← Κύπρος

YUKOS FINANCE BV κ.α. ν. HALEBAY HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 3578/08, 15.5.2009

YUKOS FINANCE BV κ.α. ν. HALEBAY HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 3578/08, 15.5.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A118 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3578/08 Μεταξύ:

  1. YUKOS FINANCE BV
  2. DAVID GODFREY
  3. BRUCE MISAMORE Εναγόντων - και - HALEBAY HOLDINGS LIMITED Εναγόμενη - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 14.4.2009 15.5.2009 Για την Αιτήτρια - Εναγόμενη: κ. Χαβιαράς Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση - Ενάγοντες: κ. Ν. Πιριλλίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 23.2.2009 κατόπιν ακρόασης ενδιάμεσης αίτησης εξεδόθηκε διάταγμα με το οποίο διαταττόταν η Εναγόμενη εταιρεία όπως εντός 7 ημερών από την προς αυτήν επίδοση του διατάγματος, καταχωρήσει ένορκη δήλωση αποκαλύπτοντας κάποια στοιχεία στους δικηγόρους των Εναγόντων και εφοδιάσει με αντίγραφα κάποιων εγγράφων τους τελευταίους. Την 9.3.2009 καταχωρήθηκε έφεση κατά της πιο πάνω απόφασης, η οποία και εκκρεμεί. Την 11.3.2009 οι Ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση παρακοής του διατάγματος η οποία στρέφεται τόσο εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας όσο και του μοναδικού της συμβούλου κάποιου Πέτρου Ονησιφόρου. Η αίτηση παρακοής είναι ορισμένη για ακρόαση σήμερα. Την 14.4.2009 η Εναγόμενη εταιρεία καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση, εξαιτούμενη δύο θεραπείες: - την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.2.2009 μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης. - την αναστολή της διαδικασίας στην αίτηση παρακοής μέχρι αποπεράτωσης της έφεσης, Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του προαναφερθέντος Π. Ονησιφόρου ημερομηνίας 14.4.
  4. Ο ομνύοντας αναφέρει πως η καταχωρηθείσα έφεση έχει μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας και πως αν απορριφθεί η αίτηση θα εκτελεστεί η απόφαση και δεν θα μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη έστω και αν η έφεση επιτύχει. Η αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος της 23.2.2009, καταλήγει, καμιά ζημιά δεν θα επιφέρει στους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης όπου καταγράφονται 10 λόγοι ένστασης και που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 6.5.2009 του κ. Νικόλα Μουχταρούδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων. Αναφέρεται πως το διάταγμα επεδόθηκε στην εταιρεία στις 26.2.2009 και στον Π. Ονησιφόρου στις 27.2.
  5. Δεν υπήρξε συμμόρφωση με τη διαταγή του Δικαστηρίου και καταχωρίστηκε η αίτηση παρακοής. Επισημαίνεται πως ενώ η έφεση κατά της απόφασης του Δικαστηρίου καταχωρίστηκε στις 9.3.2009, η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε μόλις στις 14.4.2009 και προβάλλεται η θέση πως είναι καταχρηστική και κακόπιστη και σκοπό έχει να παρακάμψει και ουσιαστικά εξουδετερώσει τη διαδικασία για καταφρόνηση του Δικαστηρίου. Η αίτηση παρακοής είναι, όπως προειπώθηκε, ορισμένη σήμερα για ακρόαση. Εάν θα επιτύχει και σε πιο βαθμό δεν είναι ζήτημα της παρούσης. Καταχωρίστηκε άλλωστε σχετική Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης όπου προβάλλονται εξειδικευμένοι λόγοι ένστασης. Προκύπτει από την Ειδοποίηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει πως δεν υπήρξε υπακοή προς τη διαταγή του Δικαστηρίου. Πουθενά δεν αναφέρεται ότι υπήρξε συμμόρφωση. Ανεξαρτήτως, λοιπόν, της έκβασης της αίτησης παρακοής, γεγονός είναι πως η Εναγόμενη εταιρεία δεν έχει συμμορφωθεί. Ο υποκείμενος της διαταγής του Δικαστηρίου οφείλει συμμόρφωση. Το κατά πόσο εναντίον του αίτηση για παρακοή θα επιτύχει ή όχι για λόγο που δεν άπτεται της καθ΄ αυτό συμμόρφωσης, είναι ζήτημα ανεξάρτητο. Αναφέρεται στην Ιωσηφάκη ν. Αριστοδήμου

(1990)1 Α.Α.Δ. 284, 287 ότι ο διάδικος ο οποίος βαρύνεται με συνεχιζόμενη παρακοή διατάγματος του Δικαστηρίου δεν εκπίπτει αυτομάτως του δικαιώματος να ακουστεί σε μεταγενέστερο διάβημα στην ίδια διαδικασία. Αναγνωρίζεται όμως διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αρνηθεί να τον ακούσει, αν κρίνει ότι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης το επιβάλλουν. Τέτοιο ζήτημα δεν ηγέρθη στην παρούσα διαδικασία και δόθηκε στην πλευρά της Εναγόμενης κάθε ευκαιρία να παρουσιάσει και υποστηρίξει την αίτησή της. Αμφότερες οι εξαιτούμενες θεραπείες εδράζονται δικονομικά στις πρόνοιες της Δ.35, θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί πως: «H έφεση δεν θα επενεργεί ως αναστολή της εκτέλεσης ή της διαδικασίας στην εφεσιβαλλομένη απόφαση εκτός στο βαθμό που θα διέτασσε τούτο το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ή το Εφετείο, ή Δικαστής του ενός ή του άλλου Δικαστηρίου∙ και καμιά ενδιάμεση ενέργεια ή διαδικασία πρέπει να ακυρώνεται εκτός στο βαθμό που θα διέτασσε τούτο το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Πριν την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος αναστολής εκτέλεσης, το πρόσωπο που λαμβάνει τέτοιο διάταγμα πρέπει να παράσχει τέτοια ασφάλεια (εάν υπάρχει) την οποία θα είχε διαταχθεί. Εάν η ασφάλεια πρόκειται να δοθεί με γραμμάτιο, το γραμμάτιο πρέπει να εκδοθεί προς όφελος του διαδίκου υπέρ του οποίου εκδόθηκε η εφεσιβαλλομένη απόφαση.» Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα της αναστολής της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, αναφέρεται στην Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592 στη σελίδα 597 πως: «Η άσκηση έφεσης δεν αναιρεί ούτε αναστέλλει την πρωτόδικη απόφαση. Η απόφαση παραμένει ισχυρή και διατηρεί τον τελεσίδικο της χαρακτήρα μέχρι την τροποποίηση ή ανατροπή της από το Ανώτατο Δικαστήριο στην άσκηση της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας του. Οποιαδήποτε τροποποίηση ή ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης έχει αναδρομική ισχύ και συνεπάγεται ανάλογα με την περίπτωση την αναδιαμόρφωση της πρωτόδικης απόφασης. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικης απόφασης εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή της δικαιοσύνης. Τη διασφάλιση, αφενός, του τελεσίδικου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στον διάδικο που έχει επιτύχει των καρπών της επιτυχίας του και την εξασφάλιση, αφετέρου, της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης". Στην A.B.P. Holdings Ltd & ΄Αλλου ν. Ανδρέα Κιταλίδη & Άλλων,
(1994)1 Α.Α.Δ. 287 αναφέρεται στην σελ. 293 πως: «Η αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση δύο αρχές:-
  1. Ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του.
  2. Το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητας του.» Στην Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147 οι αρχές επαναδιατυπώνονται ως εξής: «Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο δικαστήριο από την Δ.35 Θ.18. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχήν παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.» Στην Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 591, σελ. 594-595 αναφέρεται πως: «... το ορθό κριτήριο για την παροχή δικαστικής αναστολής, το οποίο έγκειται στην εξισορρόπηση δύο παραγόντων. Πρώτον, της φυσιολογικής προσδοκίας του ενάγοντα να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του και δεύτερον, την ανάγκη η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μη χάσει τη σημασία της μένοντας χωρίς κανένα αντίκρισμα.» Ηγέρθηκε από αμφότερες τις πλευρές το ζήτημα της προοπτικής επιτυχίας της έφεσης που καταχώρησε η εναγόμενη. Ότι υποστηρίζουν τόσο η Ναυτικός Όμιλος Πάφου (πιο πάνω) όσο και η ΑΒP Holdings Ltd (πιο πάνω) είναι πως οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι σχετικός παράγοντας αλλά οριακής σημασίας και μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγων αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Αναφορικά με το δεύτερο ζήτημα της αναστολής της διαδικασίας, αναφέρεται στην υπόθεση Παπακόκκινου κ.α. ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 692 (σελ. 693 - 694): « .σύμφωνα με το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, αναστολή χωρεί σε σχέση μόνο με την εκτέλεση απόφασης όχι με τη συνέχιση της εξέλιξης της μη συμπληρωθείσας διαδικασίας. Το ίδιο, καθώς νομολογήθηκε, είναι το αποτέλεσμα και δυνάμει του κ.18 της Δ.35: βλ. Fotiou and Another v. Petrolina Ltd
(1984)1 C.L.R. 708· In re E.S. (an infant)
(1986)1 C.L.R. 119· και Aftomata Eleourgia Lythrodonta Ltd v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524. Η αναφορά στον εν λόγω κανονισμό σε ". stay of . proceedings under the decision appealed from .." δεν αποβλέπει στην αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας από την οποία προέκυψε ενδιάμεση απόφαση αλλά μόνο της διαδικασίας που εκπορεύεται αυτοτελώς από απόφαση της οποίας σκοπείται η ικανοποίηση .» Στην υπόθεση αυτή ο Δικαστής απέρριψε αίτηση για εξαίρεση του και η απόφαση του εφεσιβλήθηκε, και επιδιώχθηκε με αίτηση κάτω από την Δ.35, θ.18 η αναστολή της διαδικασίας στην αγωγή. Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.α. (αρ. 1)
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1384 το πρωτόδικο Δικαστήριο ακύρωσε ειδοποίηση τριτοδιαδίκου, κατά συνέπεια η δίκη θα διεξαγόταν στην απουσία των τρίτων. Οι εναγόμενοι, οι οποίοι επεδίωξαν τη συνένωση του τριτοδιαδίκου, εφεσίβαλαν την απόφαση. Παράλληλα, αποτάθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο για την αναστολή της ακυρωτικής απόφασης. Αναφέρεται στη σελίδα 1386 ότι: «Πρώτα, πρέπει να διευκρινιστεί το αντικείμενο της αναστολής. Αυτό είναι, η απόφαση με την οποία ακυρώθηκε η ειδοποίηση τριτοδιάδικου. Η αίτηση ουσιαστικά αποβλέπει στον παραμερισμό του διατάγματος, μέχρι την ακρόαση της έφεσης, ώστε να παρεμποδιστεί στο ενδιάμεσο, αν προκύψει τέτοια εξέλιξη, η ακρόαση της υπόθεσης στην απουσία των τριτοδιαδίκων. Το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ.35, θ.18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται. Η θέση αυτή προκύπτει ευθέως από τις αποφάσεις. (Fotiou and Another v. Petrolina Ltd.
(1984)1 C.L.R. 708· In re E.S. (an Infant)
(1986)1 C.L.R. 119· (βλ. επίσης Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524). Η Δ.35, θ.18, δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισής της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση (prohibition), της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με ένταλμα (prohibition), βάσει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος. Στην προκειμένη περίπτωση η ενδιάμεση απόφαση, της οποίας επιδιώκεται η αναστολή δεν θέτει οποιαδήποτε υποχρέωση ούτε επιβάλλει οποιοδήποτε καθήκον το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο διαταγής βάσει της Δ.35, θ.18, Στην ουσία, επιδιώκεται ο παραμερισμός αυτής τούτης της ακυρωτικής απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Αυτό, δεν είναι παραδεχτό, ευρίσκεται έξω από τα πλαίσια της Δ.35, θ.18.» Η απόφαση της 23.2.2009 θέτει θετική υποχρέωση επί της Εναγόμενης και η αίτηση παρακοής είναι διαδικασία που εκπορεύεται αυτοτελώς από τη διαταγή της 23.2.
  1. Η αναστολή της διαδικασίας στην αίτηση παρακοής δεν είναι νομικά απαράδεκτη, δεν είναι όμως, κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις, πρόσφορη ενόψει της πρώτης εξαιτούμενης θεραπείας. Εάν δεν διαταχθεί η αναστολή της εκτέλεσης της διαταγής της 23.2.2009 και εξακολουθεί να υφίσταται υποχρέωση στην Εναγόμενη να συμμορφωθεί, θα ήταν αδιανόητο για το Δικαστήριο να διατάξει την αναστολή της διαδικασίας της αίτησης παρακοής αποστερώντας τον εαυτό του της εξουσίας να επιβάλει συμμόρφωση προς τη διαταγή της 23.2.
  2. Θα συνέδραμε κατά αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο στην υποβάθμιση του κύρους των Δικαστικών αποφάσεων. Εάν από την άλλη διαταχθεί η αναστολή της εκτέλεσης της διαταγής της 23.2.2009 σε τίποτα δεν θα εξυπηρετήσει η αναστολή της διαδικασίας στην αίτηση παρακοής. Αντίθετα, η διαδικασία θα μπορεί υπό τις εξελίξεις να ολοκληρωθεί και εάν η Εναγόμενη ή και ο Π. Ονησιφόρου ήσαν ένοχοι παρακοής στο μεσοδιάστημα να τους επιβληθεί η αρμόζουσα κύρωση προς διαφύλαξη του κύρους των διαδικασιών. Αναφέρεται στην Ιωσηφάκη (πιο πάνω) σελ. 287 ότι: «. και στην περίπτωση που θα γινόταν δεχτό το αίτημα για αναστολή της εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, δεν θα ήταν νοητή ούτε η συγχώρεση της ανυπακοής του διατάγματος που έχει εκδηλωθεί, ούτε η ακύρωση της διαδικασίας ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου.» Σε κάθε περίπτωση είναι η πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η αναστολή της διαδικασίας είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Στην υπόθεση Merck & Co Inc. κ.α. ν. Medochemie Ltd
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2184, 2187, αναφέρεται: «Η εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ή της εκδίκασης εκκρεμούσας αγωγής εξασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., τόμος 47, σελ. 323. Η κρατούσα πρακτική είναι ότι οι αγωγές δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή. Βλ. Municipality of Limassol v. Archbishop of Cyprus Chrysostomos and Another
(1981)1 C.L.R. 445 στη σελίδα 452.» Στην υπόθεση Caspi Ship. Ltd κ.α. ν. Πλοίου S.S. Sapphire Seas (Αρ.2)
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 853, 855, αναφέρεται πως: «.Έχει επανειλημμένα λεχθεί, και ευθυγραμμιστεί με σαφήνεια στη νομολογία, πως οι υποθέσεις δεν κατακερματίζονται επειδή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας μιας υπόθεσης καταχωρούνται εφέσεις εναντίον ενδιαμέσων αποφάσεων ή διαταγμάτων του Δικαστηρίου.» Συνεπώς θα επικεντρωθώ στην πρώτη εξαιτούμενη θεραπεία. Το αντικείμενο της αναστολής εκτέλεσης στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αφορά κατά κύριο λόγο σε τελικές δικαστικές αποφάσεις για την πληρωμή χρημάτων ή παράδοση κατοχής κάποιας περιουσίας. Η παρούσα περίπτωση είναι διαφορετική. Ότι διατάχθηκε να δοθεί στην άλλη πλευρά ουσιαστικά δεν μπορεί να επιστραφεί. Εάν δοθούν οι πληροφορίες και τα αντίγραφα που διατάχθηκε, δημιουργείται μια μη αναστρέψιμη κατάσταση και η καταχωρηθείσα έφεση καθίσταται χωρίς άλλο άνευ αντικειμένου. Με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση υποστηρίζεται πως με την αναστολή εκτέλεσης της διαταγής της 23.2.2009 οι Ενάγοντες δεν θα υποστούν οιαδήποτε ζημιά. Υποστηρίζεται ακόμη πως εάν εκτελεστεί η απόφαση δεν θα μπορεί στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Πέραν τούτου, δεν προβάλλεται θέση πως η Εναγόμενη εταιρεία θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά ούτε καν οιαδήποτε ζημιά με το να παράσχει τις πληροφορίες και τα αντίγραφα που διατάχθηκε. Η αναγκαιότητα παροχής των πληροφοριών και των αντιγράφων στο στάδιο τούτο ήταν αντικείμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση. Αναφέρεται στη σελίδα 14 - 15 της απόφασης ότι: «Με βάση την τρίτη προϋπόθεση θα πρέπει να αποφασισθεί ότι θα είναι δύσκολο και αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Στη σύζευξη δε κυρίως με την τρίτη προϋπόθεση πρέπει επίσης τελικά το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Στην κρινόμενη περίπτωση με βάση το αιτιολογητικό που προβάλλεται, οι αιτητές αδυνατούν να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες από την ισχυριζόμενη συμφωνία, την ύπαρξη και έκταση της αδικοπραξίας εναντίον τους και το εύρος της εμπλοκής ποίων προσώπων αν δεν τους δοθούν κάποιες αναγκαίες πληροφορίες. Δεν μου έχει τεθεί ο,τιδήποτε ή ο,τιδήποτε απτό για ποια βλάβη μπορεί να υποστούν οι εναγόμενοι, αν το διάταγμα για αποκάλυψη εκδοθεί (βλ. τις σχετικής παρατηρήσεις στην υπόθεση British Stell Corporation Respondents - v - Granada Telv. Ltd
(1980)3 W.L.R. 774). Το ισοζύγιο δε της ευχέρειας σαφώς είναι υπέρ των αιτητών.» Είναι αξιοσημείωτο πως ενώ είχε επισημανθεί στην απόφαση της 23.2.2009 πως δεν είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ή οτιδήποτε απτό για ποια βλάβη θα μπορούσε να υποστεί η Εναγόμενη με την έκδοση του διατάγματος, ούτε και στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης επιχειρήθηκε να εξηγηθεί στο Δικαστήριο ποια βλάβη μπορεί να υποστεί η Εναγόμενη με το να παράσχει τις πληροφορίες και τα αντίγραφα που διατάχθηκε. Οι πληροφορίες και τα αντίγραφα που διατάχθηκε να παραχωρηθούν δεν εξυπηρετούν τους Ενάγοντες μόνο στην προώθηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ώστε να μπορούσε να υποστηριχθεί πως θα μπορούσε να υπάρξει αναμονή μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής που, έχοντας υπόψη το στάδιο στο οποίο βρίσκεται, δεν αναμένεται να αρχίσει σύντομα. Οι θεραπείες που παραχωρήθηκαν εξυπηρετούν τους Ενάγοντες και σε διαδικασίες που εκκρεμούν εκτός Κύπρου (βλ. σελ. 8 της προσβαλλόμενης απόφασης). Αντίστοιχη της Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι η O.58 r.16 των Παλαιών Αγγλικών Θεσμών. Αναφέρεται στην Ετήσια Πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας του 1949 (Τόμος 1, σελ. 1371) η υπόθεση Shaw v. Holland
(1900)2 Ch. 305 όπου αποφασίστηκε πως αναστολή διαταγής δια ένορκη παροχή πληροφοριών (inquiries) εκκρεμούσης έφεσης μπορεί να διαταχθεί μόνο κάτω από πολύ ειδικές περιστάσεις. Να σημειωθεί πως και στην Αγγλία άρνηση παροχής ένορκων πληροφοριών (interrogatories) παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία, πέραν της δυνατότητας απόρριψης της αγωγής ή διαγραφής της υπεράσπισης αναλόγως της περίπτωσης, να τιμωρήσει για περιφρόνηση το μέρος που δεν συμμορφώθηκε με τη σχετική διαταγή. Η έφεση κατά της απόφασης του Δικαστηρίου καταχωρίστηκε στις 9.3.2009 ενώ η υπό κρίση αίτηση μόλις στις 14.4.
  1. Προβάλλεται η θέση πως είναι καταχρηστική και κακόπιστη και σκοπό έχει να παρακάμψει και ουσιαστικά εξουδετερώσει τη διαδικασία για καταφρόνηση του Δικαστηρίου. Στην Ιωσηφάκη (πιο πάνω) το διάταγμα εναντίον του εφεσείοντα για εκκένωση υποστατικού εφεσιβλήθηκε το Μάιο του
  2. Το διάταγμα του επεδόθηκε στις 14.10.1989 και στις 7.12.1989 καταχωρήθηκε αίτηση παρακοής εναντίον του. Η αίτηση για αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος καταχωρίστηκε στις 13.3.1990 στο πρωτόδικο Δικαστήριο και μια βδομάδα αργότερα στο Εφετείο. Στην απόφαση του Εφετείου επισημαίνεται η έλλειψη επεξήγησης από τον εφεσείοντα για τη σημαντική καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος του για αναστολή εκτέλεσης. Ήταν η κατάληξη του εφετείου ότι πρωταρχικός σκοπός του εφεσείοντα ήταν η παράκαμψη και ουσιαστική εξουδετέρωση της διαδικασίας για καταφρόνηση του Δικαστηρίου. Το στοιχείο της καθυστέρησης υπάρχει στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Η καθυστέρηση δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη γεγονός όμως είναι πως η Εναγόμενη εταιρεία που καταχώρησε έφεση στις 9.3.2009 δεν προσέτρεξε να καταχωρίσει αμέσως μετά αίτηση για αναστολή εκτέλεσης και δεν το έπραξε παρά μόνο στις 14.4.2009 μετά την καταχώριση στις 11.3.2009 της αίτησης παρακοής. Το συμπέρασμα πως η υπό κρίση αίτηση στοχεύει στην απαλλαγή της Εναγόμενης από τις κυρώσεις που μπορεί να έχει σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης παρακοής, κάθε άλλο παρά αυθαίρετο είναι. Για τους πιο πάνω λόγους και κύριο ότι καμιά ειδική περίσταση δεν καταδείχθηκε και καμιά βλάβη δεν υποστηρίχθηκε ότι η Εναγόμενη θα υποστεί εάν το προσβαλλόμενο διάταγμα δεν ανασταλεί, κατέληξα ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ΄ων η Αίτηση - Εναγόντων και εναντίον της Αιτήτριας - Εναγόμενης όπως τούτα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αναστολή εκτέλεσης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.