← Κύπρος

TAREK SAYED RAJAB ν. Μαρίας Ξενοφώντος κ.α., Αρ. Αγωγής: 6892/05, 25.5.2009

TAREK SAYED RAJAB ν. Μαρίας Ξενοφώντος κ.α., Αρ. Αγωγής: 6892/05, 25.5.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A130 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6892/05 Μεταξύ: TAREK SAYED RAJAB, από το Κουβέιτ Ενάγοντα - και -

  1. Μαρίας Ξενοφώντος, από τη Λεμεσό
  2. Κυριάκου Ξενοφώντος, από τη Λεμεσό
  3. Αντρέα Γιωρκάτζιη, από τη Λεμεσό
  4. PHARMATECH LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 6.5.2009 Ημερομηνία: 25.5.2009 Για τους Αιτητές - Εναγόμενους 1 και 2: κα Γ. Ζαχαρίου (κα Ζ. Νικολάου για ν΄ ακούσει απόφαση) Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση - Ενάγοντα: κος Α. Χαραλάμπους και κα Κ. Ευαγγέλου για κ. Ε. Στυλιανίδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση οι Εναγόμενοι 1 και 2 - Αιτητές εξαιτούνται την τροποποίηση της Εκθεσης Υπεράσπισης που καταχώρησαν στις 23.10.
  5. Για να εκτιμηθεί το εύρος και η σημασία των εξαιτούμενων τροποποιήσεων θα πρέπει πρώτιστα να αποκρυσταλλωθούν τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από την υφιστάμενη δικογραφία. Ο Ενάγοντας επιθυμούσε στην ίδρυση Φαρμακοβιομηχανίας στην Κύπρο και είχε ζητήσει τις υπηρεσίες της Εναγόμενης 1 που είναι εγκεκριμένη λογιστής - ελεγκτής. Τον Ιανουάριο του 1992 συστάθηκε η Εναγόμενη 4 εταιρεία, με διευθυντές την Εναγόμενη 1 και τον πρώην Εναγόμενο 3, δικηγόρο, για να χρησιμοποιηθεί ως όχημα για την απόκτηση γης για ανέγερση εργοστασίου και ίδρυση φαρμακοβιομηχανίας. Αγοράστηκαν κατ΄ αρχάς τρία τεμάχια γης τα οποία μεταβιβάστηκαν στο όνομα της Εναγόμενης
  6. Το συνολικό τίμημα αγοράς των τριών τεμαχίων ήταν £97.000 (παραγρ. 8 της Έκθεσης Απαίτησης). Ολόκληρο το πιο πάνω ποσό, τα μεταβιβαστικά και επιπρόσθετο ποσό που ζητήθηκε από την Εναγόμενη 1 ως ποσό που καταβλήθηκε από την ίδια για διεκπεραίωση της αγοράς και μεταβίβασης των τεμαχίων επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 4, καταβλήθηκαν από τον Ενάγοντα (παραγρ. 9 της Έκθεσης Απαίτησης). Αργότερα αγοράστηκε ακόμη ένα τεμάχιο το οποίο μεταβιβάστηκε στο όνομα της Εναγόμενης 4 (παραγρ. 10 της Έκθεσης Απαίτησης). Ποσό £65.000, τα μεταβιβαστικά και επιπρόσθετο ποσό που ζητήθηκε από την Εναγόμενη 1 ως ποσό που καταβλήθηκε από την ίδια για τη διεκπεραίωση της αγοράς και μεταβίβασης των τεμαχίων επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 4 καταβλήθηκε από τον Ενάγοντα μέσω της Εναγόμενης 1 (παραγρ. 11 της Έκθεσης Απαίτησης). Οι παράγραφοι 8 - 11 της Έκθεσης Απαίτησης γίνονται παραδεχτές στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2, όσο και αν στη συνέχεια ισχυρίζονται πως την περίοδο Δεκεμβρίου 1991 - Μαϊου 1993 τα ποσά που απέστειλε ο Ενάγοντας ήταν £140.012,45 και αναφέρονται δύο εμβάσματα σε τράπεζα του Δεκεμβρίου του 1991 για ποσό £20.000 και του Φεβρουαρίου του 1992 για £120.
  7. Ότι αναμφίβολα αποδέχονται με την παραδοχή των παραγράφων 8 - 11 της Έκθεσης Απαίτησης είναι πως ο Ενάγοντας κατέβαλε £162.000, τα μεταβιβαστικά έξοδα και κάποια επιπλέον έξοδα που η Εναγόμενη 1 του παρουσίασε. Για τις εργασίες της Εναγόμενης 4 ανοίχθηκε τραπεζικός λογαριασμός στο όνομα της Εναγόμενης 4 τον οποίο διαχειριζόταν η Εναγόμενη 1 (παραγρ. 13 της Έκθεσης Απαίτησης) και στον οποίο γίνονταν εμβάσματα από τον Ενάγοντα (παραγρ. 15 της Έκθεσης Απαίτησης). Ακόμη σε λογαριασμούς της Εναγόμενης 1 εμβάστηκαν κατά καιρούς διάφορα ποσά από τον Ενάγοντα για τις ανάγκες των δραστηριοτήτων που αφορούσαν την ίδρυση της φαρμακοβιομηχανίας (παραγρ. 14 της Έκθεσης Απαίτησης). Οι παράγραφοι 13 - 15 της Έκθεσης Απαίτησης γίνονται παραδεκτές στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και
  8. Ο Ενάγοντας αποφάσισε σε κάποιο στάδιο να μην προχωρήσει στην ίδρυση της φαρμακοβιομηχανίας και να πωλήσει τα 4 τεμάχια. Υπάρχουν αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές αναφορικά με τις περιβάλλουσες τις πωλήσεις περιστάσεις, που δεν θα απασχολήσουν στο στάδιο τούτο. Οι πωλήσεις διενεργήθηκαν από την ιδιοκτήτρια Εναγόμενη 4 που διευθύνετο από την Εναγόμενη 1 και τον Εναγόμενο 2 πατέρα της, που φαίνεται σε κάποιο στάδιο να πήρε τη θέση του πρώην Εναγόμενου 3 ως διευθυντής της Εναγόμενης
  9. Με την παράγραφο 23 της Έκθεσης Απαίτησης ο Ενάγοντας επικαλούμενος τα αποτελέσματα έρευνας στο Κτηματολόγιο Λεμεσού καταγράφει 5 μεταβιβάσεις μεριδίων που καλύπτουν το σύνολο της περιουσίας της Εναγόμενης 4 που δηλώθηκαν ότι πωλήθηκαν για ποσά που συμποσούνται σε £165.
  10. Με την παράγραφο 14 της Έκθεσης Υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται την παράγραφο 23 της Έκθεσης Απαίτησης. Δέχονται, ωστόσο, ότι έγιναν μεταβιβάσεις σε τρίτα πρόσωπα και έχει αποξενωθεί ολόκληρη η περιουσία την οποία αγόρασε η Εναγόμενη
  11. Δεν προβαίνουν σε οιαδήποτε παραδοχή αναφορικά με τα ποσά που εισπράχθηκαν και πουθενά δεν καταγράφουν ποια ποσά πράγματι εισπράχθηκαν. Η βασική θέση των Εναγομένων 1 και 2 είναι πως ο Ενάγοντας συμφώνησε με την Εναγόμενη 1 όπως από το προϊόν πώλησης των τεμαχίων πληρωθούν τα έξοδα που είχαν δημιουργηθεί συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της Εναγόμενης 1 για την παροχή διαφόρων υπηρεσιών προς όφελος του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 4 (παράγρ. 10(η) της Έκθεσης Υπεράσπισης). Αναφέρεται ακόμα στην Έκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 πως με οδηγίες του Ενάγοντα η Εναγόμενη 1 είχε κάμει ενέργειες για επίτευξη συμφωνίας συνεργασίας της Εναγόμενης 4 με αγγλική φαρμακοβιομηχανία και πως σε συνεννόηση με τον Ενάγοντα προχώρησε σε περαιτέρω ενέργειες για την υλοποίηση της ίδρυσης και εγκατάστασης της φαρμακοβιομηχανίας και την ανέγερση κτιριακού συγκροτήματος και αφιέρωσε πολύτιμο χρόνο, κόπο και εργασία (παράγρ. 10(β) και (γ) της Έκθεσης Υπεράσπισης). Αναφέρεται ακόμη (παράγρ. 18 της Έκθεσης Υπεράσπισης) πως η Εναγόμενη 1 πρόσφερε υπηρεσίες στον Ενάγοντα και την Εναγόμενη 4, εργασίες που της ανατέθηκαν από τον Ενάγοντα που ήταν ευχαριστημένος και που μάλιστα υποσχέθηκε στην Εναγόμενη 1 ότι με την ολοκλήρωση επιτυχώς της ίδρυσης της φαρμακοβιομηχανίας θα της έδιδε επιπλέον ποσό ενός εκατομμυρίου λιρών. Ότι σε βασικές γραμμές προκύπτει από τη δικογραφία των μερών είναι πως ο Ενάγοντας πλήρωσε £162.000, μεταβιβαστικά έξοδα, επιπλέον έξοδα που η Εναγόμενη 1 του παρουσίασε ενώ έκανε και διάφορα εμβάσματα σε τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομα της Εναγόμενης 4 αλλά και της Εναγόμενης
  12. Αγοράστηκαν περιουσίες τότε στην τιμή των £162.000 οι οποίες μεταγενέστερα πωλήθηκαν. Διατείνεται ο Ενάγοντας ότι πωλήθηκαν για μεγαλύτερα ποσά απ΄ όσα δηλώθηκαν στο Κτηματολόγιο. Τούτο αμφισβητείται. Κοινό έδαφος παραμένει ότι η περιουσία πωλήθηκε και ο Ενάγοντα ουδέν εισέπραξε. Οι Εναγόμενοι 1 και 2, χωρίς να αναφέρουν στην Έκθεση Υπεράσπισης τους τα ποσά που εισπράχθηκαν, ισχυρίζονται ότι τούτα έχουν λογιστεί και εξαντλήθηκαν προς ικανοποίηση εξόδων της Εναγόμενης 1 για τα οποία ο Ενάγοντας συμφώνησε να πληρωθούν από το τίμημα πώλησης. Ουδεμία αναφορά για συγκεκριμένο έξοδο και ποσό εξόδου γίνεται στην Έκθεση Υπεράσπισης. Είναι η θέση της Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 πως τα εισπραχθέντα ποσά δεν υπερέβαιναν τα έξοδα γι΄ αυτό και δεν απέδωσαν οποιονδήποτε ποσό στον Ενάγοντα. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 6.5.
  13. Αναφέρεται πως λάθη και παραλείψεις που καθιστούν την τροποποίηση αναγκαία διαπιστώθηκαν κατά τη μελέτη της υπόθεσης από τους νέους δικηγόρους που οι Εναγόμενη 1 και 2 διόρισαν και που καταχώρησαν ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου στις 16.4.
  14. Ο Ενάγοντας καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης όπου διατυπώνονται δέκα λόγοι ένστασης και που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Κατερίνας Ευαγγέλου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Ενάγοντα ημερομηνίας 14.5.
  15. Η Δ.25, Θ. 1, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η αίτηση προβλέπει πως: «Το Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφά του, με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται, οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές.» Θα προσπαθήσω, κατ΄ αρχάς να εκθέσω τις βασικές αρχές. Η αρχή που επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Νewspapers Ltd [1970] 2 All E. R. 754, έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων η Nicolaides v. Yerolemi

(1980)1 A.A.Δ. 1, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ. ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934. Ο Λόρδος Denning είχε αναφέρει πως: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money." Στην υπόθεση Tildesley v. Harper 10 Ch. D. 393 αναφέρει ο Bramwell L. J. στη σελ. 396: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder he has done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise. However negligent or careless may have been the first omission and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs. Before the hearing leave is readily granted on payment of the costs occasioned unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amendment pleading was delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Transway Co. 16 Q.B.D. 556)." (Bλ. επίσης Ευριπίδου v. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24, William Patric Jack v. Philippa Estates Ltd
(1988)1 Α.Α.Δ. 607, Mahatton v. Viceroy Shipping Co. Ltd
(1979)1 Α.Α.Δ. 542, όπου το πιο πάνω απόσπασμα έχει υιοθετηθεί). Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ. ά. (πιο πάνω) αναφέρεται πως: "Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Στην υπόθεση Geto Tracing Import - Export Ltd. V. To Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev, (αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714, 716 λέχθηκε πως: "Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιόν του τις πραγματικές επίδικες διαφορές." Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 704, προβάλλεται η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του θέματος: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» Στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)A.A.Δ. 24 υποβλήθηκε αίτημα για τροποποίηση στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και αφού είχε ολοκληρωθεί η αγόρευση της μιας πλευράς. Η αίτηση βασίζετο στον Κ. 90 των Κυπριακών Θεσμών Ναυτοδικείου, όπου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να εγκρίνει τροποποίηση της δικογραφίας, ασκείται με βάση τις ίδιες αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, στο ίδιο πεδίο, σε άλλους τομείς της αστικής δικαιοδοσίας. Αναφέρεται στη σελ. 26 πως: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και εξισορροπούνται μετά από συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους και των συμφερόντων του δημοσίου στη εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» (Bλέπε επίσης Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33, Claraped v. Commercial Union Association 32 W. R., Steward v. North Metropolitan Transways Company (πιο πάνω), Michael v. United Sea Transport Co. Ltd
(1982)1 Α.Α.Δ. 401, Mahatton v. Viceroy Shipping Co. Ltd and Another (πιο πάνω), United Sea Transport Co. Ltd. and Another v. Zakou
(1980)1 Α.Α.Δ. 510). Ο παράγοντας καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση, μπορεί, κάτω από ορισμένες περιστάσεις, να επηρεάσει το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, όμως ο παράγοντας αυτός δεν είναι αφ΄ εαυτού αποφασιστικής σημασίας στην έκβαση της αίτησης. Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Export Co. κ. ά. v. A.G. Leventis Company (Nigeria) Ltd και άλλοι
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 αναφέρεται πως: «O παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας.» Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Αζά (πιο πάνω), αναφέρεται πως: «Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια.» (Bλέπε επίσης Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ. ά. (πιο πάνω) και Evripidou and Another v. Kannaourou (πιο πάνω). Προκύπτει πως ο παράγοντας καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και βασικά σαν συνισταμένη τυχόν επηρεασμού των δικαιωμάτων του καθ΄ ου η αίτηση. Η υπόθεση Γραμμές Στριντζή v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, 611 δίδει μια διαφοροποιημένη προσέγγιση. Αναφέρεται πως: «Τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή, εύλογα, μπορούσαν να εντοπίσουν από τους εναγομένους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Η αλλαγή δικηγόρου διαδίκων δεν παρέχει αφ΄ εαυτής λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας, ούτε δικαιολογία για την καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος.» Ακόμα, στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Αντρέας Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, στη σελ. 562 αναφέρεται πως: «Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσειόντων στην έκταση που τη θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους.» Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 44 παρατίθεται απόσπασμα από την υπόθεση Cropper v. Smith
(1884)26 Ch. D. 700, 710-711 ότι: "... I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right." Και μνημονεύεται η Easton v. Ford Motor Co. Ltd.
(1993)4 All E. R. 257 που την επαναβεβαιώνει. Με αναφορά στη δική μας νομολογία και ειδικά σε σχέση με τις περιπτώσεις όπου η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή μνημονεύεται απόσπασμα από την Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.Α.Δ. 426, 432 ότι: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δε συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή.» Σημειώνεται ακόμη πως: «Στην Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ΄ ουσία τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό, με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση.» Με την παράγραφο Α της αίτησης επιζητείται η τροποποίηση της παραγράφου 6 της Εκθεσης Υπεράσπισης ώστε εκεί που οι Εναγόμενοι 1 και 2 φέρονταν να συμφωνούν με τις παραγράφους 4-7 της Εκθεσης Απαίτησης να συμφωνούν και με την παράγραφο 3 της Εκθεσης Απαίτησης. Η τροποποίηση δεν είναι αναγκαία. Κατά πρώτο λόγο εάν οι Εναγόμενοι 1 και 2 επιθυμούν να προβούν στην παραδοχή της παραγράφου 3 ή οιουδήποτε ισχυρισμού της Εκθεσης Απαίτησης μπορούν να το πράξουν μέσω δηλώσεως του δικηγόρου τους. Κατά δεύτερο λόγο η παράγραφος 3 της Εκθεσης Απαίτησης τυγχάνει αντιμετώπισης και σχολιασμού στην παράγραφο 5 της Εκθεσης Υπεράσπισης η οποία δεν επιζητείται να αλλάξει. Συνεπώς δεν υπάρχει περιθώριο για να επιτραπεί η παράγραφος Α της αίτησης. Με τις παραγράφους Β και Γ της αίτησης επιζητείται η τροποποίηση της παραγράφου 7 της Εκθεσης Υπεράσπισης. Ζητούν οι αιτητές να αποσύρουν την παραδοχή των παραγράφων 8-11 της Εκθεσης Απαίτησης πλην των εκεί αναφορών σε χρηματικά ποσά. Εάν αποσυρθεί η παραδοχή των ισχυρισμών των παραγράφων 8-11 τότε τα εκεί αναφερόμενα ποσά, που παραμένουν παραδεκτά, φαίνονται να είναι μετέωρα. Παραμένει η παραδοχή των ποσών των Λ.Κ.97.000 και Λ.Κ.65.000 ως τι; Είχα εγείρει το ζήτημα κατά τη συζήτηση της αίτησης χωρίς να έχω λάβει διευκρινίσεις. Πιθανολογώ πως αυτό που θα ήθελαν να δικογραφήσουν οι Εναγόμενοι 1 και 2 ότι παραδέχονται είναι πως πράγματι το συμφωνηθέν τίμημα για τα τρία τεμάχια που αναφέρονται στην παράγραφο 8 της Εκθεσης Απαίτησης ήταν Λ.Κ.97.000 και πως το ποσό των Λ.Κ.65.000 ήταν κάποιο ποσό που σχετιζόταν με τη διεκπεραίωση της αγοράς και των τεσσάρων τεμαχίων όπως αναφέρονται στην παράγραφο 11 της Εκθεσης Απαίτησης. Οι λοιποί ισχυρισμοί της παραγράφου 7 της Εκθεσης Απαίτησης παραμένουν ότι δηλαδή ο Ενάγοντας απέστειλε £140.012,45 ή £140.000 και στη βάση τούτου να προστεθεί ως συνεπακόλουθο πως ο Ενάγοντας δεν πλήρωσε όλα τα χρηματικά ποσά έναντι των αγορών. Είχα από τις 4.12.2008 σε απόφαση μου σε αίτηση των Εναγομένων 1 και 2 εντοπίσει, όπως και πιο πάνω επαναλαμβάνω, την ασυνέπεια που υπήρχε στην παράγραφο 7 της Εκθεσης Υπεράσπισης. Εάν ορθά κατανοώ τι θέλουν να δικογραφήσουν οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι πως για την αγορά των τεσσάρων τεμαχίων το κόστος ήταν £162.000 (£97.000 συν £65.000) και ο Ενάγοντας απέστειλε μόνο £140.000 ή £140.012,45. Στην Ετήσια Πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας διαχρονικά υπό τη Δ.28, θ.1 πριν το 1962 και Δ.20/5-8/16 στη συνέχεια, καταγράφεται η θέση πως μια παραδοχή που έγινε εκ παραδρομής (inadvertently) μπορεί να αποσυρθεί και το δικογράφημα που την εμπεριέχει να τροποποιηθεί ανάλογα. Γίνεται παραπομπή στις Clarke v. Yorke
(1882)W.R. 62, σελ. 63 και Hollis v. Burton
(1892)3 Ch. 226, σελ. 236. Στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση 1975, υπό τον τίτλο «τροποποιήσεις που δεν επιτρέπονται» αναφέρεται στη σελίδα 131 ότι όπου μια τροποποίηση επιδιώκει να αποσύρει μια παραδοχή το Δικαστήριο θα διερευνήσει (inquire) τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε η παραδοχή και θα επιτρέψει τέτοια τροποποίηση μόνο όπου η παραδοχή έγινε εκ παραδρομής. Γίνεται παραπομπή στις δύο αμέσως πιο πάνω αυθεντίες. Προστίθεται ακόμη πως η τροποποίηση μπορεί ακόμη να επιτραπεί όταν νέα γεγονότα έχουν έρθει στην επιφάνεια που δικαιολογούν την απόσυρση της παραδοχής. Στην H. Clark (Dancaster) Ltd v. Wilkinson
(1965)1 All E.R. 934, το Αγγλικό Εφετείο εξετάζοντας ζήτημα ανάκλησης προφορικής παραδοχής από δικηγόρο διάδικου αναφέρει πως αν ο αντίδικος έχει ενεργήσει στη βάση της παραδοχής εις βλάβη του μπορεί να μην επιτραπεί ανάκληση της. Γίνεται παράλληλη αναφορά (σελ. 936) στην περίπτωση όπου από λάθος γίνεται μια παραδοχή σε ένα δικόγραφο. Σημειώνεται πως αυτή μπορεί να ανακληθεί αν ο αντίδικος δεν έχει δυσμενώς επηρεαστεί ή ακόμη αν οιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός μπορεί να θεραπευτεί με αποζημίωση σε έξοδα. Μνημονεύεται ακόμη το παράδειγμα της Δ.27 θ.2
(2)των Θεσμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας υπό την οποία επίσημη παραδοχή σε δικόγραφο μπορεί να αποσυρθεί καθ΄ οιονδήποτε στάδιο με όρους που θα κριθούν δίκαιοι. Στην προκείμενη περίπτωση ο συγκεκριμένος θετικός ισχυρισμός καταδεικνύει πως η γενική παραδοχή των παραγράφων 13-15 της Εκθεσης Απαίτησης οφειλόταν σε παραδρομή. Υπό τις περιστάσεις δεν θα αναμένονταν και πολλές εξηγήσεις. Με την παράγραφο Δ της αίτησης επιζητείται η προσθήκη ισχυρισμών μετά το τέλος της παραγράφου 8 της Εκθεσης Υπεράσπισης. Με την παράγραφο 8 γίνεται παραδοχή των ισχυρισμών των παραγράφων 13-15 της Εκθεσης Απαίτησης και με την αίτηση δεν ζητείται η διαγραφή της πιο πάνω θέσης. Η θέση που επιζητείται να εισαχθεί ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε υποχρέωση να λογοδοτεί στον Ενάγοντα αναφορικά με τα καθημερινά έξοδα δεν μπορεί να επιτραπεί αφού παραμένει η παραδοχή της παραγράφου 13 της Εκθεσης Απαίτησης ότι η Εναγόμενη 1 είχε υποχρέωση να αποδίδει λογαριασμό στον Ενάγοντα για κάθε πληρωμή και/ή είσπραξη. Ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη 1 έδιδε πάντοτε λογαριασμούς στον Ενάγοντα και εξασφάλιζε τη συμφωνία του για κάθε κίνηση ή συναλλαγή δεν αντιμάχεται οιασδήποτε άλλης θέσης που υπάρχει στην Εκθεση Υπεράσπισης. Ο ισχυρισμός πως η Εναγόμενη 1 δεν είχε υποχρέωση να λογοδοτεί για τον προσωπικό της λογαριασμό είναι αχρείαστος. Ασφαλώς και δεν είχε τέτοια υποχρέωση. Ότι ισχυρίζεται ο Ενάγοντας στην παράγραφο 15 της Εκθεσης Απαίτησης και παραμένει παραδεκτό είναι πως η Ενάγουσα υποχρεούτο να αποδίδει εξηγήσεις και/ή λογαριασμό αναφορικά με τις ενέργειες της σε σχέση με τη διαχείριση ποσών που εμβάζονταν από ή με οδηγίες του Ενάγοντα στους λογαριασμούς της Εναγόμενης 1 και/ή της Εναγόμενης
  1. Με την παράγραφο Ε της αίτησης επιδιώκεται η προσθήκη ισχυρισμού στην παράγραφο 10(ε) της Εκθεσης Υπεράσπισης ότι η Εναγόμενη 1 πέραν του ότι ενημέρωνε ανελλιπώς τον Ενάγοντα για όλες τις ενέργειες που έκανε επιπλέον συμφωνούσε με τον Ενάγοντα. Εννοεί ότι ο Ενάγοντας αποδεχόταν και ενέκρινε τις ενέργειες της. Εχω την εντύπωση πως η θέση καλύπτεται, έστω έμμεσα, από το περιεχόμενο της παραγράφου 10(στ) που ακολουθεί αλλά και κατά τρόπο ξεκάθαρο από το περιεχόμενο της παραγράφου 19 της Εκθεσης Υπεράσπισης και είναι αχρείαστη η επανάληψη της στο συγκεκριμένο σημείο της Εκθεσης Υπεράσπισης. Με την παράγραφο ΣΤ της αίτησης ζητείται η τροποποίηση της παραγράφου 12 της Εκθεσης Υπεράσπισης ώστε να αρνείται τις παραγράφους 20 και 22 της Εκθεσης Απαίτησης. Στην Εκθεση Υπεράσπισης δεν υπάρχει αναφορά στις παραγράφους 20 και 22 της Εκθεσης Απαίτησης. Οι κανόνες δικογράφισης αναφέρουν πως όταν κάποιος ισχυρισμός, πέραν των ζημιών ή του ύψους του (Δ.21, θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας) αμφισβητείται πρέπει να γίνεται άρνηση του. Εν εναντία περιπτώσει θεωρείται ότι γίνεται παραδεκτός. Στην προκείμενη περίπτωση είναι πρόδηλο από ανασκόπηση της Εκθεσης Υπεράσπισης πως οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν ήθελαν να παραδεκτούν τις παραγράφους 20 και
  2. Διαπιστώνω πως όπου ήθελαν να παραδεκτούν κάποιο ισχυρισμό το έπρατταν με ρητή παραδοχή. Δεν άφηναν τον ισχυρισμό απλά αναπάντητο. Είναι πρόδηλο πως από αβλεψία δεν έγινε άρνηση των παραγράφων 20 και
  3. Εχοντας υπόψη τους ισχυρισμούς των παραγράφων 20 και 22 και τη γραμμή της υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 δεν θα μπορούσε να αναμενόταν η παραδοχή των ισχυρισμών που εμπεριέχουν. Ούτε θα αποδεχόμουν πως ο Εναγόμενος παρουσίασε την υπόθεση του υπό την αντίληψη ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 παραδέχονταν τους ισχυρισμούς των παραγράφων 20 και 22 της Εκθεσης Απαίτησης του. Με την παράγραφο Ζ της αίτησης ζητείται η εισαγωγή προσθήκης στην παράγραφο 16 της Εκθεσης Υπεράσπισης. Με την παράγραφο 16 οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνούντο ότι η Εναγόμενη 1 αρνείτο να καταβάλει προς τον Ενάγοντα ποσά που κατ΄ ισχυρισμό ιδιοποιήθηκε ή να δώσει λογαριασμούς και στοιχεία. Επιζητούν να προσθέσουν πως αυτοί κατέβαλαν ποσά και/ή υπέστηκαν ζημιές και απώλειες £169.
  4. Δεν υπάρχει ανταξίωση για οιονδήποτε ποσό και αντιλαμβάνομαι πως η θέση προβάλλεται ως υπεράσπιση στην αξίωση του Ενάγοντα. Η αναφορά δεν αλλοιώνει την ουσία της προβαλλόμενης υπεράσπισης ότι δηλαδή τα όποια ποσά εισπράχθηκαν από την πώληση των κτημάτων, λογίστηκαν με τη συγκατάθεση του Ενάγοντα και εξαντλήθηκαν προς ικανοποίηση των εξόδων της Εναγόμενης
  5. Απλά παρέχεται η λεπτομέρεια του ποσού. Σημειώνω στο σημείο τούτο πως η θέση πως δεν επιτρέπεται ο συμψηφισμός είναι ορθή εκτός και αν υφίσταται μεταξύ των μερών προς τούτο συμφωνία. Ότι επικαλείται η Εναγόμενη 1 είναι πως ο Ενάγοντα συμφώνησε όπως τα έξοδα πληρωθούν από τα έσοδα της πώλησης. Με την παράγραφο Η της αίτησης επιζητείται η προσθήκη στην παράγραφο 19 της Εκθεσης Υπεράσπισης πως οι ενέργειες των Εναγομένων 1 και 2 που ήταν σύμφωνα με τις οδηγίες και μετά από συνεννόηση με τον Ενάγοντα εγίνονταν και με τη γνώση και συγκατάθεση και προτροπή και συμβουλή του Εναγομένου
  6. Ο Εναγόμενος 3 δεν είναι πλέον διάδικο μέρος και σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός δεν προσθέτει οτιδήποτε έναντι του Ενάγοντα αφού δεν υπάρχει ισχυρισμός πως ο πρώην Εναγόμενος 3 ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του. Σε κάθε περίπτωση εάν υπάρχει μαρτυρία προς την κατεύθυνση αυτή μπορεί να προσφερθεί αφού καταλήγει στο αποτέλεσμα ότι ο Ενάγοντας έδιδε οδηγίες και συνενούσε κάτι που περιέχεται στη δικογραφία. Ο δικηγόρος του Ενάγοντα υποστήριξε πως ο πελάτης του θα υποστεί μεγάλη ζημιά μη θεραπεύσιμη με τον επιδικασμό εξόδων εάν επιτραπούν οι εξαιτούμενες τροποποιήσεις. Κατά τη θέση του εγείρονται με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις νέες βάσεις υπεράσπισης και νέοι ισχυρισμοί γεγονότων οι οποίοι δεν ετέθηκαν υπόψη του Ενάγοντα και των λοιπών μαρτύρων που παρουσίασε. Ακόμα πως με την απόσυρση παραδοχών ουσιαστικά γεννούνται νέα επίδικα ζητήματα. Θα πρέπει, ανέφερε, να επανακλητευθούν οι ουσιώδεις μάρτυρες και ενδεχόμενα πρόσθετοι μάρτυρες για τον Ενάγοντα. Αναφορικά με το ζήτημα των ποσών που ο Ενάγοντας έμβασε για την αγορά ακίνητης περιουσίας και συναφών εξόδων ο Ενάγοντας δεν εναπόθεσε την υπόθεση του στην παραδοχή των παραγράφων 8 - 11 της Έκθεσης Απαίτησης. Προσκόμισε μαρτυρία ότι τα ποσά που πλήρωσε ήταν £185.012,45, δηλαδή περισσότερα από το σύνολο των ποσών για τα οποία υφίστατο παραδοχή. Σχετικές είναι οι παράγραφοι 23 και 33 της γραπτής του δήλωσης (Τεκμήριο 1) και τα τεκμήρια 5 μέχρι 10 και 15 που παρουσίασε. Οι παραδοχές των παραγράφων 8 - 11 δεν τον επηρέασαν στον τρόπο παρουσίασης της υπόθεσης του. Προδήλως μετά και την απόφαση του Δικαστηρίου της 4.12.2008 διαπίστωσε και εκτίμησε τη διάσταση μεταξύ της ρητής παραδοχής των παραγράφων 8-11 της Εκθεσης Απαίτησης και των ισχυρισμών πως τα εμβάσματα του ανέρχονταν σε £140.000 ή £140.012,
  7. Το παραδεκτό ποσό των £140.012,45 είναι το άθροισμα του χρονικά 1ου και 3ου εμβάσματος που ο Ενάγοντας μαρτύρησε πως έκαμε. Ο δικηγόρος του Ενάγοντα επίστησε την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός της καταχώρισης την 10.3.2009 αίτησης τροποποίησης από τους Εναγόμενους 1 και 2 που έχει με άδεια του Δικαστηρίου αποσυρθεί. Είχαν ζητηθεί διαφορετικές τροποποιήσεις αναφέρει ο δικηγόρος υποστηρίζοντας την έλλειψη καλής πίστης εκ μέρους των Εναγομένων 1 και
  8. Διήλθα την αίτηση και την ένορκη δήλωση δικηγορικής υπαλλήλου των τότε δικηγόρων των Εναγομένων 1 και 2 που την συνόδευε. Οι τροποποιήσεις που επιζητούνταν διατυπώνονταν με άλλο τρόπο, προφανώς σύμφωνα με το στυλ των τότε δικηγόρων των Εναγομένων 1 και 2, όμως η ουσία ήταν η ίδια με αυτή που εκφράζεται μέσα από τις τροποποιήσεις που οι Εναγόμενοι 1 και 2 εξαιτούνται με τη υπό κρίση αίτηση. Μάλιστα επιβεβαιώνεται η ορθότητα της αντίληψης μου για την παράγραφο Β της υπό κρίση αίτησης. Η αίτηση ημερομηνίας 10.3.2009 αποκαλύπτει πως η πλευρά των Εναγομένων 1 και 2 είχε από τότε, δηλαδή πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, την πρόθεση να επιζητήσει την τροποποίηση της Εκθεσης Υπεράσπισης της. Μεσολάβησαν τα όσα ο φάκελος της αγωγής αποκαλύπτει και που δεν θα σχολιάσω. Το Δικαστήριο αποφάσισε τα ζητήματα που ηγέρθηκαν στους χρόνους που ηγέρθηκαν. Η όποια συμπεριφορά των Εναγομένων 1 και 2 και η προκληθείσα καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος τους δεν συνιστούν αφ΄ εαυτών τροχοπέδη στην επιτυχία της αίτησης τους στο βαθμό που πιο πάνω προδιαγράφεται. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα ως οι παράγραφοι Β, Γ, ΣΤ και Ζ της αίτησης. Καθ΄ όσον αφορά την παράγραφο Δ της αίτησης επιτρέπεται η προσθήκη μετά το τέλος της παραγράφου 8 της φράσης: «και ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη έδιδε πάντοτε λογαριασμούς και/ή εξηγήσεις και/ή εξασφάλιζε τη συμφωνία του Ενάγοντα για κάθε κίνηση και/ή συναλλαγή». Οι λοιπές εξαιτούμενες τροποποιήσεις απορρίπτονται. Η Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 να καταχωριστεί μέσα σε τρεις μέρες από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος το οποίο να πληρωθεί σήμερα και να επιδοθεί στην άλλη πλευρά η οποία θα έχει άλλες τρεις μέρες για να καταχωρίσει Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) όπως και τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 - Αιτητών. (Υπ.) ................ Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Τροποποίηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.