← Κύπρος

OTIS ELEVATOR (CYPRUS) LTD ν. ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 3589/04, 30.4.2009

OTIS ELEVATOR (CYPRUS) LTD ν. ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 3589/04, 30.4.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A107 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3589/04 Μεταξύ: OTIS ELEVATOR (CYPRUS) LTD Εναγόντων και ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ Εναγομένων και 1. ORBIT KAZOULIS LTD 2. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Τριτοδιαδίκων Ημερομηνία: 30.4.2009 Για Ενάγοντες: κ. Λάντας Για Εναγόμενους: κ. Ταλαρίδης Για Τριτοδίαδικους 1: κ. Χαραλαμπίδης Για Τριτοδιάδικους 2: κα Αλεξάνδρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά την ολοκλήρωση και το κλείσιμο της υπόθεσης και των τριτοδιαδίκων 2 και πριν τις τελικές αγορεύσεις οι εναγόμενοι υπέβαλαν προφορικά αίτημα με το οποίο ζητούν την άδεια του Δικαστηρίου για την προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας στη μαρτυρία των τριτοδιαδίκων 1. Συγκεκριμένα οι εναγόμενοι ζητούν όπως τους επιτραπεί η προσκόμιση αντικρουστικής μαρτυρίας σε σχέση με τον ισχυρισμό των τριτοδιαδίκων 1 ότι έστειλαν στους εναγόμενους μαζί με το πρωτότυπο του τεκμηρίου 23 και ένα αντίγραφο αυτού του εγγράφου. Σύμφωνα με την ίδια εισήγηση η θέση αυτή δεν υποβλήθηκε από το συνήγορο των τριτοδιαδίκων 1 κατά την αντεξέταση των δύο μαρτύρων των εναγομένων και έτσι όταν ο μάρτυρας των τριτοδιαδίκων 1 έθεσε κατά τη μαρτυρία του τον ισχυρισμό αυτό οι εναγόμενοι βρέθηκαν εξ απροόπτου. Οι εναγόμενοι (στο εξής οι αιτητές) στηρίζουν το αίτημα τους στη Δ.33 Θ.7 (ιι) (
  2. b)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Όσον δε αφορά το προφορικό του αιτήματος ο κ. Ταλαρίδης ανέφερε ότι η Δ.33 μιλά για τη διαδικασία κατά τη διάρκεια της δίκης και ότι επομένως τέτοιο αίτημα γίνεται προφορικά. Από την άλλη πλευρά οι ενάγοντες και οι τριτοδιάδικοι 1 και 2 (στο εξής οι καθ' ων η αίτηση) έφεραν ένσταση στο αίτημα των εναγομένων και ζήτησαν όπως αυτό απορριφθεί για τους ακόλουθους λόγους: 1. Το αίτημα έγινε προφορικά κατά παράβαση της Δ.48 Θ.2

(1)η οποία αναφέρει ότι όπου δεν προβλέπεται διαφορετικά κάθε αίτηση στο Δικαστήριο πρέπει να γίνεται γραπτώς. 2. Το αίτημα έπρεπε σύμφωνα με την Δ.33 Θ.7 (ιι) (
  1. b)όπως αυτή ερμηνεύεται στην παρούσα όπου έχουμε και τριτοδιαδίκους, να υποβληθεί αμέσως μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας των τριτοδιαδίκων 1. 3. Οι εναγόμενοι δεν βρέθηκαν εξ απροόπτου ούτε αιφνιδιάστηκαν με τον υπό αναφορά ισχυρισμό του μάρτυρα των τριτοδιαδίκων 1. Αυτό για τους ακόλουθους λόγους: Στην έκθεση απαίτησης των εναγομένων ισχυρίζονται ότι οι τριτοδιάδικοι 1 τους έδωσαν οδηγίες να προχωρήσουν στην πληρωμή του επίδικου ποσού προς τους προμηθευτές με τραπεζική επιταγή. Οι τριτιοδιάδικοι 1 στην υπεράσπιση τους ρητώς αρνούνται τον ισχυρισμό αυτό. Συνεπώς το θέμα αυτό ήταν επίδικο και το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού αυτού το έφεραν πάντοτε οι εναγόμενοι. Προς ενίσχυση του ισχυρισμού τους αυτού οι εναγόμενοι παρουσίασαν το τεκμήριο 29 ισχυριζόμενοι ότι το έλαβαν από τους τριτοδιάδικους 1. Η υπεράσπιση των τριτοδιαδίκων 1 παρουσίασε το τεκμήριο 49 το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο για αναγνώριση κατά την αντεξέταση της δεύτερης μάρτυρος των εναγομένων μετά από σειρά ερωτήσεων επί του θέματος αυτού. Δηλ. το τεκμήριο αυτό παρουσιάστηκε πριν ολοκληρωθεί η μαρτυρία των εναγομένων. Έτσι οι εναγόμενοι είχαν κάθε ευκαιρία να προσκομίσουν οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία έκριναν αναγκαία για να τεκμηριώσουν τη θέση τους. Ακόμη όμως και αν δεν παρουσιαζόταν το τεκμήριο 49 κατά την αντεξέταση της δεύτερης μάρτυρος των εναγομένων αυτοί θα έπρεπε να ανέμεναν την προσκόμιση μαρτυρίας από τους τριτοδιάδικους 1 για υποστήριξη της θέσης τους ότι ουδέποτε έδωσαν οδηγίες για αποστολή τραπεζικής επιταγής. Το αίτημα των εναγομένων στηρίζεται ως έχει αναφερθεί στην Δ.33 Θ.7 (ιι) (
  2. b)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών η οποία προβλέπει τα εξής: «The first party may not adduce evidence in reply except by leave of the Court. If he desires to adduce such evidence, he must ask for leave immediately after the second party's evidence is concluded. If such leave is granted, the second party's summing up shall be postponed until after the evidence in reply is heard». Με βάση λοιπόν τη Δ.33 Θ.7 (ιι) (
  3. b)το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει σε ορισμένες περιπτώσεις την προσαγωγή από το πρώτο μέρος μαρτυρίας εις απάντηση ισχυρισμών του δεύτερου μέρους. Τέτοιο αίτημα θα πρέπει να γίνεται αμέσως μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του δεύτερου μέρους. Οι αρχές βάση των οποίων δύναται το Δικαστήριο να επιτρέψει την προσκόμιση τέτοιας μαρτυρίας συνοψίζονται στην υπόθεση Tsiartas and others v. Taliotis
(1989)1 C.L.R. 216 στην οποία γίνεται εκτενής ανάλυση της αγγλικής επί του θέματος νομολογίας. Από την απόφαση αυτή όπου μεταξύ άλλων γίνεται αναφορά και στο σχετικό απόσπασµα από το Annual Practice 1960 (σελ. 864) καθώς και στην αντίστοιχη Ο.37 r.1 των αγγλικών θεσμών όπως ίσχυε τότε, συνάγεται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται στις εξής περιπτώσεις: 1. Όταν χρειάζεται να απαντηθεί μαρτυρία που προσαγάγει η άλλη πλευρά δηλ. η πλευρά του δεύτερου μέρους προς υποστήριξη θέµατος το βάρος απόδειξης του οποίου βαρύνει το δεύτερο αυτό μέρος. 2. Όταν το πρώτο μέρος καταληφθεί εξ απίνης ή η μαρτυρία που έχει ήδη προσαχθεί είναι αντιφατική. Στην Tsiartas επίσης γίνεται αναφορά στο σύγγραµµα Phipson οn Evidence 13η έκδοση σελ. 824 όπου αναφέρεται ότι η µαρτυρία προς αντίκρουση θα πρέπει ως γενικός κανόνας να περιορίζεται αυστηρά σε µαρτυρία, η οποία έχει ως στόχο να αντικρούσει την υπόθεση του εναγοµένου και δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην επιβεβαίωση της υπόθεσης του ενάγοντος. Στο ίδιο απόσπασµα αναφέρεται επίσης πως το Δικαστήριο έχει εν πάση περιπτώσει διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί περαιτέρω µαρτυρία είτε προς ικανοποίηση του ίδιου του Δικαστηρίου είτε επειδή το απαιτεί το συµφέρον της δικαιοσύνης. Ξεκινώντας από το δεύτερο λόγο που εγείρουν οι καθ' ων η αίτηση στην παρούσα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Από το λεκτικό της Δ.33 Θ.7 εξάγεται ότι ως πρώτο μέρος καλείται εκείνο το οποίο φέρει το βάρος απόδειξης ενώ ως δεύτερο μέρος καλείται ο άλλος διάδικος. Στην παρούσα οι τριτοδιάδικοι 1 και 2 δεν έχουν να αποδείξουν οτιδήποτε, αλλά απλώς να αντικρούσουν τους ισχυρισµούς των εναγομένων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και δεν υπάρχει ανταπαίτηση εκ µέρους τους. Συνεπώς το πρώτο µέρος όσον αφορά την υπόθεση των εναγομένων εναντίον των τριτοδιαδίκων είναι χωρίς αµφιβολία οι ίδιοι οι εναγόμενοι και το δεύτερο µέρος και οι δύο τριτοδιάδικοι. Φυσικά η Δ.33 Θ.7 δεν κάνει πρόνοια για τις περιπώσεις όπου υπάρχουν περισσότερα από ένα δεύτερα μέρη. Σημασία έχει όμως σε ποιό µέρος εναποτίθεται το βάρος της απόδειξης στη συγκεκριµένη υπόθεση. Είναι κατά συνέπεια λογικό το δεύτερο µέρος να καλύπτει περισσότερους από ένα διαδίκους όταν αυτοί δεν έχουν οποιοδήποτε βάρος απόδειξης. Το ίδιο συµπέρασµα εξάγεται και από τις πρόνοιες της ίδιας της Δ.33 Θ.7 (ιι) (
  1. b)στην οποία καθορίζεται ότι αν δοθεί µαρτυρία σε απάντηση τότε η τελική αγόρευση του δεύτερου µέρους αναβάλλεται ανάλογα. Εάν γινόταν δεκτή η θέση των καθ' ων η αίτηση τότε θα καταλήγαμε στο παράδοξο, μη πρακτικό και αντιδικονομικό αποτέλεσμα να καλείται επιπρόσθετη µαρτυρία σε απάντηση, να γίνεται η τελική αγόρευση του τριτοδιαδίκου 1 και μετά να ακολουθεί η µαρτυρία του τριτοδιαδίκου 2. Ως εκ των άνω ο δεύτερος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο που εγείρεται προς απόρριψη του αιτήματος πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η Δ.48 αφορά τη διαδικασία που ακολουθείται σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Το δικαίωμα για υποβολή αιτήματος ως το υπό εξέταση παρέχεται από τη Δ.33 η οποία προβλέπει τη διαδικασία που ακολουθείται κατά την ακρόαση αγωγής συμπεριλαμβανόμενου του θέματος της προσαγωγής μαρτυρίας. Η Δ.33 Θ.7 (ιι) (
  2. b)στην οποία στηρίζεται ποιο συγκεκριμένα το υπό εξέταση αίτημα δεν αναφέρεται στην υποβολή γραπτής αίτησης αλλά περιορίζεται στο να αναφέρει ότι ο διάδικος που επιθυμεί κάτι τέτοιο πρέπει να ζητήσει την άδεια του Δικαστηρίου αμέσως μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του άλλου μέρους. Το αίτημα δε στην παρούσα αφορά την προσαγωγή μαρτυρίας προς αντίκρουση ισχυρισμού που τέθηκε με μαρτυρία κατά την ακρόαση της αγωγής. Υποβάλλεται λοιπόν στα πλαίσια και αποκλειστικά για σκοπούς προσκόμισης μαρτυρίας κατά την ακροαματική διαδικασία της ουσίας της υπόθεσης. Λαμβάνοντας υπόψην τα πιο πάνω κρίνεται ότι το υπό εξέταση αίτημα δεν εμπίπτει εντός των δικονομικών πλαισίων όπου απαιτείται γραπτή αίτηση (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Γιαννάκη Βασιλιτσιά
(1995)1 Α.Α.Δ. 1119). Περαιτέρω με την υποβολή προφορικού αιτήματος δεν προκαλείται καμιά αδικία ή δυσμενής επηρεασμός των άλλων διαδίκων καθότι η αίτηση γίνεται στο απαιτούμενο από τη Δ.33 Θ.7 (ιι) (b) χρόνο, τα στοιχεία στα οποία βασίζεται προκύπτουν από τα πρακτικά και άρα από το φάκελο της υπόθεσης δηλ. δεν απαιτείται περαιτέρω μαρτυρία και οι άλλοι διάδικοι είχαν ενημερωθεί εκ των προτέρων για την υποβολή του αιτήματος και είχαν την ευκαιρία να τοποθετηθούν επ' αυτού όπως και έπραξαν. Συνεπώς ούτε ο πρώτος λόγος για απόρριψη του υπό εξέταση αιτήματος ευσταθεί. Θα προχωρήσω τέλος να εξετάσω την ουσία του αιτήματος. Ως έχει αναφερθεί είναι η θέση των εναγομένων ότι με τη μαρτυρία των τριτοδιαδίκων 1 όπου τέθηκε ο συγκεκριμένος ισχυρισμός αυτοί βρέθηκαν εξ απροόπτου. Στο σύγγραμμα του κ. Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 238 αναφέρεται σε σχέση με το θέμα της αντίκρουσης μαρτυρίας ότι «ο γενικός κανόνας είναι ότι ο κάθε διάδικος θα πρέπει να παρουσιάζει τη μαρτυρία πάνω στην οποία θα βασίσει την υπόθεση του προτού κλείσει την υπόθεση του. Αυτό προϋποθέτει ότι ο διάδικος πρέπει να προβλέψει ποια είναι τα επίδικα θέματα και να προετοιμάσει τη μαρτυρία η οποία είναι αναγκαία για να καλύψει τα θέματα που θα εγερθούν. Όμως σε αρκετές περιπτώσεις η ακροαματική διαδικασία παίρνει μια άλλη γραμμή από αυτή που είχε προβλεφθεί και εγείρονται θέματα που καταλαμβάνουν έναν από τους διαδίκους εξ απροόπτου». Για αυτό το λόγο τα Δικαστήρια σε ορισμένες περιπτώσεις δέχονται μαρτυρία σε αντίκρουση μαρτυρίας που έχει ήδη δοθεί. Στην παρούσα είναι βασικός ισχυρισμός στο οποίο στηρίζεται η απαίτηση των εναγομένων εναντίον των τριτοδιαδίκων 1 (βλ. παράγραφοι 2 και 6 της έκθεση απαίτησης των εναγομένων) ότι οι τριτοδιάδικοι 1 έδωσαν εντολή στους εναγόμενους να στείλουν τα χρήματα της τιμής των εμπορευμάτων στην ιταλική εταιρεία (προμηθευτές των εμπορευμάτων των εναγόντων) με αποστολή επιταγής με κατ' ευθείαν αποστολή, όπως και έπραξαν οι εναγόμενοι. Οι τριτοδιάδικοι 1 στην έκθεση υπεράσπισης τους (παράγραφοι 2 και 6) ρητά αρνούνται τον πιο πάνω ισχυρισμό των εναγομένων. Προκύπτει λοιπόν ότι οι πιο πάνω θέσεις των εναγομένων και των τριτοδιαδίκων 1 αναφορικά με το κατά πόσο δόθηκαν οι οδηγίες - εντολή που ισχυρίζονται οι εναγόμενοι είναι δικογραφημένες και ήταν εξ αρχής γνωστές στον καθένα από αυτούς. Η απόδειξη δε του σχετικού ισχυρισμού των εναγομένων με δεδομένη τη μη αποδοχή του από τους τριτοδιαδίκους 1 εμφανώς βάρυνε εξ αρχής τους εναγόμενους, οι οποίοι όφειλαν να προσκομίσουν την ανάλογη μαρτυρία προς το σκοπό αυτό. Στα πλαίσια αυτά οι εναγόμενοι όφειλαν να προσκομίσουν όλη τη μαρτυρία που είχαν στη διάθεση τους σε σχέση με το πώς τους δόθηκαν οι οδηγίες αυτές, σε ποια μορφή και σε τι συνίσταντο. Προς απόδειξη του ισχυρισμού τους οι εναγόμενοι προσκόμισαν το τεκμήριο 23 ως το αρχικό έγγραφο που τους έστειλαν οι τριτοδιάδικοι 1 και το τεκμήριο 29 το οποίο σύμφωνα με τους εναγόμενους επίσης τους έστειλαν οι τριτοδιάδικοι 1 αργότερα με φαξ και στο οποίο περιλαμβάνονται οι οδηγίες πληρωμής που ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. Ήταν αντίθετα η θέση των τριτοδιαδίκων 1 ότι δεν έδωσαν τέτοιες οδηγίες και δεν κατάρτισαν ούτε έστειλαν αυτοί το τεκμήριο 29 στους εναγόμενους. Η θέση αυτή των τριτοδιαδίκων 1 ως λέχθηκε ήταν γνωστή εξ αρχής αλλά τέθηκε και κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των εναγομένων. Όσον δε αφορά τον ισχυρισμό του οποίου ζητείται η αντίκρουση ήταν η θέση του μάρτυρα των τριτοδιαδίκων 1 ότι αυτοί απέστειλαν στους εναγόμενους στη Λευκωσία όπου ήταν το Κεντρικό κατάστημα παραλαβής εγγράφων, τόσο το πρωτότυπο έγγραφο, αντίγραφο του οποίου αποτελεί το τεκμήριο 23 όσο και ένα από τα δύο αντίγραφα αυτού. Το αντίγραφο αυτό είναι το ίδιο με το αντίγραφο που κράτησαν οι τριτοδιάδικοι 1 για το δικό τους αρχείο (τεκμήριο Α προς Αναγνώριση, το οποίο κατατέθηκε αργότερα ως τεκμήριο 49). Το πρωτότυπο του τεκμηρίου 23 είναι το ίδιο με τα δύο υπό αναφορά αντίγραφα με τη διαφορά ότι αυτά φέρουν διαγώνια τη λέξη COPY με μεγάλα γράμματα. Πιο συγκεκριμένα ο μάρτυρας ανέφερε ότι το υπό αναφορά έγγραφο εκδίδεται σε τριπλότυπο. Το ένα είναι το πρωτότυπο και τα άλλα δύο είναι αντίγραφα. Έστειλαν στους εναγόμενους το πρωτότυπο μαζί με ένα από τα αντίγραφα COPY και κράτησαν το άλλο αντίγραφο που είναι το τεκμήριο
  1. Είναι επίσης η θέση των τριτοδιαδίκων 1 ότι τα δύο υπό αναφορά αντίγραφα δεν έφεραν τις οδηγίες πληρωμής που παρουσιάζονται στο τεκμήριο
  2. Το τεκμήριο 29 είναι αντίγραφο και φέρει τα ίδια στοιχεία με το τεκμήριο 49 πλην των υπό αναφορά οδηγιών πληρωμής που δεν υπάρχουν στο τεκμήριο
  3. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας των τριτοδιαδίκων 1 αντεξετάσθηκε επί της θέσης του αυτής από το συνήγορο των εναγομένων. Η πιο πάνω αναφερόμενη όμως θέση των τριτοδιαδίκων 1 και ο σχετικός ισχυρισμός του μάρτυρα αυτών τέθηκαν και κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των εναγομένων από το συνήγορο των τριτοδιαδίκων. Συγκεκριμένα: Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα των εναγομένων 1 ρωτήθηκε αν μαζί με το πρωτότυπο έγγραφο, αντίγραφο του οποίου είναι το τεκμήριο 23, παραδόθηκε στην τράπεζα και COPY και απάντησε ότι δεν γνωρίζει και ότι στο πρωτότυπο έχει σφραγίδα της τράπεζας με ημερομηνία παραλαβής ενώ στο αντίγραφο καμιά ένδειξη ότι παραδόθηκε στην τράπεζα. Στη συνέχεια σε ερώτηση τι συνάγεται από το γεγονός αυτό απάντησε ότι εάν υπήρχε λήψη του αντιγράφου θα υπήρχε πιθανότατα και η σφραγίδα της τράπεζας, μιλώντας για το χρόνο λήψης του πρωτοτύπου δηλαδή τις 5.2.
  4. Αμέσως μετά υποβλήθηκε ρητά στο μάρτυρα αυτόν ότι μαζί με το πρωτότυπο τους παραδόθηκε και COPY και ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν το γνωρίζει. Η μάρτυρας των εναγομένων 2 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο λειτουργός υπεύθυνη για την παραλαβή εγγράφων στη Μονάδα Εμπορικών Συναλλαγών των εναγομένων στη Λεμεσό. Κατά την αντεξέταση της αφού συμφώνησε ότι το τεκμήριο 23 είναι αντίγραφο ερωτήθηκε αν γνωρίζει τι έκαναν το πρωτότυπο και απάντησε ότι δεν γνωρίζει και ότι πιθανόν να είναι στην Κεντρική Υπηρεσία των εναγομένων στη Λευκωσία. Σε άλλη ερώτηση αν συμφωνεί ότι μαζί με το πρωτότυπο που αποστέλλεται στην τράπεζα τους αποστέλλεται επίσης και ένα COPY από τους τριτοδιάδικους 1 απάντησε ότι δεν το γνωρίζει. Σε υποβολή ότι το συγκεκριμένο έγγραφο εκδίδεται σε τριπλότυπο, το πρωτότυπο και COPY στέλλονται στην τράπεζα και διατηρούν και ένα COPY οι τριτοδιάδικοι 1, απάντησε ότι ούτε αυτό το γνωρίζει. Σε άλλη υποβολή ότι από την αρχική λήψη των εγγράφων από τους εναγόμενους αυτοί είχαν στην κατοχή τους αυτό το COPY απάντησε επίσης ότι δεν το γνωρίζει. Επίσης της υποβλήθηκε η θέση ότι το τεκμήριο Α προς Αναγνώριση, το οποίο της υπεδείχθη και αργότερα κατατέθηκε ως τεκμήριο 49, είναι το έγγραφο που παρέμεινε στην κατοχή των τριτοδιαδίκων 1 και το οποίο δεν φέρει καμιά οδηγία πέραν του «Direct Remittance» και η μάρτυρας απάντησε ότι αυτό δεν αποκλείει τη φωτοτύπηση εκείνου και τη δακτυλογράφηση οδηγιών πάνω. Αμέσως μετά αφού της τέθηκε η θέση ότι αυτό δεν αποκλείει ταυτόχρονα την ίδια πράξη από την πλευρά των εναγομένων δηλ. τη φωτοτύπηση του αρχικού και την εγγραφή εκείνου του σημείου πάνω ερωτήθηκε που βρίσκεται το δικό τους αρχικό COPY δηλ. των εναγομένων χωρίς την καταγραφή της συγκεκριμένης οδηγίας και απάντησε ότι δεν την αποκλείει αλλά δεν μπορείς να ξέρεις από πριν ότι θα κλαπεί μια επιταγή για να πας να συμπληρώσεις οδηγίες πάνω. Τέλος της υποβλήθηκε ότι εάν δεν έκαναν το λάθος οι εναγόμενοι να προβούν στην προσθήκη στο δικό τους αντίγραφο τώρα θα μπορούσαν να παρουσιάσουν το δικό τους αντίγραφο που φέρει τη λέξη COPY, το οποίο δεν θα φέρει αυτή την προσθήκη, αλλά δεν μπορούν. Η μάρτυρας απάντησε ότι δεν υπήρξε προσθήκη ούτε από την ίδια ούτε από τον προϊστάμενο της σε οποιοδήποτε έγγραφο παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Με το αίτημα τους λοιπόν οι εναγόμενοι ζητούν στην ουσία να φέρουν μαρτυρία με την οποία να αντικρούσουν τον ισχυρισμό των τριτοδιαδίκων 1 ότι οι τελευταίοι έστειλαν στους εναγόμενους εκτός από το πρωτότυπο έγγραφο, αντίγραφο του οποίου είναι το τεκμήριο 23, και ένα από τα αντίγραφα COPY του τεκμηρίου αυτού. Ως έχει όμως λεχθεί το βάρος να αποδείξουν την ύπαρξη και λήψη των οδηγιών για την πληρωμή με τραπεζική επιταγή και συναφώς το αν και τι ακριβώς τους στάληκε σχετικά από τους τριτοδιάδικους 1, άνηκε εξ αρχής στους εναγόμενους. Έτσι και με δεδομένη την εξ αρχής δικογραφημένη και άρα γνωστή άρνηση των τριτοδιαδίκων 1 ότι έστειλαν τέτοιες οδηγίες, οι εναγόμενοι όφειλαν να προσκομίσουν όλη τη μαρτυρία που είχαν εις γνώση τους ή στην κατοχή τους προς απόδειξη του ισχυρισμού τους και ταυτόχρονα προς κατάρριψη του ισχυρισμού των τριτοδιαδίκων
  5. Αυτή η μαρτυρία ασφαλώς περιλάμβανε όλα τα έγγραφα που παρέλαβαν και συνεπώς και το κατά πόσο πέραν του πρωτοτύπου του τεκμηρίου 23 στάληκε στους εναγόμενους και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο όπως οποιοδήποτε αντίγραφο αυτού. Άλλωστε οι εναγόμενοι ήταν αυτοί που όφειλαν να γνωρίζουν τι παρέλαβαν οι ίδιοι και να προσκομίσουν σχετική μαρτυρία. Το υπό αναφορά θέμα μπορούσε λοιπόν εύλογα να προβλεφθεί από τους εναγόμενους από την αρχή. Ακόμη όμως και να γινόταν δεκτό ότι αυτό δεν μπορούσε να προβλεφθεί από την αρχή, από τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω προκύπτει ότι κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των εναγομένων τέθηκε σε αυτούς και μάλιστα ρητά ο σχετικός ισχυρισμός των τριτοδιαδίκων
  6. Συνεπώς ο ισχυρισμός αυτός των τριτοδιαδίκων 1 ήταν γνωστός στους εναγόμενους πριν το πέρας της μαρτυρίας αυτών και άρα οι τελευταίοι θα μπορούσαν να προσκομίσουν οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία επιθυμούσαν πριν την ολοκλήρωση και το κλείσιμο της υπόθεσης τους. Κρίνω λοιπόν ενόψει των ανωτέρω ότι οι εναγόμενοι δεν βρέθηκαν εξ απίνης με τον ισχυρισμό των τριτοδιαδίκων 1, την αντίκρουση του οποίου ζητούν. Περαιτέρω ως λέχθηκε ανωτέρω είναι στην ουσία η θέση των εναγομένων ότι τους στάληκε μόνο το πρωτότυπο έγγραφο, αντίγραφο του οποίου είναι το τεκμήριο
  7. Συνεπώς η προσκόμιση της αντικρουστικής μαρτυρίας που αιτούνται επιδιώκει εμφανώς όχι να αντικρούσει τη μαρτυρία των τριτοδιαδίκων 1 αλλά να επιβεβαιώσει στην ουσία την υπόθεση των εναγομένων. Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω αλλά και λαμβάνοντας υπόψην το σύνολο των συνθηκών της υπόθεσης καταλήγω ότι η σχετική διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ της έγκριση του αιτήματος των εναγομένων. Συναφώς το αίτημα των εναγομένων απορρίπτεται με τα έξοδα που το αφορούν να είναι εις βάρος των εναγομένων και υπέρ των εναγόντων και των τριτοδιαδίκων 1 και 2 ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Αστικό/Ενδιάμεση/Αντικρουστική μαρτυρία) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.