← Κύπρος

ROSETAGE ENTERPRISES LTD ν. POLYFORD HOLDINGS LTD, Αρ. Αγωγής 1456/06, 15.5.09

ROSETAGE ENTERPRISES LTD ν. POLYFORD HOLDINGS LTD, Αρ. Αγωγής 1456/06, 15.5.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A120 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Τ. Ψαρά - Mιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1456/06 Μεταξύ: ROSETAGE ENTERPRISES LTD, από τη Λεμεσό οι οποίοι ενάγουν προσωπικά και/ή ως μέτοχοι για λογαριασμό των ιδίων και/ή όλων των άλλων μετόχων των εναγομένων αρ. 1 πλην εκείνων που είναι εναγόμενοι. Εναγόντων και POLYFORD HOLDINGS LTD, από τη Λεμεσό ως και των άλλων εναγομένων τα ονόματα των οποίων εκτίθενται στο Παράρτημα Α της αγωγής. Εναγομένων (Αίτηση ημερ. 27.3.06) 15.5.09 Για ενάγοντες - αιτητές: κος Πίττας (γι' αυτόν κα Γιάννα Δημητρίου) Για εναγόμενους - καθ'ων η αίτηση 1-5, 7, 9 - 11, 14, 17, 18, 25, 28, 29 : κος Μελάς Για εναγόμενους - καθ'ων η αίτηση 15, 20, 21, 26, 31 και 32: κος Σταματίου για κ. Α. Νεοκλέους Για εναγόμενους - καθ'ων η αίτηση 19 - 22, 23, 24, 30: κος Μελάς για κ. Χαρτζιώτη Για εναγόμενο - καθ'ου η αίτηση 27: κος Ταλιαδώρος (γι' αυτόν κα Ηροδότου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το πρωταρχικό θέμα που πηγάζει από την αίτηση αυτή είναι η έκδηλη καθυστέρηση εκδίκασης της. Η ημερομηνία της αίτησης είναι 27.3.06 και η ακρόαση της συντελέστηκε στις 4.5.

  1. Η αντικειμενική διάγνωση του διαρρεύσαντος χρόνου από μόνη της προκαλεί μεγάλη δυσαρέσκεια για το τι μπορεί να σημαίνει πια η εκδίκαση στην (αρχικά) ex parte αίτηση η οποία διετάχθη να επιδοθεί στις 30.3.
  2. Ακολουθεί μια πανδαισία αιτήσεων που προβάλλονται ως αναγκαίες να δικασθούν επίσης. Η παρούσα αίτηση από τουλάχιστον 19/1/07 παρουσιάζεται ως αναγκαίο να αναβληθεί «λόγω προσπάθειας διευθέτησης». Αργότερα ζητούνται και δίδονται οδηγίες για ένσταση και άδειες για καταχωρήσεις συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και αυτό μέχρι τις 16.4.
  3. Μετά υπάρχει κάποια μικρή χρονική καθυστέρηση που αφορά κωλύματα του Δικαστηρίου και στις 24.6.08 ζητείται αναβολή διότι οι αγορεύσεις δεν είναι έτοιμες. Επαναορίζεται πλην όμως και πάλιν προβάλλεται η προσπάθεια διευθέτησης ως λόγος αναβολής, στη συνέχεια παρουσιάζονται κάποια προβλήματα στο Δικαστήριο και φθάνουμε τελικά, τρία χρόνια μετά, σήμερα στην εκδίκαση της αίτησης. Η έκδηλη αυτή εκτροπή από το σύντομο χρόνο εκδίκασης οδήγησε το Δικαστήριο να ζητήσει τις θέσεις των συνηγόρων ώστε να τοποθετηθούν ως προς τα αίτια της καθυστέρησης. Υποδείχθηκε από όλους τους συνήγορους η αναγκαιότητα εκδίκασης άλλων ενδιάμεσων αιτήσεων πριν την παρούσα. Μια προσυμφωνημένη πορεία που ρητά ή σιωπηρά επικυρώθηκε από το Δικαστήριο με αποτέλεσμα, την καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας. Οι αιτητές απεκδύθηκαν κάθε ευθύνης τονίζοντας την δική τους αγωνία για το θέμα. Είναι γεγονός ότι μόνον οι φάκελοι του Δικαστηρίου είναι 9 τον αριθμό ενόψει του όγκου των δικογραφιών και των ενδιάμεσων διαδικασιών. Η παρέκκλιση από τα λογικά χρονικά πλαίσια για εκδίκαση τέτοιας αίτησης με προβλημάτισε αν έπρεπε να με οδηγήσει σε διαπίστωση τέτοιας καταχρηστικής συμπεριφοράς και συνακόλουθα άρνηση μου να αποφασίσω την ουσία της αίτησης. Αλλωστε εύλογα αναρωτιέται κάποιος αν η ουσία μιας τέτοιας αίτησης δεν συναρτάται άμεσα με το χρόνο εκδίκασης της, αφού πρόδηλα η καθυστέρηση ενδεχόμενα να την καθιστούσε αχρείαστη. Μετά από σκέψη, έχω καταλήξει ότι από τα δεδομένα που παρουσιάζονται ενώπιον μου (εκ των πρακτικών κυρίως) δεν μπορεί να θεωρηθεί η πλευρά των αιτητών ως κυρίως υπεύθυνη της καθυστέρησης (αν και μερίδιο ευθύνης σίγουρα την βαρύνει). Η διαδικαστική ροή των εξελίξεων ήταν τέτοια που, παρά την έντονη απαρέσκεια μου για την καθυστέρηση, δεν μπορεί άνευ ετέρου να με οδηγήσει σ' άρνηση να εκδικάσω την αίτηση, ειδικά στη βάση της φύσης της αίτησης όχι ως απλής έκδοσης συντηρητικού διατάγματος αλλά του τύπου Norwich. Eπαναλαμβάνω όμως ότι η πρακτική αυτή είναι έντονα καταδικαστέα και προκαλεί κακή εικόνα για την δικαιοσύνη. Στρέφομαι στη συνέχεια στην ουσία της αίτησης: Με την παρούσα αίτηση οι αιτητές - ενάγοντες ζητούν την έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal για την αποκάλυψη διαφόρων πληροφοριών και εγγράφων από τους καθ'ων η αίτηση/εναγόμενους, οι οποίοι αναφέρονται στην ενδιάμεση αίτηση. Η νομική βάση της αίτησης είναι κυρίως το άρθρο 32 του Ν. 14/60 και οι αρχές που σχετίζονται με διατάγματα τύπου Norwich. Oι εναγόμενοι αρ. 1 - 5, 7, 9, 10, 11, 14, 17, 18, 25, 28 και 29, κατεχώρησαν γραπτή ένσταση την 2.4.08 και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Προδρόμου. Περαιτέρω κατεχωρήθη την 13.5.08 συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Προδρόμου. Οι εναγόμενοι αρ. 19, 22, 23, 24 και 30 καταχώρησαν γραπτή ένσταση την ιδία ημέρα με ένορκες δηλώσεις ως πιο πάνω. Οι εναγόμενοι αρ. 15, 20, 21, 26, 31 και 32 κατεχώρησαν γραπτή ένσταση την 6.3.08 με ένορκη δήλωση της κας Ανδρης Παπαδοπούλου. Η εναγόμενη αρ. 27 (Τράπεζα Societe Generale Cyprus) δεν καταχώρισε ένσταση στην αίτηση των εναγόντων αλλά περιορίστηκε σε δήλωση που έγινε μέσω των δικηγόρων αυτής και καταγράφη στα πρακτικά του Δικαστηρίου (ημερ. 6.3.2008) ότι δεν θα προβάλει ένσταση αλλά θα συμμορφωθεί σε οποιονδήποτε διάταγμα εκδοθεί εναντίον της από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με τους αιτητές η παρούσα είναι αγωγή ιχνηλάτησης και/ή εντοπισμού (Tracing Action). Με την παράγωγη (derivative) αγωγή τους, οι ενάγοντες επιδιώκουν να εντοπίσουν και επαναφέρουν στην ιδιοκτησία της εναγόμενης αρ.
  4. εταιρείας περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην εναγόμενη αρ. 1 ως και τις θυγατρικές αυτής ήτοι τις εναγόμενες αρ. 9, 10, 12, 13, 14 και 28 τα οποία οι εναγόμενοι 2, 3, 4, 5, 6, 16, 17, 18, 25 και 29 έχουν δόλια αποξενώσει και/ή οικειοποιήθη με την βοήθεια τρίτων προσώπων των οποίων η ταυτότητα δεν είναι γνωστή στο παρόν στάδιο στους ενάγοντες (βλ. παραγράφους Κ, Λ, Μ, Ν, Ξ και Ο του παρακλητικού της Εκθεσης Απαίτησης). Περαιτέρω οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, εναντίον των εναγομένων (βλ. παραγράφους Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ, Η, Θ και Ι του παρακλητικού της Εκθεσης Απαίτησης) για να μπορέσουν κυρίως να εντοπίσουν τα περιουσιακά στοιχεία της εναγόμενης αρ. 1, 9, 10, 12, 13, 14 και 28 τα οποία αποξενώθηκαν δόλια από τους εναγόμενους κατά παράβαση σχέσης επιτροπείας (In breach of trust) και/ή σχέσης εμπιστοσύνης (Fiduciary relationship), να εντοπίσουν τους άλλους αδικοπραγήσαντες (to identify other wrongdoers) οι οποίοι συμμετείχαν στην υλοποίηση της ανωτέρω αποξένωσης και/ή βοήθησαν με οποιονδήποτε τρόπο να υλοποιηθεί η αποξένωση αυτή. Θα σταθώ πολύ συνοπτικά στα κάποια σημεία της πολυσέλιδης ένορκης δήλωσης του κ. D. Malamen: Ο Dmytro Malamen μαζί με τους εναγόμενους 2, 3 και 4 είχαν δημιουργήσει μια κοινοπραξία η οποία λειτουργούσε μέσω της εναγόμενης αρ. 1 ως και των κυπριακών και αλλοδαπών θυγατρικών αυτής. Ο D. Malamen είχε το 10% της κοινοπραξίας και έκαστος των εναγομένων 2, 3 και 4 το 30%. Περί το τέλος 2002 ο ενόρκως δηλών εκδιώχθη από τους συνεταίρους αυτού και απoκλείσθηκε από την ισότιμη συμμετοχή στην διευθύνση και διαχείριση των θεμάτων της κοινοπραξίας. Tον Μάρτιον 2003 ο Malamen μεταβίβασε όλες τις μετοχές που είχε στην εναγόμενη αρ. 1 στους ενάγοντες για να εξασκεί μέσω των εναγόντων όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις ως συνεταίροι της κοινοπραξίας. Μετά την εκδίωξη του ενόρκως δηλούντα, οι εναγόμενοι αρ. 2, 3 και 4 μαζί με τους συνεργάτες αυτών προχώρησαν "σε παράνομες, δόλιες και αντισυμβατικές αποξενώσεις περιουσιακών στοιχείων της κοινοπραξίας και/ή της εναγόμενης αρ. 1 ως και των θυγατρικών αυτής". Ειδικότερα οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 συνεταίροι του Malamen ίδρυσαν άλλες εταιρείες στις οποίες οι ενάγοντες και/ή ο Malamen δεν είχε ούτε έχει οποιανδήποτε σχέση και/ή συμφέρον και προχώρησαν στην μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης, αρ. 1 ως και των θυγατρικών αυτής στις εν λόγω εναγόμενες 29, 8 και
  5. Ως αποτέλεσμα των παράνομων και/ή δόλιων και/ή αντικαταστατικών αποξενώσεων των περιουσιακών στοιχείων της Κοινοπραξίας και/ή της εναγόμενης αρ. 1, η δομή των εταιρειών της Κοινοπραξίας άρδην έχει αλλάξει. Συνεπεία των ανωτέρω ενεργειών των εναγόμενων 2, 3 και 4 και προβαλλομένων ως αποξενώσεων των περιουσιακών στοιχείων της Κοινοπραξίας, οι ενάγοντες έχουν εγείρει παράγωγη (derivative action) υπ' αριθμόν 3250/04 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με την οποία ζητούν μεταξύ άλλων, την επαναφορά και/ή ανάκτηση των περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης αρ. 1 ως και των θυγατρικών αυτής. (Βλέπετε Τεκμήριο «Α»). Στα πλαίσια αυτής της αγωγής εξασφάλισαν αίτηση δια κλήσεως και ακροαματική διαδικασία την έκδοση ασφαλιστικών διαταγμάτων που απαγόρευαν μεταξύ άλλων, αποξένωση μετοχών των παρόντων εναγομένων 29 σε διάφορες εταιρείες καθώς και στους εναγόμενους αρ. 7 (Transbunker Group) στην αγωγή αρ. 3250/04 να αποξενώσουν τις μετοχές που κατείχαν στις εναγόμενες αρ. 22, 23, 24, 26, 27 και
  6. Σημαντικά θεωρούνται κατά τους αιτητές και τα ακόλουθα: (α) Ότι οι ενάγοντες και η εναγόμενη αρ. 1 δεν δικαιούνται ούτε κατέχουν άμεσα ή έμμεσα οποιεσδήποτε μετοχές στην Milanova (Εναγόμενη αρ. 29) η οποία ελέγχει και/ή είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του 100% των μετοχών της Magicmind, Finorex, Vilaks, Siwok, Manaus και Tecoman στις οποίες ανήκαν και/ή μέσω των οποίων ελέγχονται τα πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία της Κοινοπραξίας στην Ρωσσία. (β) Οι εναγόμενες 7 και 8 ελέγχουν πλήρως όλες τις μετοχές της εναγόμενης 29 και κατ' επέκταση ελέγχουν άμεσα και/ή έμμεσα όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Κοινοπραξίας που αποξενώθηκαν δόλια και παράνομα από τους εναγόμενους 2, 3, 4 και τους συνεργάτες αυτών και ενεγράφησαν στην εναγόμενη αρ.
  7. (γ) Μετά την έγερση της αγωγής αρ. 3250/04 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και ενώ εκκρεμούσε η διαδικασία για την έκδοση των συντηρητικών διαταγμάτων ημερ. 27.4.05 οι εναγόμενοι αρ. 2, 3, 4 ως και συνεργάτες αυτών, προχώρησαν στην πώληση μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 29 και στη με δόλιο τρόπο εκούσια διάλυση των εναγομένων αρ. 9, 10, 11, 12, 13 και
  8. Οι διαδικασίες εκούσιας διάλυσης των εναγομένων 9, 10, 11, 12, 13 και 14 ξεκίνησαν την 9.11.04 και ολοκληρώθηκαν την 25.5.05, ότι την διαδικασία χειρίσθηκε και υλοποίησε το δικηγορικό γραφείο των εναγομένων αρ. 26 και ότι εκκαθαριστής διορίσθηκε ο εναγόμενος αρ.
  9. Οι καθ'ων η αίτηση, στο κοινό πυρήνα της ένστασης τους, ισχυρίζονται κυρίως ότι το βάρος απόδειξης της δολιότητας δεν μπορεί να αποσειστεί με ενδιάμεση θεραπεία όπου το βάρος είναι εκ πρώτης όψεως. Προβάλλεται ακόμη ότι η παρούσα αίτηση στηρίζεται στα ίδια γεγονότα και τεκμήρια που κρίθηκαν στην αγωγή 3250/
  10. Επίσης τίθεται η θέση ότι τα γεγονότα στα οποία κυρίως στηρίζεται η παρούσα αίτηση είναι τα ίδια με αυτά που στήριζαν την αίτηση ημερομηνίας 29.7.05 (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του Α. Προδρόμου που στηρίζει την ένσταση) για διορισμό ενδιάμεσου παραλήπτη στην αγωγή 3250/
  11. Αφορούν κατά κύριο λόγο στη διαδικασία εκούσιας εκκαθάρισης των έξι εναγομένων εταιρειών, σε ισχυριζόμενες παράνομες και δόλιες μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης 1, σε ισχυριζόμενη παραβίαση του ενδιάμεσου διατάγματος 27.4.05 από τους εναγόμενους 2, 3, 4 και 25 και στους δήθεν αναληθείς ισχυρισμούς της εναγόμενης 25 στην ένορκη δήλωση της ημερομηνίας 2.7.
  12. Οι αιτούμενες θεραπείες της παρούσας αίτησης αποσκοπούν ουσιαστικά στο ίδιο αποτέλεσμα που επιδιωκόταν με τη αίτηση για διορισμό παραλήπτη δηλαδή πρόσβαση και έλεγχο στα έγγραφα και πληροφορίες που σχετίζονται με τα περιουσιακά στοιχεία, χρέη, υποχρεώσεις, οικονομικές καταστάσεις, εταιρικά θέματα της εναγόμενης 1 και των θυγατρικών της εταιρειών. Προβάλλεται ακόμη η θέση ότι τα αιτούμενα διατάγματα αν εκδοθούν παραβιάζουν τον Νόμου 123

(1)/2001, καθώς με βάση τα άρθρα 5 και 6 δεν είναι επιτρεπτή η συλλογή των πληροφοριών, που επιζητούνται με την αίτηση. Οτι τα αιτούμενα διατάγματα παραβιάζουν το συντηρητικά κατοχυρωμένο δικαίωμα εργασίας και ότι τα αιτούμενα διατάγματα αν εκδοθούν παραβιάζουν τις νομοθετικές πρόνοιες που προστατεύουν το τραπεζικό απόρρητο και την εμπιστευτική σχέση πελάτη - τραπεζίτη. (Ειδικά γίνεται παραπομπή στο άρθρο 29 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου που καθιερώνει το τραπεζικό απόρρητο και απαριθμεί τις περιπτώσεις άρσης του). Είναι ισχυρή ακόμη η προβολή της κοινής θέσης των ενισταμένων ότι δεν πληρούνται εν προκειμένω οι αρχές της Norwich. Πρόσθετα οι καθ'ων η αίτηση 15, 20, 21, 26, 31 και 32 επισήμαναν ακόμη και: Tα αιτούμενα διατάγματα έχουν σκοπό να εκμαιεύσουν στους αιτητές «εμπιστευτικές πληροφορίες κι' έγγραφα που περιήλθαν στη κατοχή των εναγομένων 26 ως δικηγόρων των πιο πάνω πελατών τους εναγόμενων 6, 7, 8 και 29. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις αντίστοιχες επιμελείς τους αγορεύσεις επιχειρηματολόγησαν στη βάση των αρχών που θέτει η κλασσική πλέον υπόθεση Norwich Pharmacal Co and others - v - Commissioners of Customs and Excise
(1973)2 All E.R. p. 943 όπως αυτή εξελίχθηκε με βάση πιο σύγχρονες αγγλικές υποθέσεις. Στην υπόθεση Norwich οι ενάγοντες, επικαλούμενοι παραβίαση πατέντας τους μέσω παράνομων εισαγωγών από άγνωστα σε αυτούς πρόσωπα, κινήθηκαν δικαστικά εναντίον του τελωνείου, το οποίο κατείχε έγγραφα και στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να αποκαλυφθεί η ταυτότητα των παρανομούντων. Πρόθεση των εναγόντων ήταν η λήψη πληροφοριών ως προς τα στοιχεία των προσώπων που παραβίαζαν την πατέντα τους με σκοπό να λάβουν εναντίον τους νόμιμα μέτρα. Η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων κατέληξε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να ζητήσει από τρίτο πρόσωπο, το τελωνείο στην προκείμενη περίπτωση, το οποίο είχε εμπλακεί στη διαφορά, να αποκαλύψει την ταυτότητα του παραβάτη. Στην υπόθεση αυτή αναφέρθηκαν και τα εξής:- "Discovery as a remedy in equity haws a very long history. The chief occasion for its being ordered was to assist a party in an existing litigation. But this was extended at an early date to assist a person who contemplated litigation against the person from whom discovery was sought, if for various reasons it was just and necessary that he should have discovery at that stage. Such discovery might disclose the identity of others who might be joined as defendants with the person from whom discovery was sought. Indeed in some cases it would seem that the main object in seeking discovery was to find the identity of possible other defendants. It is not clear to me whether in all these cases the plaintiff had to undertake in some way to proceed against the person from whom he sought discovery if he found on discovery being ordered that it would suit him better to drop his complaint against that person and concentrate on his cause of action against those whose identity was disclosed by the discovery. But I would think that he was entitled to do this if he chose". Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Bankers Trust Co v. Shapira and others
(1980)3 All E.R. 355 η οποία έτυχε αναφοράς και αποδοχής στην υπόθεση TBF (CYPRUS) LTD κ.α. ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμος Εταιρεία κ.α.
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ 153. Στην Βankers Trust Co. (ανωτέρω) επιπρόσθετα αναφέρθηκαν τα ακόλουθα δια των λεχθέντων υπό του Lord Denning: "This new jurisdiction must, of course, be carefully exercised. It is a strong thing to order a bank to disclose the state of its customer's account and the documents and the correspondence relating to it. It should only be done when there is a good ground for thinking the money in the bank is the plaintiff's money - as, for instance, when the customer has got the money by fraud - or other wrongdoing - and paid it into his account at the bank". "Disclosure can in certain circumstances be obtained under the principle applied by the House of Lords in Norwich Pharmacal v. Customs & Excise Commissioners which is derived from the discovery which can be ordered by a court of equity: ......................
(7)it follows that the principle is available when there is only evidence that the respondent may have been mixed up, participated or become involved in a wrong. ....................
(16)The width of the order and whether is a limited to specific documents is itself part of the exercise of the discretion. It may not be appropriate in certain situations to impose any greater burden on a third party than requiring specific documents as can be imposed on a third party by a witness summons, in others the disclosure can be required as a class of documents.
(17)Normally, if the person giving the disclosure is not himself a wrongdoer, the claimant will have to indemnify him against his costs incurred in assisting him. Τίποτε από την ενυπάρχουσα νομολογία δεν καταδεικνύει την αποδέσμευση των πιο πάνω αρχών από τα πλαίσια εξέτασης του άρθ. 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο θα εξετάσει τις κλασσικές προϋποθέσεις του άρθ. 32 και κάτω από τις αρχές που θέτει το αγγλικό δίκαιο ως οι αρχές της επιείκειας για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων (βλ. αρθ. 29(γ) του Ν. 14/60 και Χριστοφίδη - ν - Κοτζαναστάση
(1993)1 Α.Α.Δ 718. Όμως οι πιο πάνω αρχές, ενόψει ανάλογα της δραστικότητας τέτοιων διαταγμάτων, οδηγούν στο συμπέρασμα για πιο αυστηρή προσέγγιση του Δικαστηρίου ειδικά ως προς την εξέταση της προσφορότητας για την έκδοση ή μη του διατάγματος. Για την εξέταση της πρώτης και δεύτερης προϋπόθεσης του αρ. 32 που είναι αλληλένδετες κατά κάποιο τρόπο (δηλ. αυτό της καλής βάσης αγωγής και της ορατής πιθανότητας επιτυχίας), σε αγωγές ιχνηλάτησης, εκείνο που έχει πρωταρχική σημασία είναι οι ενάγοντες να μπορούν να στοιχειοθετήσουν ότι μια αδικοπραξία (ή άλλο αγώγιμο δικαίωμα) συντελέσθηκε εναντίον τους, την έκταση αυτής αλλά όχι και ποιος την έκανε, έστω και αν «κομμάτια του παζλ» ελλείπουν (βλ. Carlton Film Distributors Ltd - v - VCl Plc, VDC Ltd
(2003)EWHC 616 (Ch) ). Είναι πάντως αναγκαίο να καταδειχθεί η εμπλοκή (αθώα ή μη) του κάθε προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται διάταγμα (βλ. Ashworth Security Hospital - v - MGN 2002 W.L 1310757). Σε αυτό το στάδιο εξέτασης της πρώτης και δεύτερης προϋπόθεσης μπορώ γενικά να κρίνω ότι υπάρχει στοιχειοθέτηση καλής βάσης αγωγής και ορατής πιθανότητας επιτυχίας ειδικά στη βάση της προσδιοριζόμενης από την ένορκη δήλωση προβαλλόμενης εκδίωξης του D.Malamen από την κοινοπραξία. Δια της ανάθεσης στους ενάγοντες της διεύθυνσης και διαχείρισης των θεμάτων της κοινοπραξίας από τον Malamen, οι πρώτοι αποκτούν - για σκοπούς τουλάχιστον εξέτασης της παρούσας - νομικά locus standi για ανίχνευση περιουσιακών στοιχείων στην προώθηση των σκοπών της κοινοπραξίας. Η εκδίωξη του κ. Malamen σε συσχετισμό με τις προβαλλόμενες αλλαγές στους σχηματισμούς συνδεδεμένων εταιρειών και περιουσιακών στοιχείων που εκ πρώτης όψης φαίνονται να σχετίζονται με τους διάδικους, στοιχειοθετούν τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 σε αγωγή της φύσεως ιχνηλάτησης. Η επί μέρους εμβέλεια των αιτουμένων διαταγμάτων σε συνάρτηση με τα πρόσωπα εναντίον των οποίων στρέφεται θα κριθεί αυτοτελώς σε σχέση με το βαθμό δραστικότητας των αιτουμένων διαταγμάτων σε συσχετισμό και με το βαθμό εμπλοκής των προσώπων ως αυτό δύναται να κριθεί τούτο τώρα. Η εξέταση αυτή μπορεί να γίνει στο στάδιο της αξιολόγησης της προσφορότητας του διατάγματος. Εντός των στεγανών εξέτασης ισχυρισμών της ένστασης επί της θέσης για μη έκδοση του διατάγματος τέθηκε και το θέμα του τραπεζικού απορρήτου καθώς και άλλων προτεινομένων παραβάσεων δικαιωμάτων. Είναι ορθό αυτό που επισημάνει στις αγορεύσεις του ο κ. Πίττας ότι δηλαδή το συμφέρον της δικαιοσύνης, ως έκφανση του δημοσίου συμφέροντος, δύναται να υπερτερήσει της προστασίας εμπιστευτικών δεδομένων σε περίπτωση μιας αδικοπραξίας. Είναι πάντα θέμα βαθμού και εξέτασης των δεδομένων (βλ. Ι.Β.L - ν - Planet
(1990)G.L.R 294). Ένα άλλο εγειρόμενο σημείο στην ένσταση είναι το σχεδόν ταυτοσήμων θεραπειών της αίτησης με την αγωγή. Το θέμα έχει κριθεί νομολογιακά. Κάτι τέτοιο, αν και ανεπιθύμητο, δεν αποκλείεται (βλ. Parico - v - Muskita
(2002)1Γ Α.Α.Δ
  1. Στο ερώτημα για την πλήρωση της τρίτης προϋπόθεσης δεν υπάρχουν πολλά να λεχθούν. Είναι γνωστό ότι στη βάση της τρίτης προϋπόθεσης θα πρέπει να αποφασισθεί ότι θα είναι δύσκολο και αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Στην κρινόμενη περίπτωση με βάση το αιτιολογικό των αιτητών για έλλειψη στοιχείων να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες εκ της ισχυριζόμενης αδικοπραξίας, αν δεν τους δοθούν κάποια στοιχεία και πληροφορίες, δύναται να στοιχειοθετηθεί η τρίτη προϋπόθεση ειδικά αφού οι ενστάσεις - εκτός κάποιων σημείων που θα σχολιάσω πιο κάτω σε συσχετισμό με συγκεκριμένους διαδίκους - δεν έχουν προσδιορίσει επαρκώς συγκεκριμένη βλάβη των καθ'ων η αίτηση γενικά στο βαθμό που θα κριθεί αναγκαίο πιο κάτω κατά την εξέταση της προσφορότητας. Στη σύζευξη της τρίτης προϋπόθεσης με την εξέταση της προσφορότητας έχει ιδιαίτερη δυναμική, όπως έχω πει, αφ' ενός η δραστικότητα των διαταγμάτων σε σχέση με τις συνέπειες, αν τα διατάγματα για αποκάλυψη εκδοθούν, και αφ' ετέρου ο βαθμός προβαλλόμενης εμπλοκής των προσώπων εναντίον των οποίων ζητούνται. Η εξέταση αυτή θα γίνει ξεχωριστά με βάση το παρακλητικό της αίτησης: - Θεραπεία Α εναντίον των εναγομένων
  2. Ως εκ της ιδιότητας τους ως τραπεζίτες της επίδικης κοινοπραξίας που ασκείτο μέσω της εναγόμενης 1 και των αλλοδαπών θυγατρικών εταιρειών και της απουσίας ένστασης αλλά και της διαφαινόμενης ισχυράς σχέσης με την υπόθεση των εναγομένων που σχετίζονται οικονομικά και πραγματικά με την υπόθεση, κρίνω ότι στοιχειοθετούνται και εκδίδονται διατάγματα ως Α (α και β), με την διαφοροποίηση του χρόνου εντός του οποίου, δέον να συμμορφωθούν οι εναγόμενοι. Ο χρόνος συμμόρφωσης θα είναι 30 ημέρες από την επίδοση, αντί επτά, όπως ζητείται. - Θεραπεία Β εναντίον των εναγομένων 30 και
  3. Ως εκ της προβαλλόμενης ιδιότητας της εναγόμενης 30 ως θυγατρικής εταιρείας της εναγόμενης 1 και της εναγόμενης 28 ως η κυριότερη εμπορική εταιρεία της κοινοπραξίας και την μορφή και το εύρος του αιτουμένου διατάγματος, κρίνω ότι στοιχειοθετείται και εκδίδονται διατάγματα ως Β (α και β), με την ίδια διαφοροποίηση για το χρόνον ως άνω. - Θεραπεία Γ εναντίον της εναγόμενης
  4. Η εναγόμενη 25 εκτός από συγγενής του εναγόμενου 4 (συνεταίρου στην επίδικη κοινοπραξία) είναι διευθυντής της εναγομένης 1, ως εκ τούτου η εμπλοκή (αθώα ή μη) στοιχειοθετείται. Εκδίδονται διατάγματα ως Γ (α και β) και Δ (α), με την ίδια διαφοροποίηση για τον χρόνον ως άνω. - Θεραπεία Ζ εναντίον των εναγομένων 2 και
  5. Επίσης η ιδιότητα των εναγομένων και η διαφαινόμενη σύζευξη τους με πράξεις - μέρος των δεδομένων που παρουσιάζονται επαρκώς στηρίζουν την θεραπεία αυτή. Εκδίδονται διατάγματα ως Ζ (α και β), με την ίδια διαφοροποίηση για τον χρόνο ως άνω. Να σημειωθεί ότι υπό στοιχείο (γ) των πιο πάνω θεραπειών θεωρώ ότι ως εκ του εύρους και των δραστικών σ' αυτά αιτουμένων θεραπειών δεν θα πρέπει να εκδοθούν και απορρίπτονται. Επίσης αναφορικά με τις λοιπές αιτούμενες θεραπείες κρίνονται ότι αυτές έχουν ιδιαίτερα δραστικό χαρακτήρα και κυρίως έχουν αποδέκτες πρόσωπα των οποίων η εμπλοκή στα πεπραγμένα δεν με έχει ικανοποιήσει στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, ούτε επίσης με έχουν ικανοποιήσει οι ενάγοντες για την αναγκαιότητα και ορθότητα να εκδοθούν (τουλάχιστον στο παρόν στάδιον), αφού όντως μεγάλο μέρος των ζητουμένων πληροφοριών αφ' ενός καλύπτονται από επαγγελματικό προνόμιο (όπως η σχέση δικηγόρου - πελάτη)* αλλά επίσης μέρος εγγράφων που αφορούν τις αναφερόμενες εκκαθαρίσεις μπορεί να εντοπισθούν με αναγκαίες έρευνες στους κρατικούς φορείς και αρχές ή με την κλήτευση μαρτύρων. Εκτός από τα ως άνω εκδιδόμενα διατάγματα, το υπόλοιπο παρακλητικό της αίτησης απορρίπτεται. Με βάση την αμφίδρομη κατάληξη των πιο πάνω αιτητικών αλλά και ενόψει της φύσης της αίτησης, σε συνδυασμό ιδιαίτερα με τον χρόνο που διάρρευσε μέχρι σήμερα με τους διαδίκους να απασχολούνται και με άλλες υπό εκδίκαση αιτήσεις αλλά και τις σε μεγάλο αριθμό δικασίμους που δόθηκαν - ανεπιτυχώς τελικά - να διευθετηθεί η υπόθεση - καταλήγω ότι δεν πρέπει να εκδοθεί διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .............. Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ ___________________________________________________ * Η υπόθεση Aoot Kalmneft - v - Denton Hall
(2002)Lloyds Rep. 417 στην οποία με παραπέμπει ο κ. Πίττας για να προωθήσει τη θέση ότι νομικό επαγγελματικό προνόμιο δεν προστατεύει τον πελάτη όταν τα έγγραφα των οποίων ζητείται η αποκάλυψη δημιουργήθηκαν κατά την διάρκεια της υλοποίησης της απάτης προφανώς δεν καλύπτει την παρούσα αφού η δολιότητα ως προς τα σημεία που αφορούν εν προκειμένω, είναι απλός γενικός ισχυρισμός εναντίον ακαθορίστων προσώπων. Αλλωστε ακόμη και με βάση την Aoot Kalmneft "the court shall be slow to deprive the client of privilege in the context of interlocutory application" Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Interim Order/Norwich) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.