Cyprus Investment Securities Corporation Ltd ν. Μαρία Οικονόμου, Αρ. Αγωγής: 598/03, 22.05.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A129 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Δ. Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 598/03 Μεταξύ: Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd Εναγόντων και Μαρία Οικονόμου, εκ Λεμεσού Εναγόμενης --------------------- Ημερομηνία: 22.05.2009 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Μαλέκκου για Χρυσαφίνη & Πολυβίου Για Εναγόμενους: κ. Α. Παπαντωνίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή: Οι ενάγοντες στην παρούσα αγωγή με την Έκθεση Απαίτησης τους διεκδικούν από την εναγόμενη το ποσό των ΛΚ42.949,33, Ως, ισχυρίζονται, είναι Επενδυτικός Οργανισμός και/ή χρηματιστηριακή εταιρεία και διεξάγουν ανάλογες εργασίες σ΄ ολόκληρη την Κύπρο. Στα πλαίσια των εργασιών τους συνεργάστηκαν με την εναγόμενη με εντολές της οποίας αγόραζαν και πωλούσαν μετοχές της, μεταξύ της περιόδου Αυγούστου 1999 και Ιουνίου
- Για τις αγορές και πωλήσεις μετοχών της εναγόμενης γίνονταν διάφορες χρεοπιστώσεις σε λογαριασμό που η εναγόμενη διατηρούσε έχοντας αριθμό πελάτη
- Ο εν λόγω λογαριασμός της εναγόμενης στις 31.12.2001 παρουσίαζε οφειλόμενο υπόλοιπο το πιο πάνω διεκδικούμενο ποσό συμπεριλαμβανομένων τόκων μέχρι την εν λόγω ημερομηνία. Η εναγόμενη παρά τις οχλήσεις των εναγόντων παρόλο ότι παραδεχόταν ότι όφειλε το πιο πάνω ποσό αμέλησε και/ή παρέλειψε να το εξοφλήσει ως εκ τούτου στις 18.12.2002 η εναγόμενη κλήθηκε εκ νέου για εξόφληση του με επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων πλην όμως πάλι δεν εξόφλησε το αναφερόμενο πιο πάνω ποσό και ως εκ τούτου το οφείλει. Στην Υπεράσπιση της (όπως αυτή τροποποιήθηκε στις 13.10.2006) η εναγόμενη αρνείται ότι οφείλει το διεκδικούμενο ποσό και περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι οποιεσδήποτε πράξεις ή έγγραφα υπογράφτηκαν από αυτήν, αναφορικά με το λογαριασμό της, ήταν κάτω από καθεστώς εμπιστοσύνης στο οποίο τελούσε σε σχέση με τους ενάγοντες καθώς και παραστάσεις ή διαβεβαιώσεις που της δόθηκαν οι οποίες όμως στη συνέχεια αποδείχθηκαν αναληθείς, τέτοιες παραστάσεις αποτελούν τα πιο κάτω: (α) ότι οι αγορές μετοχών επ΄ ονόματι της θα είχαν μόνο επιτυχία και/ή οι τίτλοι που θα αγοράζονταν και/ή πωλούνταν θα επέφεραν μόνο κέρδος στο λογαριασμό της. (β) το οποιοδήποτε χρέος τυχόν δημιουργείτο θα ήταν εξασφαλισμένο με ορθολογιστική επένδυση σε τίτλους που θα είχαν τουλάχιστον ίση με το χρέος αξία. (γ) ότι οι ενάγοντες κατείχαν τις αναγκαίες γνώσεις, δεξιότητα και προσοχή ώστε οι συμβουλές που θα έδιναν στην εναγόμενη για επενδύσεις θα ήταν ορθές ώστε να μην δημιουργείται χρεωστικό υπόλοιπο που να είναι αδύνατο να καλυφθεί από τις επενδύσεις. (δ) Οι ενάγοντες θα ενεργούσαν με καλή πίστη και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη θα χειρίζονταν δε τις επενδύσεις της εναγόμενης ως να ήταν τίτλοι δικοί τους ή ως να είχαν την ιδιότητα εμπιστευματοδόχου και/ή θεματοφύλακα. Η εναγόμενη ακόμη αναφέρει πως περί τις 08.09.2000 υπέγραψε κάποιο πληρεξούσιο έγγραφο ως επίσης και συμφωνία αναγνώρισης χρέους μετά όμως που ήδη είχαν γίνει αγοραπωλησίες μετοχών της και προέκυψε ήδη χρεωστικό υπόλοιπο ωστόσο οι συνθήκες που υπέγραψε τα εν λόγω έγγραφα τα καθιστούν άκυρα εξ αρχής και/ή έγιναν κατ΄ εκλογή της εναγόμενης λόγω ψυχικής πίεσης που ασκήθηκε σε βάρος της και/ή μετά από αναληθείς παραστάσεις πάνω στις οποίες η εναγόμενη βασίστηκε. Για τους εν λόγω ισχυρισμούς παρατίθενται σχετικές λεπτομέρειες ως ακολούθως: (α) Οι ενάγοντες και/ή υπάλληλοι τους εκβίαζαν την εναγόμενη ότι αν δεν υπόγραφε το πληρεξούσιο και/ή την αναγνώριση χρέους τότε θα αποκάλυπταν στο σύζυγό της την ύπαρξη του χρέους και/ή ότι αυτή διενήργησε πράξεις χωρίς την προηγούμενη συνεννόηση μ΄ αυτόν και ως αποτέλεσμα θα προέκυπτε σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα μεταξύ των συζύγων. (β) Οι ενάγοντες διαβεβαίωσαν την εναγόμενη ότι η υπογραφή των δύο εγγράφων ήταν τυπικό ζήτημα και όχι ουσιαστικό ως προς το περιεχόμενο τους και ότι οποιοδήποτε χρέος αν δημιουργείτο θα ήταν εξασφαλισμένο με την ορθολογική επένδυση σε τίτλους που η αξία τους θα ήταν ίση με το χρέος. Επιπλέον η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η λειτουργία λογαριασμού γι΄ αυτήν ήταν παράνομη και αντίθετη με τη νομοθεσία Περί Χρηματιστηρίου ως επίσης οι ενάγοντες αντί να τη συμβουλεύσουν την παρότρυναν να αγοράζει ή να πωλεί μετοχές με την ελπίδα ότι θα αποκόμιζε κέρδος. Παρά το γεγονός ότι αποδέχεται πως έγιναν κάποιες αγοραπωλησίες εκ μέρους της δεν αποδέχεται ότι από αυτές προκύπτει το ποσό το οποίο διεκδικούν οι ενάγοντες και ισχυρίζεται πως όταν προσπάθησε κατά διάφορα χρονικά διαστήματα να πωλήσει μετοχές αυτές ήταν ενεχυριασμένες στους ενάγοντες και έτσι στερήθηκε του δικαιώματος να τις πωλήσει και να έχει κέρδη ή να μειώσει τη ζημιά της. Επιπρόσθετα των πιο πάνω η εναγόμενη ισχυρίζεται πως οι ενάγοντες για την περίοδο 03.04.2001 μέχρι 26.06.2002 έκαναν αυθαίρετη χρήση του Κανονισμού 20
(2)
(3)του Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Κανονισμών, ζητώντας από το ΧΑΚ να μην επιτρέψει σ΄ αυτήν να δίνει εντολές μέσω οποιουδήποτε μέλους του ΧΑΚ αναφορικά με τους τίτλους της, και έτσι, με κάθε παράνομο τρόπο, η εναγόμενη στερήθηκε της δυνατότητας εκποίησης των τίτλων της προκειμένου να μειώσει οποιεσδήποτε τυχόν υποχρεώσεις της προς τους ενάγοντες ενώ ήταν η περίοδος όπου οι τιμές των μετοχών κατέρρεαν και αυτή δεν μπορούσε να τις πωλήσει. Λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς και ενεργειών των εναγόντων η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι υπέστηκε ζημιά και/ή απώλεια και ως εκ τούτου εγείρει Ανταπαίτηση ζητώντας τα πιο κάτω: α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η ισχυριζόμενη Συμφωνία Αναγνώρισης Χρέους ημερομηνίας 08.09.2000 και/ή κάθε άλλο έγγραφο που υπογράφτηκε σε σχέση με τον Αρ. Λογαριασμού 0717004 είναι άκυρο και/ή ακυρώσιμο και/ή άνευ έννομου αποτελέσματος. β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει την ισχυριζόμενη Συμφωνία Αναγνώρισης Χρέους ημερομηνίας 08.09.2000 και/ή κάθε άλλο έγγραφο που υπογράφτηκε σε σχέση με τον λογαριασμό Αρ.
- γ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα δυνάμει της οποιασδήποτε σχέσης έχει αναφορικά με το λογαριασμό Αρ.
- δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου για απόδοση λογαριασμών αναφορικά με τη διαφορά των τιμών των τίτλων της εναγόμενης που ήταν αντικείμενο ενεχυρίασης και/ή οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο που θα αποφασίσει το Δικαστήριο και των τιμών των ιδίων τίτλων κατά το χρόνο ρευστοποίησης τους και είσπραξης οποιουδήποτε ποσού. ε. Γενικές αποζημιώσεις λόγω αμέλειας και/ή παράβασης συμφωνίας και/ή αμελών παραστάσεων και/ή ψυχικής πίεσης και/ή παράβασης εμπιστευτικών καθηκόντων και καθηκόντων θεματοφύλακα και/ή αναληθών παραστάσεων. Τα όσα ισχυρίζεται η εναγόμενη οι ενάγοντες απορρίπτουν με Απάντηση τους και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της απαίτησης τους οι ενάγοντες παρουσίασαν
(6)έξι μάρτυρες ενώ η εναγόμενη κατέθεσε η ίδια προς Υπεράσπιση της. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν ως τεκμήρια τα πιο κάτω έγγραφα: Τεκμήριο 1: Ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 08.02.
- Τεκμήριο 2: Έγγραφο με τίτλο Statement of account. Τεκμήριο 3: Δέσμη από δύο contract notes (αρ. 71604 και 71609). Τεκμήριο 4: Δέσμη από επτά contract notes (αρ. 75506, 78173, 78177, 78207, 79457, 79459, 80167). Τεκμήριο 5: Απόδειξη κατάθεσης χρημάτων. Τεκμήριο 6: Δέσμη από τέσσερα contract notes (αρ. 86954, 85496, 85498, 85505). Τεκμήριο 6(α): Απόδειξη κατάθεσης χρημάτων. Τεκμήριο 7: Δέσμη από έξι contract notes (αρ. 88953, 91830, 97063, 97381, 97383, 7247). Τεκμήριο 8: Δέσμη από τέσσερα contract notes (αρ. 46351, 46353, 46355, 55648). Τεκμήριο 9: Δέσμη από δεκαοκτώ contract notes (αρ. 68631, 68641, 68673, 68647, 68662, 68664, 68786, 69179, 69181, 70655, 70657μ 70663, 73793, 76596, 76578, 76602, 77168, 77926). Τεκμήριο 10: Δέσμη από τρία contract notes (αρ. 81423, 87409, 87411). Τεκμήριο 11: Κατάσταση Λογαριασμού ημερομηνίας 31.12.
- Τεκμήριο 12: Απόδειξη κατάθεσης χρημάτων ημερομηνίας 05.10.
- Τεκμήριο 13: Απόδειξη κατάθεσης χρημάτων ημερομηνίας 29.10.
- Τεκμήριο 14: Έγγραφο με τίτλο Transaction Reports By Security. Τεκμήριο 15: Κίνηση Διαθεσίμων 01.07.00-10.12.
- Τεκμήριο 16: Έγγραφο συνδιαλέξεων. Τεκμήριο 17: Συμφωνία ημερομηνίας 08.09.
- Τεκμήριο 18: Πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 08.09.00 (με χαρτόσημα). Τεκμήριο 18(α): Πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 08.09.00 (χωρίς χαρτόσημα). Τεκμήριο 19 (α) έως (η):Δέσμη από οκτώ έγγραφα Ενεχυρίασης Κινητών Αξιών. Τεκμήριο 20: Δύο επιστολές ημερομηνίας 31.01.02 και 16.07.02 αντίστοιχα. Τεκμήριο 21: Επιστολή ημερομηνίας 18.12.
- Τεκμήριο 22: (Recoveries Division). Σημείωμα προς Εσωτερική Νομική Υπηρεσία ημερομηνίας 14.10.02). Τεκμήριο 23: Έγγραφο με τίτλο Pledge Positions ημερομηνίας 11.06.
- Τεκμήριο 24: Έγγραφο με τίτλο Pledge Positions ημερομηνίας 09.07.
- Τεκμήριο 25: Έγγραφο με τίτλο Pledge Positions ημερομηνίας 20.01.
- Τεκμήριο 26: Επιστολή ΧΑΚ προς τα μέλη του ημερομηνίας 07.10.
- Τεκμήριο 27: Επιστολή ΧΑΚ προς τα μέλη του ημερομηνίας 09.02.
- Τεκμήριο 28: Γραπτή εντολή της εναγόμενης για εκτέλεση χρηματιστηριακής πράξης. Τεκμήριο 29: Φωτοαντίγραφο ανακοίνωσης του ΧΑΚ ημερομηνίας 26.06.
- Τεκμήριο 30: Χειρόγραφες σημειώσεις του Μάριου Χριστοφόρου (ΜΕ3). Τεκμήριο 31: Χειρόγραφες σημειώσεις της Ζωής Στυλιανού. Τεκμήριο 32: Γραπτή εισήγηση εναγόντων για έγκριση δανείου στην εναγόμενη (δύο σελίδες). Τεκμήριο 33: Χειρόγραφες σημειώσεις του Μάριου Χριστοφόρου (ΜΕ3) επί Κίνησης Διαθεσίμων. Τεκμήριο 34: Επιστολή ημερομηνίας 26.07.
- Τεκμήριο 35: Έγγραφο με τίτλο File of customers. Τεκμήριο 36: Φωτοαντίγραφο επιταγής ημερομηνίας 29.04.
- Τεκμήριο 37: Επιστολές ημερομηνίας 22.02.08 (Δέσμη τεσσάρων εγγράφων). Τεκμήριο 38: Δέσμη τριών εγγράφων (επιστολή ημερομηνίας 22.02.08) Τεκμήριο 39: Έγγραφο Μεταβίβασης Εισηγμένων Αξιών. (Δέσμη τριών εγγράφων). Τεκμήριο 40: Έγγραφο Μεταβίβασης Εισηγμένων Αξιών. (Δέσμη τριών εγγράφων). Τεκμήριο 41: Έγγραφο εκχώρησης. (Δέσμη τριών εγγράφων). Τεκμήριο 42: Κατάθεση χρημάτων ημερομηνίας 25.08.
- Τεκμήριο 43: Ταμειακό ένταλμα είσπραξης αποτελούμενο από δύο σελίδες. Τεκμήριο 44: Κατάσταση λογαριασμού (Trading account) στην Τράπεζα Κύπρου επ΄ ονόματι της εναγόμενης. Τεκμήριο 45: Απόδειξη κατάθεσης χρημάτων. Τεκμήριο 46: Πιστωτική σημείωση ημερομηνίας 07.04.
- Τεκμήριο 47: Χρεωστική σημείωση ημερομηνίας 14.07.
- Τεκμήριο 48: (Δέσμη πέντε εγγράφων). Επιστολή ΧΑΚ ημερομηνίας 03.10.
- Τεκμήριο 49: Στοιχεία μερίδας και λογαριασμού αξιών. Τεκμήριο 50: Ανάλυση πράξεων στο ΧΑΚ από 01.10.99 μέχρι 31.12.
- Τεκμήριο 51: Λίστα κωδικών των χρηματιστηριακών γραφείων. Τεκμήριο 52: Ανακοίνωση ΧΑΚ ημερομηνίας 26.06.
- Τεκμήριο 53: Δείκτες τιμών μετοχών ΧΑΚ ημερομηνίας 03.04.01.. Τεκμήριο 54: Δείκτες τιμών μετοχών ΧΑΚ ημερομηνίας 27.06.
- Τεκμήριο 55: Πίνακας χαρτοφυλακίου. Τεκμήριο 56: Χρηματιστηριακή εντολή. (Δέσμη πέντε εγγράφων). Τεκμήριο 57: Δέσμη πέντε εγγράφων. Τεκμήριο 58: Έγγραφο με τίτλο List of S.E. Dealings (έξι σελίδες). Τεκμήριο 59: Δέσμη έξι εγγράφων. Τεκμήριο 60: Επιστολή ΧΑΚ προς δικηγόρο Δ. Αραούζο ημερομηνίας 03.01.
- Τεκμήριο 61: Επιστολή Κεφαλαιαγοράς ημερομηνίας 28.05.08 προς κ. Παπαντωνίου. Τεκμήριο 62: Έγγραφο δύο σελίδων. Τεκμήριο 63: Επιστολή Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ημερομηνίας 18.12.08 Τεκμήριο 64: Επιστολή Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ημερομηνίας 13.11.01 προς CISCO Ltd. Τεκμήριο 65: Επιστολή Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ημερομηνίας 03.01.2002 προς CISCO Ltd. Τεκμήριο Α: Γραπτή δήλωση ΜΕ1 (ως μέρος της κυρίως εξέτασης του). Τεκμήριο Β: Γραπτή δήλωση ΜΕ2 (ως μέρος της κυρίως εξέτασης της). Τεκμήριο Γ: Γραπτή δήλωση ΜΕ3 (ως μέρος της κυρίως εξέτασης του). Τεκμήριο Δ: Γραπτή δήλωση ΜΕ4 (ως μέρος της κυρίως εξέτασης της). Τεκμήριο Ε: Γραπτή δήλωση ΜΕ6 (ως μέρος της κυρίως εξέτασης του). Τεκμήριο ΣΤ: Γραπτή δήλωση ΜΥ εναγόμενης (ως μέρος της κυρίως εξέτασης της). Αναφορικά δε με την προφορική μαρτυρία: ΜΕ1, κατέθεσε ο Σταύρος Αγρότης, ως ανέφερε ήταν Διευθυντής του Χρηματιστηριακού Τμήματος των εναγόντων από τον Φεβρουάριο του
- Προγενέστερα ήταν ένας εκ των διευθυντών των εναγόντων, χωρίς όμως άμεση ευθύνη του εν λόγω τμήματος. Από την 21.04.06 έχει αποχωρήσει από την υπηρεσία των εναγόντων όμως κατόπιν ειδικής συμφωνίας στην οποία κατέληξε με τους ενάγοντες θα συνεχίσει να τους εκπροσωπεί ενώπιον των Δικαστηρίων για προώθηση των απαιτήσεων τους. Μέσα στα πλαίσια ειδικής διευθέτησης, έχει ελεύθερη πρόσβαση στα γραφεία των εναγόντων και ειδικότερα στα αρχεία και φακέλους τους, απ΄ όπου και αντλεί την πηγή της γνώσης του πέραν από τον προσωπικό χειρισμό και μελέτη του φακέλου της υπόθεση/αρχείου του τμήματος στο οποίο ήταν προϊστάμενος μέχρι την 20.04.
- Η εναγόμενη με σκοπό την εκτέλεση πράξεων επ΄ ονόματι της από τους ενάγοντες υπέγραψε ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο, το οποίο σφραγίστηκε και πιστοποιήθηκε από πιστοποιούντα υπάλληλο την 08.02.00 (Τεκμήριο 1). Η εναγόμενη στη συνέχεια άνοιξε λογαριασμό trading στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ υπ. αρ. 0102-04-027957 μαζί με τους ενάγοντες. Κατ΄ εκείνο το χρόνο είχαν ονομάσει εκείνον το συγκεκριμένο λογαριασμό ως λογαριασμό «Trading Account» που αποτελούσε ένα παράλληλο λογαριασμό ο οποίος ανοίχθηκε για να εξυπηρετεί την εναγόμενη σε σχέση με τις χρηματιστηριακές της πράξεις. Από έλεγχο έχει εντοπίσει τουλάχιστον μία γραπτή εντολή της εναγόμενης για διενέργεια χρηματιστηριακής πράξης η οποία συμπληρώθηκε σε συγκεκριμένο έντυπο των εναγόντων, υπογράφηκε από την εναγόμενη ως εντολέα και στάληκε στα γραφεία τους στη Λευκωσία. Ως περαιτέρω εξήγησε κατά πάντα ουσιώδη προς την αγωγή χρόνο οι εντολές για αγοραπωλησία μετοχών μπορούσε να ήταν γραπτές ή προφορικές. Σημείωσε ότι η υποχρέωση των χρηματιστηριακών γραφείων να ηχογραφούν τις τηλεφωνικές εντολές πελατών τους εφαρμόστηκε κατόπιν κανονισμού του ΧΑΚ κατά τον Νοέμβριο του
- Με την εκτέλεση κάθε συναλλαγής το Τμήμα Bank Office των εναγόντων παραλάμβανε σε ηλεκτρονική μορφή, από το σύστημα του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, κατάσταση διενεργηθεισών πράξεων, σύμφωνα με τις οποίες εκδίδονταν από το bank office τα σημειώματα συμβολαίων (contract notes). Περαιτέρω και με την έκδοση των contract notes ενημερωνόταν το transaction report by security το οποίο τηρούσαν οι ενάγοντες. Όλες οι συναλλαγές της εναγόμενης για την περίοδο Αυγούστου 1999 μέχρι τον Ιούνιο του 2000 παρουσιάζονται στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 2) στην οποία δίνονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες. Πιθανολόγησε ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους έγιναν οι πράξεις πώλησης αποδεχτές από το ΧΑΚ, παρά την μη ύπαρξη πληρεξουσίου, το οποίο πληρεξούσιο υπεγράφτηκε 08.02.2000 ήταν το γεγονός ότι η εναγόμενη ως πωλητής υπέγραψε έγγραφα εκχώρησης τα οποία οι ενάγοντες απέστειλαν στο ΧΑΚ. Τα εν λόγω έγγραφα εκχώρησης έγιναν αποδεχτά από το ΧΑΚ και κατ΄ επέκταση συμπεραίνει με ασφάλεια ότι το ΧΑΚ έκρινε ότι τα έγγραφα εκχώρησης ήταν δεόντως συμπληρωμένα από τον Πωλητή και επομένως θεώρησε τις πράξεις ως τελειωθείσες. Περαιτέρω συσχετίζοντας τις πράξεις της εναγόμενης όπως καταγράφονται τόσο στην κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 2) όσο και στα σημειώματα συμβολαίων (contract notes) παρουσίασε έγγραφο με τίτλο (τεκμήριο 14) transaction report by security όπου παρουσιάζονται όλες οι εκτελεσθείσες συναλλαγές επ΄ ονόματι της εναγόμενης, όχι κατά χρονολογική σειρά, αλλά κατ΄ όνομα των αγορασθέντων και πωληθέντων μετοχών της κάθε εταιρείας. Ακόμη ο μάρτυρας εξήγησε τι εννοούν οι ενάγοντες και γιατί διεκδικούν έξοδα διαχείρισης και τόκους. Ένας από τους λόγους που αποφάσισαν να διεκδικήσουν ποσά ονομάζοντας τα έξοδα διαχείρισης ήταν η συμπεριφορά της εναγόμενης, δηλαδή η μη πληρωμή των οφειλομένων από πλευράς της οπότε τους ανάγκασε να ξοδέψουν μέσα από στις προσπάθειες είσπραξης του οφειλομένου ποσού και μείωσης της ζημιάς τους, αρκετά χρήματα, αφού κάποιοι υπάλληλοι τόσο των εναγόντων όσο και του συγκροτήματος της Τράπεζας Κύπρου Λτδ, επιφορτίστηκαν με την προσπάθεια αυτή. Τέλος ανέφερε πως ακολούθησε χειρισμός του όλου θέματος από την Ομάδα Εξυγίανσης Χαρτοφυλακίου για την περίοδο από 10.09.2001 μέχρι και την 01.02.
- Στο διάστημα αυτό εκδηλώθηκε άρνηση της εναγόμενης να συζητήσει το θέμα και προσπάθεια της ήταν να εξασφαλίσει περισσότερο περιθώριο χρόνου. ΜΕ2 είναι η Έλενα Σοφοκλέους. Κατά πάντα ουσιώδη ως προς την αγωγή χρόνο ήταν υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ που ανήκει στο συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου Λτδ, με απόσπαση στην Τράπεζα Κύπρου (Φάκτορς) Λτδ, όπου μαζί με άλλους συναδέλφους της, τους είχε ανατεθεί η προσπάθεια είσπραξης των οφειλομένων ποσών που δημιουργήθηκαν από αγοραπωλησίες μετοχών επ΄ ονόματι πελατών των εναγόντων. Σήμερα είναι υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου Λτδ, στο συγκρότημα της οποίας ανήκουν και οι ενάγοντες. Της είχε ανατεθεί, μεταξύ άλλων, η πελάτιδα των εναγόντων Μαρία Οικονόμου με την οποία είχαν αρχίσει προσπάθειες επικοινωνίας τηλεφωνικά από την 16.11.99 μέχρι την 01.09.
- Αναγνώρισε το έγγραφο (τεκμήριο 16) στο οποίο η μάρτυρας κατέγραφε το περιεχόμενο των συνομιλιών της με την εναγόμενη κατά χρονολογική σειρά όπως και καταγραφές που θεωρούσε σημαντικές για την εξέλιξη της όλης υπόθεσης. Οι καταγραφές της είναι περιλήψεις των συνδιαλέξεων που είχε και είναι πλήρως κατανοητές σ΄ αυτήν. Ο σκοπός που κρατούσαν στη μορφή του τεκμηρίου 16 το περιεχόμενο των συνομιλιών τους ήταν καθαρά εσωτερικός και αποσκοπούσε στη δυνατότητα καταγραφής των πιο σημαντικών από τα λεχθέντα στην προσπάθεια είσπραξης των οφειλομένων. Εξυπηρετούσε δηλαδή καθαρά και μόνο τους εμπλεκόμενους υπαλλήλους είτε της υπηρεσίας Φάκτορς είτε της υπηρεσίας διακανονισμού χρεών (recoveries) είτε των εναγόντων. Ως περαιτέρω εξήγησε σε κάθε επικοινωνία που είχε σημείωνε σε ειδικό site που δημιουργήθηκε για τον σκοπό αυτό στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές των εναγόντων το περιεχόμενο της συνομιλίας τους, ακριβώς για να διατηρείται κάποιου είδους αρχείο ούτως ώστε να ελέγχεται η πρόοδος των προσπαθειών προς είσπραξη των οφειλομένων από τους πελάτες των εναγόντων. Η εν λόγω μάρτυρας άρχισε να καλεί στα τηλέφωνα την εναγόμενη την 12.05.
- Προηγούμενα, από την 16.11.99 μέχρι και την 14.01.00 επικοινωνούσε τηλεφωνικά με την εναγόμενη η συνάδελφος της Έφη Χαριδήμου στα γνωστά τηλέφωνα της εναγόμενης όπως αυτά ήταν καταγραμμένα επί του τεκμηρίου 14, ήτοι του transaction report by security, αντίγραφο του οποίου λάμβανε από τους ενάγοντες. Για να μπορεί να βλέπει τα υπόλοιπα της λάμβανε σε ηλεκτρονική μορφή το εν λόγω transaction, όπου ήταν σημειωμένα εκτός από τα ανεξόφλητα σημειώματα συμβολαίων (contract notes) της εναγόμενης, ο αριθμός του λογαριασμού της, το όνομα της και οι αριθμοί των τηλεφώνων της. Τέλος ανέφερε πως παρά την υπογραφή Συμφωνίας Αναγνώρισης Χρέους η εναγόμενη δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα και γι΄ αυτό τις προσπάθειες για είσπραξη ανέλαβε στη συνέχεια η Υπηρεσία Recoveries της Τράπεζας Κύπρου. ΜΕ3, είναι ο Μάριος Χριστοφόρου. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή ήταν απεσπασμένος από την Περιφέρεια Λεμεσού στην Υπηρεσία Recoveries Διοίκησης της Τράπεζας Κύπρου Λτδ. Το Συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου ως εξήγησε απόσπασε υπαλλήλους τόσο από την Τράπεζα Κύπρου (Φάκτορς) Λτδ όσο και από την Υπηρεσία Recoveries, στους οποίους ανέθεσε ειδικά καθήκοντα με σκοπό την είσπραξη των οφειλομένων προς τους ενάγοντες ποσών, από πελάτες τους. Οι ίδιοι οι ενάγοντες επίσης ανήκουν στο Συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου. Μεταξύ των υπαλλήλων στους οποίους ανατέθηκαν τα καθήκοντα για είσπραξη των οφειλομένων προς τη CISCO, ήταν και αυτός. Η απόσπαση του άρχισε από τα τέλη Φεβρουαρίου 2001 και διάρκεσε μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου
- Οι προσπάθειες της Τράπεζας Κύπρου (Φάκτορς) Λτδ σταμάτησαν τον Ιανουάριο του 2001 και από το Φεβρουάριο του ιδίου έτους ανέλαβε η Υπηρεσία Recoveries. Στα πλαίσια εμπλοκής του στην υπόθεση ετοίμασε ιστορικό σημείωμα την 14.10.02 στο οποίο κατέγραψε όλες τις προσπάθειες για είσπραξη των οφειλομένων από την εναγόμενη. Ο σκοπός για τον οποίο ετοίμασε το σημείωμα (Τεκμήριο 22) ήταν γιατί απευθυνόμενος στη Νομική Υπηρεσία της τράπεζας Κύπρου υπογράμμιζε το γεγονός ότι εξάντλησαν όλα τα περιθώρια εξεύρεσης λύσης και γι΄ αυτό εισηγούνταν τη διεκδίκηση του οφειλόμενου ποσού από τη CISCO μέσω της δικαστικής οδού. Για την πιο πάνω υπόθεση η ανάμειξη του όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του έγινε μετά την υπογραφή αναγνώρισης χρέους/συμφωνίας αποπληρωμής από την εναγόμενη την 08.09.00 (τεκμήριο 17). Η υπηρεσία τους απέστειλε επιστολές στην εναγόμενη με τις οποίες την ενημέρωναν για το υπόλοιπο της και για την ανάγκη διευθέτησης της οφειλής της. Πέραν από τις πιο πάνω επιστολές ακολούθησαν και αρκετές συναντήσεις με την εναγόμενη στις 30.03.01, 06.04.01, 11.04.01, 21.06.01 και 04.09.
- Αποτέλεσμα της συνάντησης της 11.04.01 στην οποία παρόντες ήταν εκτός από τον ίδιο, η εναγόμενη και η Ζωή Στυλιανού ήταν η συμφωνία εξόφλησης με παραχώρηση διευκολύνσεων δανείου με ευνοϊκούς όρους για την εναγόμενη. Κατά την εν λόγω συνάντηση (11.04.01) κρατούσε χειρόγραφες σημειώσεις (τεκμήριο 30). Παρουσίασε επίσης το τεκμήριο 31 που είναι χειρόγραφες σημειώσεις της κας Ζωής Στυλιανού η οποία ήταν μαζί του στη συνάντηση της 11.04.
- Τέλος αναφέρθηκε στην κατάληξη της τελικής πρότασης για τον τρόπο διακανονισμού και πρόταση του προς έγκριση προς το Διευθυντή της Υπηρεσίας Recoveries Διοίκησης Φοίβο Στασόπουλο για να εγκρίνει πιστωτικές διευκολύνσεις προς την εναγόμενη που αφορούσαν παραχώρηση δανείου ύψους ΛΚ38.000,00, παραχώρηση margin account με όριο ύψους ΛΚ13.000,00 και με εξασφαλίσεις προσωπικές εγγυήσεις της ίδιας της εναγόμενης, της αδελφής της και ενεχυρίαση χαρτοφυλακίου με περιθώριο κάλυψης 27%. ΜΕ4, είναι η Ελευθερία Κουμουλή. Είναι στην υπηρεσία των εναγόντων από τον Αύγουστο του 1999 όπου αποσπάσθηκε από την Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου της Τράπεζας Κύπρου Λτδ. Οι ενάγοντες και η Τράπεζα Κύπρου Λτδ ανήκουν στο συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Ως ανέφερε βοήθησε στην προσπάθεια των εναγόντων για να εισάξουν το σύστημα client ledger για παρακολούθηση των υπολοίπων ποσών. Χρειάστηκαν τρεις με τέσσερις μήνες για να αντιπαραθέσουν τα contract notes του κάθε πελάτη με τα υπόλοιπα του, τα οποία και μετάφεραν στο έγγραφο που τελικά πήρε τη μορφή της κατάστασης λογαριασμού (τεκμήριο 2). Η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού δημιουργήθηκε αρχές του
- Περαιτέρω αυτή μετά την έκδοση των contract notes ενημέρωνε το transaction report by security (Τεκμήριο 14). Τα contract notes εκδίδονταν όπως ανέφερε αφότου παραλάμβανε σε ηλεκτρονική μορφή από το σύστημα του ΧΑΚ κατάσταση διενεργηθεισών πράξεων. Οι εν λόγω πράξεις εκτελούνταν με την κάθε δυνατή προσοχή και επιμέλεια αφού προηγουμένως στο λογισμικό των εναγόντων, για να διεκπεραιωθούν οι εντολές καταχωρούνταν στο "clients master file" η ταυτότητα, η διεύθυνση και το τηλέφωνο του κάθε πελάτη. Με αυτό τον τρόπο μπορούσαν και να παραχθούν τα σημειώματα συμβολαίων. Τα εν λόγω contract notes στη συνέχεια στέλνονταν, στα γραφεία των εναγόντων στη Λεμεσό, και από εκεί παραδίδονταν στην εναγόμενη. Ταυτόχρονα τα μητρώα των δημοσίων εταιρειών εξέδιδαν τίτλους τους οποίους επίσης έστελναν στη διεύθυνση της εναγόμενης όπως αυτή ήταν καταγραμμένη στα contract notes καθώς επίσης και επιταγές μερισμάτων όπου υπήρχαν. Συγκεκριμένα με την εναγόμενη είχαν τηλεφωνικές επικοινωνίες, από ότι εντόπισε στο φάκελο/αρχείο των εναγόντων κατά την περίοδο από 16.11.99 μέχρι 11.09.00, οι υπάλληλοι της Φάκτορς με τα αρχικά EC Έφη Χαριδήμου και ES Έλενα Σοφοκλέους. Ως εξήγησε το Τεκμήριο 35 αποτελεί αντίγραφο του "clients master file" σε σχέση με την εναγόμενη όπου είναι καταγραμμένα τα στοιχεία της. Το εν λόγω έγγραφο το τύπωσε την 26.09.08 και είναι καταγραμμένο το όνομα, η διεύθυνση, ο αριθμός ταυτότητας και τα τηλέφωνα της εναγόμενης. Επίσης είναι καταγραμμένο το account NoD (H1-7004) που είναι ο ίδιος αριθμός λογαριασμού όπως καταγράφεται στο τεκμήριο 2 καθώς ο ίδιος αριθμός λογαριασμού που καταγράφεται στα contract notes τα οποία καταχώρησε και επισύναψε στη δήλωση του ως Τεκμήρια ο ΜΕ
- Λόγω της πείρας της είναι σε θέση να γνωρίζει ότι στα ηλεκτρονικά συστήματα του back office των εναγόντων όλες οι συναλλαγές οι οποίες είναι καταγραμμένες στο όνομα της εναγόμενης, όπου συμπεριλαμβάνεται το Stock - Exchange Number του Χρηματιστηρίου και το contract note number, έγιναν επ΄ ονόματι της με τη χρήση του αριθμού ταυτότητας της. Η εναγόμενη υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο αφού ήδη είχαν γίνει πράξεις πώλησης και γι΄ αυτό πιθανολογεί ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους έγιναν οι πράξεις πώλησης αποδεχτές, παρά τη μη ύπαρξη πληρεξουσίου, (πριν από την 08.02.2000) ήταν η υπογραφή των εγγράφων εκχώρησης από την ίδια την εναγόμενη. Έχει απευθυνθεί στα μητρώα των δημόσιων εταιρειών, μετοχές των οποίων είχε πωλήσει η εναγόμενη και ζήτησε να την προμηθεύσουν με αντίγραφα των εγγράφων εκχώρησης ακριβώς για να αποδείξει ότι η εναγόμενη υπέγραφε ως Πωλητής των συγκεκριμένων τίτλων. Επισύναψε και καταχώρησε ως τεκμήριο 37 επιστολή της ημερομηνίας 22.02.2008 προς την Ελληνική Τράπεζα καθώς και επιστολή της προς την Αθηνά Δημόσια Εταιρεία Λτδ, επίσης ημερομηνίας 22.02.2008 τις οποίες έστειλε με τηλεομοιότυπο, αφού ετοίμασε συνοδευτική επιστολή. Επίσης επισύναψε και καταχώρησε ως τεκμήριο 38 επιστολή της προς τη Leptos Calypso Hotels Public Ltd ημερομηνίας 22.02.2008 την οποία έστειλε με τηλεομοιότυπο αφού ετοίμασε συνοδευτική επιστολή. Στην πιο πάνω παράκληση της ανταποκρίθηκαν τα αρχεία δύο Δημόσιων Εταιρειών ήτοι της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ και της Αθηνά Επενδυτική Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Επεσύναψε και καταχώρησε ως τεκμήριο 39 το έγγραφο μεταβίβασης Εισηγμένων Αξιών που αφορά τη συναλλαγή με αριθμό S.E.
- Το εν λόγω έγγραφο μεταβίβασης συνοδεύεται από υπεύθυνη δήλωση μέλους, καθώς και πιστοποιητικό μεταβίβασης. Η πιο πάνω πράξη πιθανολογεί ότι συνοδεύτηκε από πληρεξούσιο γι΄ αυτό και δεν ήταν αναγκαία η υπογραφή της εναγόμενης. Σύμφωνα με τους ισχύοντες τότε Κανονισμούς του ΧΑΚ μια πράξη μπορούσε να τελειωθεί μέσα σε χρόνο που ορίζετο και που ήταν οχτώ εργάσιμες μέρες από τη συναλλαγή γνωστή ως Τ +
- Πιθανολόγησε ακόμη ότι όταν το ΧΑΚ παρέλαβε το έγγραφο εκχώρησης και αποδοχής την όγδοη μέρα, όπως στάληκε από τη CISCO και τους αντισυμβαλλόμενους χωρίς την ύπαρξη πληρεξουσίου, προώθησε τα εν λόγω έγγραφα στο μητρώο της Ελληνικής, η οποία απευθύνθηκε στους ενάγοντες για το πληρεξούσιο, το οποίο τελικά υπεγράφτηκε την 08.02.2000 δηλαδή την 13η ημέρα από την πιο πάνω πράξη. Απ΄ ότι γνωρίζει κατ΄ εξαίρεση υπήρξαν περιπτώσεις που το ΧΑΚ παρέτεινε προφορικά το χρόνο μέσα στον οποίο θα έπρεπε να τελειωθεί η πράξη, μέχρι που εξασφαλίζονταν πληρεξούσια κάτι που συνέβηκε και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέλος ανέφερε πως έχοντας κατά νου όλα τα σημειώματα συναλλαγών και αντιπαραβάλλοντας τα με την κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 2), την κίνηση διαθεσίμων (τεκμήριο 15) και το transaction report by security (τεκμήριο 14) η εναγόμενη θα έπρεπε να έχει σήμερα στην κατοχή της τις ακόλουθες μετοχές: 3000 της Leptos Calypso Hotels, 1000 μετοχές της Libra Holidays, 4000 μετοχές της Apollo, 3000 και επιπλέον bonus της Τράπεζας Κύπρου, 6000 της Λαϊκής Υπεραγοράς Ορφανίδης, 2000 και επιπλέον bonus της Cytrustees, 10000 της CCC Tourism και 2000 της K & G Complex. Σε περίπτωση που δεν τις έχει εγγεγραμμένες στο όνομά της τότε η εναγόμενη τις πώλησε μέσω άλλου χρηματιστηριακού γραφείου, εισέπραξε την αξία πώλησης των μετοχών για τις οποίες οι ενάγοντες κατά την αγορά τους πλήρωσαν το ανάλογο τίμημα στα αντίστοιχα χρηματιστηριακά γραφεία. ΜΕ5, κατέθεσε ο Παναγιώτης Χριστοφόρου ο οποίος είναι Λειτουργός στο ΧΑΚ στο Τμήμα Εκκαθάρισης Συναλλαγών. Του ζητήθηκε και διεξήγαγε έρευνα για την επενδύτρια Μαρία Οικονόμου (εναγόμενη) και ως αποτέλεσμα έχει εκτυπώσει το τεκμήριο 49 το οποίο ως εξήγησε παρουσιάζει τη σημερινή της κατάσταση για όλες τις αξίες που σήμερα αυτή κατέχει. Επίσης κατέθεσε γραπτή ανάλυση των χρηματιστηριακών πράξεων της εναγομένης ως τεκμήριο
- Έχει όμως ξεκαθαρίσει ότι αυτός δεν ήταν σε θέση να δώσει στοιχεία ως προς το κατά πόσο οι πράξεις που φαίνονται στο τεκμήριο 50 έγιναν κατόπιν εντολών της ίδιας ή ήταν μέσω άλλων προσώπων. Ερωτώμενος για την έννοια της λέξης «μαυροπινάκισμα» ξεκαθάρισε πως αυτό δεν αφορούσε το ΧΑΚ το οποίο ουδέποτε δημιούργησε μαύρη λίστα απλώς υπήρχαν επιστολές που κοινοποιούνταν στο ΧΑΚ από τους χρηματιστές ως οι τελευταίοι όφειλαν στη βάση κανονισμού προκειμένου να αλληλοενημερώνονται για τυχόν εκκρεμότητες που υπήρχαν. Ουσιαστικά αυτές οι επιστολές λειτουργούσαν ως προειδοποίηση για να είναι προσεκτικοί στις συναλλαγές τους αναφορικά με κάποιους πελάτες. Σε καμία περίπτωση τηρήθηκε οποιοδήποτε μητρώο μαυροπινακίσματος από το ΧΑΚ. Τέλος ανέφερε ότι από το τεκμήριο 55 φαίνεται ότι την περίοδο από 03.04.01 μέχρι 26.06.02 είχαν διενεργηθεί αγορές και πωλήσεις στο χαρτοφυλάκιο της εναγόμενης. ΜΕ6, είναι ο Γλαύκος Ψυλλάκης. Είναι από το 1997 μέχρι και σήμερα Διευθυντής του γραφείου των εναγόντων στη Λεμεσό και Υπεύθυνος σε σχέση με τις συναλλαγές πελατών των εναγόντων, στο όνομα των οποίων εκτελούσαν πράξεις κατόπιν εντολών τους. Έχει σπουδάσει εμπορικά στην Αυστρία και από το 1968 ασκεί ανελλιπώς το επάγγελμα του Χρηματιστή. Προτού συμβληθεί με τους ενάγοντες διατηρούσε δική του χρηματιστηριακή εταιρεία. Το γραφείο των εναγόντων στη Λεμεσό δεχόταν εντολές για διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, οι οποίες δίδονταν υπό διάφορες μορφές καθότι κατ΄ εκείνο το χρόνο επιτρεπόταν ένα ευρύ φάσμα τρόπων, με τους οποίους μπορούσε κανείς να διοχετεύσει τις εντολές του. Συγκεκριμένα όταν λάμβανε από την εναγόμενη είτε αυτός είτε οποιοδήποτε άλλο μέλος του γραφείου του εντολή της, τότε τη διαβίβαζε στα γραφεία των εναγόντων στη Λευκωσία μέσω τηλεομοιότυπου, όπως αυτή καταγραφόταν σε συγκεκριμένο έντυπο εντολής που υπήρχε είτε και σε οποιοδήποτε χαρτί όπου το στοιχείο που πάντοτε κατάγραφαν εκτός από το όνομα της εναγόμενης ήταν και ο αριθμός ταυτότητας της. Παρουσίασε τέτοιου είδους έντυπα τα οποία συμπληρώνονταν από αυτόν είτε από άλλον υπάλληλο του γραφείου στη Λεμεσό (τεκμήριο 56). Κατά τη θέση του το περιεχόμενο του τεκμηρίου 57 που αποτελεί επίσης εντολές της εναγόμενης αν και φαίνεται πρόχειρα καταγραμμένο εντούτοις περιείχε όλα τα στοιχεία που ήταν αναγκαία για να εκτελεστεί η εντολή του πελάτη τους με την κάθε δυνατή ακρίβεια και επιμέλεια στον αριθμό ταυτότητας του πελάτη τους ενώ ταυτόχρονα εξυπηρετούσε την αναγκαιότητα να διαβιβαστούν οι εντολές των πελατών αμέσως. Η εναγόμενη επισκεπτόταν σε πολύ τακτική βάση τα γραφεία τους στη Λεμεσό, τις περισσότερες φορές μαζί με μια φίλη της, τη Λένια Πέτρου Θεοδώρου, η οποία επίσης τους έδινε εντολές για εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών. Κατά τις συχνές της επισκέψεις η εναγόμενη τους έδιδε προφορικά τις εντολές της και αργότερα μετά την διεκπεραίωση αυτών παραλάμβανε τα σημειώματα συμβολαίων (contract notes). Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις που εντολές της εναγόμενης ήταν μέσω τηλεφώνου. Οι εντολές της ήταν όπως πιο πάνω ανέφερε προφορικές, κάτι που επιτρεπόταν από τους Κανονισμούς του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου. Αργότερα και εν πάση περιπτώσει σε χρόνο κατά τον οποίο η εναγόμενη ήδη είχε σταματήσει να τους δίδει εντολές προς εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών, με Κανονισμό του, την 27.10.00, το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου έθεσε ως προϋπόθεση την ηχογράφηση των χρηματιστηριακών εντολών όταν αυτές ήταν τηλεφωνικές. Οι ισχύοντες κατά τον επίδικο χρόνο Κανονισμοί του Χρηματιστηρίου σε σχέση με την δυνατότητα εκτέλεσης εντολών επέβαλλαν την ύπαρξη πληρεξουσίου εγγράφου μόνο σε σχέση με την πώληση μετοχών. Υπήρχε δηλαδή η δυνατότητα αγοράς μετοχών χωρίς την ύπαρξη πληρεξουσίου εγγράφου. Κατά την πώληση μετοχών όμως ο επενδυτής/πωλητής θα έπρεπε να υπογράφει συγκεκριμένα έγγραφα εκχώρησης. Ασφαλώς απαραίτητη προϋπόθεση για την αγορά ή πώληση μετοχών, στον αριθμό ταυτότητας της εναγόμενης ήταν η λήψη συγκεκριμένης εντολής. Η εναγόμενη υπέγραψε τελικά πληρεξούσιο έγγραφο με τους ενάγοντες την 08.02.00 οπόταν η ύπαρξη εγγράφου εκχώρησης ήταν αναγκαία μόνο για τις πράξεις πώλησης που προηγήθηκαν του πληρεξουσίου εγγράφου. Όταν οι εντολές και πράξεις εκτελούνταν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου στέλνονταν οι εκτελεσθείσες πράξεις της ημέρας σε δισκάκι από το ίδιο το ΧΑΚ στα γραφεία τους στη Λευκωσία. Το κάθε Χρηματιστηριακό γραφείο τύπωνε τις συναλλαγές που εκτελούσε για λογαριασμό πελατών του. Τέτοιου είδους εκτυπώσεις παραλάμβανε και αυτός μέσω τηλεομοιότυπου από τους ενάγοντες για να μπορέσει στη συνέχεια να συμπληρώσει τα έντυπα εκχώρησης για να υπογραφούν από τον κάθε του πελάτη και για να βεβαιωθεί για την εκτέλεση των εντολών των πελατών του γραφείου του. Επίσης υπογράμμισε το γεγονός ότι ήταν επιτρεπόμενη η αγορά μετοχών χωρίς την προκαταβολή του τιμήματος κάτι που εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρον πλείστοι επενδυτές, δηλαδή, αγόραζαν μετοχές οι οποίες εγγράφονταν στο όνομα τους αλλά δεν πλήρωναν την αξία τους την οποία πλήρωνε γι΄ αυτούς το χρηματιστηριακό γραφείο το οποίο τους τις αγόραζε. Συγκεκριμένα μιλώντας για την εναγόμενη, αυτή αγόραζε μετοχές τις οποίες σε αρκετές περιπτώσεις πλήρωνε, όπως φαίνεται από τα τεκμήρια 2, 5, 6(α), 12, 13, 41, 42, 46 και 47, ενώ στις υπόλοιπες περιπτώσεις άφηνε απλήρωτο το τίμημα, το οποίο διεκδικούν οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή και το οποίο εν πάση περιπτώσει ήδη κατέβαλαν κατά τις πράξεις αγοράς στα αντισυμβαλλόμενα χρηματιστηριακά γραφεία. Μετά την εκτέλεση των εντολών και τη διενέργεια των συναλλαγών στο ΧΑΚ οι ενάγοντες εξέδιδαν τα σημειώματα συμβολαίων (contract notes) τα οποία κατατέθηκαν από το ΜΕ
- Τα σημειώματα συμβολαίων στη συνέχεια στέλνονταν στα γραφεία των εναγόντων στη Λεμεσό όπου αφού ειδοποιούνταν τηλεφωνικά η εναγόμενη, τα παραλάμβανε. Σε καμία περίπτωση η εναγόμενη κατά την παραλαβή των contract notes δεν παραπονέθηκε είτε σ΄ αυτόν είτε σε οποιοδήποτε μέλος του γραφείου στη Λεμεσό για λανθασμένη εκτέλεση των εντολών της. Αντίθετα ήταν πάντοτε ευτυχής για το γεγονός ότι πάντοτε κατόρθωναν, παρά το κλίμα που επικρατούσε, να εκτελούν στο έπακρον τις εντολές της. Ακόμη ανέφερε πως η εναγόμενη παραλάμβανε τους τίτλους των μετοχών, που ήταν εγγεγραμμένοι στο όνομα της, όσων Δημόσιων Εταιρειών στέλνονταν στα γραφεία τους στη Λεμεσό. Έχει εντοπίσει από τα αρχεία τους έξι σελίδες όπου σ΄ όλες παρουσιάζεται η εναγόμενη να υπογράφει κατά την παραλαβή τίτλων από τα γραφεία τους (τεκμήριο 59). ΜΥ, ήταν η εναγόμενη, σύμφωνα με την εκδοχή της περί τα μέσα 1999, χωρίς να θυμάται ακριβώς πότε αλλά ήταν μετά τις καλοκαιρινές της διακοπές, επισκέφθηκε τα γραφεία της CISCO / εναγόντων στη Λεμεσό με σκοπό να την εκπροσωπήσουν στη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων για αγορά και πώληση μετοχών. Αφού της εξήγησαν τι σήμαινε ο λογαριασμός margin account αυτή αρνήθηκε και τους είπε ότι απλώς πως όταν θα ήθελε θα πήγαινε στα γραφεία τους στη Λεμεσό ή θα τηλεφωνούσε και θα έδιδε εντολές για αγορές ή πωλήσεις μετοχών. Δήλωσε δε κατηγορηματικά ότι (α) Δεν είχε κανένα λογαριασμό με την Ενάγουσα και πρώτη φορά άκουσε στο Δικαστήριο για λογαριασμό με χρεοπιστώσεις. (β) Δεν είχε κανένα λογαριασμό με την Τράπεζα Κύπρου και για πρώτη φορά άκουσε κάτι τέτοιο στο Δικαστήριο. Οι υπάλληλοι της ενάγουσας ουδέποτε της ανέφεραν για πληρεξούσιο είτε ότι έπρεπε να υπογράψει, είτε ότι δεν χρειαζόταν να υπογράψει κάτι τέτοιο. Αποδέχθηκε ότι πράγματι άρχισε να δίδει εντολές στους ενάγοντες τόσο για αγορά όσο και για πώληση μετοχών. Για την αγορά των μετοχών πλήρωνε ενώ για την πώληση της κατέβαλλαν το ανάλογο τίμημα. Ουδέποτε όμως της έδωσαν οποιοδήποτε contract note ή κατάσταση λογαριασμού ή της γνωστοποίησαν οποιοδήποτε λογαριασμό. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι οποιαδήποτε έγγραφα της έδιδαν τα υπέγραφε. Είχε εμπιστοσύνη σ΄ αυτούς και πράγματι ότι εντολή τους έδινε της την εκτελούσαν και ανάλογα τους πλήρωνε όταν αγόραζε ή της κατέβαλλαν το τίμημα πώλησης αν πωλούσε. Το Φεβρουάριο του 2000 υπέγραψε ένα πληρεξούσιο το οποίο της έδωσαν οι υπάλληλοι των Εναγόντων στα γραφεία τους στη Λεμεσό λέγοντας της ότι χρειαζόταν για να συνεχισθεί η συνεργασία τους. Το υπόγραψε. Είναι το τεκμήριο
- Αυτό όμως το πληρεξούσιο το υπέγραψε στη Λεμεσό και κανένας πιστοποιών υπάλληλος ήταν εκεί για να πιστοποιήσει την υπογραφή της. Πρώτη φορά έβλεπε το τεκμήριο 2 όταν κατατέθηκε στο Δικαστήριο και δεν της αποστάληκε ποτέ τέτοια κατάσταση, αρνήθηκε δε τις πράξεις που περιέχονται σε αυτό. Περιπλέον ανέφερε πως στις 08.09.2000 της τηλεφώνησαν υπάλληλοι της CISCO και της ανέφεραν ότι έπρεπε να υπογράψει πληρεξούσιο λόγω αλλαγών στο Χρηματιστήριο όπως της είπαν. Πήγε στα γραφεία τους, υπόγραψε το πληρεξούσιο τεκμήριο
- Και σ΄ αυτήν την περίπτωση κατέθεσε ότι δεν είχε κανένα πιστοποιούντα υπάλληλο εκεί. Για δεύτερη φορά κάποιος άνθρωπος χωρίς να την ξέρει, χωρίς να τον γνωρίζει, χωρίς να είναι εκεί βρέθηκε δήθεν από τη Λευκωσία να πιστοποιεί την υπογραφή της ψευδώς και παράνομα. Όταν της έδωσαν σε μεταγενέστερο χρόνο αντίγραφο του πληρεξουσίου (το τεκμήριο 18 Α) βέβαια δεν είχε οποιαδήποτε πιστοποίηση από τον εν λόγω πιστοποιούντα υπάλληλο. Αυτή όμως υπολόγισε θα τέθηκε αργότερα στη Λευκωσία. Την ίδια πιο πάνω ημερομηνία της αναφέρθηκε ότι με βάση τα στοιχεία των εναγόντων αυτή τους χρωστούσε ένα ποσό ΛΚ38.000,00 περίπου και ότι έπρεπε να υπογράψει μια συμφωνία (τεκμήριο 17) για να την παρουσιάσουν σε έλεγχο που είχαν από το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Μάλιστα την έβαλαν για να πληρώνει δόση ΛΚ4.778,90 για να μην λάβουν δήθεν δικαστικά μέτρα εναντίον της. Αφού την διαβεβαίωσαν ότι αυτό δεν σήμαινε τίποτε, το υπέγραψε για να τους διευκολύνει. Τελικά όμως το χρησιμοποιούν εναντίον της χωρίς να τους οφείλει κανένα ποσό. Την ίδια μέρα τους υπέγραψε και έγγραφα ενεχυρίασης μετοχών με απαίτηση τους, ώστε, όπως της είπαν, αν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα θα ήταν κατοχυρωμένοι με την ρευστοποίηση των μετοχών αυτών και πλήρη εξόφληση οποιασδήποτε τυχόν οφειλής. Ανέφερε περαιτέρω ότι εκτός από τα πιο πάνω την απείλησαν ότι θα έλεγαν στο σύζυγο της ότι αυτή προέβαινε σε αγοραπωλησίες μετοχών εν αγνοία του. Κάτω από αυτήν την απειλή και ψυχολογική πίεση αυτή υπέγραψε ένα έγγραφο το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Δεν οφείλει συνεπώς κανένα ποσό στους ενάγοντες. Επίσης ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες πέραν από τα πιο πάνω της προκάλεσαν ακόμα ένα κακό. Με επιστολή τους προς το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου ημερομηνίας 03.04.2001, εν αγνοία της, την τοποθέτησαν παράνομα στον κατάλογο Black List, ένα κατάλογο στον οποίο τοποθετούνται άτομα που έχουν εκκρεμείς υποχρεώσεις με Χρηματιστηριακό γραφείο και της απαγορεύθηκε έτσι η δυνατότητα διενέργειας Χρηματιστηριακών πράξεων. Με αυτόν τον τρόπο δεν μπορούσε αυτή να πωλήσει τις μετοχές της όποτε ήθελε με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά ΛΚ22.661,35 την οποία και ανταπαιτεί. Παρουσίασε προς τούτο σχετική κατάσταση των μετοχών που κατείχε και την αξία τους κατά την εν λόγω περίοδο. Περαιτέρω ως ισχυρίστηκε προκύπτει από το τεκμήριο 19(η) που η ενάγουσα κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι υπήρχαν ενεχυριασμένες μετοχές αξίας ΛΚ5.260,00 τις οποίες επίσης αυτή δεν μπορούσε να πωλήσει λόγω της καταχώρησης του ονόματος της στον κατάλογο BLACK LIST, ποσό που επίσης ανταπαιτεί. Τέλος ανέφερε πως η ενάγουσα ουδέποτε την ειδοποίησε σχετικά με οφειλόμενα ποσά ή για άλλα έξοδα κατά τη διάρκεια που συνεργαζόταν μαζί της δηλαδή όταν έδιδε εντολές για αγορά ή πώληση μετοχών. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων εισηγήθηκαν ο καθένας ξεχωριστά, για τους λόγους που ανέπτυξαν με επιχειρήματα τόσο με νομικό όσο και πραγματικό υπόβαθρο, την επιτυχία της εκδοχής των πελατών τους. Ειδικότερα: Ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης ανέπτυξε αρκετούς λόγους υποστηρίζοντας την τελική του εισήγηση ότι η αγωγή των εναγόντων θα πρέπει να απορριφθεί καθ΄ ότι δεν έχουν αποδείξει ότι δικαιούνται σε οποιαδήποτε απόφαση. Η εν λόγω εισήγηση στηρίχθηκε κατ΄ αρχήν στο ότι οι μάρτυρες που παρουσιάστηκαν, κυρίως οι ΜΕ2 έως 5, δεν είχαν προσωπική γνώση για ουσιώδη στοιχεία της απαίτησης, ενώ αρκετή από τη μαρτυρία τους δεν καλύπτεται από τη δικογραφημένη εκδοχή των εναγόντων. Έγινε επίσης αναφορά για σχεδόν όλους τους μάρτυρες με χαρακτηρισμό ότι κατέθεσαν ως πληρωμένοι για εξυπηρέτηση συμφερόντων των εναγόντων κυρίως γι΄ αυτούς που δεν εργάζονται στους ενάγοντες αλλά σε θυγατρικές εταιρείες. Πέραν των πιο πάνω θεμάτων δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στα πληρεξούσια έγγραφα που υπόγραψε η εναγόμενη με εισήγηση και θέση, ότι, αυτά είναι άκυρα εφόσον πιστοποιήθηκαν ψευδώς από πρόσωπο που δεν ήταν παρών όταν υπέγραψε η εναγόμενη, συνακόλουθα, υπήρξε και η εισήγηση ότι εν όψει της ακυρότητας τους οποιεσδήποτε πράξεις τυχόν έγιναν στο ΧΑΚ με τη χρήση ή επίκληση τους είναι επίσης άκυρες. Ένα άλλο θέμα το οποίο προωθήθηκε προς υποστήριξη της θέσης της εναγόμενης είναι πως από τη μαρτυρία των ΜΕ διαφάνηκε πως οι ενάγοντες αγόραζαν μετοχές εκ μέρους της εναγόμενης χωρίς να παίρνουν προηγουμένως χρήματα από αυτήν ενώ κάτι τέτοιο δεν είχε ούτε συμφωνηθεί αλλά ούτε και καλύπτεται από τη νομική βάση που αυτοί έχουν στην έκθεση απαίτησης τους. Περιπλέον των πιο πάνω εκφράστηκε η άποψη ότι οι ενάγοντες έχουν παρουσιάσει αφενός μεν ελλιπή στοιχεία για την απόδειξη του ποσού που ισχυρίζονται ότι τους οφείλει η εναγόμενη, αφού δεν υπήρχαν ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία, αφετέρου, ενώ η κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 2) ομιλεί για ποσό ΛΚ36.096,00 με το έγγραφο αναγνωρίσεως (τεκμήριο 17) οι ενάγοντες διεκδικούσαν ΛΚ38.231,23, ωστόσο στην αγωγή τους απαιτούν ΛΚ42.944,
- Για όλα δε τα ποσά απουσιάζουν τα αναγκαία στοιχεία που να τα αποδεικνύουν. Αναφορά ειδική επίσης έγινε για τα έγγραφα ενεχυρίασης τα οποία κατά την εναγόμενη δεν είναι έγκυρα επειδή δεν υπογράφονται από δύο μάρτυρες. Γενικότερα υπήρξε εισήγηση για διενέργεια πράξεων χωρίς η εναγόμενη να έχει γνώση προηγουμένως και χωρίς την έγκριση της και ως εκ τούτου παράνομα με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να προσπαθούν να καλύψουν λάθη τους, οπότε με παράνομες μεθόδους κατάφεραν να εξασφαλίσουν την υπογραφή της εναγόμενης επί του τεκμηρίου
- Το εν λόγω έγγραφο δεν πρέπει να το δεχθεί το Δικαστήριο ως έγκυρη συμφωνία για την οποία ούτως ή άλλως οι ενάγοντες παραβίασαν και δεν ζήτησαν εφαρμογή του άρθρου 8 αυτής και δεν πώλησαν οποιεσδήποτε ενεχυριασμένες μετοχές της εναγόμενης. Από την πλευρά των εναγόντων η ευπαίδευτη συνήγορος τους αντικρούοντας τις θέσεις που η εναγόμενη προέβαλε κατά τη δίκη αναφέρθηκε στα έγγραφα (τεκμήριο 1 και 17), εισηγήθηκε πως τα όσα προβάλλονται για τα εν λόγω έγγραφα δεν θα πρέπει να γίνουν αποδεκτά καθότι προσκρούουν σε δύο νομικά κωλύματα (estoppel by deed) και (estoppel by conduct) τα οποία δεν επιτρέπουν στην εναγόμενη να προβάλει τα όσα προώθησε για υπεράσπιση της. Ως παράδοξα χαρακτηρίστηκαν τα όσα προβλήθηκαν από την εναγόμενη σχετικά με την ανυπαρξία οποιουδήποτε χρέους εκ μέρους της και τούτο επειδή η τελευταία δεν δικαιολογείται να ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, καθότι, ενώ υπήρξαν αρκετές συναντήσεις της με υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους των εναγόντων ουδέποτε αυτή έθεσε θέμα ανυπαρξίας χρέους. Ως επίσης ουδέποτε αντέδρασε σε οποιαδήποτε επιστολή που της έχει σταλεί και ούτε έπραξε κάτι ανάλογο σε οποιεσδήποτε συνομιλίες και/ή επικοινωνίες είχε με εκπροσώπους των εναγόντων, πολύ δε περισσότερο όταν υπέγραψε την αναγνώριση χρέους (τεκμήριο 17). Ειδικότερα ως προς το εν λόγω τεκμήριο εκφράστηκε η θέση ότι τα όσα αναφέρθηκαν και παρουσιάστηκαν από τους ΜΕ συνηγορούν στο ότι η εναγόμενη αποδέχθηκε το χρέος της και τα όσα προβάλλει σήμερα αποτελούν προσπάθεια αποφυγής των ευθυνών της. Η υπόθεση και εκδοχή των εναγόντων σύμφωνα με τη συνήγορο τους προβάλλει ως μία απλή απαίτηση η οποία είναι δικογραφημένη και στηρίζεται στην αγορά και πώληση μετοχών κατόπιν εντολών της εναγόμενης, προς τούτο δε υπήρξε ικανοποιητική και σαφής μαρτυρία που δεσμεύει την εναγόμενη για όλες τις χρηματιστηριακές πράξεις που οι ενάγοντες διενήργησαν εκ μέρους της. Τα όσα προωθήθηκαν από την υπεράσπιση περί παράνομων και άκυρων πράξεων στο ΧΑΚ και/ή χωρίς εντολές της εναγόμενης δεν μπορούν να ευσταθήσουν καθότι οποιοιδήποτε κανονισμοί περί ΧΑΚ για ανάλογα θέματα, τέθηκαν σε εφαρμογή μετά τις 12.06.2000 όπου ήταν η τελευταία χρηματιστηριακή πράξη που έγινε για την εναγόμενη. Συνακόλουθα ζητήθηκε η έκδοση απόφασης ως η απαίτηση πλέον νόμιμους τόκους. Τέλος ήταν η εισήγηση της πλευράς των εναγόντων ότι δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε απόφαση στην Ανταπαίτηση καθότι από τη μαρτυρία του ΜΕ5 Λειτουργού στο ΧΑΚ διαφάνηκε ότι η εναγόμενη δεν εμποδιζόταν να διαθέσει όποτε ήθελε τις μετοχές της περαιτέρω η τελευταία δεν απέδειξε οποιαδήποτε συγκεκριμένη ζημιά συνεπεία παράνομης συμπεριφοράς των εναγόντων. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατάθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω καθώς και τον τρόπο που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, όλοι οι μάρτυρες που παρουσιάστηκαν από τους ενάγοντες άφησαν πολύ καλή εικόνα ως προς την αξιοπιστία τους. Ειδικότερα, διαφάνηκε πως γνώριζαν πολύ καλά για όσα κατέθεταν διαχωρίζοντας τις περιπτώσεις όπου είχαν προσωπική γνώση από τις περιπτώσεις όπου αντλούσαν γνώση από άλλη πηγή κατονομάζοντας την. Με θετικό τρόπο έδωσαν τις απαντήσεις τους και πρόθυμα επεξήγησαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, παραπέμποντας είτε σε γραπτά στοιχεία είτε σε άλλα στοιχεία που είχαν γνώση. Ήταν όλοι τους συνεπείς στη μαρτυρία που έδωσαν στην κύρια εξέταση, και από την αντεξέταση τους δεν διαπιστώνονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις ή άλλα κλονιστικά της αξιοπιστίας τους στοιχεία. Περαιτέρω δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε τάση υπερβολής στις απαντήσεις τους ή τάση υπεκφυγής σε ερωτήσεις που τους είχαν υποβληθεί κατά την αντεξέταση. Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι το Δικαστήριο νομιμοποιείται να τους κρίνει αξιόπιστους και ως εκ τούτου αποδέχεται τη μαρτυρία τους. Αναφορικά δε με τη εναγόμενη διαπιστώνεται πως για τα ουσιώδη γεγονότα που αυτή κατέθεσε και τα οποία στηρίζουν την εκδοχή της δεν έχει πείσει το Δικαστήριο ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, και ως εκ τούτου, κρίνεται ότι θα ήταν ακροασφαλές να δεχθεί ως αξιόπιστη όλη τη μαρτυρία της, κατά συνέπεια η μαρτυρία της στα ουσιώδη για την εκδοχή της στοιχεία δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Οι λόγοι εξηγούνται στη συνέχεια:
- Στην παράγραφο 4 της γραπτής δήλωσης της (τεκμήριο ΣΤ) που κατατέθηκε ως μέρος της κύριας εξέτασης της αναφέρει πως κάποιοι αρμόδιοι υπάλληλοι των εναγόντων κατά την πρώτη της επίσκεψη στα γραφεία τους στη Λεμεσό, περί το καλοκαίρι του 1999, της ανέφεραν ότι οι εντολές της θα έπρεπε να ήταν γραπτές ή να ηχογραφούνται, εννοώντας προφανώς ότι μόνο έτσι θα είναι έγκυρες. Είναι σαφές ότι στόχος αυτής της μαρτυρίας είναι ο συσχετισμός με την απουσία μαρτυρίας από τους ενάγοντες για ύπαρξη γραπτών εντολών ή ηχογραφημένων εντολών για κάποιες από τις χρηματιστηριακές πράξεις που παρουσιάζουν ότι διενήργησαν εκ μέρους της εναγόμενης. Εάν πράγματι αυτή η απάντηση της δόθηκε ή η κατεύθυνση από τους ενάγοντες, τότε παραμένουν δύο εύλογα τουλάχιστον ερωτήματα που σχετίζονται με τη συμπεριφορά της εναγόμενης και είναι τα πιο κάτω: (α) Γιατί δεν έθεσε αυτό το θέμα στους ενάγοντες όταν οι τελευταίοι επιχείρησαν να την πληρώσουν για δύο πράξεις αγορών που έγιναν κατ΄ εντολή της προφορικά (είναι η θέση των εναγόντων αλλά και η θέση της εναγόμενης ότι δεν υπήρχε γραπτή τότε εντολή) με τα τεκμήρια 36 και 43 που είναι πληρωμές προς την εναγόμενη ΛΚ1.900,45 και ΛΚ34.946,75 αντίστοιχα, και τούτο στις 29.04.1999 και 23.09.1999 λαμβανομένου υπόψη ότι η πρώτη γραπτή συγκατάθεση για πώληση (συμφώνως και των δύο πλευρών) ήταν στις 08.02.2000 όταν υπογράφτηκε το τεκμήριο
- (β) Γιατί είσπραξε τα πιο πάνω χρηματικά ποσά αφού δεν δόθηκαν γραπτές εντολές της ή αυτές δεν ηχογραφήθηκαν αλλά τις αποδέχθηκε αγνοώντας όσα της είχαν αναφέρει ως ισχυρίζεται. Μέσα από τη μαρτυρία της δεν δόθηκαν εξηγήσεις ή πειστικές απαντήσεις για τα πιο πάνω ερωτήματα και ως εκ τούτου η εναγόμενη παραμένει εκτεθειμένη. Παρατηρείται όμως ότι δόθηκαν απαντήσεις γι΄ αυτά τα θέματα από τους ΜΕ και συνοπτικά αφορούν στο ότι την περίοδο εκείνη οι χρηματιστηριακές πράξεις γίνονταν και με προφορικές εντολές.
- Το πιο καθοριστικό στοιχείο που μειώνει την αξιοπιστία της εναγόμενης είναι η αναφορά της στην παράγραφο 15 του τεκμηρίου ΣΤ πως την 08.09.2000 της ανέφεραν οι ενάγοντες ότι χρωστούσε με βάση κάποια στοιχεία ένα ποσό ΛΚ38.000,00 και ότι έπρεπε να υπογράψει για να παρατεθούν αυτά τα στοιχεία στο ΧΑΚ, αποδίδει δε σε αφέλεια της το γεγονός ότι υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο (τεκμήριο 17). Η όλη παρουσία της στο δικαστήριο κατά τη μαρτυρία της καθώς και το γεγονός ότι είναι άτομο μορφωμένο και ασκεί το επάγγελμα του οδοντίατρου για αρκετά χρόνια δεν έδωσαν την εντύπωση ότι διακατέχεται από τέτοιο βαθμό αφέλειας και ως εκ τούτου δεν επιτρέπουν την αποδοχή της θέσης της. Επίσης τα όσα προέβαλε περί ψυχικής πίεσης και απειλών με αναφορές στο σύζυγό της, κρίνονται ως δεύτερες και εκ των υστέρων σκέψεις και ως τέτοιες δεν τις αποδέχεται το Δικαστήριο. Ουδείς μέσος λογικός άνθρωπος θα υπέγραφε τέτοιο έγγραφο και δη ότι οφείλει ΛΚ38.231,00 για τους λόγους που προέβαλε η εναγόμενη, ιδιαίτερα αν πράγματι δεν όφειλε ούτε ένα σεντ ως είναι η εκδοχή της και στη βάση του ότι πλήρωνε ότι αγόραζε και πληρωνόταν για ότι πωλούσε. Περιπλέον οι σχετικές αναφορές της εναγόμενης παρουσιάστηκαν γενικές και αόριστες αφού δεν αναφέρθηκε σε κανένα συγκεκριμένο όνομα υπαλλήλου ή εκπροσώπου των εναγόντων για τις ισχυριζόμενες απειλές και συναφή στοιχεία.
- Αναφορικά δε με τη στήριξη της ανταπαίτησης της η εναγόμενη ανέφερε πως εξαιτίας της συμπεριφοράς των εναγόντων να την «μαυροπινακήσουν» στο ΧΑΚ αυτή στερήθηκε του δικαιώματος να πωλήσει ή διαθέσει τις μετοχές της και ως εκ τούτου υπέστηκε ζημιά. Πλην βέβαια του ότι αυτή η θέση δεν ενισχύεται από τα όσα κατέθεσε ο ΜΕ5 λειτουργός στο ΧΑΚ, (και ανεξάρτητος στην παρούσα υπόθεση μάρτυρας), η εναγόμενη σε καμία περίπτωση ανέφερε ότι επιχείρησε να διαθέσει ή μεταβιβάσει οποιεσδήποτε από τις μετοχές της και να μην μπόρεσε να το πράξει εξαιτίας της συμπεριφοράς των εναγόντων, παρά μόνο αναφέρθηκε γενικά σε επιθυμία της να πωλήσει μετοχές και όμως δεν μπορούσε.
- Σε συνέχεια με τα πιο πάνω δεν μπορεί να παραγνωριστεί η αναφορά της η οποία κρίνεται ως υπερβολή και μόνο, ότι σ΄ όλα τα γραφεία (χρηματιστηριακά) ήταν αναρτημένο το όνομα της και έτσι δεν μπορούσε να πωλήσει αλλά ούτε και να αγοράσει μετοχές εξαιτίας του μαύρου καταλόγου (black list) στον οποίο την έθεσαν οι ενάγοντες.
- Ως υπεκφυγή σε ουσιαστικό θέμα στο οποίο ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση κρίνεται ότι αποτελεί η απάντηση όταν ρωτήθηκε πως εκτελούνταν τα σημειώματα συμβολαίων (contract notes), ή τα μερίσματα της, ή τα κέρδη της αφού δεν έδωσε εντολές στους ενάγοντες, λέγοντας ότι αυτή δεν καταλάβαινε από τέτοια πράγματα. Ήταν σαφής η προσπάθεια της να αποφύγει τα δεδομένα στοιχεία τα οποία την παρουσιάζουν να είχε μεγάλο αριθμό χρηματιστηριακών πράξεων από τις οποίες αυτή αποδέχεται μόνο όσες της επέφερναν κέρδος το οποίο εισέπραττε, στοιχείο το οποίο ως φαίνεται δεν είναι άσχετο με δήλωση της κατά τη μαρτυρία της, πως αυτή το μόνο που ήξερε από χρηματιστήριο είναι ότι τον καιρό που άρχισε αυτή να ασχολείται όσοι έπαιζαν στο ΧΑΚ κέρδιζαν.
- Η μαρτυρία της επίσης κατά την αντεξέταση πως κάποιες φορές πήγαινε στα γραφεία των εναγόντων και έδινε εντολές ή κάποιες φορές έδινε εντολές τηλεφωνικώς ουσιαστικά η εναγόμενη αποδέχεται πως ο τρόπος που έδινε τις εντολές της, όπως τον περιέγραψε πιο πάνω, είναι σύμφωνος με ότι στην ουσία ισχυρίζονται οι ενάγοντες και με όσα κατέθεσαν κυρίως οι ΜΕ1 και ΜΕ6, συνεπώς, δεν συνάδει αυτή της η μαρτυρία με την αρχική της θέση πως συμφώνησε με τους ενάγοντες ότι θα έδινε εντολές παρά μόνο γραπτές ή ηχογραφημένες.
- Απορία προκαλούν κάποιες αναφορές της εναγόμενης σχετικά με την υπογραφή του τεκμηρίου 17, όπως για παράδειγμα ότι οι ενάγοντες σημείωσαν κάποιο ποσό για το οποίο αυτή τους είπε ότι ήταν πολύ ψηλή η δόση για μηνιαία πληρωμή και ότι δεν μπορούσε. Αυτή όμως η μαρτυρία δεν ενισχύει τη θέση της ότι υπέγραψε απλά και τυπικά το εν λόγω έγγραφο, αλλά στο μυαλό της είχε τη σκέψη κατά πόσο θα μπορούσε να ανταποκριθεί και όχι όπως ισχυρίζεται ότι δεν έδωσε σημασία, αφού ως φαίνεται όχι μόνο το υπόγραψε αλλά το διάβασε προτού υπογράψει. Τα ίδια σχόλια ισχύουν επί του ιδίου θέματος οι αναφορές της πως εκπρόσωποι των εναγόντων της ανέφεραν να υπογράψει το εν λόγω έγγραφο για να μην προχωρήσουν στο Δικαστήριο, και ότι θα μιλούσαν στο σύζυγο της. Επί του τελευταίου σημείου δεν μπορεί το Δικαστήριο να κατανοήσει γιατί η αναφορά αυτή θα είχε οποιοδήποτε αρνητικό αποτέλεσμα για την εναγόμενη καθ΄ ότι δεν είχε να φοβηθεί οτιδήποτε εάν δεν όφειλε οποιοδήποτε ποσό.
- Σε υποβολή ότι μετά την υπογραφή της συμφωνίας (τεκμήριο 17) ο ΜΕ4 κατά τις συναντήσεις τους της έδωσε κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 2), το έγγραφο κίνησης διαθεσίμων (τεκμήριο 15) αποδέχθηκε ότι πήρε τέτοια έγγραφα. Με δεδομένο και εφόσον δεν αμφισβητήθηκε ότι συναντήσεις της μ΄ αυτόν το μάρτυρα έγιναν στις 30.03.01, 06.04.01, 11.04.2001, 21.06.2001 και 04.09.2001 ανατράπηκε η αρχική θέση της ότι ουδέποτε οι ενάγοντες της έδειξαν οποιουσδήποτε λογαριασμούς και ότι ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε στο Δικαστήριο τέτοια έγγραφα. Ταυτόχρονα όμως ενισχύεται η αντίθετη περί τούτου μαρτυρία των ΜΕ.
- Εξαιρετικά μεγάλη δυσκολία για να γίνει αποδεκτή προκαλεί στο Δικαστήριο η θέσης της εναγόμενης ότι ο λόγος που δεν υπόγραψε τα έγγραφα για να της παραχωρηθεί δάνειο για εξόφληση του ποσού που αναφέρεται στο τεκμήριο 17 ήταν επειδή δεν χρωστούσε. Η δυσκολία έγκειται στο ότι για θα φθάσει μέχρι το σημείο να μην υπογράψει προηγουμένως αυτή συμμετείχε σε αρκετές συναντήσεις και σε διαδικασία για παροχή διευκόλυνσης προς πληρωμή κάποιου χρέους και ουδέποτε αρνήθηκε τα στοιχεία των εναγόντων, απλά σε κάποια στιγμή δεν υπόγραψε στο τελευταίο ουσιαστικά στάδιο. Η άρνηση της δεν οφείλεται σε οποιαδήποτε διαφωνία της επί των στοιχείων αλλά σε άλλους λόγους άγνωστους στο Δικαστήριο. Διαφορετική βαρύτητα θα είχε μία μαρτυρία της εναγόμενης ότι κατόπιν ελέγχου κάποιων στοιχείων αντιλήφθηκε ότι δεν όφειλε οποιοδήποτε ποσό, νοουμένου βέβαια ότι θα έπειθε με στοιχεία δικά της το Δικαστήριο, δεν ήταν όμως αυτή η θέση της.
- Μια ακόμη αρνητική εντύπωση στις θέσεις της εναγόμενης αποτελεί η μαρτυρία της πως δεν την πίεσε οποιοσδήποτε για να υπογράψει το τεκμήριο 17 στις 08.09.2000 (πληρεξούσιο έγγραφο). Σε ερώτηση όμως γιατί το υπόγραψε απάντησε πως ήταν για διενέργεια ελέγχου από το ΧΑΚ προς τους ενάγοντες, επανέρχεται δηλαδή αποποιούμενη ουσιαστικά των συνεπειών της υπογραφής της. Επιπρόσθετα όμως σημειώνεται πως η δικογραφημένη θέση της είναι για το εν λόγω έγγραφο άλλη (βλέπε παράγραφος 8 της Τροποποιημένης Υπεράσπισης).
- Στον ισχυρισμό της πως για κάποια περίοδο δεν μπορούσε να διαθέσει τις μετοχές της, εξαιτίας συμπεριφοράς των εναγόντων, δεν τοποθετήθηκε συγκεκριμένα όταν της υποβλήθηκε ότι από το τεκμήριο 55 φαίνεται ότι αυτή διέθεσε αριθμό μετοχών της κατά την ισχυριζόμενη περίοδο 03.04.2001-26.06.2008 και απάντησε πως δεν το έκανε αυτή προσωπικά και ότι δεν πίστευε ότι αυτή έκανε τις πράξεις. Βεβαίως δεν μπορούσαν να τις έκαναν οι ενάγοντες αφού αυτοί έχουν ως τελευταία πράξη της στις 12.06.
- Συνακόλουθα των πιο πάνω ενδεικτικών στοιχείων καθώς και της γενικής εικόνας που η εναγόμενη άφησε κατά τη δίκη κρίνεται πως το Δικαστήριο νομιμοποιείται να μην δεχθεί τη μαρτυρία που στηρίζει την εκδοχή της και ως εκ τούτου την απορρίπτει. Ευρήματα Δικαστηρίου: Οι ενάγοντες καθ΄ όλο τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή ήταν εταιρεία μέλος του ΧΑΚ και ασχολούνταν με εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών, διατηρούσαν δε γραφεία και στη Λεμεσό. Ο Γλαύκος Ψυλλάκης (ΜΕ6), είναι από το 1997 μέχρι και σήμερα Διευθυντής του γραφείου των εναγόντων στη Λεμεσό και Υπεύθυνος σε σχέση με τις συναλλαγές πελατών των εναγόντων, στο όνομα των οποίων εκτελούνται πράξεις στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ) κατόπιν εντολών. Κατά το έτος 1999 το γραφείο των εναγόντων στη Λεμεσό δεχόταν εντολές για διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, οι οποίες δίδονταν υπό διάφορες μορφές, καθότι κατ΄ εκείνο το χρόνο επιτρεπόταν ευρύ φάσμα τρόπων, με τους οποίους μπορούσε κανείς να δώσει τις εντολές του. Μία εκ των πελατών των εναγόντων ήταν και η εναγόμενη. Όταν λαμβάνονταν οι εντολές της εναγόμενης είτε από τον ΜΕ6 είτε από άλλο μέλος του γραφείου, στη Λεμεσό, τότε ο ΜΕ6 διαβίβαζε στα γραφεία των εναγόντων στη Λευκωσία, μέσω τηλεομοιότυπου, τις εντολές όπως καταγραφόταν σε συγκεκριμένο έντυπο εντολής που υπήρχε είτε και σε οποιοδήποτε χαρτί. Το στοιχείο που πάντοτε καταγραφόταν εκτός από το όνομα της εναγόμενης, ήταν και ο αριθμός ταυτότητας της. Τέτοιου είδους έντυπα τα οποία συμπληρώνονταν από το ΜΕ6 είτε από άλλον υπάλληλο του γραφείου στη Λεμεσό αποτελούν το τεκμήριο
- Επίσης το περιεχόμενο του τεκμηρίου 57 αποτελεί εντολές της εναγόμενης, είναι ως φαίνεται πρόχειρα καταγραμμένο περιείχε όμως όλα τα στοιχεία που ήταν αναγκαία για να εκτελεστεί η εντολή της εναγόμενης, στο όνομα της, ενώ ταυτόχρονα εξυπηρετούσε την αναγκαιότητα να διαβιβαστούν οι εντολές των πελατών αμέσως. Η εναγόμενη επισκεπτόταν σε πολύ τακτική βάση τα γραφεία των εναγόντων στη Λεμεσό. Κατά τις συχνές της επισκέψεις η εναγόμενη έδιδε προφορικά τις εντολές της. Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις που οι εντολές της εναγόμενης ήταν μέσω τηλεφώνου. Μετά τη διεκπεραίωση των εντολών εκδίδονταν τα σημειώματα συμβολαίων τα οποία στέλνονταν στα γραφεία των εναγόντων στη Λεμεσό από τα γραφεία των εναγόντων στη Λευκωσία, όπου, αφού ειδοποιούνταν τηλεφωνικά η εναγόμενη, τα παραλάμβανε. Η θέση της εναγόμενης ότι δεν παρέλαβε σημειώματα συμβολαίων από τους ενάγοντες δεν γίνεται αποδεκτή. Πέραν του ότι αυτή κρίθηκε αναξιόπιστη, θα ήταν λογικό αυτή να ζητήσει να δει τέτοια έγγραφα, εφόσον δεν τα είχε προηγουμένως ως ισχυρίζεται, όταν της υποδείχθηκε το τεκμήριο 2 όπου φαίνεται σ΄ αυτό ότι αγοράστηκαν εκ μέρους της και επ΄ ονόματι της μετοχές και δεν το έπραξε. Η εξήγηση στην απουσία της πιο πάνω αντίδρασης της είναι πως δεν συνέβηκε κάτι τέτοιο επειδή ακριβώς η εναγόμενη παρελάμβανε από τους ενάγοντες στη Λεμεσό τα σημειώματα συμβολαίων μετά τη διενέργεια των πράξεων και αγορών των μετοχών για τις οποίες έδινε εντολές. Απόδειξη επιπρόσθετη της παραλαβής τέτοιων εγγράφων αποτελεί το τεκμήριο 59 όπου έθεσε και την υπογραφή της κατά την παραλαβή. Περιπλέον είναι εύρημα πως σε καμία περίπτωση η εναγόμενη κατά την παραλαβή των contract notes παραπονέθηκε είτε στον ΜΕ6 είτε σε οποιοδήποτε μέλος του γραφείου στη Λεμεσό για λανθασμένη εκτέλεση των εντολών της. Όταν οι εντολές των πελατών των εναγόντων και οι ανάλογες πράξεις εκτελούνταν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου στέλνονταν οι εκτελεσθείσες πράξεις της ημέρας σε δισκάκι από το ΧΑΚ στα γραφεία των εναγόντων στη Λευκωσία. Ακολούθως το κάθε Χρηματιστηριακό γραφείο τύπωνε τις συναλλαγές που εκτελούσε για λογαριασμό πελατών του. Τέτοιου είδους εκτυπώσεις παραλάμβανε ο ΜΕ6 μέσω τηλεομοιότυπου από τους ενάγοντες για να μπορέσει στη συνέχεια να συμπληρώσει τα έντυπα εκχώρησης για να υπογραφούν από τον κάθε πελάτη και για να βεβαιωθεί για την εκτέλεση των εντολών των πελατών του γραφείου των εναγόντων στη Λεμεσό. Είναι εύρημα δε πως πριν τη ψήφιση σχετικής νομοθεσίας (Ν.105
(1)/2001 άρθρο 3) ήταν επιτρεπτή η συναλλακτική πρακτική όπως γίνεται αγορά μετοχών χωρίς απαραίτητα την προκαταβολή του τιμήματος από τους πελάτες προς τα χρηματιστηριακά γραφεία, δηλαδή πελάτες αγόραζαν μετοχές οι οποίες εγγράφονταν στο όνομα τους αλλά δεν προπλήρωναν την αξία τους την οποία πλήρωνε γι΄ αυτούς το χρηματιστηριακό γραφείο το οποίο τους τις αγόραζε. Τέτοιες περιπτώσεις υπήρξαν και για την εναγόμενη η οποία από ένα χρονικό σημείο και ύστερα δεν προπλήρωνε τις μετοχές για τις οποίες έδινε εντολές. Παρά τα πιο πάνω είναι εύρημα πως η εναγόμενη αγόρασε μετοχές τις οποίες σε αρκετές περιπτώσεις πλήρωσε, όπως φαίνεται από τα τεκμήρια 2, 5, 6(α), 12, 13, 41, 42, 46 και 47, ενώ στις υπόλοιπες περιπτώσεις άφηνε απλήρωτο το τίμημα, το οποίο διεκδικούν οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή και το οποίο εν πάση περιπτώσει κατέβαλαν κατά τις πράξεις αγοράς στα αντισυμβαλλόμενα χρηματιστηριακά γραφεία και κατ΄ επέκταση στους πωλητές γι΄ αυτό και έχουν οι εν λόγω πράξεις εκτελεσθεί στο ΧΑΚ. Για όλες τις συναλλαγές που οι ενάγοντες διενήργησαν εκ μέρους και κατ΄ εντολή της εναγόμενης υπάρχουν στοιχεία τα οποία εμφαίνονται στο τεκμήριο 2 το οποίο ετοιμαζόταν μετά από ενημέρωση μέσω εσωτερικών συστημάτων ελέγχου των εναγόντων αφού αυτοί έπαιρναν τα ανάλογα στοιχεία από το ΧΑΚ. Είναι περαιτέρω εύρημα πως το τεκμήριο 2 υποδείχθηκε στην εναγόμενη από τον ΜΕ3 κατά τις συναντήσεις που είχαν (το 2001) ωστόσο η εναγόμενη ουδέποτε αρνήθηκε ή αμφισβήτησε το περιεχόμενο του. Είναι περαιτέρω εύρημα πως στα πλαίσια της διεκπεραίωσης των εντολών της εναγόμενης, των πράξεων που ακολούθησαν στο ΧΑΚ, καθώς και των πληρωμών που έγιναν σ΄ αυτήν κατά τις πωλήσεις των μετοχών της όπως έχει εξηγηθεί λεπτομερώς από το ΜΕ6 η εναγόμενη παρουσιάζεται να οφείλει στους ενάγοντες το ποσό των ΛΚ36.096,00 ως εξηγείται στο τεκμήριο
- Είναι ακόμη εύρημα πως η εναγόμενη στις 08.02.00 υπόγραψε το τεκμήριο 1 χωρίς οποιαδήποτε ψυχική πίεση, αλλά με ελεύθερη της βούληση. Τα όσα έχει προβάλει έχουν ήδη απορριφθεί για τους λόγους που εξηγήθηκαν. Ως επίσης είναι εύρημα ότι στις 08.09.00 η εναγόμενη υπόγραψε το έγγραφο τεκμήριο 17 τους ενάγοντες επίσης με ελεύθερη της βούληση. Αποτελεί περιπλέον εύρημα πως η εναγόμενη μετά την υπογραφή του τεκμηρίου 17 (στις 08.09.00) καθώς επίσης μετά τις συναντήσεις που είχε με τον ΜΕ3 (στις 30.03.01, 06.04.01, 11.04.2001, 21.06.01 και 09.04.01) συμμετείχε ουσιαστικά συζητώντας με τους ενάγοντες αποδεχόμενη για εξεύρεση τραπεζικών διευκολύνσεων προς αυτή για να εξοφλήσει το χρέος της προς τους ενάγοντες το οποίο προερχόταν από αγορές μετοχών τις οποίες δεν είχε πληρώσει. Τέλος αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη λόγω των εντολών της οι οποίες εκτελέστηκαν από τους ενάγοντες, εκτός και αν η εναγόμενη έχει πωλήσει ή διαθέσει τις πιο κάτω μετοχές αυτές βρίσκονται επ΄ ονόματι της: 3000 της Leptos Calypso Hotels, 1000 μετοχές της Libra Holidays, 4000 μετοχές της Apollo, 3000 και επιπλέον bonus της Τράπεζας Κύπρου, 6000 της Λαϊκής Υπεραγοράς Ορφανίδης, 2000 και επιπλέον bonus της Cytrustees, 10000 της CCC Tourism και 2000 της K & G Complex. Νομική πτυχή: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα κριθεί με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους Ενάγοντες όπως αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους οι οποίοι περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης. Η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της παραδεκτής μαρτυρίας και όχι το παραδεκτό της μαρτυρίας, υπό το πρίσμα πάντοτε του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου διευκρινίζεται και τονίζεται πως η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Κρίνεται ορθό όπως στη συνέχεια παρατεθούν οι διατάξεις των άρθρων 156, 157 και 159 Κεφ. 149 (Περί Συμβάσεως Νόμος) εν όψει και της νομικής βάσης της απαίτησης των εναγόντων. «
- Εάν πράξις ετελέσθη υπό τινός διά λογαριασμό ετέρου, εν αγνοία ή άνευ πληρεξουσιότητος, ούτος δύναται είτε να εγκρίνη είτε να αποκηρύξη την τοιαύτην πράξιν· πράξις εγκριθείσα επάγεται τας αυτάς συνεπείας, ως εάν ετελείτο δυνάμει πληρξουσιότητος». «
- Η έγκρισις δύναται να είναι ρητή ή να συνάγηται εκ της συμπεριφοράς του προσώπου διά λογαριασμόν ούτινος ετελέσθη η πράξις». «
- Ο εγκρίνων πράξιν τελεσθείσαν διά λογαριασμόν του άνευ πληρεξουσιότητος, εγκρίνει άμα και ολόκληρον την συναλλαγήν ης η τοιαύτη πράξις συνιστά μέρος». Συμπεράσματα Δικαστηρίου: Είναι αδιαμφισβήτητο στοιχείο πως τόσο κατά την ακροαματική διαδικασία καθώς και μέσα από τις αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών έχουν τεθεί αρκετά ζητήματα, τόσο πραγματικά όσο και νομικά τα οποία αφού αξιολογηθούν θα κρίνουν και την παρούσα υπόθεση. Για τα θέματα αξιοπιστίας έχει ήδη αποφανθεί το Δικαστήριο. Παραμένουν έτσι οι νομικοί ισχυρισμοί και θέσεις των δύο πλευρών. Είναι επίσης γεγονός και έχει διαφανεί ότι το Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστους τους μάρτυρες των εναγόντων, αυτό όμως γενικά δεν οδηγεί πάντοτε στην επιτυχία μιας απαίτησης ή ολόκληρης της απαίτησης, για το θέμα όμως αυτό θα επανέλθει το Δικαστήριο στη συνέχεια. Στο παρόν στάδιο κρίνεται ορθό να αποφασισθούν τα πάμπολλα θέματα που εγείρονται με την υπεράσπιση της εναγόμενης υποστηριζόμενα από τα επιχειρήματα που έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ο συνήγορος της προκειμένου για τη στήριξη της εκδοχής της. Μία βασική θέση την οποία προώθησε η πλευρά της εναγόμενης είναι πως οι ΜΕ δεν είχαν προσωπική γνώση για ουσιώδη στοιχεία της απαίτησης και ότι η μαρτυρία τους δεν καλύπτεται από τη δικογραφημένη εκδοχή των εναγόντων. Αρχίζοντας από το τελευταίο σκέλος το Δικαστήριο απορρίπτει την εν λόγω θέση καθότι κρίνεται πως όλη η μαρτυρία που έχει ακουσθεί ενώπιον του καλύπτεται δικογραφικά λαμβανομένου υπόψη και των όσων παρατίθενται στο δικόγραφο των εναγόντων Απάντηση και Υπεράσπιση σε Ανταπαίτηση. Άλλωστε κάποια ζητήματα προέκυψαν αφού είχαν εγερθεί από το δικόγραφο της Τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Επιπλέον όπως διαφάνηκε ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι ΜΕ έχουν κριθεί αξιόπιστοι και έχει εξηγηθεί πως η μαρτυρία τους ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν τέτοια που δικαιολογεί και τη αποδοχή της. Συναφώς κρίνεται ως άνευ πραγματικού ή και νομικού ακόμη ερείσματος η παραπλήσια εισήγηση της Υπεράσπισης ότι οι ΜΕ (προφανώς δεν εννοείται και ο ΜΕ5 Λειτουργός του ΧΑΚ) κατέθεσαν επειδή είναι πληρωμένοι για εξυπηρέτηση των συμφερόντων των εναγόντων. Είναι γεγονός και εμφαίνεται από την παραδεκτή μαρτυρία, πως οι ενάγοντες χρησιμοποίησαν υπηρεσίες και άλλων προσώπων εκτός από υπαλλήλους τους προκειμένου να έχουν στοιχεία για την εναγόμενη και ως προς το που βρισκόταν η συνεργασία τους. Από μόνο του αυτό το στοιχείο δεν μπορεί να εξυπηρετήσει ούτε να προσδώσει βαρύτητα στα όσα ισχυρίζεται η εναγόμενη περί άνομης εμπλοκής άλλων εταιρειών στην υπόθεση. Η διαφορά των διαδίκων στην υπόθεση έγκειται στις εντολές που οι ενάγοντες έπαιρναν από την εναγόμενη και στην άρνηση της τελευταίας ότι έδωσε εντολές που δημιούργησαν το υπόλοιπο που φαίνεται στο τεκμήριο
- Τα όσα παρουσίασαν ο ενάγοντες με εμπλοκή άλλων προσώπων αφορούν στα μετέπειτα γεγονότα, ήταν μαρτυρία που βοηθά την εκδοχή τους και δεν θα ήταν αναμενόμενο να μην την παρουσιάσουν. Μια άλλη επίσης θέση της Υπεράσπισης αφορά στην εγκυρότητα των πληρεξουσίων εγγράφων που η εναγόμενη υπέγραψε (τεκμήρια 1 και 18) καθώς και του εγγράφου (τεκμήριο 17). Αρχίζοντας από το τελευταίο έγγραφο έχει ήδη το Δικαστήριο απορρίψει τα όσα η εναγόμενη προώθησε προκειμένου να υποστηρίξει τη μη εγκυρότητα του και ως εκ τούτου είναι περιττή οποιαδήποτε άλλη ανάλυση επί των πραγματικών γεγονότων. Όσον αφορά δε στη νομική πλευρά του θέματος για τα τεκμήρια 1 και 18 το Δικαστήριο κρίνει πως, εν όψει της αποδεκτής μαρτυρίας αλλά και της αποδοχής της εναγόμενης ότι αυτή έχει θέσει την υπογραφή της επί των εν λόγω τεκμηρίων, το όλο ζήτημα δεν μπορεί να έχει τη σημασία και τη διάσταση που ζητά η εναγόμενη να του αποδοθεί. Ο κύριος σκοπός πιστοποίησης υπογραφής επί ενός εγγράφου από πιστοποιούντα υπάλληλο είναι για να αποδεικνύεται η υπογραφή και η γνησιότητα της σε περίπτωση άρνησης του προσώπου που υπογράφει. Συνεπώς, εφόσον η εναγόμενη αποδέχεται την υπογραφή της προβάλλει ως ουδέτερο στοιχείο για τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης, εάν το πρόσωπο που φέρεται να έχει πιστοποιήσει τα δύο έγγραφα έχει προβεί σε ψευδή πιστοποίηση. Επειδή για το πιο πάνω θέμα υπάρχει εισήγηση για να παραπέμψει το Δικαστήριο το ζήτημα αυτό στο Γενικό Εισαγγελέα κρίνεται πως ένα τέτοιο θέμα είναι πιο ορθό να το θέσει η ίδια η εναγόμενη ενώπιον του Γενικού Εισαγγελέα και/ή των αστυνομικών αρχών οπότε αυτή θα είναι στη διάθεση των αρμοδίων αρχών για την κατάλληλη προώθηση του, μπορεί δε να κάνει χρήση οποιωνδήποτε πρακτικών της παρούσας δίκης εάν κρίνει ότι είναι χρήσιμα. Συνακόλουθα, εφόσον η εναγόμενη σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία ουδέποτε αρνήθηκε το περιεχόμενο των τεκμηρίων 1 και 18 αλλά και επειδή στη βάση του τεκμηρίου 1 το ΧΑΚ αποδέχθηκε μέρος (καθ΄ ότι από 08.02.2000 έχει υπογραφτεί το τεκμήριο 1) από τις χρηματιστηριακές πράξεις που έγιναν επ΄ ονόματι της εναγόμενης χωρίς αυτή να τις έχει αμφισβητήσει κατά τον κατάλληλο χρόνο, κρίνεται ότι δεν υπάρχουν τα απαραίτητα στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου που να επηρεάζουν την εγκυρότητα των χρηματιστηριακών πράξεων επ΄ ονόματι της εναγομένης. Επιπρόσθετα των πιο πάνω η συμπεριφορά και η στάση της εναγόμενης όπως την έχουν περιγράψει οι ΜΕ 4 και 6 δεν τη νομιμοποιεί να προωθεί ισχυρισμό περί παράνομων ή άκυρων εγγράφων ως προς τα τεκμήρια 1, 17 και
- Σ΄ αυτό το σημείο κρίνεται πως τα όσα εισηγείται η συνήγορος των εναγόντων βρίσκουν πλήρως σύμφωνο το Δικαστήριο, και δη, ότι η εναγόμενη εμποδίζεται από νομικό κώλυμα λόγω καταχωρήσεων στα έγγραφα, τεκμήρια 1 και 17 (estoppel by deed) και από κώλυμα λόγω συμπεριφοράς της (estoppel by conduct) αφού η όλη στάση της δεν συνάδει με το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων και τις θέσεις που προέβαλε κατά τη δίκη. Με βάση το ίδιο κώλυμα η εναγόμενη ουσιαστικά εμποδίζεται να ισχυρίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό καθ΄ ότι ενώ της είχε υποδειχθεί από το ΜΕ3 το τεκμήριο 2 αυτή δεν το αμφισβήτησε, αντί αυτού, αργότερα συμμετείχε σε διαδικασία για εξεύρεση τρόπου και παροχής διευκόλυνσης για εξόφληση του χρέους της. Αναμφισβήτητα η πιο πάνω συμπεριφορά της εναγόμενης δεν της επιτρέπει να δικαιωθεί στα όσα προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου, η δε νομολογία επί του θέματος προβάλλει πλούσια και δεν είναι πρόθεση του Δικαστηρίου να την παραθέσει εκ νέου, (βλέπε υποθέσεις Ιωάννου ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1522 και Κούτας ν. Δήμου Λευκωσίας
(1989)1 C.L.R. 516) αρκείται μόνο να κάνει αναφορά στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α. Πολιτική Έφεση 163/06, ημερομηνίας 05.05.2009 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η συμπεριφορά διευθυντών μιας εταιρείας οι οποίοι γνώριζαν ότι το αρχικό ποσό συναλλαγών της εταιρείας που είχε εγκριθεί από αυτούς ήταν ΛΚ24.000,00 ενώ αυτοί αργότερα συνέχισαν να συναλλάσσονται πέραν του πιο πάνω ποσού δεν τους νομιμοποιούσε να ισχυριστούν στη δίκη ότι οι δοσοληψίες τους με την τράπεζα πέραν του ποσού των ΛΚ24.000,00 ήταν καθ΄ υπέρβαση του καταστατικού της εταιρείας τους. Η πλευρά της εναγόμενης επικαλείται την υπόθεση Γ. Αντωνίου ν. Δ. Χριστοδούλου
(2003)1 Α.Α.Δ. 183 προς ενίσχυση του ισχυρισμού της για άκυρα πληρεξούσια (τεκμήρια 1 και 18). Το Δικαστήριο έχει διέλθει με κάθε δυνατή προσοχή την εν λόγω απόφαση, κρίνει πως τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι εντελώς διαφορετικά ενώ η πιο πάνω υπόθεση είχε διαφορετικό αντικείμενο ως προς τη θεραπεία που ζητήθηκε. Πιο συγκεκριμένα, στην πιο πάνω υπόθεση ζητήθηκε με αγωγή η επιδίκαση αποζημιώσεων εναντίον πιστοποιούντα υπαλλήλου στη βάση αμέλειας του και/ή παράβασης των καθηκόντων, καθ΄ ότι πιστοποίησε ψευδώς ειδικό πληρεξούσιο το οποίο χρησιμοποιήθηκε για μεταβίβαση ενός ακινήτου ενώ το πρόσωπο του οποίου πιστοποιούσε την υπογραφή αρνιόταν την υπογραφή και ως αποφάνθηκε τελικώς το Δικαστήριο δεν ήταν η υπογραφή του. Στην παρούσα υπόθεση όμως η βάση της αγωγής είναι άλλη η δε εναγόμενη έχει αποδεχθεί ότι έχει θέσει την υπογραφή της επί των πληρεξουσίων εγγράφων. Ένα άλλο στοιχείο διαφορετικό με την παρούσα υπόθεση και το οποίο δημιουργεί αδυναμία στο επιχείρημα της εναγόμενης είναι πως δεν ζητείται η ακύρωση των χρηματιστηριακών πράξεων οπότε θα ήταν ορθό να είναι διάδικοι είτε πωλητές ή αγοραστές των μετοχών που μεταβιβάστηκαν από και προς το όνομα της εναγόμενης. Εδώ κρίνεται πως παρεμβάλλει αναγκαία ακόμη μια διαπίστωση του Δικαστηρίου. Αν ήθελε κριθεί πως η εναγόμενη δεν έδωσε τις εντολές για αγορά των μετοχών που φαίνονται στο τεκμήριο 2, η συμπεριφορά της να παραλαμβάνει τα σημειώματα συμβολαίων που αφορούν τις ανάλογες πράξεις και η μη αντίδραση της στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 2 πέραν των πιο πάνω κωλυμάτων, κρίνεται ότι δικαιολογεί την εφαρμογή του άρθρου 157 του Κεφ. 149 αφού η εναγόμενη δεν αποκήρυξε τις εν λόγω πράξεις, πλην βεβαίως μετά την καταχώριση της αγωγής εναντίον της το
- Ένα άλλο θέμα που ηγέρθηκε από την εναγόμενη είναι πως οι ενάγοντες αγόραζαν εκ μέρους της μετοχές παράνομα χωρίς αυτή να προπληρώνει για το τίμημα τους. Η θέση αυτή επίσης δεν μπορεί να ευσταθήσει εν όψει της αποδεκτής μαρτυρίας που προσφέρθηκε εκ μέρους των εναγόντων πως, μέχρι τη ψήφιση του Ν.105(i)/2001 όπου η πρακτική αυτή απαγορεύθηκε με την εν λόγω νομοθεσία, αυτό γινόταν και αποτελούσε αποδεκτή συναλλακτική πρακτική. Επομένως με δεδομένο ότι οι πράξεις επ΄ ονόματι της εναγόμενης έχουν διενεργηθεί στο χρηματιστήριο και έχουν ήδη αγοραστεί μετοχές στο όνομα της, ενώ η ίδια όταν της υποδείχθηκε το τεκμήριο 2 στο οποίο περιλαμβάνονται όλες οι πράξεις, οι οποίες διενεργήθηκαν για λογαριασμό της δεν αντέδρασε, κρίνεται πως ουσιαστικά τις ενέκρινε με τη συμπεριφορά της. Εν όψει αυτών των δεδομένων το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να κρίνει αυτή την συναλλακτική πρακτική ως παράνομη ή ως παράνομες τις αγορές μετοχών επ΄ ονόματι της. Συνακόλουθα και αυτή η θέση της εναγόμενης απορρίπτεται. Ως επιπρόσθετο λόγο που η εναγόμενη επικαλείται για την αποτυχία της απαίτησης των εναγόντων είναι η ύπαρξη των εγκυκλίων του ΧΑΚ, τεκμήρια 26 και 27, και ότι από αυτές προκύπτει πως οι ενάγοντες χειρίζονταν τους πελάτες τους κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών γι΄ αυτό και τους επιβλήθηκε πρόστιμο. Ούτε αυτή η θέση κρίνεται ότι τη βοηθά στην εκδοχή της. Τα τεκμήρια 26 και 27 δικαιολογούν μοναδικό συμπέρασμα πως κάποια μέλη του ΧΑΚ δεν τηρούσαν κάποιες από τις οδηγίες που δίδονταν, ταυτόχρονα όμως η διαδικασία διεξαγωγής των χρηματιστηριακών πράξεων προχωρούσε. Το ότι οι ενάγοντες όντως δεν τηρούσαν τις πιο πάνω εγκυκλίους δεν επιτρέπει και συμπέρασμα πως οι πράξεις που διεκπεραίωσαν ειδικά για την εναγόμενη και κατ΄ εντολή της ήταν παράνομες. Αφενός μεν αυτό γινόταν στα πλαίσια της συναλλακτικής τότε πρακτικής και αφ΄ ετέρου δεν απαγορευόταν από οποιοδήποτε Νόμο ή Κανονισμό, παρά μόνο απαγορεύθηκε αυτή η πρακτική με τη ψήφιση της Κ.Δ.Π. 268/00 με έναρξη ισχύς από 27.10.2000 οπότε οι εντολές έπρεπε να υποβάλλονται γραπτώς ή αν αυτές υποβάλλονταν προφορικά τότε να ηχογραφούνταν με ευθύνη του Μέλους (Κ.19) η δε τελευταία εντολή της εναγόμενης δόθηκε 12.06.
- Ομοίως κρίνεται πως δεν βοηθά την εκδοχή της εναγόμενης η επίκληση των τεκμηρίων 63, 64 και 65 τα οποία αφορούν επιβολή διοικητικού προστίμου από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στους ενάγοντες για παράβαση του Κανονισμού 21 των Κανονισμών του ΧΑΚ 1995-2001, αφού ο λόγος που στηρίχθηκε η επιβολή προστίμου δεν άπτεται της νομιμότητας της λήψης ή εκτέλεσης των χρηματιστηριακών πράξεων εκ μέρους των εναγόντων. Έχουν εγερθεί ακόμη από την πλευρά της εναγόμενης ζητήματα περί ελλιπών στοιχείων αλλά και αντιφατικών στοιχείων ως προς το ύψος της πραγματικής απαίτησης των εναγόντων. Είναι γεγονός ότι υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου διαφορετικά χρηματικά ποσά τα οποία κατά καιρούς οι ενάγοντες διεκδίκησαν από την εναγόμενη. Θα απασχολήσει όμως το Δικαστήριο το θέμα αυτό στο τέλος της απόφασης του και κατά την έκδοση του τελικού συμπεράσματος. Στο στάδιο αυτό και επειδή μέσα από τη συνολική εκδοχή της εναγόμενης προκύπτουν και άλλοι ισχυρισμοί ή λόγοι για τους οποίους αυτή επικαλείται την απόρριψη της αγωγής, το Δικαστήριο κρίνει ορθό, προχωρώντας να αποφανθεί επί ενός εκάστου τέτοιου ισχυρισμού ξεχωριστά όπου αυτοί δεν καλύπτονται από τα προαναφερόμενα. Ισχυρίζεται η εναγόμενη στην παράγραφο 2(γ) της Τροποποιημένης Υπεράσπισης ότι οι ενάγοντες κατά τη συνεργασία τους της υποσχέθηκαν ουσιαστικά ότι θα της έδιναν συμβουλές ώστε να μην επέλθει ζημιά σ΄ αυτήν. Κατ΄ αρχήν διαπιστώνεται πως μια τέτοια θέση είναι εκτός των όσων έχουν προωθηθεί από την εναγόμενη στη δίκη αφού καμία μαρτυρία της συνάδει με τέτοιον ισχυρισμό, ουδέποτε προβλήθηκε ή προωθήθηκε μαρτυρία ότι θα λειτουργούσαν οι ενάγοντες ως σύμβουλοι της. Τα ίδια σχόλια βεβαίως ισχύουν και για τα όσα η εναγόμενη ισχυρίζεται στην παράγραφο 2(δ) της Τροποποιημένης Υπεράσπισης της, και τούτο εν όψει της απουσίας μαρτυρίας που να υποστηρίζει τον ισχυρισμό ότι ενάγοντες θα ενεργούσαν ως εμπιστευματοδόχοι και/ή ως θεσματοφύλακες. Είναι ακόμη ισχυρισμός επί της παραγράφου 5 της Τροποποιημένης Υπεράσπισης ότι οι ενάγοντες παρότρυναν την εναγόμενη να συναλλάσσεται στο ΧΑΚ με την ελπίδα και τις παραστάσεις ότι θα αποκόμιζε μόνο κέρδος. Απορρίπτεται ο εν λόγω ισχυρισμός, ως εντελώς αβάσιμος, το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο να αναφέρει πως στη μαρτυρία της η εναγόμενη ανέφερε πως εκείνο που γνώριζε περί ΧΑΚ το 1999 είναι πως όλοι όσοι αγόραζαν μετοχές κέρδιζαν, κάτι που ουδόλως συνάδει με τον εν λόγω ισχυρισμό της. Επιπρόσθετα σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας της η εναγόμενη ανέφερε πρόσωπα ή συνθήκες που να της δόθηκαν τέτοιες παραστάσεις. Τα ίδια ακριβώς σχόλια ισχύουν και στον ισχυρισμό ότι το χρέος της δεν θα ξεπερνούσε την αξία των μετοχών που αυτή θα κατείχε. Ως ένα επιπλέον στοιχείο αδύνατο στην εκδοχή της εναγόμενης αποτελεί και το πιο κάτω: Η εναγόμενη «θωρακίστηκε» ουσιαστικά πίσω από τη μαρτυρία της πως όποτε αγόραζε μετοχές από τους ενάγοντες τους πλήρωνε και όποτε πωλούσε εισέπραττε από αυτούς. Πέραν της γενικότητας αυτής της αναφοράς διαπιστώνονται και τα πιο κάτω στοιχεία τα οποία δεν βοηθούν την εκδοχή της σε σύγκριση με την εκδοχή που παρουσίασαν οι ενάγοντες: (α) Δεν παρουσίασε οποιαδήποτε στοιχεία αναφορικά με ποιες μετοχές έδωσε εντολές για αγορά, ούτε και για ποιες μετοχές έδωσε εντολές για πώληση, ούτως ώστε να συγκριθούν με το τεκμήριο 2 που παρουσίασαν οι ενάγοντες, οπότε θα ελεγχόταν εάν υπάρχει διαφορά. (β) Επί του τεκμηρίου 2 όμως περιορίστηκε να πει πως αναγνώριζε μόνο τις πληρωμές που έγιναν προς αυτήν και όχι τις εντολές για αγορά μετοχών, προφανώς επειδή οι τελευταίες δεν άφηναν κέρδη. Αυτή όμως η θέση και μαρτυρία δεν ακούγεται λογική. (γ) Δεν ξεκαθάρισε στη μαρτυρία της πως πλήρωνε όταν έδινε εντολές για αγορές μετοχών, δηλαδή αν προπλήρωνε ή πλήρωνε μετά, γεγονός που αφήνει αναντίλεκτη τη θέση των εναγόντων πως η εναγόμενη δεν προπλήρωνε πάντοτε για τις εντολές αγορών. Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω και στη βάση της αποδεκτής μαρτυρίας καθώς και της νομικής πτυχής που διέπει την παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο κρίνει ότι η εκδοχή της εναγόμενης είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και ως εκ τούτου την απορρίπτει. Έχοντας περαιτέρω κατά νου πάλι τα ευρήματα και τη νομική πτυχή της υπόθεσης, κρίνεται ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η εναγόμενη τους έδωσε εντολές για όλες τις χρηματιστηριακές πράξεις στις οποίες αυτοί προέβηκαν όπως αυτές εμφαίνονται επί του τεκμηρίου
- Ενώ για τις πωλήσεις μετοχών οι ενάγοντες προέβηκαν σε πληρωμές προς την εναγόμενη, η τελευταία για κάποιες από τις αγορές δεν τους κατέβαλε το τίμημα παρά το γεγονός ότι ήταν κατ΄ εντολή της και τις ενέκρινε αργότερα με τη συμπεριφορά της ως έχει εξηγηθεί. Πέραν όλων των πιο πάνω δεν θα πρέπει να παραγνωριστεί το στοιχείο πως εάν πετύχει η εκδοχή της εναγόμενης θα σήμαινε ότι υπήρξε εκ μέρους των εναγόντων μία πολύ καλά οργανωμένη και ψευδής παρουσίαση για όλα τα στοιχεία που παρουσίασαν ενώπιον του Δικαστηρίου, με τη συνδρομή άλλων υπηρεσιών ή και θυγατρικών τους νομικών προσώπων προκειμένου να διεκδικήσουν χρήματα που δεν δικαιούνται. Επιπλέον όμως μια τέτοια εισήγηση για να άξιζε περαιτέρω συζήτησης ή ενασχόλησης θα έπρεπε τουλάχιστον να στηρίζεται σε συγκεκριμένα στοιχεία που να δικαιολογούν όχι μόνο υποψίες αλλά αποδείξεις. Ούτε υποψίες υπήρξαν, ούτε αποδείξεις και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται άλλο συμπέρασμα πως η εκδοχή της εναγόμενης δεν δύναται να γίνει αποδεκτή. Θα πρέπει σ΄ αυτό το στάδιο να επισημανθεί πως τα όσα παρουσιάστηκαν εκ μέρους των εναγόντων για το πώς προέκυψε το οφειλόμενο ποσό επί του τεκμηρίου 2 κρίνονται ικανοποιητικά για να δικαιούνται σε απόφαση. Πέραν τούτου όμως ως επισφράγιση του εν λόγω συμπεράσματος λειτουργεί το τεκμήριο 17 στο οποίο η εναγόμενη αναγνώρισε ότι στις 08.09.2000 όφειλε στους ενάγοντες το ποσό των ΛΚ38.231,
- Η αμέσως πιο πάνω αναφορά δικαιολογεί ερώτημα ποιο ακριβώς από τα δύο ποσά δικαιούνται οι ενάγοντες σε απόφαση. Με αναφορά στη μαρτυρία του ΜΕ1 ότι οι ενάγοντες χρέωσαν την εναγόμενη τόκους και/ή αργότερα έξοδα διαχείρισης επειδή η εναγόμενη δεν πλήρωνε το χρέος της κρίνεται, πως, είναι δίκαιο, αφού δεν υπήρξε τέτοια συμφωνία για χρέωση τόκων ή εξόδων διαχείρισης και δεν προκύπτει ούτε από τη μαρτυρία κάτι τέτοιο, όπως εκδοθεί απόφαση στη βάση του ποσού των ΛΚ36.096,00 που πηγάζει από το τεκμήριο 2 και όχι βεβαίως στη βάση του ποσού των ΛΚ38.231,23 είτε ακόμη και του ποσού των ΛΚ42.944,33 που είναι η απαίτηση, καθ΄ ότι είναι ξεκάθαρο ότι τα δύο τελευταία ποσά προέκυψαν κατά τους ενάγοντες κατόπιν χρέωσης τόκων και εξόδων διαχείρισης. Επιπρόσθετα των πιο πάνω ένα άλλο στοιχείο το οποίο κατά το Δικαστήριο λειτουργεί ως επιπλέον λόγος για να εκδοθεί απόφαση προς όφελος των εναγόντων είναι το γεγονός που προέκυψε από την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΕ4 (βλέπε παράγραφος 17 του τεκμηρίου Δ) όπου σύμφωνα μ΄ αυτήν από τις αγορές μετοχών που έγιναν επ΄ ονόματι της εναγόμενης βρίσκονται επ΄ ονόματι της οι μετοχές που αγοράστηκαν εκτός και αν αυτή στη συνέχεια της έχει διαθέσει και εισπράξει την αξία τους. Σημειώνεται επί αυτού του θέματος πως η μαρτυρία αυτή δεν αμφισβητήθηκε και ούτε η εναγόμενη αποποιήθηκε οποτεδήποτε στο παρελθόν την ιδιοκτησία τους. Τέλος και επειδή έχει εγερθεί ζήτημα από την εναγόμενη ότι οι ενάγοντες δυνάμει της Παραγράφου 8 του Τεκμηρίου 17 είχαν δικαίωμα να πωλήσουν τις μετοχές της και να μειώσουν την οποιαδήποτε ζημιά τους το Δικαστήριο κρίνει πως παρόλο που διαφαίνεται να υπήρχε τέτοιο δικαίωμα δεν θα ήταν δίκαιο για τους ενάγοντες να στερηθούν της απόφασης. Η τυχόν πώληση μετοχών της εναγόμενης ταυτόχρονα με την μείωση της ζημιάς τους δεν θα είχε μόνο τη μείωση του ποσού που θα κατέβαλλε η εναγόμενη σ΄ αυτούς αλλά θα είχε ως παρεπόμενο και τη μείωση της περιουσίας της δηλαδή δεν θα είχε είτε καθόλου ή όλες τις μετοχές που οι ενάγοντες αγόρασαν εκ μέρους της, περιουσία την οποία κατέχει και/ή ως αναφέρθηκε πιο πάνω εάν δεν κατέχει την έχει πωλήσει και εισπράξει την αξία των μετοχών. Συνεπώς από την μη πώληση των μετοχών της η εναγόμενη δεν στερήθηκε της περιουσίας της. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω εκδίδεται απόφαση στην αγωγή προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €61.673,68 (ΛΚ36.096,00) πλέον νόμιμο τόκο. Τα έξοδα της δίκης στην αγωγή επιδικάζονται εναντίον της εναγόμενης, να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με την Ανταπαίτηση την οποία έχει εγείρει η εναγόμενη κρίνεται πως με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε απόφαση. Ειδικότερα ως προς το α, β και γ της Ανταπαίτησης αυτά είναι άμεσα συνυφασμένα με την απαίτηση η οποία έχει επιτύχει και δεν είναι νοητό ταυτόχρονα να επιτύχουν και οι εν λόγω αξιώσεις. Ως προς το δ της Ανταπαίτησης κρίνεται ότι όλα τα ζητούμενα έγγραφα έχουν κατατεθεί στη δίκη, η δε εναγόμενη δικαιούται να πάρει αν το επιθυμεί αντίγραφα και δεν δικαιολογείται τέτοια αξίωση αν ληφθεί υπόψη ότι το τεκμήριο 2 που είναι βασικό έγγραφο για λογαριασμό της εναγόμενης της υποδείχθηκε πολύ πριν τη δίκη. Τέλος όσον αφορά την αξίωση (ε) για αποζημιώσεις λόγω αμέλειας και παράβασης συμφωνίας και/ή αμελών παραστάσεων και/ή ψυχική πίεση και/ή παράβαση εμπιστευτικών καθηκόντων και/ή καθηκόντων θεματοφύλακα και/ή αναληθών παραστάσεων διαπιστώνεται πως ουδεμία αποδεκτή μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα σημειώνεται πως η εκδοχή της εναγόμενης κατά τη δίκη για πρόκληση ζημιάς δεν στηριζόταν στις πιο πάνω βάσεις. Εκείνο που θα ήταν ορθό να αξιώνει η εναγόμενη συμφώνως της μαρτυρίας της (η οποία βεβαίως απορρίφθηκε) είναι αποζημιώσεις για παράνομες ενέργειες συνδέοντας τη βάση αυτή με τη θέση ότι εξαιτίας «μαυροπινακίσματος» της στο ΧΑΚ από τους ενάγοντες αυτή δεν μπορούσε να διαθέσει τις μετοχές της και ως εκ τούτου υπέστηκε ζημιά. Συνεπώς ανεξάρτητα από τα όσα έχουν αποφασισθεί στην υπόθεση 652/01 Φάνος Επιφανίου ν. Συμβουλίου Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, ημερομηνίας 13.05.2002, την οποία επικαλείται η εναγόμενη δεν υπάρχει ούτως ή άλλως το αναγκαίο υπόβαθρο για απόδειξη της θέσης της εναγόμενης, ως εκ τούτου απορρίπτεται και γι΄ αυτό το λόγο η αξίωση της για αποζημιώσεις εξαιτίας συμπεριφοράς των εναγόντων. Παρά την πιο πάνω αδυναμία στο δικόγραφο της εναγόμενης το Δικαστήριο επιθυμεί να αναφέρει πως ακόμη και στην ενδεδειγμένη βάση αγωγής η εναγόμενη απότυχε να αποδείξει ότι οι ενάγοντες προέβηκαν σε οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια σε βάρος της. Για τη στήριξη αυτού του συμπεράσματος κρίνεται αρκετή η αναφορά του ΜΕ5, Λειτουργού του ΧΑΚ, πως τέτοιο εμπόδιο δεν υπήρχε για την εναγόμενη αλλά και πως για την περίοδο που ισχυρίζεται ότι δεν μπορούσε να διαθέτει τις μετοχές της μέσα από το τεκμήριο 55 φαίνεται ότι προέβαινε σε τέτοιες πράξεις. Επιπλέον παρατηρείται πως δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η αναγκαία μαρτυρία για την αξία των μετοχών της όπως αυτή ίσχυε την περίοδο που ισχυρίζεται ότι στερήθηκε της διάθεσης τους, συνακόλουθα ουδέν στοιχείο υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου που να νομιμοποιεί αλλά και να επιτρέπει επιδίκαση του ποσού των ΛΚ22.661,35 + ΛΚ5.260,00 που η εναγόμενη ανέφερε ότι υπέστηκε ως ζημιά. Εν όψει και των τελευταίων συμπερασμάτων του Δικαστηρίου η Ανταπαίτηση της εναγόμενης απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της, να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα αφορούν μόνο στα δικόγραφα και εμφανίσεις και οποιοδήποτε άλλο θέμα που έχουν προκύψει για τους σκοπούς της Ανταπαίτησης. (Υπ.)............ Δ. Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΤΑ Subject: Civil/Other Action/Final Αναφορά: Εντολές για χρηματιστηριακές πράξεις στο ΧΑΚ - Έγκριση πράξεων (Άρθρα 156, 157, 159 του Κεφ. 149). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο