← Κύπρος

ΑΧΙΛΛΕΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. SHANE ERIC STEVENSON, Αρ. Αγωγής: 6042 / 07, 21.05.2009

ΑΧΙΛΛΕΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. SHANE ERIC STEVENSON, Αρ. Αγωγής: 6042 / 07, 21.05.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A125 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Πρ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6042 / 07 Μεταξύ: ΑΧΙΛΛΕΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και SHANE ERIC STEVENSON, από την Αυστραλία και τώρα κάτοικου Λεμεσού Εναγομένου Μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 27.04.2009 Ημερομηνία: 21.05.2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κ. Κυπρίζογλου ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 30.03.2009 εκδόθηκε απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου με το ακόλουθο λεκτικό, το οποίο μέσα στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας αίτησης εκτίθεται αυτούσιο:

  1. Εκδίδεται διάταγμα διατάττον την ακύρωση του συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 25.04.
  2. Εκδίδεται διάταγμα διατάττον τον Εναγόμενο και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες και/ή υπαλλήλους του, όπως προβούν σε όλα τα αναγκαία διαβήματα για την απόσυρση και/ή ακύρωση της κατάθεσης του συμφωνητικού αγοραπωλησίας ημερομηνίας 25.04.2002 το οποίο κατατέθηκε στις 10.06.2002 από τον Εναγόμενο και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες και/ή υπαλλήλους του, στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης (specific performance).
  3. Ο Εναγόμενος πληρώσει στον Ενάγοντα το ποσό των €1.200,00 έξοδα της αγωγής αυτής συμπεριλαμβανομένων των εξόδων εκδόσεως της απόφασης αυτής με τόκο επ' αυτού προς 8% από 13.11.2007 μέχρι 14.10.2008 και 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως πλέον Φ.Π.Α. πλέον €32,00 έξοδα επίδοσης. Να σημειωθεί ότι τα πιο πάνω σημεία

(1),
(2)και
(3)της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης προέρχονται και/ή προκύπτουν τόσο από τις παραγράφους (Β), (Δ) και (Η) του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης η οποία ενσωματώνεται στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 13.11.2007 όσο και από τα σημεία (Β), (Δ) και (Η) της παραγράφου 15 της ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα που έγινε στις 27.03.2009 προς υποστήριξη σχετικής αίτησης για απόφαση που καταχωρήθηκε εκ μέρους του στις 10.03.2009 λόγω μη καταχωρήσεως σημειώματος εμφάνισης από μέρους του Εναγομένου εντός του προβλεπόμενου και καθορισμένου από το Δικαστήριο χρόνου. Με μονομερή αίτηση του ημερομηνίας 27.04.2009 ο Ενάγοντας αιτείται την έκδοση διατάγματος που να τροποποιεί το σημείο
(2)της προαναφερόμενης εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης θεωρώ ορθό όπως παραθέσω αυτούσιο το αιτητικό μέρος της αίτησης του Ενάγοντα-Αιτητή: "Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα διατάττον τον Αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό, όπως προβεί σε όλα τα αναγκαία διαβήματα για την απόσυρση και/ή ακύρωση της κατάθεσης του συμφωνητικού αγοραπωλησίας ημερομηνίας 25.04.2002 το οποίο κατατέθηκε στις 10.06.2002 από τον Εναγόμενο και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες και/ή υπαλλήλους του, στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης (specific performance)." Η αίτηση εδράζεται στη Διάταξη 25 Κανονισμοί 1-6, στη Διάταξη 48 Κανονισμοί 1-9, στη Διάταξη 64 Κανονισμοί 1-2, επί των γενικών αρχών του νόμου, των κανόνων επιείκιας, της πρακτικής και της συμφήτου εξουσίας του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή περιέχονται σε ένορκο δήλωση του Ενάγοντα που συνοδεύει την εν λόγω αίτηση και στην οποίαν δηλώνεται αδυναμία απόσυρσης και/ή ακύρωσης της κατάθεσης του συμφωνητικού αγοραπωλησίας ημερομηνίας 25.04.2002 από μέρους του αρμοδίου κτηματολογικού λειτουργού καθότι, όπως ισχυρίζεται, το επίδικο σημείο της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης αναφέρεται σε υποχρέωση υλοποίησης του από μέρους του Εναγομένου και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες και/ή υπαλλήλους του και όχι, όπως λέει ότι έπρεπε να ήταν από μέρους του αρμοδίου κτηματολογικού λειτουργού. Κατά την αγόρευση του ο συνήγορος του Ενάγοντα-Αιτητή υιοθέτησε το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση και δήλωσε ότι η ανάγκη τροποποίησης της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης προέκυψε λόγω πρόσφατης αλλαγής της πολιτικής του τμήματος κτηματολογίου σύμφωνα με την οποίαν πλέον τώρα απαιτεί την έκδοση δικαστικού διατάγματος που να απευθύνεται απευθείας στον αρμόδιο κτηματολογικό λειτουργό και ρητά να τον υποχρεώνει να αποσύρει και/ή να ακυρώσει την κατάθεση του επίμαχου συμφωνητικού εγγράφου αγοραπωλησίας. Παράλληλα όμως, ο συνήγορος του Ενάγοντα-Αιτητή παραδέκτηκε ότι η Διάταξη 25 Κανονισμοί 1-6, στη βάση της οποίας, μεταξύ άλλων, εδράζεται η παρούσα αίτηση, δεν καλύπτει και/ή δεν κατοχυρώνει νομικά το αίτημα του για τροποποίηση του σημείου
(2)της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης με τον τρόπο που ο ίδιος εισηγείται. Η Διάταξη 25 Κανονισμοί 1-4 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αφορά ευθέως τροποποίηση δικογράφων, κάτι που έκδηλα δεν έχει σχέση με το αντικείμενο της παρούσας αίτησης. Όσον αφορά τον Κανονισμό 6 της Διάταξης 25 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αυτός ρητά αφορά τη δυνατότητα διόρθωσης δικαστικής απόφασης και/ή διατάγματος στην οποίαν ή στο οποίο εντοπίζονται από το Δικαστήριο γραφικά λάθη ή παραλείψεις. Στην προκειμένη περίπτωση είναι φανερό ότι ο κανονισμός αυτός δεν εφαρμόζεται επειδή δεν αφορά εντοπισμό λάθους ή παράλειψης που έγινε από μέρους του Δικαστηρίου. Αντίθετα, το Δικαστήριο αφού αξιολόγησε την μαρτυρία που ο Ενάγοντας προσκόμισε ενώπιον του δια της ενόρκου δηλώσεως του ημερομηνίας 27.03.2009 προχώρησε στην έκδοση τελεσίδικης απόφασης με βάση την έκθεση απαίτησης του Ενάγοντα αλλά και την πιο πάνω ένορκη δήλωση του. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δια της τελεσίδικης αποφάσεως του ικανοποίησε και/ή έγκρινε το παρακλητικό που ο ίδιος ο Ενάγοντας αξίωσε. Το τι εκ των υστέρων ζητεί ο Ενάγοντας-Αιτητής δια της παρούσας αίτησης του είναι ουσιαστική τροποποίηση της ήδη εκδοθείσας δικαστικής απόφασης λόγω, όπως ειπώθηκε από το συνήγορο του Ενάγοντα-Αιτητή, πρόσφατης αλλαγής της πολιτικής του τμήματος κτηματολογίου, παρά απλή διόρθωση γραφικού λάθους ή οφθαλμοφανή τυπική παράλειψη από μέρους του Δικαστηρίου. Είναι άλλο απλή και τυπική διόρθωση και άλλο ουσιαστική τροποποίηση του περιεχομένου τελεσίδικης δικαστικής απόφασης. Το Δικαστήριο γενικά στερείται διακριτικής ευχέρειας αλλά και εξουσίας στο να παρεμβαίνει και να τροποποιεί εκδοθείσα τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd edition, Τόμος 22 στη σελίδα 785 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "As a general rule, except by way of appeal, no court, judge, or master has power to rehear, review, alter or vary any judgment or order after it has been entered or drawn up. " Περαιτέρω, στη σελίδα 787 του ιδίου συγγράμματος τονίζονται, ανάμεσα σ' άλλα τα εξής: "Alterations or additions to the judgment or order based upon materials not contained in the pleadings or evidence, or involving matters which were not brought to the attention of the court, cannot be obtained under the rules applying to accidental mistakes or omissions." Στην υπόθεση Ειρήνης Γεωργίου και Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1043 επαναβεβαιώθηκε ότι η Διάταξη 25 Κανονισμός 6 παρέχει τη δυνατότητα διόρθωσης γραμματικών λαθών ή λάθη τα οποία προκύπτουν από τυχαία διολίσθηση ή παράλειψη σε δικαστικές αποφάσεις ή διατάγματα. Επίσης στην υπόθεση Σιβιτανίδης v Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 179 υπογραμμίστηκε ότι αντικείμενο της Διάταξης 25 Κανονισμού 6 αλλά και της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου για τη διόρθωση λαθών σε δικαστικές αποφάσεις είναι η προσαρμογή ατελούς κειμένου στην έκδηλη κατά τα άλλα πρόθεση του Δικαστηρίου. Περαιτέρω στην υπόθεση αυτή τονίστηκε ότι το γραμματικό λάθος είναι λάθος στη διατύπωση και όχι στον προσδιορισμό της ουσίας της πρότασης. Τα γραμματικά λάθη προκύπτουν οποτεδήποτε το Δικαστήριο παραλείπει ή αποτυγχάνει να δώσει σωστή λεκτική έκφραση στις εμφανείς προθέσεις του (βλέπε επίσης Koumi v Republic
(1987)3 C.L.R. 1519 και Ε. Φιλίππου Λτδ v Compass Insurance
(1989)Α.Α.Δ. (Ε) 664). Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για τη διόρθωση λαθών δυνάμει τόσο της Διάταξης 25 Κανονισμού 6 όσο και της σύμφυτης δικαιοδοσίας του περιορίζεται σε λάθη τα οποία προκύπτουν από παράλειψη του Δικαστηρίου να δώσει ορθή λεκτική έκφραση στην κατά τα άλλα αναντίλεκτη πρόθεση του, όχι όμως οποιαδήποτε τροποποίηση επί της ουσίας της απόφασης. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Koumi (βλέπε πιο πάνω) αναφέρθηκαν, ανάμεσα σ' άλλα τα εξης: "A clerical error in this context is one arising from failure on the part of the framer to give effect by the employment of the appropriate word or phrase to his objectively manifest intention." Στη δε υπόθεση Φιλίππου (βλέπε πιο πάνω) τονίστηκε ότι γραμματικό είναι το λάθος το οποίο ανάγεται αποκλειστικά στη διατύπωση σε αντίθεση με την διαμόρφωση των θέσεων του διαδίκου και αποβλέπει στον εναρμονισμό του λόγου με την έκδηλη πρόθεση. Η πιο πάνω θέση βεβαιώθηκε και στην υπόθεση Sofocli v Leonidou
(1989)1 C.L.R. 581 όπου ειπώθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: ". the caselaw is consistent in stressing that the powers of the Court under r.6 of Ord.25 are confined to the correction of clerical mistakes and errors arising from accidental slips or omissions. The inherent power of the Court to correct errors or omissions is again limited to errors owing to failure to give expression in the order or judgment to the manifest intention of the Court." Στην υπόθεση Γεωργίου (βλέπε πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε αίτηση που αποσκοπούσε στην έκδοση δικαστικού διατάγματος για διόρθωση δικαστικής απόφασης για τόκο λιγώτερο από ότι προνοούσε η εκδοθείσα δικαστική απόφαση με το αιτιολογικό ότι η απόφαση του Δικαστηρίου ήταν σαφής ως προς την πρόθεση του να επιδικάσει αυξημένο τόκο καθώς επίσης και ορθά συντακτικά διατυπωμένη. Επιπλέον στην υπόθεση αυτή τονίστηκε ότι δεν υπήρχε κανένα γραμματικό λάθος. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι με την αίτηση δεν επιδιώκετο η διόρθωση γραμματικού λάθους, παράλειψης ή τυχαίας διολίσθησης στη διατύπωση της απόφασης αλλά η διόρθωση του κατ' ισχυρισμό νομικού λάθους. Ζητήθηκε ουσιαστικά από το Ανώτατο Δικαστήριο να προβεί σε αναθεώρηση προηγούμενης τελεσίδικης απόφασης, γεγονός που κρίθηκε ανέφικτο και ανεδαφικό. Αναφορικά με τον Κανονισμό 5 της Διάταξης 25, ο οποίος αφορά τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να τροποποιεί οποιαδήποτε έλλειψη ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία με σκοπό την αποπεράτωση του πραγματικού ζητήματος ή στοιχείου που εγείρεται ή εξαρτάται από τη διαδικασία, θεωρώ ότι ούτε και αυτός εφαρμόζεται υπό τις περιστάσεις στην παρούσα αίτηση. Στην αγγλική υπόθεση Pearlman (Veneers) S.A. (Pty), Ltd v Bartels
(1954)All ER 659, η οποία σύμφωνα με την κυπριακή υπόθεση E.G. Falekkos Ltd v Reana Manufacturers Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 443, εκφράζει τη νομική θέση και στην Κύπρο, τονίστηκε ότι το Δικαστήριο δύναται να αντλήσει σχετική εξουσία που του παρέχεται από τον Κανονισμό 5 της Διάταξης 25 αλλά και με βάση της συμφυούς εξουσίας του και να προβεί σε διόρθωση λανθασμένου ονόματος διαδίκου στην αγωγή (misnomer) και μετά την έκδοση της απόφασης. Ταυτόχρονα όμως στην ίδια υπόθεση αναφέρθηκε με νόημα ότι το Δικαστήριο στερείται εξουσία και δικαιοδοσία να επεμβαίνει και να τροποποιεί το ουσιαστικό μέρος της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Είναι φανερό ότι η παρούσα περίπτωση δεν αφορά διόρθωση λανθασμένου ονόματος διαδίκου στην αγωγή αλλά τροποποίηση επί της ουσίας της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης και ως εκ τούτου ο Κανονισμός 5 της Διάταξης 25 δεν βρίσκει εδώ οποιοδήποτε έρεισμα για εφαρμογή. Σχετικά με τη Διάταξη 64 Κανονισμοί 1-2 που ο συνήγορος του Ενάγοντα-Αιτητή επικαλείται ως μέρος της νομικής βάσης πάνω στην οποίαν εδράζεται η παρούσα υπό εξέταση αίτηση, αρκεί να αναφέρω ότι με αυτήν αταργείται η διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου (βλέπε την υπόθεση Θαλασσινός ν. Δημοκρατίας Α.Ε. 1166 - 30.5.1995)). Σκοπός της Διάταξης 64 ήταν η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστά τη διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση η οποία απλώς καθιστά την διαδικασία παράτυπη. Οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη Διάταξη 64. ΄Ετσι μετά τη θέσπιση της Διάταξης 64 παρέχεται διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση εθεωρούντο άκυρα (βλέπε Γιάννη ν. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κ.α.
(1995)3 Α.Α.Δ. 334, Δημοκρατία ν. Lion Ins. Agency Ltd
(1995)3 A.A.Δ. 338, 340 και Panayiotis Georghiou (Catering Ltd) κ.α. ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 1516/19.7.96 - απόφαση της Ολομέλειας και
  1. Karl Heinz Wunderlich
  2. Marie-Luise Landsherr
  3. Old German Corner ν Ευθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1 ΑΑΔ 366). Ωστόσο πρέπει να υπογραμμιστεί πως η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από τη Διάταξη 64 είναι εξουσία για θεραπεία των παρατυπιών που αποτελούνται από παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να θεραπεύσει θεμελιώδεις παραλείψεις. Κατά συνέπεια, ούτε και αυτή η διάταξη τυγχάνει εφαρμογή στην υπό εξέταση αίτηση. Ούτε και οι κανόνες επιείκιας αλλά ούτε και η πρακτική του Δικαστηρίου τους οποίους επίσης επικαλείται ο συνήγορος του Ενάγοντα-Αιτητή ως μέρος της νομικής βάσης πάνω στην οποίαν εδράζεται η παρούσα υπό εξέταση αίτηση, είναι αρκετοί για να περισώσουν την προδιαγραφείσα τύχη της αίτησης αυτής. Καταλήγοντας, πρέπει να τονιστεί ότι οποιαδήποτε τροποποιητική ενέργεια από μέρους του Δικαστηρίου επί του θέματος αυτού το μόνο που θα κατάφερνε θα ήταν να πλήξει της αρχή της τελεσιδικίας μιας εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Επομένως, παρέμβαση με τον τρόπο που ο Ενάγοντας-Αιτητής ζητεί θα σημαίνει πράξεις εκτός δικαστικής δικαιοδοσίας, πράγμα ανεπίτρεπτο, μη αποδεκτό και καθόλου νόμιμο. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι ο Ενάγοντας-Αιτητής νομικά δεν καλύπτεται και/ή δεν κατοχυρώνεται με τη βάση που παρουσιάζει ότι εδράζεται η υπό εξέταση αίτηση, κρίση την οποίαν ασπάζεται και ο συνήγορος του Ενάγοντα-Αιτητή, ειδικότερα εάν λάβουμε υπόψην την παραδοχή του επί τούτου κατά τη διάρκεια της επιχειρηματολογίας του. Επομένως, η παρούσα αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Η αίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα. Ανεξαρτήτως της μη επιτυχούς κατάληξης της παρούσας αίτησης, νιώθω την ανάγκη να εκφράσω την άποψη ότι το Κτηματολόγιο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν θα έπρεπε να αναμένει συγκεκριμένο δικαστικό διάταγμα που να απευθύνεται ειδικά σε οποιοδήποτε λειτουργό του για να αποσύρνει κάθε φορά που θα χρειάζεται από το μητρώο του κάποιο αγοραπωλητήριο έγγραφο που έχει νόμιμα τερματιστεί. Μία εκδοθείσα δικαστική απόφαση στην οποίαν περιέχεται δικαστικό διάταγμα που να διατάζει την ακύρωση και/ή τερματισμό του συμφωνητικού εγγράφου αγοραπωλησίας καθώς επίσης η επίδοση του εν λόγω διατάγματος στο Κτηματολόγιο είναι, κατά την ταπεινή μου άποψη, αρκετό για το Κτηματολόγιο για να αποσύρει και/ή διαγράψει και/ή ακυρώσει από το μητρώο του το συμφωνητικό έγγραφο αγοραπωλησίας που δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου έχει ακυρωθεί και/ή τερματιστεί και ως εκ τούτου το εν λόγω τμήμα να προχωρήσει απρόσκοπτα και χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση στην απαλλαγή του επηρεαζόμενου ακινήτου από την επιβάρυνση που είχε δημιουργηθεί σ' αυτό με την καταχώρηση αγοραπωλητηρίου εγγράφου στο μητρώο του. Προς τούτο και το εδάφιο 2 του άρθρου 65 στο Μέρος III υπό τον τίτλο 'Εγγραφή' του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφάλαιο 224 μετά των συναφών τροποποιήσεων. (Υπ.) .............................................. Γ. Κ. Βλάμης, Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση διόρθωσης-τροποποίησης δικαστικής απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.