όχημα της εναγόμενης 1 οπότε η τελευταία συγκρούστηκε με το όχημα της ενάγουσας, συνεπώς αποκλειστική ευθύνη και για τις δύο συγκρούσεις φέρει η εναγόμενη 2, ως τελευταία στη σειρά οδηγός. Η εν λόγω θέση υποστηρίχθηκε από το γεγονός πως η εναγόμενη 2 στη μαρτυρία της από τη μια αποδέχεται τη σύγκρουση του οχήματος της επί του οχήματος της εναγομένης 1, από την άλλη, δεν αναφέρθηκε σε προηγηθείσα της δικής της, σύγκρουση, συνεπώς δεν δικαιολογείται εύρημα για άλλη σύγκρουση προγενέστερη της δικής της με την εναγόμενη
- Από την πλευρά της εναγόμενης 2 ο ευπαίδευτος συνήγορος της εισηγήθηκε πως η απάντηση στο επίδικο θέμα δίδεται μέσα από την πραγματική μαρτυρία και από την προφορική μαρτυρία της ενάγουσας η οποία κάνει λόγο για δύο συγκρούσεις, οι δε οδηγοί συμφώνησαν με το σχέδιο (τεκμήριο 1). Κάλεσε δε το Δικαστήριο να μην αποδεχθεί ως αξιόπιστη τη μαρτυρία της εναγόμενης 1 η οποία δεν κατέθεσε με συνοχή αλλά ενάντια στην πραγματική μαρτυρία. Αντίθετα εξέφρασε τη θέση πως η εναγόμενη 2 κατέθεσε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Συνοψίζοντας τη θέση της εναγόμενης 2, εισηγήθηκε ακόμη στο Δικαστήριο να κρίνει ότι υπήρξαν δύο συγκρούσεις, η δε πρώτη επί του οχήματος της ενάγουσας με αποκλειστική ευθύνη της εναγόμενης 1, ενώ για τη δεύτερη, επί του οχήματος της εναγόμενης 1 φέρει μεγάλο μέρος ευθύνης η εναγόμενη 2, αλλά και συντρέχουσα αμέλεια η εναγόμενη 1 διότι αν δεν γινόταν η πρώτη σύγκρουση για την οποία ευθύνεται τότε δεν θα προκαλείτο και η δεύτερη σύγκρουση. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καθώς επίσης, το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους κρίνεται στη συνέχεια η αξιοπιστία τους. Επειδή ως διαφαίνεται το κύριο επίδικο θέμα είναι ο καθορισμός ευθύνης για το τροχαίο δυστύχημα και καθοριστικό στοιχείο αποτελεί ο τρόπος και οι συνθήκες που αυτό συνέβηκε, κρίνεται ορθό να γίνει πολύ σύντομη αναφορά στην εκδοχή που ο κάθε ενεχόμενος οδηγός έχει παρουσιάσει. α) Η οδηγός του οχήματος ΚΗΤ349 το οποίο ως διαφαίνεται ήταν το πρώτο στη σειρά με ανατολική κατεύθυνση, πριν το δυστύχημα, προέβαλε τη θέση ότι πρώτα κτύπησε στο πίσω μέρος του οχήματος της το όχημα ΕΒΧ573, δεύτερο στη σειρά όχημα, και ακολούθως άκουσε δεύτερο κτύπημα, οπότε πιθανόν εδώ κάποιος να θεωρήσει ότι το δεύτερο κτύπημα ήταν η σύγκρουση του τρίτου στη σειρά οχήματος (ΚΚΧ088) πάνω στο μεσαίο όχημα (ΕΒΧ 579). β) Η οδηγός του ΕΒΧ578 το οποίο ήταν το δεύτερο στη σειρά ισχυρίστηκε ότι πρώτα κτύπησε βίαια πάνω στο όχημα της (στο πίσω μέρος) το τρίτο όχημα στη σειρά, το οποίο την έσπρωξε και αυτή με τη σειρά της κτύπησε πάνω στο προπορευόμενο της (πρώτο στη σειρά όχημα). γ) Η οδηγός του ΚΚΧ088 (τρίτου και τελευταίου στη σειρά οχήματος) αποδέχεται ότι κτύπησε πάνω στο προπορευόμενο της όχημα και δεύτερο στη σειρά, δεν γνωρίζει όμως για άλλη σύγκρουση ούτε εάν αυτή προηγήθηκε της δικής της είτε αν ακολούθησε και βεβαίως δεν απέκλεισε κάτι τέτοιο. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω θέσεις το Δικαστήριο, για τους λόγους που θα εξηγηθούν στη συνέχεια, κρίνει ότι η πιο αξιόπιστη εκδοχή και μαρτυρία ενώπιον του είναι αυτή που προέβαλε η ΜΥ1 οδηγός του οχήματος ΕΒΧ578 το οποίο βρισκόταν δεύτερο στη σειρά από τα τρια οχήματα. Οι λόγοι εξηγούνται στη συνέχεια: Θα πρέπει βεβαίως από αυτό το στάδιο να αναφερθεί πως το Δικαστήριο αποδέχεται ως αξιόπιστη τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΥ2 (αστυφύλακα και Γιάννη Συλβέστρου αντίστοιχα) οι οποίοι ο μεν πρώτος καθηκόντως διερεύνησε το επίδικο δυστύχημα και παρουσίασε με θετικό τρόπο όλες τις ενέργειες του ο δε δεύτερος τυχαία βρέθηκε σε κοντινό βενζινάδικο για εφοδιασμό της μοτοσικλέτας του με καύσιμα, και δεν έχουν οποιοδήποτε συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Βεβαίως δεν έχουν αφήσει αρνητική εντύπωση αλλά ούτε και υπήρξε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε κλονιστικό της αξιοπιστίας τους στοιχείο. α) Κατ' αρχήν ως θα διαφανεί η μαρτυρία της ΜΥ1 ότι όταν κτυπήθηκε βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα δεν θα έχει οποιαδήποτε ιδιαίτερη σημασία στον επιμερισμό ευθύνης εάν βρισκόταν είτε ήταν στην αριστερή λωρίδα ή στη δεξιά. Κρίνεται περαιτέρω πως αυτή η μαρτυρία της δεν είναι ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της επειδή στο σχεδιάγραμμα είναι τοποθετημένο το όχημα της στην αριστερή λωρίδα. Αντίθετα η θέση της η οποία ήταν σταθερή (είναι και σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΥ3 η οποία αποδέχεται ότι ήταν μπροστά της και στη λωρίδα της) και παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με πολύ συγκεκριμένο τρόπο, ήταν συνεπής ως παρουσιάσθηκε από την πρώτη στιγμή στην αστυνομία όταν έδωσε κατάθεση αμέσως μετά το δυστύχημα και εδώ σημειώνεται πως το λεκτικό που αναφέρεται στη δήλωση της (τεκμήριο Β) δεν συγκρούεται με ότι είπε στο Δικαστήριο για τη λωρίδα που χρησιμοποιούσε. Γενικά ο τρόπος που κατέθεσε δεν άφησε οποιαδήποτε αρνητική εικόνα στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου κρίνεται αξιόπιστη και η μαρτυρία της αποδεκτή. β) Η εκδοχή την οποία έδωσε αρχικά η οδηγός του πρώτου οχήματος στη σειρά ΚΗΤ349 (ΜΕ2) ανατράπηκε από την ίδια μέσα από την δική της μαρτυρία κατά την αντεξέταση της. Βεβαίως δεν έδωσε την εντύπωση ότι πρόθεση της ήταν να πει ψέματα ωστόσο το περιεχόμενο της μαρτυρίας της είναι τέτοιο ποιοτικά που δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να δεχθεί ενιαία εκδοχή ως αξιόπιστη. Ενδεικτικά της ανατροπής της αρχικής της θέσης αποτελούν τα πιο κάτω αποσπάσματα από την αντεξέταση της. Σε ερώτηση για να δώσει κάποιες εξηγήσεις ως προς το περιεχόμενο της γραπτής της δήλωσης στο σημείο όπου αναφέρει ότι αισθάνθηκε ένα κτύπημα στο όχημα της απάντησε ως εξής: « Ήμουν τόσο ταραγμένη, η εικόνα μου, ήμουν εκτός, το άκουσα το ένιωσα; », συνεπώς εδώ ερωτώντας αναθεωρεί την αρχική της θέση νοουμένου ότι στο όλο περιστατικό υπάρχει άλλη εκδοχή ως προς τη χρονική σειρά των συγκρούσεων στην οποία η πιο πάνω μαρτυρία αφήνει περιθώριο να έχει συμβεί. Σε ερώτηση, «είναι δυνατό να ακούσατε και θόρυβο και να νιώσατε κτύπημα ταυτόχρονα» απάντησε ως εξής: «Το πρώτο αυτοκίνητο που με κτύπησε το είδα να περνάει και να παρκάρει σ' ένα χωράφι .. Και μετά άκουσα ή ένιωσα ένα θόρυβο.» Είναι επίσης αντιληπτό από αυτή τη μαρτυρία πως διασπά την αρχική της θέση και αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο να ξανακτύπησε δεύτερη φορά κάποιο άλλο αυτοκίνητο στο δικό της αυτοκίνητο κάτι για το οποίο είναι σε αντίθεση με ότι αυτή κατέθεσε αρχικά στην αστυνομία και στην κύρια εξέταση της. Περαιτέρω τα όσα έχει αναφέρει και δηλώσει η ΜΕ2 στην αρχική της κατάθεση ήταν ως ανέφερε κάτω από καθεστώς σύγχυσης λόγω του δυστυχήματος και ως αποδέκτηκε ακόμη και στο Δικαστήριο ένοιωθε κάποια σύγχυση, γεγονός που έγινε αντιληπτό από το Δικαστήριο. (γ) Η οδηγός του οχήματος ΚΚΧ088 (ΜΥ3) η οποία αποδέχθηκε ότι κτύπησε το προπορευόμενο όχημα ΕΒΧ578, δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι της δικής της σύγκρουσης προηγήθηκε άλλη σύγκρουση μεταξύ του πρώτου και δεύτερου οχήματος, συνεπώς ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο, λαμβανομένης υπόψη και της μη αποδοχής της μαρτυρίας της πρώτης στη σειρά οδηγού του ΚΗΤ349, για την αποδοχή της εκδοχής την οποία προώθησε και εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης
- (δ) Επιπρόσθετα δεν παραγνωρίζεται πως σε συνδυασμό με τα πιο πάνω τα όσα συνέβησαν ήταν από την πίσω πλευρά της ΜΕ2 όπου δεν είχε ορατότητα, σε αντίθεση με όσα περιέγραψε η οδηγός του ΕΒΧ578 τα οποία ήταν έμπροσθεν της, αλλά και τα όπισθεν του οχήματος της συμβάντα είναι αποδεκτά από την οδηγό του οχήματος που την ακολουθούσε (ΜΥ3) και εν πάση περιπτώσει τα όσα ανέφερε η ΜΥ1 δεν αποκλείονται και ούτε συγκρούονται από τη μαρτυρία της (ΜΥ3). (ε) Ως επισφράγισμα της ορθότητας της επιλογής του Δικαστηρίου να αποδεχθεί την εκδοχή της οδηγού του δεύτερου στη σειρά οχήματος (ΜΥ1) λειτουργεί η μαρτυρία του Γιάννη Συλβέστρου (ΜΥ2), ανεξάρτητου μάρτυρα ο οποίος τυχαία βρισκόταν σε βενζινάδικο και εφοδίαζε καύσιμα τη μοτοσυκλέττα του. Αυτός άκουσε θόρυβο, προφανώς τη σύγκρουση του οχήματος της τρίτης στη σειρά οδηγού επί του δεύτερου οχήματος (η ίδια αποδέχεται αυτή τη σύγκρουση) και όταν μετά το θόρυβο γύρισε προς το μέρος των οχημάτων είδε τη σύγκρουση του δεύτερου στη σειρά οχήματος (ΕΒΧ578) πάνω στο πρώτο (ΚΗΤ349) και ακολούθως το όχημα ΕΒΧ578 να φεύγει αριστερά και να ακινητοποιείται στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Τα στοιχεία αυτά κρίνεται ότι σε πολύ μεγάλο βαθμό συμπληρώνουν και συνάδουν με την εκδοχή της ΜΥ
- Ευρήματα Δικαστηρίου: Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και αποδεκτή μαρτυρία διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως: Στις 24.06.2005 περί ώρα 10:45 π.μ. η οδηγός του οχήματος ΚΗΤ349 κινείτο στη λεωφόρο Μακαρίου ΙΙΙ στη Λεμεσό κρατώντας την αριστερή από τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας προς ανατολική κατεύθυνση. Σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες σε κάποιο σημείο του δρόμου με ανατολική κατεύθυνση οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας καταργούνται και γίνεται μία, για υποβοήθηση και καθοδήγηση των οδηγών υπάρχουν στην δεξιά λωρίδα η οποία σταδιακά στενεύει μέχρι που καταργείται, ζωγραφιστά τόξα που δείχνουν υποχρεωτική κατεύθυνση προς την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Στο σημείο όπου άρχιζε η δεξιά λωρίδα να στενεύει και ενώ η οδηγός του ΚΗΤ349 βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και εκινείτο, την ακολουθούσε στη δεξιά όμως λωρίδα το όχημα ΕΒΧ578 το οποίο οδηγείτο από την ΜΥ1 Bernetette Patatas, ως επίσης πιο πίσω ακολουθούσε στη δεξιά πάλι λωρίδα το όχημα ΚΚΧ088 οδηγούμενο από την ΜΥ3 Ιωάννα Νικολάου. Ενώ όλα τα πιο πάνω οχήματα βρίσκονταν σε κίνηση με ίδια κατεύθυνση (ανατολική) η οδηγός του οχήματος ΚΚΧ088 προκειμένου να αποφύγει μοτοποδήλατο το οποίο βρισκόταν μπροστά της στην αριστερή όμως λωρίδα στην οποία προφανώς ήθελε να εισέλθει (σύμφωνα με τη δική της μαρτυρία η οποία είναι ενάντια στο συμφέρον της) κτύπησε βίαια στο δεύτερο στη σειρά όχημα ΕΒΧ578 που βρισκόταν μπροστά της και το οποίο με τη σειρά του σπρώχθηκε και κτύπησε πάνω στο πίσω μέρος του προπορευόμενου του οχήματος ΚΗΤ349 το οποίο υποχρεώθηκε σε κίνηση δεξιότερα προς τη δεξιά λωρίδα ενώ το όχημα ΕΒΧ578 κινήθηκε αριστερά και κατέληξε στο πεζοδρόμιο στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Στη σκηνή έφτασαν δύο αστυνομικοί, ένας εξ αυτών ο εξεταστής του δυστυχήματος, ΜΕ1, ο οποίος πήρε διάφορες μετρήσεις και τις κατέγραψε σε πρόχειρο αρχικά σχέδιο και αργότερα με τη συλλογή όλων των πληροφοριών ετοίμασε σχεδιάγραμμα σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο 1). Επίσης κατέγραψε τις θέσεις όλων των εμπλεκομένων οδηγών στο δυστύχημα ως αυτές φαίνονται στα τεκμήρια 4, Β και Γ. Νομική πτυχή: Το αστικό αδίκημα της αμέλειας ρυθμίζεται από τα άρθρα 51 και 57 του Κεφ.
- Όσον αφορά την εξέταση και διακρίβωση του κατά πόσο υπήρξε αμέλεια κατ΄αρχήν και έπειτα συντρέχουσα αμέλεια έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα στην υπόθεση Μακρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 A.A.Δ. 1013, σελ. 1024: «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα άρθρα 51, 57, 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzgerald v. Lord
(1988)2 Αll E.R. 961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Mirafloresand the Abadese
(1967)1 All E.R. 672, 777, είναι: Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των εναγομένων, από τη μια και ενάγοντα από την άλλη και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα ...» Στον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ των δύο οδηγών οι καθοριστικοί παράγοντες είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών, της σύγκρουσης και της ζημιάς που προκλήθηκε και η οποία αποτελεί το αντικείμενο της δίκης [δέστε Χαραλάμπους ν. Στυλιανού
(1991)1 (Α) Α.Α.Δ. 284]. Στην υπόθεση Κυριάκου Χριστοδούλου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 178, ο Δικαστής κ. Πικής (όπως ήταν τότε) ανάφερε στις σελίδες 183-184: «Ο καταμερισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25 και Polykarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R. 727. [Δέστε επίσης Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ. 881, 885]». Η έννοια της αμέλειας, όπως καθορίστηκε από το Δικαστή κ. Κωνσταντινίδη στην απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στη σελίδα 484 αναφέρει τα εξής: «Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια [Elpiniki Panayiotou v. Georghios Kyriakou Mavrou
(1979)1 C.L.R. 215].» Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού [δέστε Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387], ο δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά τη λογική πρόβλεψη (δέστε Βίκης ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345). Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420 εισαγάγεται ένα ευρύτερο προσδιοριστέο καθήκον των χρησιμοποιούντων το δρόμο, το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων η εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους για αμέλεια. Συνεχίζει η απόφαση ως εξής: «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο στη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας τους.» Περαιτέρω αναφέρει για το κριτήριο αμέλειας τα εξής: «Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Συμπέρασμα Δικαστηρίου: Ευθύνη: Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές καθώς και τα ευρήματα επί των πραγματικών γεγονότων κρίνεται ότι η εναγόμενη 2 στην αγωγή 6472/05 και οδηγός του οχήματος ΚΚΧ088 το οποίο κατά τον ουσιώδη επίδικο χρόνο για όλες τις αγωγές ήταν το τρίτο και τελευταίο στη σειρά όχημα, ευθύνεται τόσο για τη σύγκρουση επί του δεύτερου στη σειρά οχήματος ΕΒΧ578 το οποίο οδηγούσε η εναγόμενη 1 στην αγωγή 6472/05 όσο και για τη σύγκρουση του ΕΒΧ578 με το όχημα της ενάγουσας στην αγωγή 6472/05 το οποίο ήταν πρώτο στη σειρά. Η αμελής οδήγηση της εναγόμενης 2 κρίνεται ότι προκάλεσε τη σύγκρουση των δύο πρώτων οχημάτων καθ΄ ότι με τη βίαιη σύγκρουση της αρχικά για την οποία επίσης ευθύνεται επί του οχήματος της εναγόμενης 1 έσπρωξε το όχημα της τελευταίας και κτύπησε στο πρώτο όχημα, ως εκ τούτου υπάρχει και η αιτιώδης συνάφεια της αμέλειας της ως προς το αποτέλεσμα που επήλθε στο πρώτο όχημα. Συγκεκριμένα η αμέλεια της εναγόμενης 2 συνίσταται στα πιο κάτω: - Ενώ οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα του δρόμου χωρίς να ελέγξει αν ήταν ασφαλές και ενώ είχε πρόθεση να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας έτσι συγκρούστηκε με το όχημα ΕΒΧ578 της εναγόμενης 1 στο πίσω μέρος, το οποίο στη συνέχεια σπρώχθηκε και κτύπησε στο όχημα της ενάγουσας. Το γεγονός ότι ως η ίδια ανέφερε ότι οδήγησε το όχημα της με τέτοιο τρόπο προκειμένου να αποφύγει μοτοσικλέτα που βρισκόταν αριστερά δεν την απαλλάσσει ευθύνης έναντι των άλλων οδηγών που ήταν στη συγκεκριμένη περίπτωση αρχικά η εναγόμενη 1 και αργότερα η ενάγουσα που υπέστηκε το αποτέλεσμα της αμέλειας της. - Αναμφίβολα η πιο πάνω ενέργεια της εναγόμενης 2 οφείλεται στην έλλειψη της δέουσας παρατηρητικότητας, προσοχής και φροντίδας κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή την οποία εάν είχε θα αντιλαμβανόταν το όχημα της εναγόμενης 1 και δεν θα κτυπούσε πάνω σ΄ αυτό είτε κάνοντας χρήση των φρένων της είτε θα τηρούσε μεγαλύτερη απόσταση από το προπορευόμενο της όχημα. Επίσης θα αντιλαμβανόταν πιο έγκαιρα το μοτοποδήλατο που ήταν αριστερά της και θα τηρούσε την κατάλληλη απόσταση και ταχύτητα ώστε να μην υποχρεωθεί να κτυπήσει στο προπορευόμενο της όχημα προκειμένου να μην συγκρουστεί μαζί του. - Επιπρόσθετα των πιο πάνω η φύση του συγκεκριμένου δρόμου επέβαλλε ένα αυξημένο καθήκον επιμέλειας και παρατηρητικότητας στην ΜΥ3 εν όψει του ότι η λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία βρισκόταν σε κάποια απόσταση πιο μπροστά θα καταργούνταν και ήδη βρισκόταν στο σημείο που υπήρχαν ζωγραφιστά τόξα που έδειχναν γι΄ αυτήν υποχρεωτική πορεία αριστερά, συνεπώς, ήταν ήδη ενώπιον νέου καθεστώτος επί του δρόμου στο οποίο όφειλε να προσαρμοστεί με σεβασμό στους οδηγούς που τηρούσαν ήδη από πριν τη λωρίδα τους (αριστερή) αλλά και της εναγόμενης 1 η οποία σε κάποια στιγμή ήταν λογικό ή αναμενόμενο ότι και αυτή θα όδευε προς την αριστερή λωρίδα και ήταν πιο μπροστά της. Ως εκ τούτου είχε υποχρέωση για αυξημένο έλεγχο ή και να αρχίσει να οδηγεί με τέτοια ταχύτητα ώστε να της επιτρέπει να εισέλθει με ασφάλεια στην αριστερή λωρίδα, ωστόσο όταν είδε μοτοποδήλατο στα αριστερά της το οποίο δεν της επέτρεπε να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα και είναι άξιο απορίας πως δεν το είχε δει προηγουμένως, αμέσως κτύπησε επί του προπορευόμενου οχήματος της εναγόμενης
- Συντρέχουσα αμέλεια: Αναφορικά με τυχόν συντρέχουσα κατ΄ αρχήν εκ μέρους της ενάγουσας είτε για τη μία είτε για την άλλη σύγκρουση εν όψει απουσίας τέτοιου ισχυρισμού στα δικόγραφα της εναγόμενης 1 και 2 πέραν του ότι ελλείπει ο σχετικός ισχυρισμός είναι σαφές ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια εκ μέρους της άλλωστε ουδείς εκ των άλλων διαδίκων εισηγήθηκε κάτι τέτοιο. Όσον αφορά δε τυχόν συντρέχουσα αμέλεια της εναγόμενης 1 είτε για την πρώτη είτε για τη δεύτερη σύγκρουση θα πρέπει να γίνει αναδρομή στις αρχές που έχουν ήδη προαναφερθεί και στο βασικό κανόνα ο οποίος επιβάλλει να διαπιστωθεί αν οι εναγόμενη 1 απόδειξε ότι κατά την επίδικη χρονική περίοδο έχει επιδείξει τη δέουσα προσοχή και φροντίδα που αναμένεται στο μέσο οδηγό για τη δική του ασφάλεια και δικές του ζημιές. Έχοντας κατά νου τα ευρήματα επί των πραγματικών γεγονότων το Δικαστήριο έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εναγόμενη 1 δεν έχει υποπέσει σε οποιοδήποτε σφάλμα μέσα από την οδήγηση της το οποίο να είχε αιτιώδη συνάφεια είτε με το αποτέλεσμα της πρώτης χρονικά σύγκρουσης (μεταξύ τρίτου και δεύτερου στη σειρά οχήματος της) ούτε της δεύτερης χρονικά σύγκρουσης (μεταξύ του οχήματος της και του πρώτου στη σειρά οχήματος) και τούτο επειδή αυτή κρατούσε-βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ως δικαιούνταν και χωρίς κάποια δική της συμπεριφορά κτυπήθηκε από όχημα που την ακολουθούσε και εξαιτίας της σύγκρουσης σπρώχθηκε και κτύπησε στο προπορευόμενο της όχημα. Επί του τελευταίου σημείου τονίζεται πως η αποδοχή της μαρτυρίας της εναγόμενης 1 είναι ικανοποιητική ως προς τη δημιουργία και της δεύτερης σύγκρουσης εν όψει της απουσίας οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας αντικρουστικής είτε από κάποιο εμπειρογνώμονα ή άλλο μάρτυρα ο οποίος θα απέκλειε τέτοιο συμπέρασμα. Βεβαίως προφανώς για να σπρωχθεί το όχημα της εναγόμενης 1 και να κτυπήσει επί του προπορευόμενου του οχήματος οφείλεται σε δύο στοιχεία, πρώτο ότι η σύγκρουση επί του οχήματος της ήταν βίαιη και σύμφωνα με τη μαρτυρία της ήταν τέτοια. Δεύτερο ότι πολύ πιθανόν η ΜΥ1 βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από το προπορευόμενο της όχημα στοιχείο όμως το οποίο από μόνο του δεν δικαιολογεί αμέλεια της, καθότι ελλείπει η αιτιώδης συνάφεια ως προς το αποτέλεσμα. Η εν λόγω αιτιώδης συνάφεια σ΄ αυτή την περίπτωση ήταν η βίαιη σύγκρουση επί του οχήματος της από το όχημα της εναγόμενης 2 και κατ΄ επέκταση το σπρώξιμο και η ώθηση επί του πρώτου στη σειρά οχήματος. Το γεγονός επίσης ότι το όχημα της ΜΥ3 επρόκειτο να κτυπηθεί στο πίσω μέρος του οχήματος της ΜΥ1 δεν δικαιολογούσε υποχρέωση της τελευταίας για λήψη οποιωνδήποτε μέτρων αποφυγής της σύγκρουσης εκ μέρους της, αφού δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη 1 είχε αντιληφθεί κάτι τέτοιο και όμως δεν ενέργησε προς αποφυγή της σύγκρουσης. Βέβαια αν η εναγόμενη 1 είχε κάποια μεγαλύτερη απόσταση από το προπορευόμενο της όχημα πιθανόν να μην κτυπούσε πάνω σ΄ αυτό, όμως ως έχει αναφερθεί από μόνο του αυτό το στοιχείο δεν συνιστά αμέλεια υπό την έννοια ότι ελλείπει η αιτιώδης συνάφεια αλλά και επειδή η εναγόμενη 1 δεν βρισκόταν πίσω από την ενάγουσα και στην ίδια λωρίδα αλλά στη δεξιά λωρίδα και ως εκ τούτου το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δικαιολογείται η επίρριψη συντρέχουσας αμέλειας στην εναγόμενη
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης 2 επικαλείται αντιφατική εκδοχή της εναγόμενης 1 με την πραγματική μαρτυρία. Το μόνο θέμα που ίσως θα αποκτούσε κάποια σημασία είναι αυτό της χρήσης φρένων εάν υπήρχε μαρτυρία για ύπαρξη κινδύνου έμπροσθεν της και δεν έκανε χρήση φρένων και βεβαίως εάν υπήρχε μαρτυρία για τις αποστάσεις που υπήρχαν και αν αυτές επέτρεπαν χρήση φρένων μετά τη σύγκρουση του οχήματος ΚΚΧ088 επί του οχήματος της. Το γεγονός ότι η εναγόμενη 1 ανέφερε στη μαρτυρία της ότι χρησιμοποίησε τα φρένα και όμως κάτι τέτοιο δεν φαίνεται στο σχέδιο δεν σημαίνει ότι αυτή είπε ψέματα, διότι δεν υπήρξε η μαρτυρία ειδικού για αντίθετο συμπέρασμα. Λαμβανομένου υπόψη ότι ένα όχημα για να αφήσει ίχνη τροχοπέδησης εξαρτάται από περισσότερους από ένα παράγοντες (κατάσταση οχήματος - τύπος οχήματος - ταχύτητα - κατάσταση δρόμου κ.ά.) συνεπώς αυτό το στοιχείο δεν κρίνεται ικανό να ανατρέψει την αποδοχή της εκδοχής της εναγόμενης
- Κατά τα λοιπά στοιχεία τα οποία αναφέρονται στο σχεδιάγραμμα, όπως είναι τα σημεία σύγκρουσης και οι κατευθύνσεις δεν αποτελούν ευρήματα του αστυφύλακα 2869 αλλά τοποθετηθήκαν από αυτόν απεικονίζοντας τις θέσεις των εμπλεκομένων οδηγών. Κλείνοντας την παρούσα απόφαση με συντομία αναφέρεται πως η υπόθεση Α. Λουκά (ανωτέρω) δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής καθότι τα αποδεκτά γεγονότα σε εκείνη την υπόθεση ήταν διαφορετικά. Αρκεί η αναφορά πως το Δικαστήριο στην υπόθεση εκείνη δέχθηκε ότι οι δύο συγκρούσεις έγιναν ταυτόχρονα καθ΄ ότι η μαρτυρία ομιλούσε περί ενός εκκωφαντικού κρότου σύγκρουσης κάτι που εδώ δεν συντρέχει. Ως επίσης το πρώτο στη σειρά όχημα αλλά και τα άλλα δύο στην παρούσα υπόθεση βρισκόταν σε κίνηση κατά τις συγκρούσεις και δεν υπήρχε κάποιο όχημα ακινητοποιημένο. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω αποφασίζεται πως η εναγόμενη 2 στην αγωγή 6472/05 έχει αποκλειστική ευθύνη και για τις δύο συγκρούσεις μεταξύ των οχημάτων των διαδίκων σ΄ όλες τις αγωγές. Εν όψει του ότι το αντικείμενο του Διατάγματος συνένωσης των τριών αγωγών έχει ολοκληρωθεί εκδίδεται Διάταγμα αποσυνένωσης τους προκειμένου να εκδικασθούν για τα υπόλοιπα επίδικα θέματα. Να ακολουθήσουν αιτήσεις ορισμού από τους διαδίκους. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται εναντίον της οδηγού του οχήματος ΚΚΧ088 (εναγόμενης 2 στην αγωγή 6472/05) να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να πληρωθούν στο τέλος της εκδίκασης όλων των αγωγών. (Υπ.) .. ............ Δ. Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΣΚ-ΤΑ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αμέλεια - Καθορισμός ευθύνης σε τροχαίο δυστύχημα σε συνενωμένες αγωγές - Τρία εμπλεκόμενα οχήματα προς ίδιαν κατεύθυνση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο