← Κύπρος

Χριστόφορου Χριστοφόρου ν. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, Αρ. Αγωγής 5765/2004, 7.5.2009

Χριστόφορου Χριστοφόρου ν. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, Αρ. Αγωγής 5765/2004, 7.5.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A113 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5765/2004 Μεταξύ: Χριστόφορου Χριστοφόρου, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, από τη Λευκωσία Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - (Aίτηση ημερ. 2.4.2009 για Τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως) 7.5.2009 Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: κ. Ν. Καλλής Για την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση: κα Α. Ιωάννου για κα Στ. Ερωτοκρίτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγων, που τυγχάνει υπάλληλος της Εναγόμενης, διεκδικεί αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και άλλες ζημιές τις οποίες, όπως ισχυρίζεται, υπέστη συνεπεία εργατικού ατυχήματος. Το ατύχημα έλαβε χώρα στις 2.7.2003 σε αγροτική περιοχή του χωριού Λάνεια, όπου συνεργείο της Εναγόμενης, στο οποίο συμμετείχε και ο Ενάγων, εκτελούσε συγκεκριμένη εργασία για παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. O Eνάγων υπέστη ηλεκτροπληξία όταν ανέβηκε σε ηλεκτρικό πάσσαλο για να αποκόψει καλώδια, υπό συνθήκες που τελούν υπό αμφισβήτηση. Με την εξεταζόμενη αίτηση επιδιώκει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης του. Πιο συγκεκριμένα, ζητά όπως προστεθούν τα ακόλουθα, σε σχέση με τα επακόλουθα του τραυματισμού του: "Πρόκειται για άτομο με κρίση πανικού αγοραφοβία και γενικευμένη αγχώδη διαταραχή. Δεν είναι σε θέση να παρακολουθήσει την διαδικασία δικαστηρίου. Η κατάσταση του είναι σε έξαρση και χρειάζεται νοσηλεία. - Υπέστη μετατραυματική αγχώδη διαταραχή συνεπεία της ηλεκτροπληξίας που υπέστη στον χώρο εργασίας του το 2003. - Η κατάσταση αυτή οφείλεται στο ψυχικό κλονισμό που του προκάλεσε το ατύχημα και από το γεγονός ότι κινδύνευσε σοβαρά η ζωή του. Τα κύρια συμπτώματα που είχε ήταν εφιάλτες με περιεχόμενο το ατύχημα, καταθλιπτική διάθεση, κρίσεις πανικού και ψυχαναγκαστική ενασχόληση με το ατύχημα. - Στην ένταση και την βαρύτητα των συμπτωμάτων συνέτεινε και το γεγονός ότι χρειάστηκε επανειλημμένες χειρουργικές επεμβάσεις. - Ο ασθενής προσήλθε στις 19/9/2009 με κατάσταση εντόνου άγχους και πανικού. Πρόκειται για έντονο αγχώδη συνδρομή. Γενικά τα συμπτώματα του θα επηρεάσουν άμεσα την σωματική του λειτουργικότητα και πιθανότητα θα επέλθει σταδιακή παράλυση των νεύρων του καθιστώντας τον ανάπηρο με όλα τα επακόλουθα.» Η αίτηση υποβλήθηκε στις 2.4.2009, μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού περατώθηκε η μαρτυρία του Ενάγοντα. Η ανάγκη για την τροποποίηση, σύμφωνα με την υποστηρικτική ένορκη δήλωση της Δήμητρας Χριστοφόρου - συζύγου του Ενάγοντα -, προέκυψε πρόσφατα γιατί, όπως αναφέρει στην παράγραφο 3 της ένορκης της δήλωσης: «Μόλις τις προηγούμενες μέρες εξασφαλίσαμε τα ανάλογα ιατρικά πιστοποιητικά για τη σημερινή κατάσταση της υγείας του Ενάγοντα.» Οι εν λόγω ιατρικές βεβαιώσεις, συνεχίζει στην παράγραφο 4 της ένορκης της δήλωσης, φανερώνουν «ότι οι συνέπειες είναι σοβαρές και αν δεν γίνει η ζητούμενη τροποποίηση δεν θα παρουσιαστεί όπως πρέπει η υπόθεση ενώπιον του δικαστηρίου». Η Εναγόμενη αντιτίθεται στο αίτημα. Με την ένσταση προβάλλει 8 λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση δεν πρέπει να επιτύχει. Συνοπτικά, στην ένσταση προβάλλονται τα ακόλουθα: 1) Ότι η αίτηση υποβάλλεται με μεγάλη καθυστέρηση, χωρίς να δίνεται επαρκής αιτιολόγηση. 2) Είναι αχρείαστη. 3) Είναι κακόπιστη και καταχρηστική και 4) Τυχόν έγκριση του αιτήματος θα προκαλέσει ζημιά στην Εναγόμενη η οποία δεν είναι αποζημιώσιμη με την επιδίκαση των εξόδων. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών περιστράφηκαν γύρω από τις θέσεις που περιέχονται στην αίτηση και ένσταση, αντίστοιχα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα υποστήριξε πως η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος οφείλεται στο γεγονός ότι οι συνέπειες διαπιστώθηκαν πρόσφατα. Τα συμπτώματα που αναφέρονται στη ζητούμενη τροποποίηση, ανέφερε, δεν ήταν γνωστά πριν από την κατάθεση του Ενάγοντα. Διαπιστώθηκαν, πρόσθεσε, μετά τη συμπλήρωση της μαρτυρίας του, όταν εισήχθη σε ιδιωτική κλινική. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγόμενης επεσήμανε πως δεν δικαιολογήθηκε η μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και δεν επεξηγήθηκαν οι λόγοι που δεν επέτρεπαν στον Ενάγοντα να διακριβώσει νωρίτερα τις συνέπειες που αναφέρονται στην προτεινόμενη τροποποίηση. Υπέδειξε, περαιτέρω, την ανακριβή αναφορά σε μελλοντική ημερομηνία - 19.9.2009 - που επιδιώκεται να εισαχθεί με τη τροποποίηση, χωρίς να δίδεται κάποια εξήγηση για το ζήτημα αυτό. Υπέδειξε, τέλος, ότι ο ισχυρισμός για κατάθλιψη περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης και δεν χρειάζεται τροποποίηση ως προς το γεγονός αυτό. Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, δυνάμει της Δ.25 Κ.1 για τροποποίηση των δικογράφων, είναι πολύ καλά γνωστές αφού υπάρχει πλούσια νομολογία για το ζήτημα αυτό. Από τη θεώρηση της νομολογίας προκύπτει ότι η τροποποίηση των δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα ή εκεί όπου κρίνεται ότι ο Αιτητής ενεργεί κακόπιστα (βλ. Χρίστου ν. Στυλιανού

(19992)1 Α.Α.Δ. 704). Η σύγχρονη τάση, όπως προβάλλει μέσα από τη νομολογία, είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στις περιπτώσεις όπου παρατηρείται καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος ο Αιτητής οφείλει να δίδει εξηγήσεις για τους λόγους της καθυστέρησης. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για να πετύχει στην έκδοση διατάγματος τροποποίησης. Όπως εξηγήθηκε στην Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης συναρτάται με τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, τη γνησιότητα των προθέσεων του Αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται με φειδώ. (Βλ. επίσης Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd
(1989)1 A.A.Δ. 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Astor Maufacturing & Exporting Co κ.α. ν. A.G. Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223). Εξέτασα την αίτηση υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομικών αρχών, έχοντας κατά νου τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις των δύο πλευρών. Είναι φανερό πως με την προτεινόμενη τροποποίηση ο Ενάγων επιχειρεί να διαφοροποιήσει ουσιωδώς την εικόνα σε σχέση με τη κατάσταση της υγείας του και τις επιπτώσεις από τον επίδικο τραυματισμό. Η ουσιαστικότερη επίπτωση που επιχειρεί, για πρώτη φορά, να εισάξει, είναι η θέση που περιέχεται στη τελευταία παράγραφο του αιτήματος. Ότι, δηλαδή, τα συμπτώματα θα επηρεάσουν άμεσα τη σωματική του λειτουργικότητα με πιθανή εξέλιξη την σταδιακή παράλυση των νεύρων του. Προβάλλεται, περαιτέρω, η θέση ότι τα συμπτώματα της κατάθλιψης - η οποία είχε δικογραφηθεί -, επιδεινώθηκαν σε βαθμό που «δεν είναι σε θέση να παρακολουθήσει τη διαδικασία δικαστηρίου». Όσον αφορά αυτή τη θέση θα πρέπει να υποδειχθεί ότι δεν προέκυψε τέτοιο ζήτημα κατά τη πρόσφατη παρουσία του Ενάγοντα στο Δικαστήριο. Σημειώνεται πως έχει ολοκληρωθεί η μαρτυρία του, δίδοντας απαντήσεις σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς να δώσει την εντύπωση πως δεν αντιλαμβανόταν τη δικαστική διαδικασία. Είναι, συνεπώς, αντιφατική η προτεινόμενη τροποποίηση, ως προς το ζήτημα αυτό, με την ίδια τη μαρτυρία και την όλη εμφάνιση του Ενάγοντα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αξιολογείται καθ' οιοδήποτε τρόπο η μαρτυρία του σ' αυτό το στάδιο. Υπάρχουν, όμως και άλλοι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο δεν θα ήταν διατεθειμένο να εγκρίνει την αίτηση. Ένας λόγος είναι το προχωρημένο στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση χωρίς, μάλιστα, να δίδονται επαρκείς εξηγήσεις γιατί δεν μπορούσαν να διαγνωστούν τα προβαλλόμενα στην αίτηση συμπτώματα, νωρίτερα. Όπως ορθά υποδείχθηκε από την συνήγορο της Εναγόμενης, δεν προσδιορίζονται στην αίτηση οι λόγοι της καθυστέρησης, ούτε υποβλήθηκαν οι αναφερόμενες στην ένορκη δήλωση νέες ιατρικές βεβαιώσεις, από τις οποίες πιθανό να προέκυπτε πότε διαπιστώθηκαν τα συμπτώματα που επιχειρεί να εισάξει ο Ενάγων. Επί του ζητήματος αυτού, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα αντέτεινε πως δεν ήταν σε γνώση του τα νέα συμπτώματα, όταν έδιδε μαρτυρία. Ενημερώθηκε πολύ πρόσφατα, ανέφερε, όταν εισήχθη σε κλινική, μετά τη συμπλήρωση της μαρτυρίας του. Είναι γεγονός ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα συμπληρώθηκε στις 25.2.09 και η υπόθεση προγραμματίστηκε για συνέχιση στις 17.3.09, ημέρα κατά την οποία ζητήθηκε αναβολή γιατί ο Ενάγων, όπως ανέφερε τη μέρα εκείνη ο δικηγόρος του, νοσηλευόταν σε ιδιωτική κλινική. Κατατέθηκε, μάλιστα, ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 16.3.09 (έγγραφο «Χ») στην οποία αναφέρεται ότι ο Ενάγων είχε εισαχθεί εκτάκτως στην πολυκλινική για αντιμετώπιση υπερτασικής κρίσης. Στο ίδιο πιστοποιητικό αναφέρεται ότι «ο ασθενής πάσχει από αρτηριακή υπέρταση και συνδρομή ιλίγγου από εξαμήνου περίπου ...». Πέρα από την ανωτέρω ιατρική βεβαίωση, η οποία προσκομίστηκε από το συνήγορο του ενάγοντα για να υποστηρίξει το αίτημα αναβολής, δεν παρουσιάστηκαν άλλες ιατρικές βεβαιώσεις, από τις οποίες να προκύπτουν τα αναφερόμενα στην αίτηση συμπτώματα και πότε διαπιστώθηκαν από τους θεράποντες ιατρούς του. Θα πρέπει, τέλος, να υποδειχθεί πως στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν από κοινού, προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους, 5 ιατρικές βεβαιώσεις (Τεκμήρια 1 - 5) χωρίς να γίνεται αναφορά, σε οποιοδήποτε από τα τεκμήρια, οτιδήποτε σε σχέση με παράλυση των νεύρων. Είναι, συνεπώς, βάσιμη η εισήγηση της εναγομένης πως θα επηρεαστεί δυσμενώς η θέση της εάν επιτραπεί η τροποποίηση, αφού θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια νέα βλάβη με όλες τις συνεπαγόμενες δυσκολίες για την αντίκρουση τυχόν ιατρικής ή άλλης μαρτυρίας που θα προσκομιζόταν από την πλευρά του ενάγοντα. Διαφορετική, πιθανόν, να ήταν η κρίση του Δικαστηρίου, εάν τα συμπτώματα ήταν γνωστά στην εναγομένη και είχε δοθεί μαρτυρία, έστω και αν δεν είχε δικογραφηθεί η βλάβη επαρκώς. Σε τέτοιες περιπτώσεις, επιτρέπονται, συνήθως τροποποιήσεις, έστω και αν υποβάλλονται με καθυστέρηση, ώστε να συνάδει η προσκομισθείσα μαρτυρία με τα δικόγραφα. Δεν είναι όμως τέτοια η κρινόμενη περίπτωση, όπου η εναγόμενη θα βρεθεί προ εκπλήξεως, αντιμετωπίζοντας ένα εντελώς νέο ισχυρισμό, μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ενάγοντα, με αμφίβολη τη δυνατότητα της να τον αντικρούσει. Επιπρόσθετα, τυχόν αποδοχή της αίτησης θα ανέτρεπε την πορεία εκδίκασης της υπόθεσης, αφού θα μετέβαλλε ουσιωδώς την εικόνα που παρουσίασε ο Ενάγων με τη μαρτυρία του ως προς τη φύση και έκταση των συμπτωμάτων από τον τραυματισμό του. Τούτο θα οδηγούσε, αναπόφευκτα, σε περαιτέρω αργοπορία της ήδη πολύ καθυστερημένης υπόθεσης. Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνω πως η περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Ως εκ των ανωτέρω, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης, τα οποία να υπολογιστούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΛΚ/ΑΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.