← Κύπρος

Κυριάκος Μαυρής ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λίμιτεδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1697 / 05, 06 / 05 / 2009

Κυριάκος Μαυρής ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λίμιτεδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1697 / 05, 06 / 05 / 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A110 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1697 / 05 Μεταξύ: Κυριάκος Μαυρής, εκ Λεμεσού Ενάγοντας και

  1. Εκδόσεις Αρκτίνος Λίμιτεδ, εκ Λευκωσίας
  2. Άριστος Α. Μιχαηλίδης, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Ημερομηνία: 06 / 05 / 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κύριος Χρήστος Αδάμου Για Εναγομένους 1 και 2: κυρία Ελένη Γεωργίου-Παρούτη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα υπόθεση ο Ενάγοντας αξιώνει από τους Εναγομένους αρ.1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα αποζημιώσεις λόγω κατ΄ ισχυριζόμενου δυσφημιστικού δημοσιεύματος και/ή λίβελου σε βάρος του που σύμφωνα με αυτόν περιέχεται σε άρθρο της εφημερίδας των Εναγομένων αρ.1 ημερομηνίας 19/05/2004 και της οποίας διευθυντής σύνταξης είναι ο Εναγόμενος αρ.
  3. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας απαιτεί την έκδοση δικαστικού διατάγματος που να εμποδίζει τους Εναγομένους αρ.1 και 2 και/ή τους υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους τους από του να τον δυσφημούν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, πάντοτε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ιδίου (δηλαδή του Ενάγοντα). Η έναρξη της ακροαματικής συνεδρίασης πραγματοποιήθηκε στις 02/04/2009 ενώ συνέχιση της ακρόασης ορίστηκε για τις 04/05/2009, αφού προηγουμένως και συγκεκριμένα στις 15/04/2009, ημερομηνία κατά την οποίαν είχε αρχικά οριστεί για συνέχιση η ακρόαση της αγωγής αυτής, είχε εγκριθεί αίτημα αναβολής της ακρόασης από μέρους του Συνηγόρου του Ενάγοντα λόγω ασθένειας του πελάτη του. Στις 04/05/2009 και πριν από την έναρξη της συνέχισης της κατάθεσης μαρτυρίας εκ μέρους του Ενάγοντα, ο δικηγόρος του Ενάγοντα υπέβαλε αίτημα στο Δικαστήριο όπως το άτομο που καθόταν δίπλα από τη Συνήγορο των Εναγομένων αρ.1 και 2 αποχωρήσει από την αίθουσα του Δικαστηρίου καθότι σκόπευε να καταθέσει ως μάρτυρας σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα. Στο σημείο αυτό αξίζει να διευκρινιστεί ότι το ίδιο άτομο καθόταν στην ίδια θέση και παρακολουθούσε τη κατάθεση μαρτυρίας από μέρους του Ενάγοντα καθ' όλη τη διάρκεια της πρώτης ακροαματικής συνεδρίασης της υπόθεσης αυτής, ήτοι στις 02/04/2009 χωρίς να σημειωθεί οποιαδήποτε ένσταση από οποιονδήποτε. Ένσταση στο αίτημα αυτό έφερε η Συνήγορος των Εναγομένων αρ.1 και 2 και ως εκ τούτου αμφότεροι δικηγόροι κλήθηκαν και αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με το θέμα αυτό που μόλις προέκυψε. Κατά την αγόρευση του ο Συνήγορος του Ενάγοντα ισχυρίστηκε ότι αποτελεί δικονομικό κανόνα στις αγωγές μάρτυρες, που δεν έχουν καταθέσει αλλά πρόκειται να καταθέσουν σε μεταγενέστερη ακροαματική συνεδρίαση, να μην παρευρίσκονται εντός της αίθουσας του δικαστηρίου όταν καταθέτουν άλλοι μάρτυρες. Εφόσον ο εν λόγω μάρτυρας, είπε, θα καταθέσει ως μάρτυρας στην υπόθεση αυτή δεν θα πρέπει να βρίσκεται στην αίθουσα του Δικαστηρίου όπου καταθέτουν άλλοι μάρτυρες. Προς υποστήριξη της θέσης του αυτής παρέπεμψε το Δικαστήριο στην παράγραφο 7-05 της σελίδας 78 του συγγράμματος του Γιώργου Π. Κακογιάννη ''Η Απόδειξη'' έκδοση
  4. Το γεγονός ότι δεν έφερε ένσταση για την παραμονή του εν λόγω μάρτυρα στην αίθουσα του Δικαστηρίου από την πρώτη ακροαματική συνεδρίαση δεν αποτελεί, όπως ισχυρίστηκε, απεμπόληση του δικαιώματος του να το εγείρει στο στάδιο που ο ίδιος το έγειρε. Περαιτέρω, ανάφερε ότι ένας ακόμη λόγος για να μην βρίσκεται ο συγκεκριμένος μάρτυρας εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου αποτελεί, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, το γεγονός ότι ο εν λόγω μάρτυρας είναι ο συντάκτης του επίδικου δημοσιεύματος κάτι που, κατά το Συνήγορο του Ενάγοντα, σημαίνει ότι ο μάρτυρας αυτός έχει προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Για να τεκμηριώσει τη θέση του αυτή παρέπεμψε το Δικαστήριο στην παράγραφο 6 της σελίδας 183 του συγγράμματος ''Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)'', έκδοσης 1994 του κυρίου Τάκη Ηλιάδη. Τέλος ο Συνήγορος του Ενάγοντα ανάφερε ότι δεν μπορεί η άλλη πλευρά να 'αιχμαλωτίσει' το Δικαστήριο και τη διαδικασία με τον ισχυρισμό της ότι ο εν λόγω μάρτυρας εκπροσωπεί την Εναγόμενη αρ.
  5. Η Εναγόμενη αρ.1, πρόσθεσε ο κύριος Αδάμου, είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και υπάρχει δικαστική γνώση ότι μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εκπροσωπείται ενώπιον οποιασδήποτε αρχής είτε από Διοικητικό Σύμβουλο είτε από Διευθυντή είτε από το Γραμματέα της, ιδιότητα την οποίαν δεν έχει ο εν λόγω μάρτυρας. Εξάλλου, ανάφερε ο κύριος Αδάμου, τα συμφέροντα των Εναγομένων αρ.1 και 2 εξυπηρετούνται στην παρούσα διαδικασία από τη δικηγόρο που τους εκπροσωπεί και όχι από το συγκεκριμένο μάρτυρα. Η Συνήγορος των Εναγομένων αρ.1 και 2 στην επιχειρηματολογία της σχολίασε ότι στο απόσπασμα που ο Συνήγορος του Ενάγοντα ανέγνωσε από το σύγγραμμα του Γιώργου Π. Κακογιάννη ''Η Απόδειξη'' έκδοση 1983 προσδίδεται έννοια 'δυνητική' και όχι 'υποχρεωτική', κάτι που, κατά την άποψη της, επιτρέπει στο μάρτυρα να παραμείνει εντός της αίθουσας. Επίσης ανάφερε ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν είναι διάδικο μέρος στην παρούσα διαδικασία και επομένως τυχόν αποτυχία της υπόθεσης δεν θα επιβαρύνει το μάρτυρα αυτό με οποιαδήποτε έξοδα. Πρόσθεσε δε ότι η παρουσία του μάρτυρα στις ακροαματικές συνεδριάσεις δεν επηρεάζει και δεν θα επηρεάσει το κύρος της διαδικασίας. Ανάφερε ακόμη ότι η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται από την περίπτωση που εκδίδεται μαρτυρική κλήση για κάποιο μάρτυρα. Περαιτέρω, η Συνήγορος των Εναγομένων αρ.1 και 2 ανάφερε ότι ο εν λόγω μάρτυρας διαθέτει σχετική εξουσιοδότηση με την οποίαν εξουσιοδοτείται να εκπροσωπεί αλλά και να δεσμεύει με βάση αυτήν την Εναγομένη αρ.1 στην παρούσα αγωγή. Εάν, πρόσθεσε η κυρία Παρούτη, ήταν ένας εκ των διευθυντών ή γραμματέων της εταιρείας ή μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας θα μπορούσε να ήταν εδώ ως διάδικος εκπροσωπώντας την εταιρεία χωρίς κανένα πρόβλημα. Σε αυτήν την περίπτωση, είπε η κυρία Παρούτη, θα μπορούσε να ήταν και μάρτυρας. Από τη στιγμή, είπε επίσης η Συνήγορος των Εναγομένων, που η Εναγόμενη αρ.1 έχει δώσει τη σχετική εξουσιοδότηση, προφορική μεν, δεν θεωρεί ότι αλλάζει κάτι. Καταλήγοντας, η κυρία Παρούτη ανάφερε ότι εάν ο εν λόγω μάρτυρας αποχωρούσε εκείνη τη στιγμή από την αίθουσα του Δικαστηρίου οι Εναγόμενοι αρ.1 και 2 θα στερούνταν δίκαιης δίκης αναφορικά με τη συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας ημερομηνίας 04/05/2009 και μόνο αφού δεν θα εκπροσωπούνταν από οποιονδήποτε εκείνη την ημερομηνία, ξεκαθαρίζοντας και περιορίζοντας όμως ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει σε μελλοντικές ακροαματικές συνεδριάσεις. Άκουσα με προσοχή την επιχειρηματολογία που προέταξαν οι συνήγοροι των διαδίκων σχετικά με το εγειρόμενο μέσα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ζήτημα. Το θέμα της παρουσίας ενός μάρτυρα στην αίθουσα του Δικαστηρίου προτού αυτός καταθέσει αποτέλεσε, μεταξύ άλλων, σημείο αναφοράς, στο σύγγραμμα του Γιώργου Π. Κακογιάννη ''Η Απόδειξη'' έκδοση
  6. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 7-05 της σελίδας 78 του προαναφερομένου συγγράμματος υπό τον τίτλο ''Η παρουσία των μαρτύρων στην αίθουσα του δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία'' αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: ''Κατά κανόνα, οι μάρτυρες παραμένουν έξω από την αίθουσα του δικαστηρίου ώσπου να' ρθει η σειρά τους, για να μη γνωρίζουν τι λέχθηκε από τους προηγούμενους μάρτυρες. Το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει όλους τους μάρτυρες που θα κληθούν να καταθέσουν στην υπόθεση, να βγουν έξω από την αίθουσα του δικαστηρίου, σε ποινική δε διαδικασία, το δικαστήριο υποχρεώνεται να το κάνει από τις πρόνοιες του άρθρου 73 του Περί Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155...'' Μετά από προσεκτική μελέτη του πιο πάνω αποσπάσματος διαπιστώνεται κατ' αρχήν ότι η παρουσία ή όχι μαρτύρων στην αίθουσα του Δικαστηρίου αναφορικά με ακρόαση αγωγής επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η διαπίστωση αυτή συνάγεται από το λεκτικό του πιο πάνω αποσπάσματος που ρητά υπαγορεύει ότι το Δικαστήριο δικαιούται σε μια αγωγή να διατάξει ένα μάρτυρα να εξέλθει από την αίθουσα Δικαστηρίου, σε αντίθεση με την υποχρέωση που το Δικαστήριο έχει και οφείλει να πράξει κάτι τέτοιο δυνάμει των προνοιών του άρθρου 73 του Περί Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων σε μια ποινική υπόθεση. Δηλαδή ενώ σε ποινική υπόθεση το Δικαστήριο υποχρεούται να διασφαλίσει ότι οι μάρτυρες παραμένουν έξω από την αίθουσα του δικαστηρίου ώσπου να έλθει η σειρά τους για να καταθέσουν, σε πολιτική υπόθεση κάτι τέτοιο υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια και κρίση του Δικαστηρίου. Βέβαια η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εξασκείται γενικά μέσα στα ορθά πλαίσια που δημιουργούνται τόσο από τις αρχές νομολογίας όσο και μέσα από τους διάφορους δικονομικούς-διαδικαστικούς κανόνες αλλά και από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε πολιτικής υπόθεσης. Πέραν της πιο πάνω διαπίστωσης, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η φράση 'κατά κανόνα, οι μάρτυρες παραμένουν έξω από την αίθουσα του δικαστηρίου ώσπου να' ρθει η σειρά τους, για να μη γνωρίζουν τι λέχθηκε από τους προηγούμενους μάρτυρες...'' προσδίδει έννοια απλής πρακτικής που δύναται να εφαρμοστεί σχετικά με την κατάθεση μαρτυρίας σε αγωγή αλλά σε καμία περίπτωση προσλαμβάνει χαρακτήρα υποχρεωτικού δικονομικού κανόνα που απαιτεί αυστηρή συμμόρφωση μ' αυτόν. Εάν όντως ήταν δικονομικός κανόνας, όπως ισχυρίστηκε ο Συνήγορος του Ενάγοντα, τότε, πέραν του γεγονότος ότι το λεκτικό στο απόσπασμα που αφορά πολιτική υπόθεση θα ήταν προστακτικής -απαγορευτικής φύσεως και κατ' επέκταση διαφορετικό από ότι είναι τώρα γραμμένο, οι διάδικοι στις αγωγές που καταθέτουν και ως μάρτυρες δεν θα μπορούσαν να παρευρίσκονταν εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου καθ' όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, η παρουσία των οποίων συχνά παρατηρείται σε αγωγές, αφού ως γνώστες των ουσιωδών γεγονότων και επίδικων θεμάτων της πολιτικής υπόθεσης, επιλέγουν να παραμένουν στην αίθουσα και να βοηθούν τους δικηγόρους τους κατά τη διεξαγωγή της ακρόασης της εν λόγω πολιτικής υπόθεσης τους. Επίσης στην περίπτωση που η παραμονή μαρτύρων εκτός της αίθουσας του Δικαστηρίου σε πολιτική υπόθεση ήταν δικονομικός κανόνας, τότε αυτό θα κατοχυρωνόταν ανάλογα σε κάποιο συναφή με αγωγές νόμο. Αντίθετα, το γεγονός ότι κάτι τέτοιο δεν προνοείται ούτε στους Διαδικαστικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ούτε και στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφάλαιο 6 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ενισχύει την ορθότητα του ευρήματος ότι πρόκειται για πρακτική και όχι για ύπαρξη δικονομικού κανόνα. Σύμφωνα με την αγγλική υπόθεση Moore v Registrar of Lambeth County Court [1969] 1 All E.R. 782, το ζήτημα του κατά πόσο μάρτυρες μπορούν να παραμένουν εντός της αίθουσας όπου διεξάγεται η ακροαματική διαδικασία εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: ". No rule of law requires that in a trial the witnesses to be called by one side must all remain out of court until their turn to give testimony arises. This is purely within the discretion of the court. Indeed, if the court rules that witnesses should be out of court and a witness nevertheless remains in court, while the trial judge may well express his grave displeasure over such disobedience, he has no right to refuse to hear the evidence of such a witness who in violation of his order has remained. Whether or not witnesses are to remain in court being solely a matter for the discretion of the trial judge, judges vary on that as on many other matters. But I know other judges who take exactly the opposite view; they prefer the witnesses to remain in court." Στην υπόθεση αυτή αποφασίστηκε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι η παραμονή μάρτυρα εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου δεν αντίκειται στη φυσική δικαιοσύνη έτσι ώστε να επηρεάσει το κύρος της δικαστικής απόφασης. Η πιο πάνω θέση υιοθετήθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην αγωγή υπ' αριθμό 10721/93 μεταξύ της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. και Αργυρώς Πιτσιλλίδου-Παπατρύφωνος, ημερομηνίας 23/10/
  7. Σύμφωνα με την υπόθεση αυτή, το πρωτόδικο δικαστήριο με πλήρη σύνθεση (όπως ήταν τότε) ανάφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: " ... Ωστόσο γνωρίζω άλλους Δικαστές οι οποίοι υιοθετούν ακριβώς αντίθετη άποψη. Προτιμούν τους μάρτυρες να παραμένουν στην αίθουσα του Δικαστηρίου έτσι ώστε να παρακολουθούν την αντίδραση τους ενώ ακούουν την μαρτυρία των άλλων μαρτύρων. Δεν μπορεί δίκαια να ειπωθεί ότι αν επιτραπεί στους μάρτυρες να παραμείνουν μέσα στην αίθουσα του Δικαστηρίου δεν θα απονεμηθεί δικαιοσύνη. Απορρίπτω μια τέτοια θέση. Αυτή είναι η γενική αρχή. " Η θέση του Συνηγόρου του Ενάγοντα ότι επειδή ο συγκεκριμένος μάρτυρας είναι ο συντάκτης του επίδικου δημοσιεύματος έχει προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης και ως εκ τούτου θα πρέπει να εξέλθει της αίθουσας του Δικαστηρίου δεν με βρίσκει σύμφωνο. Είναι φανερό από τον τίτλο του κλητηρίου εντάλματος ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν αποτελεί διάδικο μέρος στην παρούσα διαδικασία αλλά το κατά πόσο θα ωφεληθεί ή θα επιβαρυνθεί από τυχόν επιτυχία ή αποτυχία της αγωγής δεν είναι θέμα που θα εξεταστεί στο παρόν στάδιο αλλά μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης του ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας. Κατά συνέπεια, η παραπομπή του Συνηγόρου του Ενάγοντα στην παράγραφο 6 της σελίδας 183 του συγγράμματος ''Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)'', έκδοσης 1994 του κυρίου Τάκη Ηλιάδη δεν βρίσκει έρεισμα στην προκειμένη περίπτωση. Εξάλλου η προαναφερόμενη παράγραφος από το εν λόγω σύγγραμμα αφορά την παροχή ενισχυτικής μαρτυρίας σε ποινική διαδικασία, κάτι το οποίο δεν έχει σχέση με την δική μας περίπτωση. Όπως έχω προαναφέρει, παρατηρείται συχνά σε αγωγές οι διάδικοι, ως γνώστες των γεγονότων και των επίδικων θεμάτων που περιβάλλουν την υπόθεση τους, να παραμένουν στην αίθουσα του Δικαστηρίου κατά τη διάρκεια της ακρόασης και να βοηθούν και να συμβουλεύουν τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση εκ μέρους τους. Δεν βλέπω το λόγο γιατί στην προκειμένη περίπτωση, το ρόλο αυτό, εκτός από τον Ενάγοντα, να μην μπορεί να τον αναλάβει και ο συγκεκριμένος μάρτυρας ένεκα και της απουσίας των Εναγομένων αρ.1 και 2 από τις μέχρι σήμερα ακροαματικές συνεδριάσεις, αφού όπως λέχθηκε και από τους δύο Συνηγόρους είναι ο συντάκτης του επίδικου δημοσιεύματος, κάτι που σημαίνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και θα μπορέσει έτσι να βοηθήσει και συμβουλεύσει τη Συνήγορο που χειρίζεται την υπόθεση εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγομένων αρ.1 και 2 επί των γεγονότων της αγωγής. Με βάση την επιχειρηματολογία της κυρίας Παρούτη, μπορώ να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι ο εν λόγω μάρτυρας έχει επιλεγεί από τους Εναγομένους να παρευρίσκεται στην ακρόαση και να βοηθά και να συμβουλεύει τη δικηγόρο των Εναγομένων κατά την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης. Η δε παρουσία του στις ακροαματικές συνεδριάσεις δεν επηρεάζει και δεν θα επηρεάσει το κύρος της διαδικασίας. Ούτε και επηρεάζονται δυσμενώς οποιαδήποτε δικαιώματα του Ενάγοντα αλλά ούτε και προκαλείται οποιαδήποτε αδικία εις βάρος της άλλης πλευράς. Αντίθετα, θεωρώ ότι κάτι τέτοιο είναι υπό τις περιστάσεις εύλογο και δίκαιο. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, δεν σημαίνει ότι αποδέχομαι τη θέση της Συνηγόρου των Εναγομένων αρ.1 και 2 ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας δυνάμει της κατ' ισχυρισμό εξουσιοδότησης δύναται να εκπροσωπεί αλλά και να δεσμεύει με βάση αυτήν την Εναγομένη αρ.1 στην παρούσα αγωγή. Είναι γνωστό ότι μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, όπως είναι η Εναγόμενη αρ.1 εκπροσωπείται και δεσμεύεται από αξιωματούχο της όπως ο διευθυντής της ή ο γραμματέας της και όχι από κάποιο τρίτο φυσικό πρόσωπο. Είναι επίσης νομολογιακά θεμελιωμένο ότι η εκπροσώπηση των συμφερόντων μιας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης ενώπιον δικαστικής διαδικασίας διασφαλίζεται από δικηγόρο [βλέπε Lindos Constructions Ltd v Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων,

(1993)1ΑΑΔ 17]. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση συμφωνώ με τη θέση του Συνηγόρου του Ενάγοντα ότι τα συμφέροντα των Εναγομένων αρ.1 και 2 εξυπηρετούνται στην παρούσα διαδικασία από τη δικηγόρο που τους εκπροσωπεί και όχι από το συγκεκριμένο μάρτυρα. Περαιτέρω, δεν αποδέχομαι τη θέση της Συνηγόρου των Εναγομένων αρ.1 και 2 ότι εάν ο εν λόγω μάρτυρας αποχωρούσε εκείνη τη στιγμή από την αίθουσα του Δικαστηρίου οι Εναγόμενοι αρ.1 και 2 θα στερούνταν δίκαιης δίκης αναφορικά με τη συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας ημερομηνίας 04/05/2009 και μόνο αφού δεν θα εκπροσωπούνταν από οποιονδήποτε εκείνη την ημερομηνία καθότι, όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, από τη στιγμή που εκπροσωπούνταν από δικηγόρο τα συμφέροντα τους ήταν διασφαλισμένα στην εν λόγω διαδικασία, όπως διασφαλισμένα ήταν και τα συμφέροντα του Ενάγοντα ο οποίος, ενώ απουσίαζε από τη συγκεκριμένη ακροαματική συνεδρίαση (ημερομηνίας 04/05/2009), επίσης εκπροσωπείται από δικηγόρο στην παρούσα υπόθεση. Ως εκ τούτου, η παραμονή ή όχι του εν λόγω μάρτυρα στην αίθουσα του Δικαστηρίου ουδεμία σχέση έχει με την εκπροσώπηση των συμφερόντων των Εναγομένων αρ.1 και 2 καθώς επίσης τυχόν μη παραμονή του σε καμία περίπτωση οδηγεί σε στέρηση δίκαιης δίκης για τους Εναγομένους. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, αποφασίζω όπως ο εν λόγω μάρτυρας παραμείνει εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου. Παρ' όλα αυτά θεωρώ ορθό, λογικό και δίκαιο όπως η παρουσία του ως μάρτυρας εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου κατά τη διάρκεια των ακροαματικών συνεδριάσεων σημειωθεί στα πρακτικά της υπόθεσης και ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά τη αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού της υπόθεσης αυτής. Τα έξοδα που προκύπτουν από την ενδιάμεση απόφαση αυτή αποτελούν έξοδα της παρούσας δικαστικής διαδικασίας. (Υπ.) .............................................. Γ. Κ. Βλάμης, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αποφάσεις/Αγωγές/Ενδιάμεση Απόφαση/Λίβελλος-παραμονή μαρτύρων εντός της αίθουσας δικαστηρίου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.