← Κύπρος

Μάριου Δημοσθένους ν. Σταύρου Παρπή κ.α., Αρ. Αγωγής: 312/05, 14.5.2009

Μάριου Δημοσθένους ν. Σταύρου Παρπή κ.α., Αρ. Αγωγής: 312/05, 14.5.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A116 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Δρουσιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 312/05 Μεταξύ: Μάριου Δημοσθένους, εκ Λεμεσού Ενάγοντα και

  1. Σταύρου Παρπή, εκ Λεμεσού
  2. Stavros Parpis Foodstuffs Ltd, εκ Λεμεσού Εναγομένων ---------------------------- Ημερομηνία: 14.5.2009 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κος. Ε. Κλεάνθους (κα. Ζήνωνος για να ακούσει απόφαση) Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κα. Χ. Ερωτοκρίτου (κα. Φιλίππου για να ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση του ενάγοντα είναι για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις που προκλήθηκαν σ' αυτόν συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος το οποίο επεσυνέβη στις 10.10.03 στον κυκλοφοριακό κόμβο Γερμασόγειας στη Λεμεσό. Βάση και αιτία της αγωγής είναι το αναφερόμενο δυστύχημα το οποίον κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντα προκλήθηκε λόγω της ισχυριζόμενης αμέλειας του εναγόμενου 1 και κατ' επέκταση και των εναγομένων 2 γιατί ο εναγόμενος 1 οδηγούσε το όχημα υπ' αριθμό εγγραφής ΕΧΥ335 ως υπάλληλος και υπηρέτης και/ή αντιπρόσωπος τους. Με δήλωση των συνηγόρων του εναγομένου και των εναγομένων 1 και 2 καθορίστηκε ότι: α) Οι γενικές αποζημιώσεις, €7859,57 επί πλήρους ευθύνης β) Οι ειδικές αποζημιώσεις, €3661,94 επί πλήρους ευθύνης. Οι υπόλοιπες απαιτήσεις του ενάγοντα έχουν αποσυρθεί από τον Δικηγόρο του. Οι πιο πάνω δηλώσεις εκ μέρους των συνηγόρων των διαδίκων σχετίζονται με την απόδειξη επιδίκων γεγονότων και δεσμεύουν τους διαδίκους. Θεωρούνται επίσημες δικαστικές παραδοχές και αποτελούν αμαχητί απόδειξη των γεγονότων για τα οποία γίνονται (δέστε Manhattan v. Viceroy Shipping Co. Ltd

(1979)1 C.L.R. 542, Cyprus Import Corporation Ltd v. Kaisis
(1974)1 C.L.R. 16 In Re Charalambous
(1983)1 AAΔ 746). Επίσης από την Υπεράσπιση διαπιστώνεται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν αμφισβητούν την παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης και συνεπώς ότι ο εναγόμενος 1 κατά τον επίδικο χρόνο ήταν οδηγός του οχήματος υπ' αριθμό εγγραφής ΕΧΥ335 ιδιοκτησίας των εναγομένων 2 και το οδηγούσε για λογαριασμό τους. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν εκ μέρους του ενάγοντα δύο μάρτυρες, ο Αστυνομικός ΜΕ1 και ο ενάγοντας ΜΕ2 και εκ μέρους των εναγομένων ο εναγόμενος
  1. Κατετέθηκαν συνολικά τρία τεκμήρια. Στο στάδιο των αγορεύσεων η κα. Ερωτοκρίτου αφού αναφέρθηκε στην μαρτυρία του ενάγοντα κάλεσε το Δικαστήριο να την απορρίψει ως αναξιόπιστη παρέθεσε σχετική νομολογία όσον αφορά την ευθύνη των πεζών. Αντίθετη ήταν η θέση του κ. Κλεάνθους ο οποίος αναφέρθηκε στην μαρτυρία και παρέθεσε σχετική νομολογία όσον αφορά την ευθύνη, εισηγήθηκε ότι για το δυστύχημα αποκλειστική ευθύνη την έχει ο εναγόμενος
  2. Η μαρτυρία όλων των μαρτύρων που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά έχει μελετηθεί από το Δικαστήριο και σε αυτό το στάδιο δεν θα παραθέσω περίληψη της μαρτυρίας, θα το κάνω εκεί όπου είναι αναγκαίο στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Το έργο της αξιοπιστίας είναι ένα πολυσύνθετο και λεπτό έργο παρατήρησης κατατεθέντων μαρτύρων και ορθά έχει χαρακτηριστεί ως το σημαντικότερο καθήκον του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Ltd, 1999 1 [Β] ΑΑΔ σελ. 1273 τονίζονται τα ακόλουθα: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει και στη συνέχεια να τη χρησιμοποιήσει, το πρίσμα της πείρας όπου διαθέτει και τις γνώσεις του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας.» Ασκώντας συνεπώς το πιο πάνω καθήκον μου σε σχέση με τα πρόσωπα που έχει καταθέσει ενώπιον μου παρατηρώ τα εξής. Ο ΜΕ1 αστυφ. 2738 Μάριος Ματθαίου είναι ο εξεταστής του δυστυχήματος κατέθεσε ως τεκμήριο 1 σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος και ως τεκμήριο 2 το πρόχειρο σχέδιο που ετοίμασε στην σκηνή. Στο πρόχειρο σχέδιο τοποθέτησε τις θέσεις τόσο του πεζού όσο και του εναγομένου
  3. Όσον αφορά την ορατότητα ο μάρτυρας ανέφερε ότι πριν εισέλθει κάποιος στον κυκλικό κόμβο μπορεί να δει όλες τις εξόδους, δεν γνωρίζει την ορατότητα όταν κάποιος εισέλθει στον κόμβο. Ο μάρτυρας αντεξετάσθηκε επί αρκετό γιατί ανέφερε ότι «ο πεζός ισχυρίσθηκε ότι κτυπήθηκε από την αριστερή γωνιά του αυτοκινήτου» κάτι που διαπιστώθηκε ότι δεν του ανάφερε ο πεζός στην κατάθεση του. Επίσης αντεξετάσθει για την απόσταση που βρισκόταν ο πεζός από την νησίδα πριν κτυπηθεί. Είναι λογικό μετά παρέλευση πέντε ετών από το δυστύχημα τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας και δεν είναι καταγραμμένα να παραμένουν απλοί ισχυρισμοί. Δυστυχώς παρατηρείται μια ανομιογένια στο τεκμήριο 1 που είναι το συμμετρικό σχέδιο και το τεκμήριο 2 που είναι το πρόχειρο. Ενώ στο τεκμήριο 2 σημείωνε τις θέσεις και των δύο οδηγών στο συμμετρικό θέτει απλά ως σημείο σύγκρουσης το Χ. Πιστεύω ότι πρόκειται για καλόπιστο λάθος και ως εκ τούτου θα ασχοληθώ μόνο με το πρόχειρο σχέδιο τεκμήριο 2 όχι πως βοηθά περισσότερο την υπόθεση. Συνεπώς αποδέχομαι από τη μαρτυρία του ΜΕ1 όσα αντλούνται από το τεκμήριο
  4. Τα όσα έχει αναφέρει τώρα στο Δικαστήριο και για τα οποία δεν υπάρχει καμιά αναφορά ούτε στην γραπτή του κατάθεση ούτε στο τεκμήριο 2 αποτελούν απλές εικασίες. Περαιτέρω εικασία παραμένει και η θέση του μάρτυρα περί της ποιας πλευράς του δρόμου θα πρέπει να οδηγεί όχημα που πρόθεση του σύμφωνα πάντα με τον επίδικο δρόμο θα ακολουθούσε την πορεία προς Λευκωσία. Ο ΜΕ2 είναι ο ενάγοντας Μάριος Δημοσθένους, πρόκειται για απλό άνθρωπο ο οποίος προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τα γεγονότα που συνέβησαν πριν από 5 χρόνια. Κάποιες από τις αναφορές του ειδικά οι αποστάσεις και το πότε αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο να μην αποτελούν ακριβή στοιχεία όμως αυτά δεν μειώνουν την αξιοπιστία του μάρτυρα. Το γεγονός ότι ενώ διασταύρωνε αντιλήφθηκε το όχημα του εναγομένου 1 να κινείται με ταχύτητα και εν τούτοις να συνεχίζει να διασταυρώνει μπορεί στο μυαλό ενός ανθρώπου που δεν βρισκόταν εκείνη τη στιγμή στη θέση που ήταν ο μάρτυρας να είναι εκτός λογικής όμως για τον μάρτυρα εκείνη τη στιγμή η αντίδραση του ήταν να προσπαθήσει να διασταυρώσει το δρόμο κάτι που προσπάθησε να το κάνει και δεν πρόλαβε. Η μαρτυρία του σε κάποια σημεία μπορεί να είναι υπερβολική όχι όμως και ανακριβείς ως εκ τούτου την αποδέχομαι στο σύνολο της. Τόσο ο ενάγοντας όσο και ο εναγόμενος 1 αναφέρθηκαν σε στιγμιαία γεγονότα. Η πραγματική μαρτυρία δεν μπορεί να βοηθήσει σε μεγάλο βαθμό στα γεγονότα της υπόθεσης. Το αυτοκίνητο ο εναγόμενος 1 το μετακίνησε πριν έλθει αστυνομία. Ίχνη τροχοπέδησης δεν βρέθηκαν και τα ενεχόμενα μέρη υπέδειξαν διαφορετικά σημεία σύγκρουσης. Ερχόμενος τώρα στην μαρτυρία του εναγομένου 1 ο οποίος σε αδρές γραμμές ανέφερε ότι οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα του κυκλικού κόμβου και υπήρχε κίνηση τόσο στη δεξιά όσο και μπροστά του και ξαφνικά είδε κάποιο από τη δεξιά να κατεβαίνει από τον κυκλικό κόμβο και να τρέχει από τη δεξιά και να έρχεται ευθεία προς τα πάνω του και μόλις αντελήφθηκε «ότι θα έδινε μέσα» σταμάτησε. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου 1 ότι τον είδε να κατεβαίνει από το κυκλικό κόμβο και να τρέχει στο δρόμο έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του ότι στο δρόμο υπήρχαν αυτοκίνητα τόσο στα δεξιά του όσο και μπροστά του. Εδώ μπορώ να πω ότι είναι πολύ πιο κοντά στην λογική η θέση του ενάγοντα ότι περίμενε να καθαρίσει ο δρόμος, κατέβηκε και όταν ξεκίνησε να διασταυρώνει το δρόμο αντελήφθηκε ένα αυτοκίνητο να έρχεται από τα αριστερά του. Αφού ο εναγόμενος 1 εντόπισε τον ενάγοντα να κατεβαίνει στο δρόμο γιατί δεν σταμάτησε; Και αφού σταμάτησε πως ο ενάγοντας έπεσε στο έδαφος. Είναι ισχυρισμοί οι οποίοι ο ένας αντικρούει τον άλλο. Η κα. Ερωτοκρίτου εισηγήθηκε ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντα «ότι κτυπήθηκε στην αριστερή πλευρά του οχήματος και το όχημα του εναγομένου 1 τον χτύπησε σε ολόκληρη την αριστερή πλευρά του σώματος του» είναι εκτός λογικής. Και ερωτώ γιατί να είναι εκτός λογικής αν ο ενάγοντας κατέφερε πέρασε το όχημα και μετά κτυπήθηκε από την αριστερή πλευρά . δεν υπάρχει μαρτυρία άλλη περί του αντιθέτου και ειδικά το μόνο που μπορεί να διαφανεί με βεβαιότητα είναι ότι ο εναγόμενος 1 δεν κινείτο με μεγάλη ταχύτητα καθότι οι τραυματισμοί του ενάγοντα οφείλοντο από την πτώση του στο έδαφος. Ως εκ τούτου δεν μπορώ να απορρίψω την μαρτυρία του ενάγοντα εν αντιθέση με την μαρτυρία του εναγομένου 1 ο οποίος μιλούσε εκ του ασφαλούς και μπορούσε άνετα να κάνει και ικασίες. Το εάν ο ενάγοντας κτυπήθηκε στο σημείο Χ1, που υπέδειξε ο εναγόμενος 1 ή στο σημείο Χ που υπέδειξε ο ενάγοντας δεν αποκλείει πλήρως τον εναγόμενο 1 από την ευθύνη έναντι του δυστυχήματος αλλά ούτε και ο ενάγοντας είναι αμέτοχος ευθύνης. Με βάση την κατάληξη μου επί της αξιοπιστίας καταλήγω στα πιο κάτω ευρήματα: Στις 10.10.03 στον κυκλικό κόμβο Γερμασόγειας επεσυνέβη δυστύχημα. Το όχημα υπ' αριθμόν εγγραφής ΕΧΥ335 που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 ιδιοκτησίας των εναγομένων 2 κτύπησε τον πεζό ενάγοντα την ώρα που διασταύρωνε. Στο σημείο του δρόμου που σημειώνεται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα τεκμήριο 2 με το γράμμα Χ
  5. Το Χ1 απέχει ελάχιστα από την νησίδα και ουσιαστικά ο πεζός σχεδόν κάλυψε όλη την απόσταση του δρόμου τον οποίο διασταύρωνε. Ο ενάγοντας προσπάθησε να διασταυρώσει το δρόμο ενώ ευρίσκετο επί του κυκλικού κόμβου Γερμασόγειας. Εισήλθε στο δρόμο αφού προηγουμένως καθάρισε ο δρόμος και όταν ξεκίνησε να διασταυρώνει αντελήφθηκε το όχημα. Έκανε προσπάθεια να διασταυρώσει αποτέλεσμα όμως ήταν να κτυπηθεί από το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 λίγο πριν ανεβεί στην νησίδα. Ο εναγόμενος 1 είδε τον ενάγοντα να βρίσκεται επί του κυκλικού κόμβου και το είδε να εισέρχεται στο δρόμο. Από το δυστύχημα τραυματίσθηκε ο πεζός Μάριος Δημοσθένους και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Στη σκηνή του δυστυχήματος ο ΜΕ2 αστυνομικός δεν βρήκε οποιαδήποτε πραγματικά γεγονότα όπως ίχνη τροχοπέδησης ούτε υπήρχε οποιοδήποτε σημείο στο όχημα που να υποδεικνύει σύγκρουση. Με βάση τα πιο πάνω το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει το θέμα της ευθύνης. Νομική Πτυχή Το αστικό αδίκημα της αμέλειας ρυθμίζεται από τα Άρθρα 51 και 57 του Κεφ.
  6. «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού, του γείτονα όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghuer Steverson
(1932)A.C. 562.» Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει και να διακριβώσει κατά πόσον υπήρξε αμέλεια κατ' αρχήν και μετά να εξετάσει συντρέχουσα αμέλεια (βλ. Μακρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013 σελ. 1024. Στην υπόθεση Ιωαννίδου ν. Νικολαϊδη
(2000)1 Α.Α.Δ. σελ. 134 για το θέμα αμέλειας και συντρέχουσας αμέλειας έχουν αναφερθεί τα πιο κάτω: «Το κριτήριο αν ένας οδηγός είναι αμελής ή όχι εξαρτάται από τα ιδιάζοντα περιστατικά της κάθε περίπτωσης. Το ερώτημα εξετάζεται πάντοτε μέσα στα πλαίσια της συμπεριφοράς και της αντίδρασης ενός λογικού ανθρώπου. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Αλεξάνδρου, ανηλίκου, διά της μητρός του και πλησιεστέρας φίλης Μαρίας Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη και Λεβέντη εναντίον Αλεξάνδρου, ανηλίκου, διά της μητρός του και πλησιεστέρας φίλης Μαρίας Αλεξάνδρου. «Η κατανομή της ευθύνης γίνεται κάτω από ευρεία σκοπιά, με γνώμονα την κοινή και λογική εμπειρία. (βλ. Χαραλάμπους ν. Κασάπη,
(1988)1 C.L.R. 25). Εφόσον η καθοδήγηση ως προς το δίκαιο είναι ορθή, ο καταμερισμός της ευθύνης αποτελεί το κατ' εξοχήν έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου (βλ. Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 178).» Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού [δέστε Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387], ο δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά τη λογική πρόβλεψη (δέστε Βίκης ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345). Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420 εισαγάγεται ένα ευρύτερο προσδιοριστέο καθήκον των χρησιμοποιούντων το δρόμο, το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων η εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους για αμέλεια. Συνεχίζει η απόφαση ως εξής: «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο στη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας τους.» Περαιτέρω αναφέρει για το κριτήριο αμέλειας τα εξής: «Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Σύμφωνα με τις έγγραφες προτάσεις, η αποδιδόμενη στον εναγόμενο 1 αμέλεια έγκειται στην παράλειψη του να λάβει όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα για να αποφύγει το δυστύχημα, οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα και οδηγούσε σε λανθασμένη λωρίδα. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει τεθεί μαρτυρία ότι ο εναγόμενος 1 οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα, υπήρξε μαρτυρία ότι οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα του δρόμου και ότι πρόθεση του ήταν να βγει από την έξοδο με κατεύθυνση την Λευκωσία. Δεν έχει όμως δοθεί μαρτυρία ότι για τους οδηγούς που θα ακολουθούσαν πορεία προς Λευκωσία θα έπρεπε να οδηγούν στην δεξία λωρίδα του δρόμου και περαιτέρω δεν εδόθει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι η χρήση της αριστερής λωρίδας από τον εναγόμενο 1 ήταν η αιτία του δυστυχήματος. Με βάση τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου όπως πιο πάνω αναφέρονται αιτία του δυστυχήματος αποτελούν 1ον η προσπάθεια του ενάγοντα να διασταυρώσει τον δρόμο στο σημείο που διασταύρωσε και φαίνεται στο τεκμήριο 2 και 2ον το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 ενώ είδε τον ενάγοντα να κατεβαίνει από το κυκλικό κόμβο και να εισέρχεται στο δρόμο δεν σταμάτησε αμέσως εφόσον όπως και ο ίδιος παραδέχεται η ταχύτητα του ήταν πολύ χαμηλή. Η αμέλεια του εναγόμενου 1 έγκειται στο γεγονός ότι ενώ είδε τον ενάγοντα δεν σταμάτησε. Το πλάτος του δρόμου στο σημείο που έγινε η σύγκρουση είναι 7 μ. Είδε τον ενάγοντα να βρίσκεται στο κυκλικό κόμβο και τον είδε να κατεβαίνει και να εισέρχεται στο δρόμο, κτυπήθηκε ο ενάγοντας λίγο πριν ανεβεί στην νησίδα. Και αν ακόμη το σημείο σύγκρουσης είναι το σημείο που υπέδειξε ο εναγόμενος 1 πάλι ο πεζός κάλυψε μεγάλο μέρος του δρόμου και έπρεπε να λάβει μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης. Δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ότι υπήρχε περιορισμός στην ορατότητα. Περαιτέρω ένα άλλο θέμα που πρέπει να αποφασισθεί είναι αν ο ενάγοντας παρουσίασε μαρτυρία που να καθιστά τους εναγομένους 2 εκ προστήσεως συνυπεύθυνους. Οι εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους όπως πιο πάνω αναφέρω ενώ για τις υπόλοιπες παραγράφους της έκθεσης απαιτήσεως είτε τις αρνούνται είτε θέτουν τους δικούς τους ισχυρισμούς, για την παράγραφο 2 ότι ο εναγόμενος 1 οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο το όχημα υπ' αριθμό εγγραφής ΕΧΥ335 ως υπαλλήλου και/ή υπηρέτη και/ή αντιπροσώπου των εναγομένων 2 και ότι το όχημα είναι ιδιοκτησία των εναγομένων 2 δεν αμφισβητείται. Συνεπώς εφόσον ο ενάγοντας έχει αποδείξει αμέλεια για τον εναγόμενο 1 οι εναγόμενοι 2 έχουν καταστεί συνυπεύθυνοι. Το επόμενο θέμα που θα πρέπει να εξετάσω είναι τυχόν συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντα και αυτό θα εξετασθεί κάτω από το πρίσμα των περιστατικών που διέπουν την παρούσα υπόθεση. Ο ενάγοντας ανέφερε ότι περίμενε να καθαρίσει ο δρόμος για να διασταυρώσει όταν ξεκίνησε να διασταυρώνει αντελήφθηκε το όχημα του εναγόμενου 1 αλλά προσπάθησε να διασταυρώσει. Η προσπάθεια του αυτή ενώ αντελήφθηκε το όχημα του εναγομένου 1 στο δρόμο προσπάθησε να διασταυρώσει τον καθιστά συμμετέχο και καταλήγω ότι και ο ενάγοντας έχει αμέλεια για το δυστύχημα. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μακροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνιά του μέσου συνετού πολίτη, όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25 και Polycarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R. 72. Στην υπόθεση Constantinou v. Katsaris
(1975)1 C.L.R. 188 τονίσθηκε ότι ένας οδηγός έχει πάντοτε καθήκον να τηρεί τη δέουσα φροντίδα και προσοχή και να ασκεί τη δέουσα επιμέλεια και παρατηρητικότητα κάτω απ' όλες τις περιστάσεις. Έχοντας υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης καταλήγω ότι τόσο ο εναγόμενος 1 όσο και ο ενάγοντας έχουν το ίδιο μερίδιο ευθύνης για το δυστύχημα και βρίσκω υπεύθυνο τον εναγόμενο 1 για την πρόκληση του δυστυχήματος 50% και του ενάγοντα 50% αφού αμφότεροι με λίγο περισσότερη προσοχή έκαστος θα απέφευγαν το δυστύχημα. Μετά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου όσον αφορά την ευθύνη και με δηλωμένα τα ποσά που αφορούν τις γενικές και ειδικές αποζημιώσεις δεν παραμένει οποιοδήποτε άλλο θέμα προς εκδίκαση. Εκδίδω απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με βάση τις δηλώσεις αμφοτέρων των συνηγόρων όσον αφορά τις γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, επί πλήρους ευθύνης με βάση το ποσοστό ευθύνης που κατέληξα ως ανωτέρω για το ποσό των €3929,78 με τόκο 8% μειωμένο κατά ½ ετησίως από τις 20.1.05 μέχρι και τις 19.10.07 που καταχωρήθηκε η τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, με τόκο 8% ετησίως από 20.10.07 μέχρι 14.10.08 και τόκο 5.5% ετησίως (Ν. 81(Ι)2008) από 15.10.08 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δεν επιδικάζω τόκο από την ημέρα του δυστυχήματος γιατί δεν εδόθει οποιαδήποτε εξήγηση για τη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής. Δίδω το ½ του τόκου από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι την καταχώρηση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης καθότι και η καθυστέρηση αυτή οφείλετο σε υπαιτιότητα του ενάγοντα. (Υπ.) ........... Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΣΚ. (Subject: Civil/Other Action/Final) (Αναφορά: Δυστύχημα - αποζημιώσεις) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.