← Κύπρος

Κώστας Σπύρου κ.α. ν. Χαράλαμπου Χ. Περικλέους, Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 298/07, 13.5.2009

Κώστας Σπύρου κ.α. ν. Χαράλαμπου Χ. Περικλέους, Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 298/07, 13.5.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A115 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 298/07 Αναφορικά με τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, ως έχει τροποποιηθεί.

  1. Κώστας Σπύρου
  2. Παύλος Νεοφύτου Κούρτελλος
  3. Χαράλαμπος Λ. Κάης Εφεσείοντες - Αιτητές και Χαράλαμπου Χ. Περικλέους Εφεσίβλητου - Καθ' ου η Αίτηση Αίτηση αναστολής της διαδικασίας ημερ. 8.12.2008 Ημερομηνία: 13.5.2009 Για Εφεσείοντες - Αιτητές: κ. Π. Κούρτελλος Για Εφεσίβλητο - Καθ' ου η αίτηση: κ. Σ. Στυλιανού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι εφεσείοντες - αιτητές με την κυρίως αίτηση τους, την οποία καταχώρησαν στις 23.8.07: Α. Προσβάλλουν και/ή εφεσιβάλλουν τη διαταγή και/ή ειδοποίηση και/ή απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 24.7.07, περί της οποίας έλαβαν γνώση κατά και/ή περί την 28.7.07, ως άκυρη και/ή στερούμενη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή ζητούν την ακύρωση και/ή παραμερισμό της ως ληφθείσας παράνομα και/ή παράτυπα και/ή καθ' υπέρβαση εξουσίας και/ή ως λανθασμένης και/ή μη αιτιολογημένης και/ή δεόντως αιτιολογημένης και/ή ως ληφθείσης άνευ της δέουσας έρευνας. Β. Επικουρικά και/ή διαζευκτικά οι εφεσείοντες - αιτητές αξιώνουν τη διεξαγωγή νέας επιτόπιας έρευνας και/ή επανάληψη της διοικητικής διαδικασίας από την αρμόδια αρχή και/ή τον επανακαθορισμό και/ή την δικαστική αναθεώρηση κατ' ουσία της προσβαλλόμενης απόφασης, ημερομηνίας 24.7.07, του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας αναφορικά με την θέση και/ή κατεύθυνση και/ή έκταση παροχής δουλείας διόδου, και Γ. Αιτούνται συμπληρωματικά και/ή διαζευκτικά τον επανακαθορισμό και/ή την αναθεώρηση της πληρωτέας υπέρ των εφεσείοντων - αιτητών αποζημίωσης από τον εφεσίβλητο - καθ' ου η αίτηση. Στις 8.12.08 οι εφεσείοντες - αιτητές (στο εξής οι αιτητές) καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν τα ακόλουθα: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει την αναστολή εκδίκασης της έφεσης - αίτησης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή της διαδικασίας αυτής μέχρι να αποκρυσταλλωθεί και/ή να ολοκληρωθεί οριστικά και/ή τελεσίδικα η διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, ως αυτή έχει γνωστοποιηθεί με την Διοικητική Πράξη υπ' αρ. 680/8.8.08 και δημοσιευθεί στο φύλλο υπ' αρ. 4295, ημερομηνίας 8.8.2008 της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας, δυνάμει του άρθρου 63

(2)του Περί Κοινοτήτων Νόμου. Β. Διαζευκτικά και/ή επικουρικά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τίθεται εκτός Πινακίου του Δικαστηρίου η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση - έφεση μέχρι να αποκρυσταλλωθεί οριστικά και/ή τελεσίδικα η διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο Α. Η αίτηση αυτή στηρίζεται στα άρθρα 11, 11Α και 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, στους Κανονισμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Παροχή Διόδου) Κανονισμών του 1967 (Κ.Δ.Π. 255/67), στους Κανονισμούς 5, 6, 14, 15, 17 και 18 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, στις Δ.48, Θ. 1-4 και 9 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στα άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του Δρος Παύλου Νεοφύτου Κούρτελλου, ο οποίος είναι και ένας εκ των αιτητών και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους αιτητές 1 και 3 να προβεί σε αυτή την ένορκη δήλωση. Στην ένορκη δήλωση αναφέρονται μεταξύ άλλων βασικά τα ακόλουθα: Με την υπ' αρ. 680/8.8.08 διοικητική πράξη δημοσιεύθηκε Ειδοποίηση Απαλλοτρίωσης δυνάμει του άρθρου 63
(2)του Περί Κοινοτήτων Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυβέρνησης μέσω της οποίας γνωστοποιείται η πρόθεση της οικίας αρχής όπως προβεί σε αναγκαστική απαλλοτρίωση μέρους τεμαχίων στην κοινότητα Πάχνας στη Λεμεσού για σκοπούς εγγραφής δημοσίας οδού. Τα εν λόγω τεμάχια είναι τα ίδια με τα επηρεαζόμενα με την απόφαση ημερομηνίας 24.7.07 του Διευθυντή του Κτηματολογίου, η οποία προσβάλλεται με την κυρίως αίτηση. Οι αιτητές με βάση πληροφορίες που είχαν από τον Κοινοτικό Συμβούλιο Πάχνας περί πρόθεσης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης μέρους των τεμαχίων τους προέβηκαν σε διαβήματα προς τις συναρμόδιες διοικητικές αρχές ώστε να λάβουν γνώση των ακριβών περιστατικών. Έλαβαν τελικά γνώση περί της γνωστοποίησης κατά ή περί τις 14.9.08 κατόπιν επανειλημμένων διαβημάτων τους προς τις συναρμόδιες διοικητικές αρχές οπότε και ειδοποιήθηκαν γραπτώς μέσω επιστολής της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού ημερομηνίας 10.9.
  1. Περαιτέρω έλαβαν γνώση ως προς τα πραγματικά περιστατικά της σκοπούμενης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης περί τις 20.9.08 μέσω επιστολής του Διευθυντή Υπουργείου Εσωτερικών ημερομηνίας 15.9.
  2. Οι αιτητές υπέβαλαν ένσταση στην αναφερόμενη γνωστοποίηση. Από πληροφορίες που οι αιτητές έχουν λάβει από τις αρμόδιες αρχές δηλαδή την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού και το αρμόδιο Υπουργείο, η διοικητική διαδικασία απαλλοτρίωσης τελεί ήδη σε προχωρημένο στάδιο και πρόκειται να εκδοθεί διάταγμα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Στην απαλλοτριωθείσα έκταση περιλαμβάνεται και ολόκληρη η έκταση του παραχωρηθέντος δικαιώματος διάβασης, το οποίο αποτελεί το επίδικο αντικείμενο της κυρίως αίτησης. Εφόσον η διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ήθελε ολοκληρωθεί το επίδικο ζήτημα της κυρίως αίτησης εκλείπει οριστικά και η κυρίως αίτηση θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Από πληροφορίες που έχουν λάβει οι αιτητές από την οικεία Κοινοτική αρχή αφετηρία τόσο της προσβαλλόμενης απόφασης παροχής δουλείας διόδου στην παρούσα όσο και της σκοπούμενης απαλλοτρίωσης υπέρ της εγγραφής δημοσίου δρόμου είναι η πρόθεση του καθ' ου η αίτηση να προβεί σε ανάπτυξη των τεμαχίων του - τα δεσπόζοντα στην κυρίως αίτηση - ώστε τα πραγματικά περιστατικά στην κάθε περίπτωση είναι αλληλένδετα. Εφόσον η διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ήθελε ολοκληρωθεί και σε περίπτωση που οι αιτητές ήθελε επιδιώξουν την ακύρωση της τελικής απόφασης ή του Υπουργικού διατάγματος αναγκαστικής απαλλοτρίωσης τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί θα καθορίζει τελεσίδικα και οριστικά και την παρούσα διαφορά εκμηδενίζοντας μάλλον τα επίδικα θέματά της. Εφόσον η αναγκαστική απαλλοτρίωση απολήξει στην εγγραφή δημοσίου δρόμου ως η αναφερόμενη διοικητική πράξη, το επίδικο δικαίωμα διόδου δεν θα επιβιώσει εξ ου και η εκδίκαση της κυρίως αίτησης θα είναι άσκοπη και ποσώς θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Εφόσον ήθελε προηγηθεί η εκδίκαση της κυρίως αίτησης το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοτικής εξουσίας όπως εξετάσει ζητήματα τα οποία άπτονται της διαδικασίας αναγκαστικής απαλλοτρίωσης τα οποία έχουν αμιγώς χαρακτήρα διοικητικού δικαίου, αποκλειστική δε ακυρωτική αρμοδιότητα έχει το Ανώτατο Δικαστήριο. Εφόσον η παρούσα αίτηση επιτύχει θα αποφευχθούν περαιτέρω δικαστικά έξοδα ως και η ανάλωση δικαστικού χρόνου συνεπεία της αναφερόμενης εξέλιξης η οποία σαφώς επηρεάζει την παρούσα επίδικη διαφορά. Επίσης η παρούσα αίτηση εξυπηρετεί την καλύτερη διαχείριση της υπόθεσης ως και του χρόνου του Δικαστηρίου και αποτρέπει το ενδεχόμενο της πολλαπλότητας διαδικασιών και τα περιστατικά τα οποία συνδέονται πόσο μάλλον όταν η έκταση που αφορά στο υπό αμφισβήτηση δικαίωμα διόδου περιλαμβάνεται στο υπό απαλλοτρίωση έδαφος. Η επιτυχία της αίτησης ουδεμία ζημία επιφέρει στα δικαιώματα των διαδίκων καθώς σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο ήθελε μη τελεσφορήσει η διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτρίωσης τότε οι διάδικοι θα διατηρούν το δικαίωμα να επαναπροσδιορίσουν ή επαναφέρουν την παρούσα διαφορά ενώπιον του Δικαστηρίου προς οριστική επίλυση της ενώ στο περιπίπτον διάστημα η ύπαρξη δεσμευτικού διατάγματος του Δικαστηρίου θα κατοχυρώνει τα δικαιώματα των διαδίκων. Οι αιτητές κωλύονται να αποσύρουν την κυρίως αίτηση στο στάδιο αυτό άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των γιατί η καταχώρηση ενδίκου μέσου αυτής της φύσης ως η κυρίως αίτηση υπακούει σε προθεσμία δημοσίας τάξης με την παρέλευση της οποίας το ενδιαφερόμενο μέρος δηλαδή στην παρούσα οι αιτητές δεν θα έχουν το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο προς αμφισβήτηση της επίδικης απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω τα περιστατικά που άπτονται της υπό εξέταση αίτησης καταδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αναγκαίο της άσκησης της συμφυούς και διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Ο εφεσίβλητος - καθ' ου η αίτηση (στο εξής ο καθ' ου η αίτηση) καταχώρησε στις 9.2.09 ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση: Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 11, 11Α και 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, στο άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στους Κανονισμούς 2-9 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Παροχή Διόδου) Κανονισμών του 1967, στους Κανονισμούς 2-17 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, στα άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος, στις Δ.33 Θ.6, Δ.48 Θ.1-4 και Δ.64 Θ.1-4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
  3. Ότι η αμφισβητούμενη αίτηση γίνεται κακόπιστα και καταχρηστικά.
  4. Ότι οι ζητούμενες με την πιο πάνω αίτηση θεραπείες δεν θα εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης.
  5. Ότι με τις ζητούμενες θεραπείες θα επηρεασθούν δυσμενώς τα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση.
  6. Ότι με τις ζητούμενες θεραπείες θα προσβληθούν τα συνταγματικά δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση για τη διεξαγωγή της δίκης και τη διάγνωση των δικαιωμάτων του μέσα σε εύλογο χρόνο.
  7. Ότι δεν συντρέχει κανένας ξεχωριστός, ιδιαίτερος ή εξαιρετικός λόγος για αναστολή της εκδίκασης της κύριας αίτησης ή τη θέση αυτής εκτός Πινακίου του Δικαστηρίου και/ή ότι οι επικαλούμενοι λόγοι αναστολής δεν είναι βάσιμοι, κατάλληλοι ή επαρκείς λόγοι αναστολής της διαδικασίας.
  8. Ότι δεν μπορεί να εξαρτηθεί η δικαστική διαδικασία από τις πράξεις ή παραλείψεις ή αποφάσεις των διοικητικών οργάνων.
  9. Ότι η παρούσα υπόθεση δεν έχει οποιαδήποτε ιδιαιτερότητα, ιδιομορφία ή πολυπλοκότητα και είναι μια συνήθης και απλή υπόθεση.
  10. Ότι με τη ζητούμενη αναστολή θα προκληθεί ταλαιπωρία στον καθ' ου η αίτηση καθώς και ανατροπή του προγράμματος του Δικαστηρίου.
  11. Ότι η αμφισβητούμενη αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αδικαιολόγητη για τους λόγους που αναφέρονται στη συνημμένη ένορκη δήλωση. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του εφεσίβλητου - καθ' ου η αίτηση στην οποία αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Κατά τη διεξαγωγή της έρευνας και εξέτασης της αίτησης του για καθορισμό της ζητούμενης διόδου μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών εγέρθηκε και το θέμα για την απαλλοτρίωση μέρους των επηρεαζόμενων κτημάτων με σκοπό τη δημιουργία δημόσιου δρόμου ανάλογου με την καθορισθείσα δίοδο για εξυπηρέτηση των συμφερόντων του συνόλου των ιδιόκτητων ακινήτων στη γύρω περιοχή και της κοινότητας γενικότερα. Οι αιτητές και αντιπρόσωποί τους αντέδρασαν αρνητικά και απέκλεισαν τη συζήτηση τέτοιου θέματος ή ενδεχομένου. Ήταν δηλωμένη η αδιάλλακτη θέση των αιτητών στην παροχή της επίδικης διόδου καθώς και η πρόθεση τους να εμποδίσουν τον καθ' ου η αίτηση να προχωρήσει στην πραγματοποίηση του προγραμματισθέντος οινοποιείου του. Η παροχή της διόδου έγινε με σκοπό να εξυπηρετηθούν τα κτήματα του καθ' ου η αίτηση στα οποία προτίθεται να δημιουργήσει οινοποιείο, η έγκριση του οποίου υπάρχει. Η παρούσα αίτηση για αναστολή της διαδικασίας γίνεται με τη δικαιολογία ότι βρίσκονται σε εξέλιξη προπαρασκευαστικές διοικητικές ενέργειες για να κηρυχθεί αναγκαστική απαλλοτρίωση σχετική με τα επηρεαζόμενα κτήματα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και άσχετος με την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Η διαδικασία του Δικαστηρίου δεν θα εξαρτηθεί από οποιοδήποτε ενδεχόμενο πρόγραμμα της εκτελεστικής εξουσίας ή των διοικητικών οργάνων του κράτους. Οι αιτητές παρέλειψαν να αναφέρουν τον ουσιαστικό λόγο για την παρούσα αίτηση. Εάν η θέση τους είναι ότι θα αποδεχθούν την αναγκαστική απαλλοτρίωση των επηρεαζόμενων μερών των κτημάτων τους και ότι αποδέχονται την προσβαλλόμενη απόφαση του Κτηματολογίου τότε η κυρίως αίτηση είναι άνευ αντικειμένου και πρέπει να αποσυρθεί. Εάν οι αιτητές αντιτίθενται στη σκοπούμενη απαλλοτρίωση και θα ενστούν σε αυτή τότε η παρούσα αίτηση είναι άσκοπη, αβάσιμη και αδικαιολόγητη και η κυρίως αίτηση πρέπει να προχωρήσει. Η δικαστική κρίση της ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου δεν έχει σχέση με οποιαδήποτε διοικητική διαδικασία απαλλοτρίωσης και ως εκ τούτου δε γεννάται θέμα πολλαπλότητας των διαδικασιών. Ο χρόνος εξέτασης και προώθησης της διαδικασίας της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης είναι άγνωστο πόσο θα διαρκέσει. Ο καθ' ου η αίτηση επείγεται στην ανέγερση και λειτουργία του οινοποιείου του και κάθε καθυστέρηση συνεπάγεται αύξηση των κόστων δημιουργίας του όλου έργου και πρόκληση περαιτέρω ζημιάς σε αυτόν. Η αίτηση για αναστολή της διαδικασίας γίνεται κακόπιστα και με σκοπό να ανατραπούν τα σχέδια του καθ' ου η αίτηση και να καταστεί η δίοδος άνευ αντικειμένου. Τυχόν αναστολή δεν θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση και ειδικότερα το συνταγματικό του δικαίωμα για διάγνωση των δικαιωμάτων του μέσα σε εύλογο χρόνο. Ως εκ των άνω ο καθ' ου η αίτηση ζητά την απόρριψη της αίτησης. Μετά την παραχώρηση άδειας από το Δικαστήριο οι αιτητές καταχώρησαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 6.3.09 προς απάντηση στην ένσταση του καθ' ου η αίτηση. Με την ένορκη αυτή δήλωση οι αιτητές αρνούνται και απορρίπτουν όλους τους ισχυρισμούς τους οποίους προβάλλει ο καθ' ου η αίτηση στην ένορκη δήλωση του εκτός όπου ρητά προβαίνουν σε παραδοχή αυτών. Επαναλαμβάνουν ότι από πληροφορίες που έχουν λάβει από την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού και το αρμόδιο Υπουργείο η διοικητική διαδικασία τελεί ήδη σε προχωρημένο στάδιο και πρόκειται λίαν συντόμως να εκδοθεί διάταγμα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Όσον αφορά τη θέση του καθ' ου η αίτηση ότι οι αιτητές θα πρέπει να δηλώσουν τη θέση τους σε σχέση με την σκοπούμενη αναγκαστική απαλλοτρίωση, οι αιτητές αναφέρουν ότι είναι νομικά εύλογο και λογικά αναμενόμενο να μην αποποιηθούν εκ των προτέρων οποιουδήποτε δικαιώματος τους ή δυνατότητα πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Ειδικά αναφορικά με την εν εξελίξει αναγκαστική απαλλοτρίωση οι αιτητές θα μπορούν να λάβουν οριστική απόφαση εφόσον γνωρίζουν όλα τα νομικά και πραγματικά περιστατικά αυτής στην έκσταση που τους αφορά μόλις εκδοθεί το διάταγμα απαλλοτρίωσης. Σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αφορούν τις περιβάλλουσες συνθήκες που άπτονται της παρούσας αίτησης αλλά και της εν εξελίξει αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ο ενόρκως δηλών κ. Κούρτελλος θέτει και τα ακόλουθα γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα μετά το χρόνο καταχώρησης της υπό εξέταση αίτησης: Την 9.02.09 συναντήθηκε εκ μέρους των αιτητών με το νομικό σύμβουλο της κοινότητας Πάχνας, δηλ. της απαλλοτριούσας αρχής. Κατόπιν συνεννόησης και αφού εν τω μεταξύ είχε ενημερωθεί και ο καθ' ου η αίτηση ως προς το γεγονός, έγινε την 19.02.09 συνάντηση του ενόρκως δηλούντα και του νομικού συμβούλου της απαλλοτριούσας αρχής μετά των λειτουργών της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού, των εντεταλμένων με το χειρισμό της υπό αναφορά διαδικασίας αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Σκοπός των αναφερομένων συναντήσεων ήταν η διαβούλευση των μερών προκειμένου να διευκρινιστούν τα νομικά και πραγματικά περιστατικά της όλης υπόθεσης, να γίνουν σαφείς οι εκατέρωθεν προθέσεις και να εξευρεθεί κοινό έδαφος προς ικανοποίηση όλων των ενδιαφερομένων μερών, μεταξύ των οποίων και οι διάδικοι στην παρούσα. Ως εκ των ανωτέρω διεφάνη ότι είναι κατ' αρχήν κοινή πρόθεση της αρμόδιας αρχής, της οικείας κοινότητας ως και των αιτητών όπως καταλήξουν εντός ευλόγου χρόνου σε διευθέτηση τέτοια ώστε να αποφευχθούν άλλα δικαστικά διαβήματα, δικαστικά έξοδα και δαπάνες ώστε η αναγκαστική απαλλοτρίωση προχωρήσει και ο σκοπός αυτής υλοποιηθεί το συντομότερο. Ειδικότερα δε η απαλλοτριούσα κοινότητα και οι αιτητές συμφώνησαν να προβούν σε ενέργειες αξιολόγησης της υπό απαλλοτρίωση εκτάσεως προς καθορισμό εναλλακτικής όδευσης του δημοσίου δρόμου αλλά και της εύλογης αποζημίωσης, των δικαιωμάτων των μερών διατηρούμενων, εν τω μεταξύ, στο ακέραιο. Προς υλοποίηση της πιο πάνω συνεννόησης αμφότερα τα μέρη έχουν προβεί σε σχετικές ενέργειες και έπεται πλέον νέα συνάντηση των αναφερομένων μερών με στόχο την οριστική διευθέτηση της διαφοράς, η οποία προκύπτει από τη διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Στην περίπτωση αυτή το αντικείμενο της παρούσας διαφοράς θα εκλείψει. Ο καθ' ου η αίτηση και οι δικηγόρου αυτού έχουν ενημερωθεί σχετικά. Και οι δύο πλευρές αρκέστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους όπως αυτές προβάλλονται στην αίτηση και στην ένσταση αντίστοιχα επικαλούμενοι και σχετική νομολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην Τhe Municipality of Limassol v. Archbishop of Cyprus Chrysostomos and another
(1981)1 CLR 445 όπου εξετάστηκε το κατά πόσο το Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να αναστείλει τη διαδικασία εκκρεμούσης της προσφυγής που καταχώρησε ο εναγόμενος 2 στο Ανώτατο Δικαστήριο, λέχθηκαν, με αναφορά στην αγγλική νομολογία, τα ακόλουθα: «Time and again it has been said that the Court has an inherent jurisdiction to stay proceedings and that such jurisdiction is a discretionary one to be exercised by the Court if it thinks fit and in a proper case, terms may be imposed, but it ought to be very sparingly exercised and only in very exceptional cases. The general practice is, however, that you should not stay actions unless the action, beyond all reasonable doubt, ought not to go on (See Vaughan Williams, Lord Justice in Shackleton v. Swift [1913] 2 K.B. at p. 312). Στην ίδια υπόθεση σε σχέση με τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή γίνεται αναφορά στο ακόλουθο απόσπασμα από την Stars v. National Coal Board [1977] 1 All E.R. 243: "And so in every case, as I see it, the particular facts of the case on which the discretion has to be exercised are all important. The discretion cannot be exercised unless each party does expose the reasons for his action. I have already indicated that I do not regard this as a question of onus of proof. There is, in my judgment, a duty on each party in such a situation to provide the Court with the necessary material known to him, so that the Court, fully informed, can exercise its discretion properly. However, I would add this comment: that at the end of the day it must be for him who seeks the stay to show that, in the discretion of the Court, it should be imposed''. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th edition, Vol. 37 σελ. 325 επ. σε σχέση με την υπό αναφορά εγγενή εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει αναστολή διαδικασίας αναφέρεται ότι αυτή η εξουσία μπορεί να ασκηθεί τόσο σε σχέση με αγωγές όσο και με διαδικασίες που αρχίζουν με Εναρκτήριες ή Πρωτογενείς Κλήσεις ή σε Αιτήσεις (Originating Summons and Petitions). Αναφέρεται επίσης ότι αίτηση για αναστολή πρέπει να γίνεται αμέσως, όταν είναι πρακτικά εφικτό μετά την εμφάνιση των λόγων για τους οποίους γίνεται ή όταν περιέλθουν στη γνώση του αιτητή, διαφορετικά μπορεί να μη γίνει δεκτή. Περαιτέρω σημειώνεται ότι εάν το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος η αναστολή μπορεί να διαταχθεί για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα αλλά όχι γενικά ή για ένα μη λογικό χρονικό διάστημα. Τέλος στο ίδιο σύγγραμμα σε σχέση με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί διάταγμα αναστολής στη σελίδα 330 αναφέρονται τα εξής: «The stay of proceedings is a serious, grave and fundamental interruption in the right that a party has to conduct his litigation towards the trial on the basis of the substantive merits of his case, and therefore the court's general practice is that a stay of proceedings should not be imposed unless the proceedings beyond all reasonable doubt ought not to be allowed to continue» Στην MERCK & CO INC. κ.α. v. MEDOCHEMIE LTD
(1998)1 Α.Α.Δ. 2184 λέχθηκε για μια ακόμη φορά ότι η εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ή της εκδίκασης εκκρεμούσας αγωγής εξασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις καθώς και ότι η κρατούσα πρακτική είναι ότι οι αγωγές δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι η πιο πάνω αναφερόμενη εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου διακρίνεται από τη δικαιοδοσία αναστολής, η οποία παρέχεται ρητά από το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 καθώς και από τη Δ.35 Θ.18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Οι υπό αναφορά νομοθετικές πρόνοιες δεν ρυθμίζουν γενικά το θέμα αναστολής διαδικασίας αλλά μόνο τις περιπτώσεις όπου ζητείται αναστολής εκτέλεση απόφασης (βλ. Παπακόκκινου κα ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 692, In re E.S. (an infant)
(1986)1 CLR 119 και Χ" Ιωσήφ ν. Πετρίχου
(1998)1 Α.Α.Δ. 364). Από τα πιο πάνω λοιπόν συνάγονται τα ακόλουθα:
  1. Το Δικαστήριο έχει εγγενή εξουσία να διατάξει αναστολή διαδικασίας, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του.
  2. Η εξουσία μπορεί να ασκηθεί τόσο σε σχέση με αγωγές όσο και με διαδικασίες που αρχίζουν με Εναρκτήριες ή Πρωτογενείς Κλήσεις ή σε Αιτήσεις.
  3. Η εξουσία αυτή είναι διακριτική και ασκείται από το Δικαστήριο όταν αυτό το κρίνει πρέπον στην κατάλληλη περίπτωση και με όρους.
  4. Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.
  5. Η γενική πρακτική είναι ότι οι διαδικασίες δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή.
  6. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με βάση τα ιδιαίτερα γεγονότα κάθε υπόθεσης.
  7. Κάθε μέρος έχει υποχρέωση να παράσχει στο Δικαστήριο το απαραίτητο υλικό που γνωρίζει ώστε το Δικαστήριο πλήρως ενημερωμένο να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. Παρόλα αυτά στο τέλος της ημέρας είναι στον αιτητή της αναστολής να δείξει ότι πρέπει να διαταχθεί τέτοια.
  8. Αίτηση για αναστολή πρέπει να γίνεται αμέσως, όταν είναι πρακτικά εφικτό μετά την εμφάνιση των λόγων για τους οποίους γίνεται ή όταν αυτοί περιέλθουν στη γνώση του αιτητή.
  9. Η αναστολή μπορεί να διαταχθεί για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα αλλά όχι γενικά ή για ένα μη λογικό χρονικό διάστημα. Λαμβάνοντας υπόψην τα ανωτέρω θα προχωρήσω στην εξέταση της παρούσας αίτησης. Αρχικά πρέπει να λεχθεί ότι όσον αφορά το χρόνο καταχώρησης της υπό εξέταση αίτησης υπήρξε κάποια καθυστέρηση. Λαμβάνοντας όμως υπόψην το χρόνο και τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν πλήρως γνωστά στους αιτητές τα δεδομένα βάση των οποίων προχώρησαν στην καταχώρηση της αίτησης καθώς και τις ενέργειες των αιτητών προς διευκρίνιση αυτών, όπως φαίνονται στις ενόρκους δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση αλλά και στα πρακτικά του Δικαστηρίου, κρίνω ότι η καθυστέρηση αυτή δεν είναι τέτοια ώστε να καθιστά την αίτηση έκθετη σε απόρριψη. Εξετάζοντας τώρα την ουσία της αίτησης είναι η θέση των αιτητών ότι εφόσον η διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ήθελε ολοκληρωθεί και σε περίπτωση που οι αιτητές ήθελε επιδιώξουν την ακύρωση της τελικής απόφασης ή του Υπουργικού διατάγματος αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί θα καθορίζει τελεσίδικα και οριστικά και την κυρίως αίτηση. Αυτό γιατί εάν η αναγκαστική απαλλοτρίωση των τεμαχίων στα οποία αφορά το επίδικο στην κυρίως αίτηση δικαίωμα διόδου, απολήξει στην εγγραφή δημοσίου δρόμου ως η αναφερόμενη διοικητική πράξη, το επίδικο δικαίωμα διόδου δεν θα επιβιώσει. Συνεπώς η κυρίως αίτηση θα καταστεί άνευ αντικειμένου και κατ' επέκταση η προηγούμενη εκδίκαση της θα είναι άσκοπη και ποσώς θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Από τα όσα αναφέρουν οι αιτητές προκύπτει ότι με την έκδοση του διατάγματος απαλλοτρίωσης η κυρίως αίτηση δεν θα καταστεί άνευ αντικειμένου αυτόματα και ανεξάρτητα από τη στάση των αιτητών επί του διατάγματος αυτού. Οι αιτητές άλλωστε ζητούν αναστολή της διαδικασίας για τέτοιο χρονικό διάστημα μέχρι να αποκρυσταλλωθεί και/ή να ολοκληρωθεί οριστικά και/ή τελεσίδικα η διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Ζητούν στην ουσία η αναστολή να έχει τέτοια διάρκεια η οποία να καλύπτει και τους χρόνους άσκησης και εξάντλησης των ενδίκων βοηθημάτων που τους παρέχει η νομοθεσία σε σχέση με τη διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτρίωσης εάν αποφασίσουν να προσβάλουν τη διαδικασία αυτή. Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι ως οι ίδιοι οι αιτητές αναφέρουν έχουν ήδη ασκήσει ένσταση στην ειδοποίηση απαλλοτρίωσης και επίσης αναμένουν την έκδοση του σχετικού διατάγματος απαλλοτρίωσης για να λάβουν οριστική απόφαση επί της διαδικασίας αναγκαστικής απαλλοτρίωσης δηλ. κατά πόσο θα τη δεχθούν ή θα προχωρήσουν στην άσκηση των ένδικων βοηθημάτων που τους παρέχει η νομοθεσία. Ασφαλώς οι αιτητές δεν έχουν την υποχρέωση να τοποθετηθούν στην παρούσα σε σχέση με τη θέση τους έναντι του μη εκδοθέντος ακόμη διατάγματος απαλλοτρίωσης. Το στοιχείο όμως αυτό είναι σχετικό με τον καθορισμό του χρονικού διαστήματος για το οποίο ζητούν να διαρκέσει η αναστολή της διαδικασίας. Ο χρόνος λοιπόν της αιτούμενης αναστολής συναρτάται με τη στάση την οποία θα αποφασίσουν να τηρήσουν οι αιτητές σε σχέση με τη διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Ως εκ τούτου εάν οι αιτητές αποφασίσουν να προσβάλουν τη διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, κάτι που αποτελεί νόμιμο δικαίωμα τους, ο χρόνος αναστολής, ως φαίνεται από το αίτημα τους, θα περιλαμβάνει την άσκηση και ολοκλήρωση των σχετικών ενδίκων βοηθημάτων μέχρι και την έκδοση οριστικής και τελεσίδικης απόφασης επί του θέματος. Τέτοιες όμως διαδικασίες είναι χρονοβόρες και με δεδομένο ότι δεν έχουν καν αρχίσει ακόμη δεν είναι εύλογα προδιαγραφόμενο το χρονικό διάστημα που θα διαρκέσουν και κατ' επέκταση δεν μπορεί να καθορισθεί ούτε κατά προσέγγιση η διάρκεια της αιτούμενης αναστολής. Ενδεικτικό του πιο πάνω είναι και το ότι αν και οι αιτητές αναφέρουν ότι σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν η διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτρίωσης τελεί ήδη σε προχωρημένο στάδιο και πρόκειται να εκδοθεί σχετικό διάταγμα εντούτοις από την καταχώρηση της παρούσας αίτησης μέχρι την ακρόαση αυτής, η οποία έγινε στις 30.3.09, δηλ. 3 ½ μήνες αργότερα, το σχετικό διάταγμα δεν έχει ακόμη εκδοθεί. Περάν των πιο πάνω πρέπει να λεχθεί ότι σε περίπτωση που οι αιτητές προσβάλουν επιτυχώς τη διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και ακυρωθεί το διάταγμα απαλλοτρίωσης τότε το αντικείμενο της κυρίως αίτησης θα εξακολουθεί να υφίσταται και η κυρίως αίτηση δεν θα εκδικασθεί παρά μόνο τότε δηλ. μετά την παρέλευση ακαθόριστου στην ουσία χρονικού διαστήματος. Τα δε επίδικα στην κυρίως αίτηση θέματα δεν είναι τα ίδια με τα θέματα που εγείρονται σε δικαστικές διαδικασίες σε σχέση με αναγκαστικές απαλλοτριώσεις και έτσι τα αποτελέσματα τέτοιων δικαστικών διαδικασιών όχι μόνο δεν θα καθορίσουν τελεσίδικα τα επίδικα θέματα στην κυρίως αίτηση αλλά ούτε και θα τα περιορίσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο. Περαιτέρω πρέπει να αναφερθεί ότι η συνέχιση της διαδικασίας στην κυρίως αίτηση σε περίπτωση που εκδοθεί το διάταγμα απαλλοτρίωσης και ασκηθούν εναντίον του ένδικα βοηθήματα δεν συνιστά πολλαπλότητα διαδικασίας εφόσον στις διαδικασίες αυτές ούτε τα επίδικα θέματα, ούτε το αντικείμενο και η διαδικασία είναι τα ίδια αλλά ούτε και οι διάδικοι. Ούτε και τα πραγματικά γεγονότα είναι αλληλένδετα ως υποστηρίζουν οι αιτητές. Ενόψει των πιο πάνω με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αναστολής για ακαθόριστο στην ουσία χρονικό διάστημα υπάρχει κίνδυνος να επηρεασθεί δυσμενώς ο καθ' ου η αίτηση όσον αφορά το δικαίωμα του να τύχει διάγνωσης των δικαιωμάτων του εντός ευλόγου χρόνου ως προβλέπει το άρθρο 30
(3)του Συντάγματος. Αντίθετα η συνέχιση της διαδικασίας της κυρίως αίτησης δεν θα επηρεάσει καθ' οιονδήποτε τρόπο δυσμενώς ούτε τα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση αλλά ούτε και τα δικαιώματα των αιτητών εφόσον οι τελευταίοι με την κυρίως αίτηση τους ζητούν την ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου σε σχέση με δικαίωμα διόδου του καθ' ου η αίτηση το οποίο βαρύνει τα τεμάχια τους. Λαμβανομένης δε υπόψην της μη ταύτισης των επίδικων θεμάτων στις δύο υπό αναφορά διαδικασίες σε περίπτωση που προηγηθεί η εκδίκαση της κυρίως αίτησης οι αιτητές δεν θα στερηθούν οποιουδήποτε δικαιώματος τους να εγείρουν τις θέσεις και τους ισχυρισμούς τους στην άλλη διαδικασία. Όσον δε αφορά την ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει αναστολή της διαδικασίας μέχρι την έκδοση του διατάγματος απαλλοτρίωσης, ως εισηγούνται οι αιτητές στην αγόρευση τους, κρίνω ότι κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό εφόσον, ως οι ίδιοι οι αιτητές αναφέρουν, η έκδοση του διατάγματος επίκειται οπόταν οι αιτητές θα έχουν σύντομα την ευκαιρία να καθορίσουν τη θέση τους επί της διαδικασίας της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και κατ' επέκταση να αποφασίσουν και ως προς την πορεία της κυρίως αίτησης. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι δεν έχουν καταδειχθεί τέτοιοι λόγοι οι οποίοι να καθιστούν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αναγκαία την αναστολή της διαδικασίας της κυρίως αίτησης. Ως εκ τούτου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Τα όσα δε αναφέρθηκαν ανωτέρω ισχύουν και όσο αφορά το διαζευκτικό αίτημα των αιτητών για να τεθεί η κυρίως αίτηση εκτός πινακίου εφόσον γίνεται για τον ίδιο σκοπό και για την ίδια χρονική περίοδο και έγκριση του θα είχε τις ίδιες συνέπειες. Συναφώς η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του καθ' ου η αίτηση και εναντίον των αιτητών, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/General Application/Interim Αναφορά: Aίτηση αναστολής διαδικασίας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.