← Κύπρος

Χαράλαμπος Ιωσηφάκης ν. Ανδρέας Χαραλάμπους, Αρ. Αγωγής: 2940/05, 30.4.2009

Χαράλαμπος Ιωσηφάκης ν. Ανδρέας Χαραλάμπους, Αρ. Αγωγής: 2940/05, 30.4.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2940/05 Μεταξύ: Χαράλαμπος Ιωσηφάκης Ενάγοντα και Ανδρέας Χαραλάμπους Εναγόμενου ----------------------------------------------------- (Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 26.10.07) Μεταξύ: Χαράλαμπος Ιωσηφάκης Ενάγοντα και Χαράλαμπος Χαραλάμπους Γιατρού ως διαχειριστής της περιουσίας του Ανδρέα Χαραλάμπους Εναγόμενου Ημερομηνία: 30.4.2009 Για Ενάγοντα: κ. Ε. Αντωνιάδης Για Εναγόμενο: κ. Π. Κυπριανού ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγων με την αγωγή του αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις λόγω σωματικών βλαβών και ζημιών που υπέστη στις 9.12.

  1. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του κατά την πιο πάνω ημέρα ενώ οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής ΕΜΥ286 με βόρεια κατεύθυνση στο δρόμο Μαλιάς Λεμεσού, σε ένα σημείο του δρόμου κοντά στο οινοποιείο της ΚΕΟ όπου υπάρχει δεξιά στροφή και χωρίς οδικό φωτισμό, συγκρούσθηκε με ένα γαϊδούρι του αποβιώσαντα, το οποίο βρισκόταν αδέσποτο εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας και εντός της πορείας του ενάγοντα, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημίες, απώλειες, σωματικές βλάβες και έξοδα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα το εν λόγω δυστύχημα και ο τραυματισμός του εξ αυτού προκλήθηκαν συνεπεία της αμέλειας και/ή της παράβασης των νόμιμων καθηκόντων του αποβιώσαντα ως ιδιοκτήτη του γαϊδουριού που συνίστανται κυρίως στην παράλειψη του να το έχει δεμένο ή περιορισμένο ούτως ώστε να μην περιφέρεται ελεύθερα το βράδυ σε δημόσιο δρόμο. Ο εναγόμενος στην έκθεση υπεράσπισης του εγείρει αρχικά την προδικαστική ένσταση ότι ο ενάγοντας κωλύεται να εγείρει την παρούσα αγωγή γιατί εισέπραξε από τον αποβιώσαντα, ο οποίος του προσέφερε χαριστικά χωρίς οποιαδήποτε παραδοχή ευθύνης, το ποσό των Λ.Κ.800/€1,366.88 προς πλήρη διευθέτηση των αξιώσεων του συνεπεία του δυστυχήματος. Δεν παραδέχεται ότι ο ενάγων ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο 40 ετών και εργαζόταν με μηνιαίες απολαβές Λ.Κ.
  2. Δέχεται ότι ο αποβιώσας ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος και/ή είχε υπό τον έλεγχο του και/ή υπό την ευθύνη του ένα γαϊδούρι στο χωριό Μαλιά. Όσον αφορά τις συνθήκες του δυστυχήματος δέχεται μόνο ότι κατά ή περί τις 9.12.03 ο ενάγων είχε δυστύχημα κατά το οποίο συγκρούστηκε με το γαϊδούρι του αποβιώσαντα και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι συνεπεία της σύγκρουσης το γαϊδούρι σκοτώθηκε. Αρνείται τις λεπτομέρειες αμέλειας του αποβιώσαντα και ισχυρίζεται ότι το γαϊδούρι το είχε δέσει κατά τρόπο εύλογα προσεκτικό και το είχε περιορισμένο σε κλειστό χώρο, πλην όμως κατάφερε να απελευθερωθεί κατά τρόπο που δεν ήταν εύλογα προβλεπτός. Επίσης ισχυρίζεται ότι δεν ήταν εύλογα προβλεπτή η πρόκληση δυστυχήματος συνεπεία της απελευθέρωσης του γαϊδουριού και ότι το δυστύχημα έγινε λόγω αμέλειας του ενάγοντα. Τέλος δεν παραδέχεται τις λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών και των σωματικών βλαβών του ενάγοντα. Με την ανταπαίτηση του υιοθετώντας τους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης του ισχυρίζεται ότι συνεπεία του δυστυχήματος, το οποίο έγινε λόγω της αμέλειας του ενάγοντα, ο εναγόμενος υπέστη τις ακόλουθες ζημιές: (Α) Λ.Κ.1,000 ως η αξία του γαϊδουριού και (Β) Λ.Κ.800 σε περίπτωση που κριθεί ότι όντως ο ενάγων εισέπραξε το ποσό αυτό αλλά όχι κατά τρόπο που να συνιστούσε κώλυμα στην έγερση της αγωγής. Ως εκ των άνω ζητά Λ.Κ.1,800 ως ειδικές ζημιές και απόρριψη της αγωγής. Ο ενάγοντας στην απάντηση στην υπεράσπιση του αρνείται όλους και κάθε ένα τους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης, οι οποίοι δεν συνάδουν ή αντιφάσκουν ή δεν αποτελούν παραδοχή των ισχυρισμών του. Αρνείται επίσης ότι οδηγούσε αμελώς και ότι είχε συντρέχουσα αμέλεια καθώς και τους ισχυρισμούς επί των οποίων στηρίζεται η ανταπαίτηση στις παραγράφους 10 και 11 της έκθεσης υπεράσπισης κατά το μέρος που αντιφάσκουν με τους ισχυρισμούς του. Τέλος αρνείται τις αξιώσεις που εγείρονται με την ανταπαίτηση και ζητά απόρριψη αυτής. Για την απόδειξη της υπόθεσης του ενάγοντα κατέθεσαν 2 μάρτυρες. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του ο εναγόμενος κάλεσε ένα μάρτυρα. Περαιτέρω κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά 20 τεκμήρια. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω στο σημείο αυτό περίληψη της μαρτυρίας, αλλά θα το κάνω εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Ο Μ.Ε.1 Αστ. 2015 Παναγιώτης Χριστοδούλου μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του περιέγραψε με λεπτομέρεια και σαφήνεια τις ενέργειες του σε σχέση με τη διερεύνηση του δυστυχήματος, τα ευρήματα του στη σκηνή και τα σχεδιαγράμματα που ετοίμασε. Γενικά άφησε στο Δικαστήριο την εικόνα αμερόληπτου και δίκαιου εξεταστή του δυστυχήματος. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Καλή εντύπωση μου άφησε και ο ενάγοντας. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν με απλότητα, αμεσότητα και ευθύτητα και ήταν σταθερός και συνεπής στις θέσεις του, οι οποίες δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση του. Συνεπώς και η μαρτυρία του ενάγοντα γίνεται δεκτή. Αντίθετα ο Μ.Υ.1 Πέτρος Χαραλάμπους, υιός του αποβιώσαντα Ανδρέα Χαραλάμπους, δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Προσπάθησε εμφανώς να πείσει για τις θέσεις της υπεράσπισης εκφράζοντας βεβαιότητα για κάποια γεγονότα ενώ ως διεφάνει κατά την αντεξέταση του οι θέσεις του αυτές στηρίζονταν στην ουσία σε εικασίες και στα όσα του ανέφεραν άλλα πρόσωπα και όχι σε προσωπική του γνώση. Συγκεκριμένα: Κατά την κυρίως εξέταση του ήταν η θέση του ότι ο πατέρας του, ο οποίος ήταν αμπελουργός και διέμενε στο χωριό Μαλλιά, χρησιμοποιούσε από το 1974 για τη μεταφορά των σταφυλιών από τα αμπέλια γαϊδούρια, τα οποία είχε σε ένα ανοικτό χώρο όπου τα έδενε. Επίσης ανέφερε ότι ουδέποτε σε άλλη περίπτωση πλην της επίδικης είχε διαφύγει κάποιο γαϊδούρι από τον χώρο αυτό. Κατά την αντεξέταση του όμως σε σχέση με τη βεβαιότητα του αυτή δέχτηκε ότι ο ίδιος από το 1991 δεν διαμένει με τον πατέρα του στο χωριό αλλά στη Λεμεσό και ανέφερε στην ουσία ότι την πεποίθηση του αυτή τη στηρίζει στα όσα του έλεγε ο πατέρας του καθώς και στο ότι όταν ο ίδιος πήγαινε τα σαββατοκύριακα στο χωριό ή κάποιες καθημερινές έβλεπε τα γαϊδούρια δεμένα στο συγκεκριμένο χώρο. Η άλλη βασική θέση του κατά την κυρίως εξέταση του ήταν ότι ο πατέρας του έδωσε στον ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.800 προς πλήρη διευθέτηση της υπόθεσης. Σε σχέση με αυτό είπε συγκεκριμένα ότι επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του ο γαμπρός του ενάγοντα περί το τέλος Ιανουαρίου με αρχές Φεβρουαρίου 2004 και του είπε ότι τον έπαιρνε για την υπόθεση του δυστυχήματος και ότι είχε μιλήσει με τον πατέρα του μάρτυρα και ήταν διαθέσιμος να δώσει το ποσό των ΛΚ
  3. Του είπε να πει στον πατέρα του να δώσει κάτι περισσότερο να κλείσουν την υπόθεση και να μην τρέχουν στα Δικαστήρια. Στη συνέχεια ο μάρτυρας πήρε τον πατέρα του και τον ενημέρωσε για το πιο πάνω τηλεφώνημα και του ζήτησε να δώσει κάτι περισσότερο. Ο πατέρας του του είπε ότι θα το κανόνιζε. Αργότερα ο πατέρας του ενημέρωσε το μάρτυρα ότι είχε δώσει στον ενάγοντα Λ.Κ.800 και το θέμα διευθετήθηκε. Επίσης ανέφερε ότι ο πατέρας του του είπε μετά που κινήθηκε η παρούσα αγωγή ότι πλήρωσε τον ενάγοντα με επιταγή. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τον ενάγοντα, δεν ήταν παρών όταν ο πατέρας του πλήρωσε τον ενάγοντα, ούτε και είχε οποιαδήποτε απόδειξη ότι ο ενάγοντας πήρε το ποσό αυτό για πλήρη εξόφληση της απαίτησης του για τις ζημιές του δυστυχήματος. Από τη μαρτυρία του αυτή προκύπτει λοιπόν ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με τον ίδιο τον ενάγοντα για το θέμα αυτό και ότι τα όσα γνωρίζει σε σχέση με το σκοπό για τον οποίο δόθηκαν τα λεφτά τα έμαθε από τον πατέρα του και δεν είχε προσωπική γνώση ούτε και οποιαδήποτε απόδειξη ότι τα λεφτά δόθηκαν προς διευθέτηση της υπόθεσης. Εδώ να σημειωθεί ότι δεν τέθηκε από την υπεράσπιση στον ενάγοντα η θέση ότι ο γαμπρός αυτού προέβη στην πιο πάνω αναφερθείσα πρόταση για λογαριασμό του, ούτως ώστε ο ενάγοντας να απαντήσει και το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του τη θέση του και να μπορέσει να την αξιολογήσει. Ο ενάγοντας κατά τη μαρτυρία του δέχθηκε μεν ότι πήρε το ποσό αυτό αλλά αρνήθηκε ότι το πήρε προς πλήρη διευθέτηση της απαίτησης του. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η θέση του Μ.Υ.1 ότι οι Λ.Κ.800 δόθηκαν για το σκοπό αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Σε σχέση με την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Το τεκμήριο 4 είναι πιστοποιητικό του ιατρού, ο οποίος εξέτασε τον ενάγοντα στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου μεταφέρθηκε αμέσως μετά το δυστύχημα και φέρει ημερομηνία 10.12.03 και ώρα 00:
  4. Στο πιστοποιητικό αυτό αναφέρονται τα ευρήματα σε σχέση με τις σωματικές βλάβες του ενάγοντα όπως διαπιστώθηκαν από τον εν λόγω ιατρό. Το τεκμήριο 11 είναι επίσης ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 10.4.05 του Δρα Παντέλα, γναθοπροσωπικού χειρουργού στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, στο οποίο περιγράφονται επίσης οι διαπιστωθείσες σωματικές βλάβες, η επέμβαση στην οποία υπεβλήθη και η μετεγχειρητική πορεία του ενάγοντα. Το τεκμήριο 17 είναι ιατρικό πιστοποιητικό του Δρα Πάμπου Λαμπή χειρουργού οδοντίατρου ημερ. 16.5.05 όπου επίσης αναφέρονται οι διαπιστωθείσες βλάβες κατά την εξέταση του ενάγοντα στις 5.4.04 καθώς και το κόστος προς αποκατάσταση αυτών. Το τεκμήριο 18 είναι εκτίμηση των ζημιών του οχήματος του ενάγοντα ημερ. 31.3.04 η οποία έγινε από το Δημήτρη Χαραλάμπους. Σε αυτήν αναφέρεται ρητά ότι δεν αποτελεί τιμολόγιο. Τέλος το τεκμήριο 5 είναι κατάθεση του, κατά τον ουσιώδη χρόνο, κοινοτάρχη του χωριού Μαλλιά, η οποία κατάθεση λήφθηκε στις 10.12.
  5. Τα τεκμήρια 4, 5, 11, 17 και 18 περιέχουν εξ ακοής μαρτυρία. Ο ενάγων δεν κάλεσε στο Δικαστήριο και δεν παρουσίασε τα πρόσωπα που προέβηκαν στις αρχικές αυτές δηλώσεις χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία για αυτό. Η υπεράσπιση έχει αμφισβητήσει το θέμα της αμέλειας του αποβιώσαντα ως και τις σωματικές βλάβες και τις ειδικές ζημιές του ενάγοντα. Έτσι η απουσία των προσώπων που έκαναν τις αρχικές δηλώσεις στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να αξιολογήσει τις θέσεις τους οι οποίες εμφαίνονται στα τεκμήρια αυτά (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τάσου Γεωργίου

(2006)2 Α.Α.Δ. 217). Όσον δε αφορά τα τεκμήρια 4, 11 και 17 πρέπει να λεχθεί περαιτέρω ότι αυτά περιέχουν τα ευρήματα των ιατρών σε σχέση με τη φύση και έκταση των σωματικών βλαβών του ενάγοντα, την επέμβαση που έγινε σε αυτόν και την εξέλιξη της κατάστασης του καθώς και το κόστος και τη φύση μελλοντικής επέμβασης στην οποία πρέπει να υποβληθεί. Περαιτέρω στο τεκμήριο 17 αναφέρονται και κάποιες συνέπειες στην κατάσταση του ενάγοντα από τα τραύματα αυτά. Η μαρτυρία λοιπόν που τίθεται στα υπό αναφορά τεκμήρια είναι μαρτυρία που απαιτεί γνώσεις εμπειρογνώμονα. Συνεπώς η απουσία των προσώπων που τα συνέταξαν στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να αξιολογήσει τις εκεί αναφερόμενες θέσεις τους, να κρίνει την ορθότητα ή μη των διαπιστώσεων, ευρημάτων και συμπερασμάτων τους ως εμπειρογνωμόνων και να καταλήξει στα δικά του σχετικά ευρήματα. Ελλείψει της μαρτυρίας αυτής οποιαδήποτε ταύτιση ή συνδυασμός των όσων αναφέρονται με ιατρικούς μάλιστα όρους στα υπό αναφορά ιατρικά πιστοποιητικά με τα όσα ανέφερε με απλότητα ο ενάγων για τις σωματικές του βλάβες θα ισοδυναμούσε εν πρώτοις με υιοθέτηση του περιεχομένου των τεκμηρίων αυτών ως αποδεδειγμένων γεγονότων και εν συνεχεία με μετατροπή του Δικαστηρίου σε εμπειρογνώμονα, πράγματα υπό τις αναφερόμενες περιστάσεις ανεπίτρεπτα. Τέλος η αποδοχή του περιεχομένου του τεκμηρίου 18 το οποίο αφορά την εκτίμηση των ζημιών του οχήματος του ενάγοντα θα σήμαινε αποδοχή των ζημιών που αναφέρονται χωρίς να έχει δοθεί και να αξιολογηθεί μαρτυρία για την έκταση αυτών καθώς και για το πως ο εκτιμητής κατέληξε στα ποσά που αναφέρει προς επιδιόρθωση τους. Ενόψει των ανωτέρω καθώς και του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης με βάση το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στα τεκμήρια 4, 5, 11, 17 και
  1. Τέλος το τεκμήριο 6 είναι η κατάθεση του αποβιώσαντα ημερ. 10.12.
  2. Σύμφωνα με αυτήν ο αποβιώσας διατηρούσε για τις ανάγκες του επαγγέλματος του ως αμπελουργός δύο γαϊδούρια, ένα αρσενικό και ένα θηλυκό. Τα γαϊδούρια αυτά τα είχε περιορισμένα μέσα σε χωράφι δίπλα από το τούρκικο κοιμητήριο του χωριού και τα είχε δεμένα με χοντρό σχοινί, το οποίο δεν μπορούσαν τα γαϊδούρια να κόψουν και ήταν δεμένο είτε σε δέντρο είτε σε σιδερένιο παλούκι καρφωμένο στο έδαφος. Τα γαϊδούρια αυτά τα περιποιόταν μόνο ο ίδιος και δεν ξεδέθηκαν ποτέ από το σχοινί που τα έδενε. Στις 9.12.03 και η ώρα 17:00 αφού τάισε τα γαϊδούρια και είδε ότι ήταν δεμένα αρκετά καλά έφυγε από το χώρο εκείνο. Την επομένη το πρωί πήγε με τον Αστ. 2015 στο χώρο όπου ήταν δεμένα τα γαϊδούρια και διαπίστωσε ότι το αρσενικό απουσίαζε. Λίγα μέτρα πιο μακριά από το σημείο όπου ήταν δεμένο το θηλυκό γαϊδούρι είδε να βρίσκεται νεκρό με τραύμα στο κεφάλι το αρσενικό του γαϊδούρι. Όταν πήγε στη σκηνή του δυστυχήματος είδε ότι υπήρχαν σταγόνες αίματος, οι οποίες κατευθύνονταν προς το σημείο όπου βρέθηκε νεκρό του γαϊδούρι του. Δεν γνωρίζει με ποιό τρόπο το αρσενικό γαιδούρι του βρέθηκε λυμένο αφού την προηγούμενη μέρα όταν έφυγε από το χώρο το έδεσε καλά. Το τεκμήριο 6 αποτελεί επίσης εξ ακοής μαρτυρία. Εντούτοις λαμβάνοντας υπόψην ότι προφανώς δεν ήταν δυνατή η παρουσία στο Δικαστήριο του προσώπου που έκανε την αρχική δήλωση αλλά και το χρόνο που η κατάθεση αυτή έγινε και το θέμα που αφορά θα της δοθεί η δέουσα βαρύτητα με βάση το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου. Σε σχέση δε με τον αποβιώσαντα πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τον Αστ. 2015 καταχωρήθηκε εναντίον αυτού η ποινική υπόθεση 10217/04 με την οποία κατηγορήθηκε για αμελείς και απερίσκεπτες πράξεις λόγω του ότι δεν έλαβε προφυλάξεις έναντι πιθανού κινδύνου από ζώο που είχε στην κατοχή του, στην οποία παραδέχτηκε και καταδικάσθηκε. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και από τα παραδεχτά με βάση τα δικόγραφα γεγονότα προκύπτουν τα ακόλουθα: Περί της 11 το βράδυ της 9.12.03 ο ενάγων αναχώρησε από το χωριό Βάσα όπου είχε πάει για φαγητό μαζί με φίλο του και την οικογένεια εκείνου ακολουθώντας τον παλιό δρόμο Βάσας - Μαλλίας. Ο ενάγων οδηγούσε μπροστά με το αυτοκίνητο του και ακολουθούσε ο φίλος του με άλλο αυτοκίνητο σε απόσταση περί τα 500 μέτρα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου αυτού σε απόσταση περί τα 500 μέτρα από το γεφύρι της Μαλλιάς ο ενάγων είδε μπροστά του σε απόσταση ένα με δύο μέτρα ένα μαύρο γαϊδούρι να περπατά μέσα στη μέση του δρόμου. Τότε σταμάτησε το αυτοκίνητο και τηλεφώνησε από το κινητό του στο φίλο του και τον ειδοποίησε να είναι προσεκτικός. Εν τω μεταξύ και ενώ ακόμη του μιλούσε στο τηλέφωνο ο φίλος του τον πλησίασε με το αυτοκίνητο και τον προσπέρασε χωρίς να χτυπήσει το γαϊδούρι. Στη συνέχεια ο ενάγων μπήκε στο αυτοκίνητο του και μετέβηκε στο σπίτι του. Μόλις έφτασε εκεί του τηλεφώνησε ένας άλλος φίλος του, ο οποίος τον προσκάλεσε να πάει στη Λεμεσό για ένα ποτό. Ο ενάγων συμφώνησε και παίρνοντας το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής ΕΜΥ286 ξεκίνησε για τη Λεμεσό. Μόλις έφτασε στη διασταύρωση του δρόμου Ερήμης Πλατρών του τηλεφώνησε κάποιος άλλος φίλος του ο οποίος τον υπενθύμισε ότι την επόμενη θα πήγαιναν κυνήγι. Τότε ο ενάγων έστριψε το αυτοκίνητο του με σκοπό να επιστρέψει σπίτι του. Ενώ περί ώρα 11:40 το βράδυ ο ενάγων οδηγούσε το υπό αναφορά όχημα κρατώντας την αριστερή λωρίδα του δρόμου με ταχύτητα περί τα 60 χλμ ανά ώρα, με αναμμένα τα μεγάλα φώτα του αυτοκινήτου και φορώντας τη ζώνη ασφαλείας, στο δρόμο Μαλλιάς - Βάσας λίγο πριν το οινοποιείο της ΚΕΟ σε σημείο όπου υπάρχει στροφή δεξιά, συγκρούστηκε με ένα μεγάλο αντικείμενο το οποίο δεν είδε προηγουμένως και το οποίο βρισκόταν μέσα στη λωρίδα του. Το αυτοκίνητο του ακινητοποιήθηκε. Όταν σταμάτησε το αυτοκίνητο του είδε ότι είχε συγκρουστεί με ένα μαύρο γαϊδούρι το οποίο είδε να περπατά και να φεύγει από το σημείο με κατεύθυνση τη Μαλλιά. Αμέσως μετά τη σύγκρουση ένιωσε το πρόσωπο του να μουδιάζει και έτρεχε αίμα από αυτό. Μετά το δυστύχημα οδήγησε το αυτοκίνητο του μέχρι το σπίτι του και πήρε τηλέφωνο το φίλο του με τον οποίο ήταν μαζί νωρίτερα, ο οποίος τον μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Ο δρόμος όπου έγινε το δυστύχημα είχε ελαφριά ανηφορική κλήση. Ήταν δρόμος στον οποίο δεν υπήρχε οδικός φωτισμός. Επίσης ήταν κατασκευασμένος από άσφαλτο, αποτελείτο από δύο λωρίδες και χωρίζετο στη μέση με άσπρη συνεχή γραμμή. Αριστερά και δεξιά δεν υπήρχε πεζοδρόμιο. Το πλάτος κάθε μιας από τις λωρίδες του δρόμου ήταν 2.60 μέτρα δηλ. το συνολικό πλάτος του δρόμου ήταν 5.20 μέτρα. Το όριο ταχύτητας στο δρόμο ήταν 50 χλμ την ώρα. Κατά την ώρα του δυστυχήματος επικρατούσε σκοτάδι αφού δεν υπήρχε οδικός φωτισμός. Αμέσως πριν το σημείο σύγκρουσης υπήρχε στροφή δεξιά σύμφωνα με την πορεία του αυτοκινήτου του ενάγοντα. Το σημείο σύγκρουσης ήταν στο μέσο της στροφής και απείχε 1.30 μέτρα από την αριστερή πλευρά του δρόμου σε σχέση με την πορεία του ενάγοντα. Στο σημείο σύγκρουσης εντοπίστηκαν κατά την εξέταση του Αστ. 2015 με το πρώτο φως της ημέρας ίχνη από αίματα και κόπρανα ζώου αλλά δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης ή πλαγιολίσθησης. Περαιτέρω με το πρώτο φως της ημέρας ο Αστ. 2015 ακολούθησε με τον ιδιοκτήτη του γαϊδουριού ήτοι Ανδρέα Χαραλάμπους Γιατρό (ο αποβιώσας) τις κηλίδες αίματος που βρέθηκαν στη σκηνή του δυστυχήματος και κατέληξαν σε παρακείμενο χωράφι το οποίο βρισκόταν περί τα 100 μέτρα από το σημείο του δυστυχήματος. Εκεί εντοπίσθηκε νεκρό ένα αρσενικό μαύρο γαϊδούρι το οποίο έφερε εμφανή τραύματα στο κεφάλι και το οποίο ο αποβιώσας αναγνώρισε ως δικό του. Λόγω των τραυμάτων του ενάγοντα στο πρόσωπο τον μετέφεραν αμέσως από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Εκεί ο ενάγων υπεβλήθη σε εγχείριση από το Δρα Παντέλα στο σαγόνι και στη μύτη. Έμεινε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για μια περίπου εβδομάδα. Μετά βγήκε από το Νοσοκομείο και ο Δρ. Παντέλας του έδωσε αναρρωτική άδεια από 10.12.03 μέχρι 23.1.04 και του συνέστησε να πηγαίνει κάθε μέρα για να τον εξετάζει. Για το λόγο αυτό ο ενάγων για ένα μήνα επισκεπτόταν καθημερινά το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας ενώ μετά την παρέλευση του μήνα συνέχιζε να πηγαίνει εκεί μέρα παρά μέρα για τον ίδιο σκοπό για ακόμα ένα μήνα. Επίσης δόθηκε στον ενάγοντα περαιτέρω άδεια από 24.1.04 μέχρι 31.1.04 (τεκμήριο 14). Κατά την παραμονή του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας ο ενάγων τρεφόταν με καλαμάκι. Με τον ίδιο τρόπο τρεφόταν για περίπου δύο μήνες. Όταν πήρε εξιτήριο η μύτη του ενάγοντα ήταν στο γύψο και το σαγόνι του ήταν δεμένο με σίδερα δηλ. είχε σίδερα μέσα. Αυτά τα σίδερα αφαιρέθηκαν αργότερα σε διαφορετική όμως ημερομηνία από την αφαίρεση του γύψου. Εκτός από το γιατρό του Νοσοκομείου ο ενάγοντας επισκέφθηκε τον Δρα Κωσταντίνο Πατσαλίδη νευρολόγο, ο οποίος του έδωσε περαιτέρω άδεια από 30.1.04 μέχρι 7.2.04 (τεκμήριο 15). Μετά επισκέφθηκε τον Δρα Κωστάκη Χ΄Βασίλη επίσης νευρολόγο ο οποίος του έδωσε άδεια από 9.2.04 μέχρι 20.2.04 (τεκμήριο 16). Ο ενάγων για την περίοδο 13.12.03 μέχρι 20.2.04 πήρε ως επίδομα ασθενείας από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις το ποσό των Λ.Κ.942.08 (τεκμήριο 19). Μετά τους πιο πάνω γιατρούς ο ενάγων επισκέφθηκε την οδοντιατρική κλινική των Δρων Πάμπου και Σούλας Λαμπή για τα δόντια του τα οποία απωλέσθηκαν από το δυστύχημα. Ο γιατρός του ετοίμασε το ιατρικό πιστοποιητικό (τεκμήριο 17). Μέχρι σήμερα ο ενάγοντας δεν προέβη σε διόρθωση των δοντιών του γιατί δεν του το επιτρέπει η οικονομική του κατάσταση. Σήμερα μετά την απώλεια των δοντιών του έχει πόνους στο σαγόνι ιδίως όταν ο καιρός είναι κρύος. Όσον αφορά την διατροφή του δεν μπορεί να μασήσει καλά. Το αυτοκίνητο του ενάγοντα από την σύγκρουση έπαθε ζημιές στο μπροστινό του μέρος. Ο ενάγων ανέθεσε σε εκτιμητή να του ετοιμάσει σχετική έκθεση για τις ζημιές αυτές (τεκμήριο 18). Για την εκτίμηση αυτή πλήρωσε £
  3. Μετά το δυστύχημα ο αποβιώσας έδωσε τον ενάγοντα, χωρίς να του ζητηθεί από τον τελευταίο, το ποσό των Λ.Κ.800 για κάλυψη των μεταφορικών του ενάγοντα και συγκεκριμένα για το ταξί που πλήρωνε, ενόψει του ότι δεν είχε αυτοκίνητο, για να πηγαινοέρχεται στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για το χρονικό διάστημα και για το λόγο που αναφέρεται ανωτέρω. Νομική Πτυχή: Το άρθρο 51
(2)(γ) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου προβλέπει μεταξύ άλλων ότι ο ιδιοκτήτης ζώου έχει υποχρέωση να μην επιδεικνύει αμέλεια έναντι κάθε άλλου προσώπου που βρίσκεται και έναντι του ιδιοκτήτη οποιασδήποτε ιδιοκτησίας που βρίσκεται, τόσο κοντά στο εν λόγω ζώο ώστε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επηρεάζεται από την αμέλεια. Στην ΠΟΛΥΜΕΤΑΛ ΛΤΔ κ.α. ν. Κωνσταντίνου
(1998)1 ΑΑΔ 393 λέχθηκε ότι η κατοχή ήμερου ζώου μπορεί, ανάλογα με τη φύση του, να παρεμβάλλει προβλεπτούς κινδύνους για την ασφάλεια του γείτονα. Αν και η υπόθεση αυτή αφορούσε επίθεση ελεύθερα διακινούμενου σκύλου στο εργοστάσιο των εναγομένων, τα όσα λέχθηκαν σε σχέση με την επιμέλεια που πρέπει να επιδεικνύει ο κάτοχος ήμερου ζώου ισχύουν και στην παρούσα. Στην ίδια λοιπόν υπόθεση τέθηκε σχετικά σε ελεύθερη μετάφραση το ακόλουθο απόσπασμα από το Λόρδο Atkin στην υπόθεση Fardon v. Harcourt - Rivington
(1932)All E.R. Rep. 81: "Αλλά, είναι επίσης αληθές, ότι ανεξάρτητα από την ευθύνη η οποία επιβάλλεται στον ιδιοκτήτη ζώων ή το πρόσωπο το οποίο τα έχει υπό τον έλεγχό του, λόγω γνώσης των τάσεων τους, υπάρχει, και το σύνηθες καθήκον προσώπου να μεριμνά έτσι ώστε το ζώο του ή το κινητό αντικείμενο υπό τον έλεγχο του δεν τίθεται σε τέτοια χρήση που να είναι πιθανόν να βλάψει το γείτονα. Το σύνηθες καθήκον επιμέλειας όπως ορίζουν οι αρχές του δικαίου της αμέλειας."» Αρχικά αναφέρω ότι το θέμα της αμέλειας είναι θέμα γεγονότων και αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Panagiotou v. Mavrou
(1970)1 C.L.R. 215 και Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84). Η έννοια της αμέλειας ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Το θέμα αυτό συνοψίζεται στην Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 ως εξής: «Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Elpiniki Panayiotou v. Georghios Kyriakou Mavrou
(1979)1 C.L.R. 215)»" Εξετάζοντας τα πιο πάνω με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Αρχικά σε σχέση με την παραδοχή του αποβιώσαντα σε ποινική υπόθεση για αμελείς και απερίσκεπτες πράξεις λόγω του ότι δεν έλαβε προφυλάξεις έναντι πιθανού κινδύνου από ζώο που είχε στην κατοχή του πρέπει να λεχθεί ότι είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι τέτοια παραδοχή μπορεί να αποδείξει στοιχείο αμελείας που πρέπει να αξιολογείται ορθά από το Δικαστήριο (βλ. Χατζηιωάννου ν. Μπουκάριος
(1995)1 Α.Α.Δ. 131, Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1999)1 Α.Α.Δ. 310). Όπως όμως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Πουρίκκος ν. Βασιλείου
(1993)1 Α.Α.Δ. 256 η παραδοχή ενοχής σε ποινική υπόθεση αποτιμάται σε συνάρτηση με τα γεγονότα που θεωρήθηκαν ότι στοιχειοθετούν το αδίκημα για να αξιολογηθεί η αποδεικτική σημασία της στην αστική υπόθεση. Στην παρούσα υπόθεση δεν δόθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία σχετικά με τα γεγονότα τα οποία παραδέχθηκε ο αποβιώσας στην ποινική διαδικασία έτσι ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί η αποδεικτική τους σημασία. Συνεπώς η παραδοχή του αποβιώσαντα στην ποινική υπόθεση δεν αποδεικνύει από μόνη της αμέλεια. Από τα όσα όμως τέθηκαν στην παρούσα υπόθεση και έχουν γίνει δεκτά προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ελεύθερη και ανεξέλεγκτη διακίνηση του γαϊδουριού και η ενδεχόμενη είσοδος του στον παρακείμενο με τον ανοικτό χώρο, όπου βρισκόταν, δημόσιο δρόμο σε περίπτωση που αυτό δεν περιοριζόταν στον πιο πάνω χώρο, ήταν ένα εύλογα προβλεπτό συμβάν. Εύλογα προβλεπτός και υπαρκτός ήταν και ο κίνδυνος να προκληθεί από την ελεύθερη διακίνηση και παρουσία του γαϊδουριού μέσα στο δημόσιο δρόμο και ιδιαίτερα το βράδυ, ζημιά σε πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν το δρόμο αυτό. Τέτοια λοιπόν ζημιά μπορούσε εύλογα να προβλεφθεί. Το ότι υπήρχε ο πιο πάνω κίνδυνος επιβεβαιώνεται άλλωστε από το ίδιο το γεγονός της επέλευσης του δηλ. από το γεγονός της σύγκρουσης του οχήματος του ενάγοντα με το γαϊδούρι. Τα πιο πάνω ήταν γνωστά ως φαίνεται στον αποβιώσαντα γιατί διαφορετικά σε τι εξυπηρετούσε το να δένει τα γαϊδούρια του στον ανοικτό χώρο, ως ο ίδιος ανέφερε, αν όχι στο να τα περιορίζει; Ο αποβιώσας υπείχε λοιπόν καθήκον επιμέλειας προς πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν το δημόσιο δρόμο, σχετικά με προβλεπτούς κινδύνους οι οποίοι μπορούσαν να προκύψουν από την ελεύθερη και ανεξέλεγκτη διακίνηση και παρουσία των γαϊδουριών του στο δημόσιο δρόμο. Η αποτροπή του ενδεχομένου αυτού και κατ' επέκταση της έκθεσης τρίτων σ' αυτό τον κίνδυνο ήταν δυνατή με τη λήψη εκ μέρους του αποβιώσαντα επαρκών μέτρων για περιορισμό των ζώων. Είχε λοιπόν υποχρέωση να μεριμνήσει ότι υπό οποιεσδήποτε συνθήκες τα γαϊδούρια του θα ήταν περιορισμένα ώστε να μην υπάρχει το ενδεχόμενο να βρεθούν στο δημόσιο δρόμο. Αυτό μπορούσε να γίνει είτε με το να τα έδενε με τέτοιο τρόπο ώστε να μην μπορούσαν να απελευθερωθούν από μόνα τους, όπως ισχυρίστηκε ότι έκανε καθημερινά, είτε με το να το περιόριζε σε κλειστό χώρο ούτως ώστε να εμποδίζονταν εν πάση περιπτώσει από του να φτάσουν στο δημόσιο δρόμο. Οι προφυλάξεις λοιπόν που μπορούσε να λάβει ήταν απλές και εύκολα μπορούσαν να ληφθούν. Η ύπαρξη όμως του γαϊδουριού του μέσα στο δρόμο κατά την ώρα του δυστυχήματος, ελλείψει οποιασδήποτε άλλης σχετικής μαρτυρίας που να δείχνει ότι αυτό δεν οφειλόταν στην αμέλεια του αποβιώσαντα, καταδεικνύει από μόνη της ότι αυτός δεν έλαβε επαρκή μέτρα ώστε το γαϊδούρι του να μείνει περιορισμένο ή δεμένο στον ανοικτό χώρο όπου συνήθως βρισκόταν και κατ' επέκταση να μην βγεί στον παρακείμενο δημόσιο δρόμο. Η παράλειψη εκπλήρωσης λοιπόν αυτού του επιβαλλόμενου καθήκοντος του αποβιώσαντα δεικνύει και την αμέλεια του. Η πιο πάνω παράλειψη του αποβιώσαντα η οποία είχε σαν αποτέλεσμα το γαϊδούρι να διακινηθεί ελεύθερα και να βρεθεί μέσα στον παρακείμενο δημόσιο δρόμο και μάλιστα κατά το βράδυ αποτέλεσαν την αιτία του επίδικου δυστυχήματος. Συντρέχουσα Αμέλεια: Το Δικαστήριο θα πρέπει στο σημείο αυτό να ανατρέξει στις αρχές που διέπουν και αφορούν τη συμπεριφορά των οδηγών μέσα στο δρόμο προκειμένου να εξετάσει κατά πόσο ο ενάγοντας έχει συντρέχουσα αμέλεια στην πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Όσον αφορά την εξέταση και διακρίβωση του κατά πόσο υπήρξε αμέλεια κατ΄ αρχήν και έπειτα συντρέχουσα αμέλεια στην Μακρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα άρθρα 51, 57, 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzgerald v. Lord
(1988)2 All E.R. 961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Mirafloresand the Abadese
(1967)1 All E.R. 672 777, είναι: Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των εναγομένων, από τη μια και ενάγοντα από την άλλη και μείνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα .» Όσον αφορά τον καταμερισμό της ευθύνης είναι νομολογημένο ότι αναμένεται από έναν οδηγό να επιδεικνύει πάντοτε το βαθμό εκείνης της προσοχής και φροντίδας που θα αναμένετο από ένα λογικό και συνετό οδηγό με βάση αντικειμενικά επίπεδα συμπεριφοράς (βλ. Vakanas v. Thomas & another
(1982)1 CLR 530). H δέουσα φροντίδα και προσοχή πρέπει να ασκείται πάντοτε και η παρατηρητικότητα να επιδεικνύεται σε κάθε περίπτωση (βλ. Constantinou v. Katsouris
(1975)1 CLR 188). Η ευθύνη συναρτάται από το χρόνο, χώρο και συνθήκες του δυστυχήματος και στον καθορισμό της λαμβάνονται υπόψη η αιτιώδης συνάφεια και ο βαθμός στον οποίο ο οδηγό υπέχει λόγο για τη σύγκρουση (βλ. Nicolaides v. Economides
(1963)2 CLR 78, Christodoulou v. Peppis
(1988)1 CLR 317). Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας και οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνιά του μέσου συνετού πολίτη (βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 595). Είναι θεμελιωμένο ότι η συντρέχουσα αμέλεια αποτελείται από την παράλειψη λήψεως επαρκών προφυλάξεων από τον ενάγοντα για τη δική του ασφάλεια. Τι προφυλάξεις είναι αναγκαίες για την ασφάλεια κάποιου είναι ζήτημα πραγματικό και ζήτημα βαθμού. Όπως συμβαίνει και στην αμέλεια η δυνατότητα πρόβλεψης είναι ο οδηγός που καθορίζει κατά πόσο ο ενάγοντας έχει λάβει κατάλληλες προφυλάξεις για τη δική του ασφάλεια. Για να είναι δικαιολογημένο το εύρημα για συντρέχουσα αμέλεια θα πρέπει να αποδοθεί στον ενάγοντα στοιχείο σφάλματος και βαθμός υπαιτιότητας λόγω της παράλειψης του να πάρει τις κατάλληλες προφυλάξεις για τη δική του ασφάλεια (βλ. Kykon Limited v. Demetriou and Another
(1982)1 CLR 453, Βλάσιος ν. Αντωνίου
(1990)1 Α.Α.Δ. 815, Μακρίδης ανωτέρω, Rodafinia Ltd v. Καλλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 228, Τεμβριώτου ν. Αντωνιάδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 494). Εξετάζοντας τα γεγονότα της παρούσας, ως έχουν γίνει δεκτά, φαίνεται ότι ο ενάγοντας οδηγούσε το αυτοκίνητο του περί ώρα 11:40 το βράδυ στην αριστερή λωρίδα του δρόμου, ο οποίος δεν είχε οδικό φωτισμό, με ταχύτητα περί τα 60 χλμ την ώρα, με αναμμένα τα μεγάλα φώτα και φορούσε τη ζώνη ασφαλείας του. Στο σημείο όπου έγινε το δυστύχημα υπήρχε στροφή προς τα δεξιά. Στο μέσο περίπου της στροφής και περίπου 1.30 μέτρα από την αριστερή άκρη του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία του, συγκρούστηκε με ένα αντικείμενο που μετά διαπίστωσε ότι ήταν ένα μαύρο γαϊδούρι. Από το γεγονός ότι όπως διαπιστώθηκε αργότερα το γαϊδούρι έφερε τραύμα στο κεφάλι σε συνδυασμό με το ότι οι ζημιές στο όχημα του ενάγοντα, ως φαίνονται από τις φωτογραφίες του τεκμηρίου 2, ήταν στο μπροστινό μέρος αυτού συνάγεται ότι το γαϊδούρι βρισκόταν μέσα στη μέση της λωρίδας του ενάγοντα με κατεύθυνση αντίθετη με αυτή του ενάγοντα και όχι κάθετα προς αυτόν. Ο ενάγων δεν είδε το γαϊδούρι πριν τη σύγκρουση. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται πέραν από τα όσα είπε ο ενάγων και από το γεγονός ότι δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα για να το αποφύγει ή για να σταματήσει εφόσον δεν βρέθηκαν στο δρόμο ούτε ίχνη τροχοπέδησης ούτε και πλαγιολίσθησης. Λαμβάνοντας υπόψην τα ανωτέρω και κυρίως το ότι επικρατούσε σκοτάδι στο δρόμο, το γαϊδούρι ήταν σκούρου χρώματος και βρισκόταν στη μέση της λωρίδας του ενάγοντα πάνω σε στροφή με κατεύθυνση αντίθετη με αυτή του ενάγοντα και άρα η επιφάνεια του ζώου η οποία θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή ήταν πολύ μικρότερη από αυτή που θα φαινόταν αν διασταύρωνε το δρόμο οπόταν θα ήταν κάθετα σε σχέση με την πορεία του ενάγοντα, δεν μπορεί να λεχθεί ότι ο ενάγων αδικαιολόγητα απέτυχε να δει έγκαιρα το γαϊδούρι πριν τη σύγκρουση και να λάβει μέτρα προς αποφυγή της. Η ύπαρξη δε του γαϊδουριού στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου δεν μπορεί να λεχθεί ότι ήταν υπό τις περιστάσεις προβλεπτή. Όσον αφορά το σημείο αυτό πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι το γεγονός ότι ο ενάγων λίγη ώρα πριν συνάντησε σε άλλο δρόμο ένα γαϊδούρι δεν καθιστούσε εύλογα προβλεπτή την παρουσία του συγκεκριμένου γαϊδουριού στο δρόμο και στο σημείο που έγινε το δυστύχημα σαράντα περίπου λεπτά αργότερα και ενώ ο ενάγων είχε ήδη περάσει καθοδόν προς τη Λεμεσό από το σημείο εκείνο λίγα λεπτά πριν χωρίς να συναντήσει κάτι τέτοιο. Το γεγονός ότι ο ενάγων οδηγούσε με ταχύτητα 60 χλμ αντί 50 που ήταν το όριο ταχύτητας επίσης δεν καταδεικνύει από μόνο του την ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας. Όπως είναι νομολογημένο παράβαση της τροχαίας από μόνη της δεν συνιστά αμέλεια. Θα πρέπει για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη, να συντρέχουν και άλλα στοιχεία ή συνθήκες κάτω από τις οποίες σε συνδυασμό με την παράβαση να προκύπτει αμέλεια (βλ. Γεωργίου ν Παναγιωτίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 80, Polycarpou v Adamou
(1988)1 CLR 727, Parmaxi and Another v Katsiola
(1985)1 CLR 633, Υποθέσεις Οδικής Αμέλειας, Αρτέμης και Ερωτοκρίτου, 1η έκδοση, Κεφάλαιο 9). Στην παρούσα υπό τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν η ταχύτητα του ενάγοντα δεν μπορεί να θεωρηθεί τέτοια ούτως ώστε αν μπορούσε να προβλέψει την παρουσία του γαϊδουριού στο δρόμο ή να το δει αμέσως πριν τη σύγκρουση πάνω στη στροφή και υπό συνθήκες σκότους να μην μπορεί να λάβει τα δέοντα μέτρα για αποφυγή της σύγκρουσης. Το ότι λοιπόν το δυστύχημα έγινε στο μέσο μιας στροφής, σε σημείο όπου δεν υπήρχε φωτισμός, το γαϊδούρι το οποίο ήταν σκούρου χρώματος βρέθηκε μέσα στη λωρίδα πορείας του ενάγοντα, ο οποίος δεν μπορούσε να προβλέψει την παρουσία του εκεί αλλά ούτε και ενόψει των συνθηκών να το δει και να λάβει μέτρα για αποφυγή της σύγκρουσης είναι στοιχεία τα οποία δεν μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων δεν έλαβε τις κατάλληλες και συνήθεις προφυλάξεις για την ασφάλεια του. Συνεπώς αποτελεί εύρημα μου ότι ο ενάγων επέδειξε τη δέουσα παρατηρητικότητα και προσοχή και δεν φέρει οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια για το δυστύχημα. Ειδικές Αποζημιώσεις: Σύμφωνα με τις νομολογιακές αρχές οι ειδικές ζημιές θα πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται αυστηρότατα με συγκεκριμένη σαφή και αποδεκτή μαρτυρία (βλ. Τηλεμάχου ν. Παπακυριακού
(1986)1 Α.Α.Δ., 705 και Ηρακλέους ν. Πέτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239). Περαιτέρω στην υπόθεση Μιχαηλίδη ν. Κακουλλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 673 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Είναι πρωτίστως καθήκον του εφεσείοντα να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με αξιόπιστη μαρτυρία για τη βασιμότητα της απαίτησης του και όχι για τον εφεσίβλητο να την αντικρούσει». Προχωρώντας στην εξέταση των ειδικών ζημιών που διεκδικεί ο ενάγοντας λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές αλλά και τα συγκεκριμένα ποσά που ζητούνται στην έκθεση απαίτησης, τα οποία καθορίζονται ως εξής:
(1)Για αποκατάσταση των απωλειών οδόντων (α) ακίνητη προσθετική με μεταλλοκεραμική Λ.Κ.180 Χ 8 οδόντες Λ.Κ.1,440, (β) απονεύρωση προγομφίου Λ.Κ.80, (γ) ανασύσταση οδόντος Λ.Κ.40
(2)Ιατρικό πιστοποιητικό Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας Λ.Κ.25,
(3)Ζημιές αυτοκινήτου (ήτοι εξαρτήματα εργατικά, ηλεκτρολογικά, βάψιμο, γυάλισμα) Λ.Κ.1,930,
(4)Έξοδα εκτιμητή (Λ.Κ.50 πλέον ΦΠΑ) Λ.Κ.57,
(5)Αστυνομική έκθεση Λ.Κ.25,
(6)Απώλεια ημερομισθίων 2½ μηνών Λ.Κ.1,250. παρατηρώ τα ακόλουθα:
(1)Αποκατάσταση απωλειών οδόντων συνολικά Λ.Κ.1,560 ήτοι ισόποσο σε ευρώ €2,665.42: Σε σχέση με το ποσό αυτό ο ενάγων κατά τη μαρτυρία του προσκόμισε το τεκμήριο 17 το οποίο είναι ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 16.5.05 του χειρουργού οδοντίατρου Δρος Πάμπου Λαμπή και ανέφερε ότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να προβεί σε αυτή την επέμβαση. Πρόκειται δηλ. για ποσό που ζητείται για μελλοντική επέμβαση για αποκατάσταση απολεσθέντων οδόντων του ενάγοντα. Ως έχει ήδη αναφερθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας για τους λόγους που αναφέρονται εκεί δεν μπορεί να δοθεί στο τεκμήριο 17 καμία βαρύτητα. Ο δε ενάγων στη μαρτυρία του αναφέρθηκε γενικά και αόριστα σε δόντια που «έφυγαν» κατά το δυστύχημα χωρίς να δίνει περαιτέρω λεπτομέρειες. Ως εκ των άνω λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που εφαρμόζονται για απόδειξη ειδικών ζημιών κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου προς απόδειξη αυτής της απαίτησης του ενάγοντα.
(2)Ιατρικό πιστοποιητικό Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας Λ.Κ.25 ήτοι ισόποσο σε ευρώ €42.72: Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκε το τεκμήριο 12, το οποίο αναφέρει ως πληρωθέντα τέλη για ιατρική έκθεση του Δρος Γ. Παντέλα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας Λ.Κ.25. Αυτή η πληρωμή παρέμεινε αναμφισβήτητη οπότε καταλήγω ότι ο ενάγοντας υπέστη το έξοδο αυτό.
(3)Ζημιές αυτοκινήτου (ήτοι εξαρτήματα, εργατικά, ηλεκτρολογικά, βάψιμο, γυάλισμα) Λ.Κ.1,930 ήτοι ισόποσο σε ευρώ €3,297.60: Σε σχέση με το ποσό αυτό ο ενάγων απλώς ανέφερε ότι το αυτοκίνητο του έπαθε ζημιές από τη σύγκρουση και για το θέμα αυτό προσκόμισε την εκτίμηση, τεκμήριο 18. Ως έχει ήδη αναφερθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας για τους λόγους που αναφέρονται εκεί δεν μπορεί να δοθεί στο τεκμήριο 18 καμία βαρύτητα. Συνεπώς ο ενάγων απέτυχε να αποδείξει την απαίτηση του αυτή.
(4)Έξοδα εκτιμητή Λ.Κ.57 ήτοι ισόποσο σε ευρώ €97.39: Ο ενάγων κατά τη μαρτυρία του ανέφερε ότι για έξοδα εκτίμησης των ζημιών του αυτοκινήτου δηλ. για την κατάρτιση του τεκμηρίου αυτού κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.50 ήτοι ισόποσο σε ευρώ €85.43. Το ποσό αυτό δεν αμφισβητήθηκε ότι πληρώθηκε οπότε αποδέχομαι το έξοδο αυτό.
(5)Αστυνομική Έκθεση Λ.Κ.25 ήτοι ισόποσο σε ευρώ €42.71: Δεν προέκυψε από τη μαρτυρία ούτε καν ότι καταρτίστηκε τέτοια έκθεση πόσο μάλλον ότι πληρώθηκε. Συνεπώς δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποδεικνύει και να δικαιολογεί το αιτούμενο αυτό ποσό.
(6)Απώλεια ημερομισθίων 2½ μηνών: Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου και αναμφισβήτητο γεγονός ότι δόθηκε αναρρωτική άδεια στον ενάγοντα από 10.12.03 μέχρι 20.2.04 δηλ. για περίοδο 2 ½ μηνών (βλ. και τεκμήρια 14-16 και 19). Ο ενάγοντας προς απόδειξη του μισθού του προσκόμισε το τεκμήριο 10 που είναι σετ από 4 δελτία πληρωμής. Αυτά δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Τα δελτία αυτά δείχνουν ότι ο καθαρός μισθός του ενάγοντα κατά τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2003 ήταν Λ.Κ.402.
  1. Συνεπώς έχει αποδειχθεί η απώλεια ημερομισθίων για 2 ½ μήνες με μηνιαίο μισθό Λ.Κ.402.32 ήτοι ισόποσο σε ευρώ €687.40 και άρα συνολικά το ποσό των €1,718.
  2. Περαιτέρω ο ενάγων ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της αναρρωτικής άδειας πληρωνόταν από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Κατέθεσε δε σχετικά το τεκμήριο 19 που είναι βεβαίωση από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία αναφέρει ότι ο ενάγων έλαβε για την υπό αναφορά περίοδο ως επίδομα ασθενείας το ποσό των Λ.Κ.942.
  3. Σύµφωνα µε το άρθρο 65 (β) του περί Αστικών Αδικηµάτων Νόµου Κεφ 148 κατά τον υπολογισµό της αποζηµίωσης που θα πρέπει να πληρωθεί εξαιτίας αστικού αδικήµατος δεν λαµβάνεται καθόλου υπόψη οποιοδηποτε ποσό «το οποίο καταβλήθηκε ή το οποίο έπρεπε να καταβληθεί από το Ταµείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως παροχή ή επίδοµα σε ασφαλιζόµενο πρόσωπο συνεπεία των ιδίων περιστάσεων οι οποίες δηµιουργούν τη νοµική υποχρέωση για αποζηµίωση σε σχέση µε αστικό αδίκηµα» (βλέπε επίσης Γιαννακού v. Lois Builders Ltd κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 270). Συνεπώς το πιο πάνω ποσό ως ποσό που έλαβε ο ενάγων ως επίδομα δεν υπολογίζεται από το Δικαστήριο για τον καθορισμό της αποζημίωσης. Βάσει των πιο πάνω αποδεικνύεται ότι το συνολικό ποσό των ειδικών αποζημιώσεων που δικαιούται ο ενάγοντας ανέρχεται σε €1,846.65. Με γνώμονα τις κατευθυντήριες γραμμές της νομολογίας (βλ. Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991), 1 Α.Α.Δ. 475, Miller v. Petek
(1999), 1 Α.Α.Δ. 2091, Θεοδούλου ν. A. Panayides Contracting Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 2134) και με βάση τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης (δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία πότε πληρώθηκαν κάποια από τα ποσά των ειδικών ζημιών) επιδικάζω επί του ½ του ποσού των ειδικών αποζημιώσεων νόµιµο τόκο από την ηµεροµηνία εγέρσεως της αγωγής. Ο λόγος για τον οποίο δεν επιδικάζω τόκο από την ηµεροµηνία του δυστυχήµατος (9.12.03) είναι επειδή έχει διαπιστωθεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ολιγωρία εκ µέρους του ενάγοντα στην έγερση της αγωγής. Συγκεκριμένα η αγωγή καταχωρήθηκε την 6.6.05 δηλαδή 18 περίπου µήνες µετά το δυστύχηµα χωρίς να δοθεί από τον ενάγοντα οποιαδήποτε εξήγηση για την καθυστέρηση ή ολιγωρία αυτή. Όπως ακόµα είναι γνωστό ο νόµιµος τόκος µέχρι την πρόσφατη τροποποίηση του Περί Δικαστηρίων Νόµου (Τροποποιητικός Νόµος (Αρ. 2) Ν.81(Ι)/2008)ήταν 8%. Από την ηµέρα δηµοσίευσης του Ν.81(Ι)/2008) δηλαδή την 15.10.08 ο νόµιµος τόκος µειώθηκε σε 5.5%. Ανάλογη τροποποίηση επέφερε και ο τροποποιητικός Νόµος του 2008 (Ν.82(Ι)/2008)στο αντίστοιχο άρθρο 58Α του Περί Αστικών Αδικηµάτων Νόµου, Κεφ. 148. Γενικές Αποζημιώσεις Σε σχέση με τις αρχές που διέπουν τον καθορισμό αποζημιώσεων και καθοδηγούν το Δικαστήριο ως προς το ύψος των γενικών αποζημιώσεων στην υπόθεση Κουμπαρή κ.α. ν. Φούτρη
(2001)1 Α.Α.Δ. 921 με αναφορά στη σχετική νομολογία (βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789, Paraskevopoullos v. Georgiou
(1970)1 C.L.R. 116 και Xenophontos and another v. Anastasiou
(1981)1 C.L.R. 521) λέχθηκαν τα εξής: «Όπως έχει επανηλειμμένα λεχθεί οι αποζημιώσεις θα πρέπει να συνιστούν εύλογη και δίκαιη αποκατάσταση του ενάγοντα αλλά το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αποπειράται να επιδικάσει αποζημιώσεις για το πλήρες ποσό ή να προβεί σε τέλεια χρηματική αποκατάσταση. Από την άλλη οι αποζημιώσεις θα πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτές. Η αποζημίωση επί αδικοπραξιών σκοπό έχει την αποκατάσταση του ζημιωθέντος και όχι την τιμωρία του αδικοπραγούντος». Αναφορικά με τον προσδιορισμό των γενικών αποζημιώσεων και των παραγόντων οι οποίοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για το σκοπό αυτό, ανάλογα πάντα με τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε υπόθεσης, στην Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως έχει επανειλημμένα λεχθεί, οι χρηματικές αποζημιώσεις δεν αποκαθιστούν την υγεία του θύματος του αστικού αδικήματος. Γι' αυτό, δεν αποτελούν τέλειο μέτρο αποκατάστασης· είναι όμως το καλύτερο γνωστό μέσο αποκατάστασης. Η χρηματική αποζημιώση συναρτάται άμεσα με τη σοβαρότητα των τραυμάτων, τον πόνο, την οδύνη, τη δυσχέρεια που προκαλούν (τα τραύματα) και τη διάρκειά τους. Όπως οι κακώσεις προκαλούν μόνιμη αναπηρία και δυσχέρεια στην ανθρώπινη λειτουργία, οι αποζημιώσεις αποτιμούνται με βάση τη μακροχρόνια προοπτική.». Από τα πιο πάνω προκύπτει λοιπόν ότι οι αποζημιώσεις είναι το μέσο με το οποίο εκτιμάται ο πόνος και η ταλαιπωρία του θύματος χωρίς να αποσκοπούν στην τιμωρία του αδικοπραγούντα. Το ύψος δε των αποζημιώσεων πρέπει να αντανακλά τη φύση και την έκταση των τραυμάτων και τις συνέπειες αυτών στο θύμα. Στην Ταμπούρα ν. Κολάνη, Πολ. Έφεση 222/06 ημερ. 17.4.08 λέχθηκαν περαιτέρω τα ακόλουθα: «Όσον αφορά ευρύτερα την επάρκεια των γενικών αποζημιώσεων που δόθηκαν είναι δεδομένη και αποδεκτή από τη νομολογία η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις για τον ανθρώπινο πόνο και την ταλαιπωρία, έχοντας υπόψη και τη σημασία των αποζημιώσεων. (A. Panayides Contracting Ltd v. Χαραλάμπους
(2004)1 Α.Α.Δ. 416). Η απόδοση αποζημιώσεων πρέπει επίσης να αντανακλά και να αντικατοπτρίζει την αγοραστική αξία του χρήματος σε δεδομένη στιγμή, ώστε με εύλογο τρόπο να προσεγγίζεται τουλάχιστο χρηματικά η αποκατάσταση της ζημιάς. (Lankuttis v. Νικόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1128). Βεβαίως, ορθή είναι και η άλλη διαπίστωση στη νομολογία ότι προηγούμενες αποφάσεις στα θέματα των αποζημιώσεων δεν αποτελούν κατ΄ ανάγκη δεσμευτικό προηγούμενο (G &L Calibers Ltd v. Λεμεσιανού
(2003)1 Α.Α.Δ. 948), ενώ η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις δεν αποτελεί και οδικό χάρτη για αιτιολόγηση παροχής αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση (Σπύρος Μελάς και Ελένη Λτδ ν. Πολίτη
(2003)1 Α.Α.Δ. 590)». Από τη σχετική δε νομολογία προκύπτει επίσης ότι δεν υπάρχει ξεκαθαρισμένο και επακριβές κονδύλι για κάθε τραύμα ξεχωριστά. Προς αξιολόγηση των πιο πάνω αναφερόμενων στοιχείων στην παρούσα η μόνη μαρτυρία η οποία έχει γίνει δεκτή είναι αυτή του ενάγοντα, εφόσον ως έχει αναφερθεί δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στα τεκμήρια 4, 11 και 17 τα οποία να σημειωθεί ότι αναφέρονται στη φύση και έκταση των σωματικών βλαβών που υπέστη ο ενάγων συνεπεία του δυστυχήματος καθώς και στις συνέπειες αυτών όπως και στην επέμβαση που έγινε προς αντιμετώπιση των πιο πάνω τραυμάτων. Από τη μαρτυρία λοιπόν του ενάγοντα προκύπτει ότι αυτός κατά το δυστύχημα τραυματίστηκε στο σαγόνι και στη μύτη ενώ απώλεσε και κάποια δόντια χωρίς να είναι γνωστό πόσα. Η ακριβής φύση και η έκταση των τραυμάτων του αυτών δεν έχει καταδειχθεί. Περαιτέρω λόγω των τραυμάτων του αυτών υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στο σαγόνι και στη μύτη στα πλαίσια της οποίας η μύτη του τέθηκε στο γύψο και τοποθετήθηκαν κάποια σίδερα στο σαγόνι τα οποία του αφαιρέθηκαν αργότερα σε μη προσδιορισθέντα χρόνο. Ούτε η ακριβής φύση και έκταση της επέμβασης αυτής έχει καταδειχθεί. Κατά τη παραμονή του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και για περίοδο συνολικά δύο μηνών τρεφόταν με καλαμάκι. Σήμερα εξακολουθεί να έχει πόνους στο σαγόνι και δεν μπορεί να μασήσει καλά. Είναι λοιπόν εμφανές ότι τα πιο πάνω στοιχεία δεν καταδεικνύουν την ακριβή φύση και έκταση των τραυμάτων που υπέστη ο ενάγων κατά το δυστύχημα, τις ακριβείς συνέπειες αυτών τότε, σήμερα αλλά και στο μέλλον, τη φύση και την έκταση της επέμβασης στην οποία υποβλήθηκε καθώς και τα αποτελέσματα αυτής. Στην Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 Α.Α.Δ. 1243 ως προς την ακριβή φύση και ιδιαίτερα τις επιπτώσεις και συνέπειες των κακώσεων που υπέστη ο εφεσείοντας βάση για τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αποτέλεσαν ιατρικά πιστοποιητικά, τα οποία κατατέθηκαν κοινή συναινέσει. Δεν κρίθηκε αναγκαίο να κληθούν οι ιατροί που τα είχαν εκδώσει για να επεξηγήσουν πτυχές των κακώσεων και των επιπτώσεων τους που έχρηζαν διασαφήνισης και περαιτέρω εξήγησης. Υπό το πρίσμα αυτών των διαπιστώσεων το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι υπήρχαν κενά ως προς την ακριβή φύση και ιδιαίτερα τις επιπτώσεις και συνέπειες των κακώσεων που υπέστη ο εφεσείοντας και κατ' επέκταση καθίστατο αδύνατη η εκτίμηση της ζημιάς που αυτός υπέστη. Για το λόγο αυτό η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου παραμερίστηκε καθόσον αφορούσε και τις γενικές αποζημιώσεις που επιδικάστηκαν. Στην παρούσα τα σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά όχι μόνο δεν κατατέθηκαν κοινή συναινέσει αλλά για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί δεν μπορεί να τους αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα και πέραν τούτου δεν έχει εξηγηθεί ούτε η ακριβής φύση και έκταση των τραυμάτων του ενάγοντα και οι συνέπειες αυτών. Ελλείψει των απαραίτητων αυτών στοιχείων το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί στην ορθή αλλά και ολοκληρωμένη αξιολόγηση των παραγόντων εκείνων βάση των οποίων θα μπορούσε στη συνέχεια να καταλήξει και να επιδικάσει στον ενάγοντα το ανάλογο υπό τις περιστάσεις ποσό γενικών αποζημιώσεων. Οποιαδήποτε επιδίκαση τέτοιου ποσού θα εστερείτο υπό τις περιστάσεις του απαραίτητου πραγματικού υποβάθρου και θα ήταν συνεπώς αβάσιμη αλλά και άδικη για τον εναγόμενο. Το βάρος απόδειξης άλλωστε των υπό αναφορά στοιχείων βάρυνε τον ίδιο τον ενάγοντα ο οποίος είχε καθήκον να προσκομίσει αποδεκτή και ικανοποιητική μαρτυρία προς το σκοπό αυτό, κάτι το οποίο απέτυχε να πράξει. Σε σχέση τώρα με την προδικαστική ένσταση του εναγόμενου, η οποία τίθεται στην πρώτη παράγραφο της έκθεσης υπεράσπισης του και συνίσταται στο ότι ο ενάγοντας κωλύεται να εγείρει την παρούσα αγωγή γιατί εισέπραξε από τον αποβιώσαντα, ο οποίος του προσέφερε χαριστικά χωρίς οποιαδήποτε παραδοχή ευθύνης, το ποσό των Λ.Κ.800/€1,366.88 προς πλήρη διευθέτηση των αξιώσεων του συνεπεία του δυστυχήματος, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Είναι η θέση της υπεράσπισης ότι ο ενάγων στην ουσία παραδέχθηκε ότι εισέπραξε το ποσό αυτό προς πλήρη διευθέτησης όλων των αξιώσεων του συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος εφόσον δεν αρνήθηκε ρητά στην απάντηση του στην υπεράσπιση τον ισχυρισμό αυτό. Ο ενάγοντας στην απάντηση στην υπεράσπιση του δηλώνει ότι αρνείται όλους και κάθε ένα τους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης, οι οποίοι δεν συνάδουν ή αντιφάσκουν ή δεν αποτελούν παραδοχή των ισχυρισμών του. Αρνείται επίσης και τους ισχυρισμούς επί των οποίων στηρίζεται η ανταπαίτηση στις παραγράφους 10 και 11 της έκθεσης υπεράσπισης κατά το μέρος που αντιφάσκουν με τους ισχυρισμούς του. Τέλος αρνείται τις αξιώσεις που εγείρονται με την ανταπαίτηση και ζητά απόρριψη αυτής. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο ενάγων αρνείται ρητά το σύνολο του υπό εξέταση ισχυρισμού του εναγόμενου ότι δηλ. ο ενάγων πήρε το πόσο αυτό για σκοπούς πλήρους διευθέτησης των αξιώσεων του. Συνεπώς δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παράβαση των κανόνων ως προς τη δικογράφηση των ισχυρισμών του ενάγοντα. Κατ' επέκταση η πιο πάνω απάντηση του ενάγοντα στο δικόγραφο του δεν αντιφάσκει με τη μαρτυρία του ότι πήρε το ποσό αυτό για άλλο όμως σκοπό ήτοι για κάλυψη των οδοιπορικών του σε σχέση με τις επισκέψεις του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για τους λόγους και για τους χρόνους που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Συνεπώς η σχετική θέση της υπεράσπισης δεν ευσταθεί. Περαιτέρω, ως έχει ήδη αναφερθεί και για τους λόγους που εξηγούνται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, η εκδοχή του εναγόμενου, η οποία τέθηκε μέσω του Μ.Υ.1, αναφορικά με το σκοπό για τον οποίο δόθηκε το ποσό αυτό στον ενάγοντα δεν έγινε δεκτή. Αντίθετα δεκτή έγινε η σχετική εκδοχή του ενάγοντα και το Δικαστήριο κατέληξε σε εύρημα ότι το ποσό αυτό δόθηκε στον ενάγοντα από τον αποβιώσαντα μετά το δυστύχημα για κάλυψη των μεταφορικών εξόδων του ενάγοντα για τις επισκέψεις του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Συνεπώς η προδικαστική ένσταση των εναγομένων δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Θα προχωρήσω τέλος στην εξέταση της ανταπαίτησης του εναγόμενου. Αναφορικά με την αξία του γαϊδουριού πρέπει να λεχθεί ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Ακόμη όμως και αν η αξία αυτή αποδεικνυόταν πρέπει να αναφερθεί ότι λαμβάνοντας υπόψην τα ευρήματα σε σχέση με την αμέλεια του αποβιώσαντα και την έλλειψη συντρέχουσας αμέλειας από τον ενάγοντα, ο εναγόμενος δεν θα εδικαιούτο σε τέτοια αποζημίωση καθώς η ζημιά αυτή προκλήθηκε συνεπεία της αποκλειστικής αμέλειας του αποβιώσαντα. Όσον δε αφορά το ποσό των Λ.Κ.800 από το σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα ευρήματα φαίνεται ότι αυτό δόθηκε προς κάλυψη ενός εξόδου του ενάγοντα το οποίο δημιουργήθηκε λόγω του τραυματισμού του συνεπεία του δυστυχήματος και ήταν αναγκαίο εφόσον αυτός δεν είχε αυτοκίνητο και οι επισκέψεις του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας γίνονταν για την παρακολούθηση από το θεράποντα ιατρό του της κατάστασης της υγείας του μετά από την επέμβαση στην οποία υπεβλήθη. Πρέπει να λεχθεί ότι φαίνεται άλλωστε ότι ο ενάγων λόγω της καταβολής του ποσού αυτού δεν εγείρει στην έκθεση απαίτησης του αξίωση για τη ζημιά του σε σχέση με τα υπό αναφορά μεταφορικά έξοδα. Λαμβάνοντας υπόψην τα πιο πάνω σε συνδυασμό με το ότι το ποσό αυτό δεν δόθηκε προς κάλυψη οποιασδήποτε από τις αξιώσεις του ενάγοντα στην παρούσα κρίνω ότι αυτό δεν μπορεί να συνυπολογισθεί και να αφαιρεθεί από τα ποσά που έχουν επιδικασθεί στον ενάγοντα για τις αξιώσεις που έχει εγείρει και έχει αποδείξει. Συνεπώς ούτε το μέρος αυτό της ανταπαίτηση του εναγόμενου για επιστροφή στην ουσία του υπό αναφορά ποσού έχει αποδειχθεί. Κατ' επέκταση κρίνω ότι ο εναγόμενος έχει αποτύχει να αποδείξει την ανταπαίτηση του και συναφώς αυτή απορρίπτεται, χωρίς οποιαδήποτε ιδιαίτερη διαταγή για έξοδα εφόσον αυτή συνεκδικάστηκε με την αγωγή. Ενόψει όλων των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €1,846.65 ως ειδικές αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο επί του ½ του ως άνω ποσού από 6.6.05 μέχρι σήμερα. Τέλος επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου τα έξοδα στην ανάλογη κλίμακα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι από σήμερα ολόκληρο το ποσό της απόφασης θα φέρει νόμιμο τόκο. (Υπ.) ............... Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Αστικό/Τελική Απόφαση/Δυστύχημα) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.