Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γεώργιου Οικονόμου, Αρ. Αγωγής: 3341/05, 5.5.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A109 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3341/05 Μεταξύ: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Ενάγουσας - και - Γεώργιου Οικονόμου, από τη Λεμεσό Εναγόμενου - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 2.4.2009 5.5.2009 Για τον Αιτητή - Εναγόμενο: κ. Ν. Πιριλίδης με κ. Α. Ερωτοκρίτου, κ. Α. Ερωτοκρίτου για ν' ακούσει απόφαση Για την Καθ΄ ης η Αίτηση - Ενάγουσα: κ. Λ. Πασχαλίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή η Ενάγουσα Τράπεζα αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου πελάτη της ποσό €190.098,74 (ΛΚ111.259,85) πλέον τόκους από 17.2.2005 και την πώληση των μετοχών του Εναγόμενου, που ο τελευταίος ενεχυρίασε προς όφελος της Τράπεζας, προς ικανοποίηση της χρηματικής της αξίωσης. Σύμφωνα με το Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα την 29.1.1998 κατόπιν συμφωνίας η Τράπεζα παραχώρησε στον Εναγόμενο πιστωτικές διευκολύνσεις μέσω ειδικού τρεχούμενου λογαριασμού με αποκλειστικό σκοπό την αγορά και πώληση χρηματιστηριακών αξιών με όριο ΛΚ30.000 που στη συνέχεια αυξήθηκε φτάνοντας τις ΛΚ70.
- Αναφέρεται πως στις 17.2.1998 ο Εναγόμενος διόρισε το χρηματιστηριακό γραφείο "Severis & Athienitis Securities" ως πληρεξούσιους αντιπρόσωπους του (παράγραφος 4) για να καταλήξει πως στις 17.2.2005 όταν και τον τερμάτισε, ο λογαριασμός του Εναγόμενου παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ΛΚ111.259,85 (παράγραφος 10). Υπονοείται, προφανώς, χωρίς πουθενά να αναφέρεται ρητά, πως αγοράστηκαν χρηματιστηριακές αξίες κατ΄ εντολή του Εναγομένου ή των πληρεξουσίων αντιπροσώπων του και χρεώθηκε ο λογαριασμός του. Ο Εναγόμενος με την υφιστάμενη Έκθεση Υπεράσπισης του παραδέχεται τη συμφωνία για τις πιστωτικές διευκολύνσεις και τις αυξήσεις του ορίου του. Ακόμη ότι είχε πληρεξουσιοδοτήσει το αναφερόμενο χρηματιστηριακό γραφείο και ότι ενεχυρίασε μετοχές προς όφελος της Τράπεζας. Ότι αρνείτο ήταν τους δικογραφημένους επιμέρους όρους της συμφωνίας πιστωτικών διευκολύνσεων και της συμφωνίας ενεχυρίασης, τον τερματισμό και το χρεωστικό υπόλοιπο. Με την υπό κρίση αίτηση ο Εναγόμενος - Αιτητής εξαιτείται την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Η εξαιτούμενη τροποποίηση είναι καθολική υπό την έννοια πως επιζητά ο Αιτητής να απαλείψει και τις 15 παραγράφους της Έκθεσης Υπεράσπισης του που καλύπτουν λιγότερο από δύο δακτυλογραφημένες σελίδες και να τις αντικαταστήσει με 22 νέες παραγράφους που καλύπτουν πέραν των δεκατεσσάρων σελίδων. Ακόμα, να προσθέσει ανταπαίτηση που, με το παρακλητικό της μέρος, καλύπτει άλλες οκτώ δακτυλογραφημένες σελίδες, η οποία να στρέφεται όχι μόνο κατά της Ενάγουσας αλλά και εναντίον νέου διαδίκου της εταιρείας Art Arabian Idle Tree Ltd που να καταστεί εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη
- Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου ημερομηνίας 31.3.
- Η Ενάγουσα καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης όπου διατυπώνονται εννέα λόγοι ένστασης και που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Χριστίνας Κότσαπα, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερομηνίας 8.4.2009 και ένορκη δήλωση κάποιας Τούλιας Θεμιστοκλέους, υπαλλήλου της Ενάγουσας ιδίας ημερομηνίας. Η Δ.25, Θ. 1, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η αίτηση προβλέπει πως: «Το Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφά του, με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται, οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές.» Θα προσπαθήσω, κατ΄ αρχάς να εκθέσω τις βασικές αρχές. Η αρχή που επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Νewspapers Ltd [1970] 2 All E. R. 754, έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων η Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 A.A.Δ. 1, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ. ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934. Ο Λόρδος Denning είχε αναφέρει πως: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money." Στην υπόθεση Tildesley v. Harper 10 Ch. D. 393 αναφέρει ο Bramwell L. J. στη σελ. 396: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder he has done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise. However negligent or careless may have been the first omission and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs. Before the hearing leave is readily granted on payment of the costs occasioned unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amendment pleading was delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Transway Co. 16 Q.B.D. 556)." (Bλ. επίσης Ευριπίδου v. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24, William Patric Jack v. Philippa Estates Ltd
(1988)1 Α.Α.Δ. 607, Mahatton v. Viceroy Shipping Co. Ltd
(1979)1 Α.Α.Δ. 542, όπου το πιο πάνω απόσπασμα έχει υιοθετηθεί). Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ. ά. (πιο πάνω) αναφέρεται πως: "Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Στην υπόθεση Geto Tracing Import - Export Ltd. V. To Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev, (αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714, 716 λέχθηκε πως: "Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιόν του τις πραγματικές επίδικες διαφορές." Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 704, προβάλλεται η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του θέματος: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» Στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)A.A.Δ. 24 υποβλήθηκε αίτημα για τροποποίηση στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και αφού είχε ολοκληρωθεί η αγόρευση της μιας πλευράς. Η αίτηση βασίζετο στον Κ. 90 των Κυπριακών Θεσμών Ναυτοδικείου, όπου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να εγκρίνει τροποποίηση της δικογραφίας, ασκείται με βάση τις ίδιες αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, στο ίδιο πεδίο, σε άλλους τομείς της αστικής δικαιοδοσίας. Αναφέρεται στη σελ. 26 πως: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και εξισορροπούνται μετά από συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους και των συμφερόντων του δημοσίου στη εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» (Bλέπε επίσης Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33, Claraped v. Commercial Union Association 32 W. R., Steward v. North Metropolitan Transways Company (πιο πάνω), Michael v. United Sea Transport Co. Ltd
(1982)1 Α.Α.Δ. 401, Mahatton v. Viceroy Shipping Co. Ltd and Another (πιο πάνω), United Sea Transport Co. Ltd. and Another v. Zakou
(1980)1 Α.Α.Δ. 510). Ο παράγοντας καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση, μπορεί, κάτω από ορισμένες περιστάσεις, να επηρεάσει το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, όμως ο παράγοντας αυτός δεν είναι αφ΄ εαυτού αποφασιστικής σημασίας στην έκβαση της αίτησης. Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Export Co. κ. ά. v. A.G. Leventis Company (Nigeria) Ltd και άλλοι
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 αναφέρεται πως: «O παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας.» Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Αζά (πιο πάνω), αναφέρεται πως: «Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια.» (Bλέπε επίσης Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ. ά. (πιο πάνω) και Evripidou and Another v. Kannaourou (πιο πάνω). Προκύπτει πως ο παράγοντας καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και βασικά σαν συνισταμένη τυχόν επηρεασμού των δικαιωμάτων του καθ΄ ου η αίτηση. Η υπόθεση Γραμμές Στριντζή v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, 611 δίδει μια διαφοροποιημένη προσέγγιση. Αναφέρεται πως: «Τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή, εύλογα, μπορούσαν να εντοπίσουν από τους εναγομένους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Η αλλαγή δικηγόρου διαδίκων δεν παρέχει αφ΄ εαυτής λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας, ούτε δικαιολογία για την καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος.» Ακόμα, στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Αντρέας Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, στη σελ. 562 αναφέρεται πως: «Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσειόντων στην έκταση που τη θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους.» Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 44 παρατίθεται απόσπασμα από την υπόθεση Cropper v. Smith
(1884)26 Ch. D. 700, 710-711 ότι: "... I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right." Και μνημονεύεται η Easton v. Ford Motor Co. Ltd.
(1993)4 All E. R. 257 που την επαναβεβαιώνει. Με αναφορά στη δική μας νομολογία και ειδικά σε σχέση με τις περιπτώσεις όπου η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή μνημονεύεται απόσπασμα από την Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.Α.Δ. 426, 432 ότι: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δε συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή.» Σημειώνεται ακόμη πως: «Στην Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ΄ ουσία τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό, με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση.» Σημασία έχει το προτεινόμενο δικόγραφο στην ουσία του παρά στο μέγεθος του και τι νέο φιλοδοξεί να εισάξει και τι να μεταβάλει σε συνάρτηση με την υφιστάμενη Έκθεση Υπεράσπισης. Θα ήταν αχρείαστο και αποπροσανατολιστικό να επιχειρήσω να παραθέσω κάθε παράμετρο της προτεινόμενης Έκθεσης Υπεράσπισης. Αρκεί να την σκιαγραφήσω σε επίπεδο βασικών θέσεων. Κατ΄ αρχάς να σημειωθεί πως η εταιρεία Art Arabian Idle Tree Ltd, που επιδιώκεται να προστεθεί ως εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2, εν τοις εφεξής η «Art Arabian», αναφέρεται ως πρώην Severis & Athienitis Securities Ltd που προδήλως σχετίζεται με το χρηματιστηριακό γραφείο που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης. Αναφορικά με τη συμφωνία για τις πιστωτικές διευκολύνσεις, ενώ είναι παραδεκτή, με την προτεινόμενη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ο Εναγόμενος αποδέχεται μόνο ότι υπόβαλε σχετική αίτηση αρνούμενος τη συμφωνία όπως αυτή διατυπώνεται στην Απαίτηση. Η εκ πρώτης διαφοροποίηση στην Υπεράσπιση δεν είναι δραματική αφού και στην υφιστάμενη Έκθεση Υπεράσπισης ο Εναγόμενος αρνείτο τους διατυπωμένους στην αξίωση όρους της. Προκύπτει άλλωστε από γενική θεώρηση του προτεινόμενου δικογράφου πως είναι παραδεκτό πως υπήρξε συμφωνία και ανοίχθηκε επ΄ ονόματι του Εναγόμενου λογαριασμός. Επί του προκειμένου ότι νέο επιχειρεί να εισάξει είναι πως ο Εναγόμενος συμβλήθηκε με την Τράπεζα κατ΄ ακολουθία παραστάσεων τόσο της ίδιας της Τράπεζας όσο και της Art Arabian ή και της τελευταίας ως αντιπροσώπων της Τράπεζας. Πως η Τράπεζα και η Art Arabian του παρέστησαν, μεταξύ άλλων, ότι οι τελευταίοι ήσαν έμπειροι χρηματιστές, ειδικοί επί θεμάτων κινητών αξιών που θα του παρείχαν επαγγελματικές συμβουλές για την αγορά αξιών και ρευστοποίηση τους ώστε να βρίσκεται εντός των ορίων της λειτουργίας του λογαριασμού παρατραβήγματος και ότι οι ίδιοι θα αναλάμβαναν οιαδήποτε ζημιά ώστε να καλύπτεται ο Εναγόμενος και να αποζημιωθεί. Θα ισχυρίζεται ότι το λογαριασμό του θα διαχειριζόταν αποκλειστικά η Art Arabian δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου που ο ίδιος έδωσε και θα πρόσφερε η Art Arabian πραγματογνωμοσύνη και επαγγελματικές συμβουλές για τις επενδύσεις του Εναγόμενου επ΄ αμοιβή, προμήθεια ή δικαιώματα διαχείρισης. Συνδέει ο Εναγόμενος τη συμφωνία του με την Art Arabian με τη συμφωνία παροχής των πιστωτικών διευκολύνσεων από την Τράπεζα αντιμετωπίζοντας τις συλλογικά ως μια συμφωνία. Υπό το έδαφος των πιο πάνω θέσεων του αποδέχεται την ενεχυρίαση μετοχών του προς όφελος της Τράπεζας. Καθ΄ όσον αφορά την αύξηση του ορίου του λογαριασμού του διατείνεται ότι παραπονέθηκε ότι η αύξηση ήταν μονομερής εκ μέρους της Τράπεζας και αυθαίρετη. Ισχυρίζεται ακόμη πως παραπονέθηκε πως η αύξηση ήταν προϊόν παραστάσεων της Τράπεζας ή και της Art Arabian και ως εκ τούτου οι προς τούτο συμφωνίες ακυρώσιμες (παράγραφος 10 της προτεινόμενης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης). Εγείρει ακόμη ζήτημα αναφορικά με το ύψος του επιτοκίου και την αύξηση του ποσοστού κάλυψης του χρέους του. Ακόμη πως την περίοδο Ιουλίου 2000 - Ιουλίου 2002 ζήτησε από την Τράπεζα και την Art Arabian να ρευστοποιήσουν τις ενεχυριασμένες μετοχές του και τους αποδίδει αμέλεια και παράβαση συμφωνίας στο να μην συμμορφωθούν. Διαζευκτικά πως αμελώς δεν τον συμβούλεψαν να πωλήσει ή τον συμβούλευσαν να μην πωλήσει και πως η τιμή τους έκτοτε έπεσε ώστε να υποστεί ζημιές Λ.Κ.150.000 ή άλλο ποσό ως ήθελε φανεί μετά την απόδοση λογαριασμών που ανταξιεί να του αποδοθούν. Ότι του αγόραζαν μετοχές συνδεδεμένων με αυτές εταιρειών κατά παράβαση καθηκόντων αφοσίωσης και εμπιστευτικότητας προς αυτόν. Ακόμη πως η συμφωνία με την Τράπεζα είναι άκυρη ή ακυρώσιμη συνεπεία απάτης και ή ψευδών παραστάσεων και ή παράβασης νομίμων καθηκόντων της Τράπεζας ή και της Art Arabian. Η Ανταπαίτηση αφορά αξίωση για ποσά που υπερβαίνουν τις Λ.Κ.150.000 ή άλλου ποσού που θα ήθελε φανεί, στη βάση του ότι ο Εναγόμενος υπέστηκε ανάλογη ζημιά λόγω εσφαλμένων συμβουλών στις οποίες βασίστηκε και αμελούς διαχείρισης του πορτοφολίου των μετοχών του. Ακόμα θα ζητά λογαριασμούς για τις εκ μέρους του αγοραπωλησίες κινητών αξιών πέραν του αρχικού ορίου του λογαριασμού του καθιστώντας την Τράπεζα ή και την Art Arabian υπόλογους να καλύψουν οιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο πέραν του αρχικού ορίου. Η αξίωση για αποζημιώσεις πέραν των Λ.Κ.150.000 αναφέρεται σε διάφορες παραγράφους στο σώμα της Ανταπαίτησης και στο παρακλητικό μέρος ως γενικές ή και ειδικές αποζημιώσεις. Ωστόσο δεν επιχειρείται η αύξηση της κλίμακας της υπόθεσης. Φαίνεται πως η ανταξίωση αφορά στην ουσία το ίδιο ποσό των Λ.Κ.150.000 που προβάλλεται με διαφορετικούς τρόπους στο παρακλητικό. Κάθε τροποποίηση δικογράφου θα πρέπει να δικαιολογείται ως προς νεοεισαχθέντες ισχυρισμούς γεγονότων από ένορκη δήλωση που θετικά να υποστηρίζει πως τα γεγονότα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Στο στάδιο κρίσης αίτησης για τροποποίηση δεν εξετάζεται η αξιοπιστία και η ειλικρίνεια του ομνύοντα, εκτός και αν διαφανεί κακοπιστία στην προώθηση της αίτησης. Είναι ωστόσο απαραίτητο ο ομνύοντας να ορκίζεται θετικά ότι το γεγονός επεσυνέβηκε στην πραγματικότητα προτού του επιτραπεί να το εισάξει στη δικογραφία του ως ισχυρισμό (βλ. λόγο ένστασης 6). Η Πολιτική Δικονομία επιτρέπει την προβολή στα δικόγραφα διαζευκτικών ισχυρισμών γεγονότων και ο διάδικος μπορεί να προβάλει τέτοιους στο αρχικό δικογράφημα του. Όταν όμως επιζητήσει τροποποίηση δεν μπορεί να εισάξει ισχυρισμούς γεγονότων που σαν γεγονότα, και όχι νομικό αποτέλεσμα, αντιμάχονται το ένα το άλλο. Πολλές από τις νέες θέσεις που επιχειρείται να εισαχθούν προβάλλονται στο προτεινόμενο δικόγραφο με τρόπο διαζευκτικό. Όπου οι διαζευκτικές θέσεις μπορούν να συνυπάρχουν μπορεί να επιδειχθεί ελαστικότητα σε σχέση με το πόσο συγκεκριμένα και θετικά υποστηρίζονται από την ένορκη δήλωση του αιτητή, αφού δεν αναμένεται στο στάδιο αυτό να αποκαλύψει τη μαρτυρία που θα προσκομίσει κατά τη δίκη. Έτσι όταν στην παράγραφο 4 του προτεινόμενου δικογράφου επικαλείται παραστάσεις της Τράπεζας και/ή της Art Arabian και/ή της Art Arabian ως αντιπροσώπων της Τράπεζας και ορκίζεται πως αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, μπορεί να γίνει αποδεχτό πως ότι υποστηρίζει είναι πως υπήρξαν παραστάσεις τόσο από την Τράπεζα όσο και από την Art Arabian και ότι η τελευταία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της πρώτης. Άλλοι όμως βασικοί ισχυρισμοί γεγονότων που η πλευρά του Εναγόμενου επιζητεί να εισάξει αντιμάχονται μεταξύ τους και η υποστηριχτική ένορκη δήλωση δεν υποστηρίζει συγκεκριμένα οιονδήποτε γεγονός αλλά κατά γενικό τρόπο αναφέρει ότι η πραγματικότητα των γεγονότων αντικατοπτρίζεται στην προτεινόμενη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Η προτεινόμενη Ανταξίωση για ζημιές που υπέστηκε στην αξία του πορτοφολίου του λόγω μείωσης της αξίας των μετοχών του εδράζεται σε τρεις διαζευκτικές θέσεις ως προς τα γεγονότα που κατ΄ ισχυρισμό την περιβάλλουν. Με την παράγραφο 14 θα ισχυρίζεται ότι κατά την διάρκεια της περιόδου Ιουλίου 2000 έως Ιουλίου 2002 εζήτησε επανειλημμένα από την Τράπεζα και ή την Art Arabian να προβούν σε ρευστοποίηση των ενεχυριασμένων μετοχών του. Τους αποδίδει αμέλεια και παράβαση σύμβασης για την παράλειψη τους να ακολουθήσουν τις οδηγίες του. Στην ίδια παράγραφο προβάλλει την διαζευκτική θέση πως τον συμβούλευσαν να μην προχωρήσει στην πώληση των μετοχών του και επαναλαμβάνει τη θέση αυτή στην παράγραφο 18 (στ) ενώ στην παράγραφο 18 (ε) αναφέρει ότι παρέλειψαν να τον συμβουλεύσουν να ρευστοποιήσει. Για το ζήτημα αυτό δεν υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά στην υποστηρικτική της αίτησης ένορκη δήλωση. Τι είναι που δεν ειπώθηκε ή δεν έγινε αντιληπτό από την προηγούμενη δικηγόρο του Εναγόμενου ώστε να είχε συμπεριληφθεί στην Υπεράσπιση του; Ότι δεν τον συμβούλευσαν να ρευστοποιήσει, ότι τον συμβούλευσαν να μην ρευστοποιήσει ή ότι ο ίδιος έδωσε οδηγίες να ρευστοποιηθούν οι μετοχές του και τον παρήκουσαν; Η επιδίωξη εισαγωγής τέτοιων νέων θέσεων αφήνει υποψίες ότι σε σχέση με αυτή την επιδιωκόμενη τροποποίηση επιχειρείται να προωθηθούν αλλότριοι σκοποί όπως η καθυστέρηση στην εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής. Οφείλει η πλευρά του Εναγόμενου να προβάλει θετικά τι διατείνεται ότι συνέβηκε για να μπορέσει το Δικαστήριο να επιτρέψει να εισαχθεί σχετικός ισχυρισμός. Οι προτεινόμενες παραγράφοι 14, 18(ε) και (στ) της Έκθεσης Υπεράσπισης και 5 και 6 της Ανταπαίτησης και (Λ) του Παρακλητικού δεν μπορούν να επιτραπούν. Αφορούν το ζήτημα της μη ρευστοποίησης στο οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω. Από την παράγραφο 13 δεν μπορεί να επιτραπεί η φράση «και/ή ρευστοποίηση» στην 7η γραμμή. Με την υφιστάμενη Έκθεση Υπεράσπισης του, παράγραφος 6, ο Εναγόμενος παραδέχεται την παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης ότι δηλαδή στις 18.3.1998 αιτήθηκε ο ίδιος την αύξηση του ορίου του από Λ.Κ.30.000 σε Λ.Κ.50.000 και ότι στις 29.3.1999 ο ίδιος και πάλι αιτήθηκε την περαιτέρω αύξηση του ορίου του σε Λ.Κ.70.000. Ακόμη πως και στις δυο περιπτώσεις η Τράπεζα ενέκρινε το αίτημα του και του παραχωρήθηκαν τα αυξημένα όρια. Με την προτεινόμενη Υπεράσπιση προβάλλεται η θέση ότι η αύξηση του ορίου ήταν μια μονομερής και αυθαίρετη πράξη της Τράπεζας. Έχω πιο πάνω διατυπώσει τι επακριβώς δικογραφείται στην παράγραφο 10 του προτεινόμενου δικογράφου. Δεν προβάλλεται η θέση πως οι συμφωνίες αύξησης του ορίου ήσαν το προϊόν παραστάσεων της Τράπεζας και/ή της Art Arabian και ότι κατ΄ επέκταση οι συμφωνίες είναι ακυρώσιμες. Ότι προβάλλεται είναι ότι υπήρξαν τα σχετικά παράπονα. Εάν προβάλλετο η θέση ότι ο Εναγόμενος αποδέχτηκε τις αυξήσεις στο όριο του λογαριασμού συνεπεία παραστάσεων της Τράπεζας ή και της Art Arabian θα έλεγα πως τέτοια θέση δεν θα μπορούσε να προβάλλεται μαζί με τη θέση για μονομερή αύξηση του ορίου. Τα γεγονότα που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν τη μια θέση είναι αντιφατικά με τα γεγονότα που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν την άλλη και δεν θα μπορούσαν να συνυπάρχουν. Δεν θα μπορούσε να υποστηρίζονται από την ένορκη δήλωση και οι δυο θέσεις. Πουθενά αλλού στο προτεινόμενο δικόγραφο δεν υπάρχει ισχυρισμός για παραστάσεις που οδήγησαν στην αποδοχή από τον Ενάγοντα αύξησης του ορίου, και θεωρώ ότι δεν προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός. Η παράγραφος 10 μπορεί να επιτραπεί γιατί το επικαλούμενο γεγονός είναι η πληροφόρηση της Τράπεζας και της Art Arabian και όχι η αλήθεια των θέσεων. Συνεπεία τούτου από την παράγραφο 4 της Ανταπαίτησης δεν μπορεί να επιτραπεί η φράση «και/ή προέτρεπον και εισηγούντο» στην 9η γραμμή ενώ από την παράγραφο (Θ) του Παρακλητικού δεν μπορεί να επιτραπεί η φράση «και/ή άλλως» στην 4η - 5η γραμμή. Σημειώνω ακόμη πως ότι ουσιαστικά επιδιώκεται με την τροποποίηση της θέσης αναφορικά με τις αυξήσεις στο όριο είναι η απόσυρση της παραδοχής μιας βασικής θέσης της Ενάγουσας. Στην Ετήσια Πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας διαχρονικά υπό τη Δ.28, θ.1 πριν το 1962 και Δ.20/5-8/16 στη συνέχεια, καταγράφεται η θέση πως μια παραδοχή που έγινε εκ παραδρομής (inadvertently) μπορεί να αποσυρθεί και το δικογράφημα που την εμπεριέχει να τροποποιηθεί ανάλογα. Γίνεται παραπομπή στις Clarke v. Yorke
(1882)W.R. 62, σελ. 63 και Hollis v. Burton
(1892)3 Ch. 226, σελ. 236. Στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση 1975, υπό τον τίτλο «τροποποιήσεις που δεν επιτρέπονται» αναφέρεται στη σελίδα 131 ότι όπου μια τροποποίηση επιδιώκει να αποσύρει μια παραδοχή το Δικαστήριο θα διερευνήσει (inquire) τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε η παραδοχή και θα επιτρέψει τέτοια τροποποίηση μόνο όπου η παραδοχή έγινε εκ παραδρομής. Γίνεται παραπομπή στις δύο αμέσως πιο πάνω αυθεντίες. Προστίθεται ακόμη πως η τροποποίηση μπορεί ακόμη να επιτραπεί όταν νέα γεγονότα έχουν έρθει στην επιφάνεια που δικαιολογούν την απόσυρση της παραδοχής. Στην H. Clark (Dancaster) Ltd v. Wilkinson
(1965)1 All E.R. 934, το Αγγλικό Εφετείο εξετάζοντας ζήτημα ανάκλησης προφορικής παραδοχής από δικηγόρο διάδικου αναφέρει πως αν ο αντίδικος έχει ενεργήσει στη βάση της παραδοχής εις βλάβη του μπορεί να μην επιτραπεί ανάκληση της. Γίνεται παράλληλη αναφορά (σελ. 936) στην περίπτωση όπου από λάθος γίνεται μια παραδοχή σε ένα δικόγραφο. Σημειώνεται πως αυτή μπορεί να ανακληθεί αν ο αντίδικος δεν έχει δυσμενώς επηρεαστεί ή ακόμη αν οιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός μπορεί να θεραπευτεί με αποζημίωση σε έξοδα. Μνημονεύεται ακόμη το παράδειγμα της Δ.27 θ.2
(2)των Θεσμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας υπό την οποία επίσημη παραδοχή σε δικόγραφο μπορεί να αποσυρθεί καθ΄ οιονδήποτε στάδιο με όρους που θα κριθούν δίκαιοι. Ο Εναγόμενος Αιτητής δικαιολογεί την παραδοχή όχι με ρητή αναφορά σ΄ αυτή και συγκεκριμένες περιστάσεις αλλά με τον ίδιο γενικό τρόπο που δικαιολογεί το σύνολο των τροποποιήσεων που επιδιώκει να εισάξει. Η ανάγκη για τις τροποποιήσεις ήταν το αποτέλεσμα περαιτέρω παράθεσης γεγονότων από τον ίδιο προς τους νέους δικηγόρους του τα οποία προφανώς δεν είχαν ειπωθεί στην πρώτη δικηγόρο του γιατί ο ίδιος δεν τα θεώρησε ως σχετικά με την υπόθεση. Είχε επιφυλαχθεί να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες στην πρώτη δικηγόρο η οποία στην απουσία του στο εξωτερικό και υπό την πίεση αιτήσεως για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης Έκθεσης Υπεράσπισης καταχώρησε την Έκθεση Υπεράσπισης την 29.5.2008 χωρίς να έχει λάβει τις περαιτέρω οδηγίες του αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. Ήταν ο Εναγόμενος της πεποίθησης ότι η Υπεράσπισή του όπως είχε καταχωριστεί κάλυπτε τις θέσεις του όπως με το προτεινόμενο δικόγραφο επιθυμεί να προβάλει, για να αντιληφθεί πως τούτο δεν ήταν ορθό όταν είχε την ευκαιρία να συζητήσει την υπόθεσή του με τους νέους του δικηγόρους. Ειδικά για το ζήτημα των αυξήσεων του ορίου η ενάγουσα δεν επαναπαύθηκε στην παραδοχή της υπεράσπισης. Παρουσίασε προς υποστήριξη του ισχυρισμού της μαρτυρία (βλ. παραγρ. 8 και 9 της γραπτής δήλωσης της Μ.Ε.1 - Τεκμήριο1) και Τεκμήρια (βλ. Τεκμήρια 6 - 9) και έχει τη δυνατότητα, εάν το επιθυμεί, να παρουσιάσει περαιτέρω μαρτυρία, ακόμα και μέσω της Μ.Ε.1 αφού παρά το πέρας της κύριας εξέτασης της δεν έχει αρχίσει η αντεξέταση της. Επομένως καμιά βλάβη δεν θα υποστεί η ενάγουσα επί του προκειμένου. Ότι με την αιτούμενη τροποποίηση εισάγονται νέες θέσεις και διευρύνονται τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που θα πρέπει να εκδικαστούν (λόγος ένστασης 1) είναι γεγονός. Δεν φαίνεται όμως και δεν έχει καταδειχθεί πως η Τράπεζα θα υποστεί δυσμενή επηρεασμό ή ανεπανόρθωτη βλάβη (λόγος ένστασης 2) ή ότι η καθυστέρηση που θα προκληθεί θα είναι τέτοια ώστε να επηρεαστούν τα συνταγματικά δικαιώματα της Τράπεζας για εκδίκαση της υπόθεσης της εντός ευλόγου χρόνου (λόγος ένστασης 7). Δεν πρέπει να διαφεύγει πως παρά το ότι η αγωγή καταχωρίστηκε στις 28.6.2005 αυτή επιδόθηκε στον Εναγόμενο στις 23.1.2008 και η Υπεράσπιση της οποίας η τροποποίηση επιζητείται καταχωρίστηκε στις 29.5.2008 (βλ. λόγο ένστασης 5). Το αξιούμενο ποσό δεν ήταν ποτέ παραδεχτό όπως αναφέρεται στο λόγο ένστασης 4. Ο λόγος ένστασης 3 δεν ευσταθεί. Ανεξαρτήτως της όποιας υπεράσπισης μπορεί ένας εναγόμενος να έχει σε μια αξίωση, δεν θα πρέπει να αποτρέπεται η όποια προσπάθεια για συνδιαλλαγή και ούτε να κωλύεται στην προώθηση των θέσεων του αν δεν επιτευχθεί συμβιβασμός. Σε κάθε περίπτωση τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της κας Χρ. Κότσαπα (παραγρ.4) αναφορικά με την δικάσιμο της 23.12.2008 δεν επιβεβαιώνονται από τα πρακτικά. Μια βασική παράμετρος της προτεινόμενης Υπεράσπισης αφορά στην απόδοση σχέσης αντιπροσώπου - κυρίου μεταξύ της Art Arabian και της Τράπεζας. Στη βάση τέτοιας σχέσης, η Τράπεζα θα είναι υπόλογη για τις όποιες παραστάσεις, πράξεις ή παραλήψεις της Art Arabian. Η δικογράφηση αυτής της θέσης θα πρέπει να επιτραπεί ώστε, εάν αποδειχθεί, να μπορεί η όποια συμπεριφορά της Art Arabian να αποδοθεί στην Τράπεζα με τις όποιες επιπτώσεις. Το ίδιο αναφορικά με τη θέση πως η συμφωνία με την Art Arabian συνδέεται με αυτή με την τράπεζα ώστε να αντιμετωπίζονται συλλογικά. Εάν οι όροι της όποιας συμφωνίας με την Art Arabian είναι μέρος της συμφωνίας με την τράπεζα, τότε δεσμεύουν την τελευταία με τις ανάλογες συνέπειες εάν υπήρξε παράβαση τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις η συμπερίληψη της Art Arabian ως διάδικου δεν είναι απαραίτητη ώστε οι όποιες συνεπαγόμενες υπερασπίσεις ή αξιώσεις να προωθηθούν εναντίον της Τράπεζας. Το ζήτημα της προσθήκης νέου διαδίκου διέπεται από τη Δ.9 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αντιστοιχεί με την O.16 r.11 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών. Αναφέρεται στο Annual Practice του 1958, σελ. 345 πως ο σκοπός του θεσμού είναι η επίλυση όλων των διαφορών που σχετίζονται με το επίδικο αντικείμενο χωρίς την καθυστέρηση και τα έξοδα που προϋποθέτει η έγερση νέας αγωγής. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Mepa Underwriting Management Limited κ.α. ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1 Α.Α.Δ. 772, το Δικαστήριο έχει πλατιά διακριτική ευχέρεια δυνάμει της Δ.9 θ.10 να επιτρέψει σε οποιοδήποτε πρόσωπο να προστεθεί ως διάδικος στη διαδικασία, αν η παρουσία του ενώπιον του Δικαστηρίου θα ήταν αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο αποτελεσματικά και πλήρως να αποφανθεί και να διευθετήσει όλα τα ερωτήματα που εγείρονται. Η πλήρης επίλυση της διαφοράς είναι βασικός στόχος στον οποίο σκοπεύει η σχετική διάταξη και κάθε υπόθεση πρέπει να αποφασίζεται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της (βλ. Μούρτζινος ν. Πλοίο Γαλαξίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 336 και Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E.R. 273). Εάν βρισκόμασταν σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας στην παρούσα αγωγή θα ήταν ίσως πρόσφορο να εκδικαστεί η ανταξίωση εναντίον της Art Arabian στα πλαίσια της παρούσας. Αυτό θα προκαλούσε κάποια καθυστέρηση στην υπόθεση της Τράπεζας, όμως τα γενικά συμφέροντα της δικαιοσύνης θα εξυπηρετούνταν. Όμως, στο στάδιο που βρισκόμαστε, δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί ο εκτροχιασμός που θα προκαλέσει σε μια συνεχιζόμενη ακρόαση η προσθήκη νέου διάδικου. Η εκδίκαση της αγωγής θα έπρεπε να αναμένει την επίδοση στο νέο διάδικο, την συμπλήρωση εκ μέρους του και σε σχέση με αυτόν δικογραφίας, ενώ δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ή να υποβαθμίζεται το γεγονός πως έχει αποπερατωθεί η κύρια εξέταση ενός βασικού μάρτυρα της Τράπεζας και έχουν παρουσιαστεί 26 Τεκμήρια και δεκάδες έγγραφα των «Σεβέρης» (βλ. Τεκμήριο 12) στην απουσία του προτεινόμενου νέου διάδικου (βλ. λόγο ένστασης 8). Οι όποιες συναφείς ή ανάλογες θεραπείες εναντίον της Art Arabian μπορούν να προωθηθούν με την καταχώρηση νέας αγωγής, χωρίς ο Εναγόμενος να υποστεί οιαδήποτε βλάβη στα ουσιαστικά δικαιώματα του. Συγκερασμός όλων των παραμέτρων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε μια αίτηση για τροποποίηση με οδηγεί στο να αποδεχτώ την Αίτηση εκτός των σημείων που έχω πιο πάνω αναφέρει και για τους λόγους που εξήγησα. Η Αίτηση επιτυγχάνει και επιτρέπεται η καταχώρηση Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ως εις την Αίτηση εκτός των παραγράφων 14, 18(ε) και (στ) της Έκθεσης Υπεράσπισης και 5 και 6 της Ανταπαίτησης και (Λ) του Παρακλητικού. Οι εναπομείνασες παράγραφοι να αναριθμηθούν ανάλογα. Από την παράγραφο 13 δεν επιτρέπεται η φράση «και/ή ρευστοποίηση» στην 7η γραμμή. Από την παράγραφο 4 της Ανταπαίτησης δεν επιτρέπεται η φράση «και/ή προέτρεπον και εισηγούντο» στην 9η γραμμή και από την παράγραφο (Θ) του Παρακλητικού δεν επιτρέπεται η φράση «και/ή άλλως» στην 4η - 5η γραμμή. Από την επικεφαλίδα του Παρακλητικού δεν επιτρέπεται η φράση «ΚΑΙ ΤΗΣ ART ARABIAN ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΩΣ ΚΑΙ/Ή ΚΕΧΩΡΙΣΜΈΝΩΣ» ενώ ο τίτλος του δικογραφήματος παραμένει ως στην υφιστάμενη Έκθεση Υπεράσπισης. Η Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση να καταχωριστεί μέσα σε τρεις μέρες από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος το οποίο να πληρωθεί σήμερα και να επιδοθεί στην άλλη πλευρά η οποία θα έχει άλλες πέντε μέρες για να καταχωρίσει Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Η Αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 20.5.2009 στις 9:00 π.μ. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) όπως και τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου - Αιτητή. (Υπ.) ................ Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ-ΜΚ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Τροποποίηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο