← Κύπρος

ΛΑΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΦΩΤΙΟΥ, Αρ.Αγωγής: 1648/04, 28.5.09

ΛΑΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΦΩΤΙΟΥ, Αρ.Αγωγής: 1648/04, 28.5.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A134 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 1648/04 Μεταξύ: ΛΑΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ Ενάγοντες Και ΜΑΡΙΟΣ ΦΩΤΙΟΥ, εκ Λεμεσού Εναγομένου ΚΑΙ ΔΙ΄ΑΝΤΑΓΩΓΗΣ Μεταξύ: ΜΑΡΙΟΣ ΦΩΤΙΟΥ, εκ Λεμεσού Ενάγοντας Και

  1. ΛΑΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ
  2. ΛΑΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΛΤΔ Εναγομένων -------------------- 28.5.09 Για την Ενάγουσα/ Εναγομένη 1 δι' ανταπαιτήσεως: κ. Λ. Χ'Πέτρου Για τον Εναγόμενο/Ενάγοντα δι' ανταπαιτήσεως: κ. Σ. Φασουλιώτης Για την Εναγόμενη 2 δι' ανταπαιτήσεως: κ. Κ. Λαμπριανίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο εναγόμενος υπήρξε επενδυτής στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Για το σκοπό αυτό είχε εξασφαλίσει πιστωτικές διευκολύνσεις από τους ενάγοντες (στη συνέχεια «η Λαϊκή Τράπεζα») μέσω ενός σχεδίου χρηματοδότησης που ήταν γνωστό ως «σχέδιο επενδυτής». Είναι παραδεκτό ότι ο εναγόμενος είχε υποβάλει αίτηση στις 13.5.99, για συμμετοχή στο σχέδιο επενδυτής η οποία εγκρίθηκε από τη Λαϊκή Τράπεζα (Τεκμήριο 2). Παραδεκτή είναι επίσης και η υπογραφή από τον εναγόμενο του πληρεξουσίου (Τεκμήριο 3), με το οποίο εξουσιοδότησε την εναγόμενη 2 δι' ανταπαιτήσεως (στη συνέχεια «Επενδυτική») να προβαίνει εκ μέρους του σε αγοραπωλησίες κινητών αξιών και σε όλες τις άλλες ενέργειες που αναφέρονται στο πληρεξούσιο έγγραφο, προκειμένου να καταστεί εφικτή και λειτουργική η αναφερθείσα συμφωνία του με τη Λαϊκή Τράπεζα. Όσον αφορά την αμοιβή της Επενδυτικής για τις υπηρεσίες που θα πρόσφερε στον εναγόμενο, σχετική είναι η συμφωνία Τεκμήριο 4, η υπογραφή της οποίας δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Παραδεκτή, επίσης είναι και η υπογραφή της συμφωνίας ενεχυρίασης των μετοχών (Τεκμήριο 9). Όπως βεβαίωσε ο λειτουργός της Λαϊκής Τράπεζας Κυριάκος Αναστασιάδης (ΜΕ1), μετά την υπογραφή των ανωτέρω εγγράφων, η ενάγουσα άνοιξε τον λογαριασμό 182-11-003277 στο όνομα του εναγόμενου και τέθηκε σε εφαρμογή η συμφωνία τους. Επεξηγώντας τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε ο λογαριασμός ανέφερε, σε συντομία, τα ακόλουθα: O Εναγόμενος έδιδε εντολές στην Επενδυτική για αγοραπωλησίες μετοχών. Η Επενδυτική εκτελούσε τις εντολές του, ενημερώνοντας την Λαϊκή Τράπεζα η οποία με την σειρά της προέβαινε σε χρέωση του λογαριασμού του εναγόμενου με το συνολικό κόστος αγοράς (στη περίπτωση που η εντολή αφορούσε αγορά μετοχών) ή αναλόγως, πιστωνόταν ο λογαριασμός με την καθαρή αξία πώλησης (εάν η εντολή αφορούσε πώληση μετοχών). Ο ΜΕ1 κατάθεσε αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού του εναγόμενου (Τεκμήριο 6) την οποία επεξήγησε, καθώς και αναθεωρημένη κατάσταση (Τεκμήριο 10) η οποία δεν περιλαμβάνει ανατοκισμό. Όπως εξήγησε, το Τεκμήριο 10, περιέχει όλες τις καταχωρίσεις που αναγράφονται στο Τεκμήριο 6, με σταθερό επιτόκιο 8% και χωρίς τη κεφαλαιοποίηση των τόκων. Κατάθεσε, επίσης, αναλυτική κατάσταση με όλες τις χρηματιστηριακές πράξεις που έγιναν στο όνομα του από την επενδυτική (Τεκμήριο 7). Με εξαίρεση τις δύο τελευταίες πράξεις, οι οποίες έγιναν με πρωτοβουλία της επενδυτικής, για όλες τις άλλες πράξεις που περιέχονται στο Τεκμήριο 7, είχαν δοθεί εντολές από τον εναγόμενο. Οι δύο αυτές πωλήσεις έγιναν, όπως εξήγησε, μέσα στα πλαίσια των προσπαθειών που κατέβαλε η Τράπεζα για να ομαλοποιηθεί ο λογαριασμός του εναγόμενου, όπως προκύπτει και από τη σχετική αλληλογραφία, τεκμήρια 15, 16 και
  3. Ο μάρτυρας επεξήγησε ακόμη πως ο εναγόμενος ενημερωνόταν για την κίνηση του λογαριασμού και του χαρτοφυλακίου του, τόσο από τη Τράπεζα, η οποία του απέστελλε μηνιαίες καταστάσεις όσο και από τη Λαϊκή Επενδυτική, με καταστάσεις του χαρτοφυλακίου του (Τεκμήριο 8). Ο Εναγόμενος δεν αμφισβήτησε ότι οι πράξεις που περιέχονται στο Τεκμήριο 7 εκτελέστηκαν στο ΧΑΚ. Δέχεται ακόμα πως όλες οι συναλλαγές - με εξαίρεση τις δύο τελευταίες που αφορούσαν πωλήσεις μετοχών και δικαιωμάτων αγοράς μετοχών (ΔΑΜ) του συγκροτήματος «LOUIS» - διεκπεραιώθηκαν μετά από δικές του εντολές. Διάσταση ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, παρατηρείται μόνο όσον αφορά τη θέση του Εναγόμενου πως το καλοκαίρι του έτους 2001, είχε δώσει οδηγίες στην Επενδυτική να ρευστοποιήσει όλο το χαρτοφυλάκιο του. Υποστήριξε, συναφώς, πως είχε δώσει εντολή σε συγκεκριμένο χρηματιστή της Επενδυτικής για να πωληθούν όλες οι μετοχές που υπήρχαν στο χαρτοφυλάκιο του αλλά η εντολή του δεν εκτελέστηκε γιατί, όπως του λέχθηκε από τον χρηματιστή, είχε ανασταλεί η λειτουργία του λογαριασμού του. Η θέση αυτή του Εναγόμενου διασυνδέθηκε με προηγηθείσες επιστολές που του είχαν αποσταλεί από την Τράπεζα και την Επενδυτική, Τεκμήρια 14 και 23, αντίστοιχα, με τις οποίες τον είχαν πληροφορήσει για την απόφαση τους να αναστείλουν τη λειτουργία του λογαριασμού του. Κατά τα λοιπά, η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Ενάγουσα, σε σχέση με τις χρεωπιστώσεις του λογαριασμού, τη διεκπεραίωση των χρηματιστηριακών συναλλαγών και την εν γένει λειτουργία του επίδικου λογαριασμού, δεν αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο. Αμφισβητήθηκε βεβαίως, το βάσιμο της αξίωσης της Τράπεζας, για νομικούς κυρίως λόγους, οι οποίοι, κατά την εισήγηση του Εναγόμενου, καθιστούν άκυρη και ανεφάρμοστη τη συμφωνία και/ή τη συνέχιση λειτουργίας του λογαριασμού. Για τούτο και αρνείται την αξίωση των Εναγόντων διεκδικώντας, μάλιστα, ανταπαιτητικά από την Τράπεζα και την Επενδυτική, την οποία συνένωσε ως συνεναγόμενη δι' ανταπαιτήσεως, διάφορα ποσά υπό μορφή αποζημιώσεων για τις ζημιές που θεωρεί ότι έχει υποστεί, λόγω παραβάσεων που τους καταλογίζει. Η Τράπεζα και η Επενδυτική αρνήθηκαν τη θέση του Εναγόμενου ότι έδωσε εντολή για πώληση όλων των μετοχών του, το καλοκαίρι του
  4. Τόσο ο Μ.Ε.1, όσο και ο λειτουργός της Επενδυτικής Μ. Ξιούρος (Μ.Ε.2), υποστήριξαν πως αυτή η εκδοχή δεν συνάδει με τη λογική. Τη στιγμή, αναφέραν, που η Ενάγουσα και η επενδυτική επεδίωκαν την ομαλοποίηση του λογαριασμού του Εναγόμενου, καλώντας τον με επιστολές να αυξήσει το περιθώριο κάλυψης, θα ήταν παράλογο να μην εκτελούσαν οδηγίες για πώληση μετοχών, ενέργεια που θα είχε ως αποτέλεσμα την εξομάλυνση της υπέρβασης που παρουσίαζε ο λογαριασμός. Όπως εξήγησε ο Μ.Ε.1, ο Εναγόμενος μπορούσε να δώσει εντολές για πώληση μετοχών. Εκείνο που ήθελαν και επεδίωξαν με το Τεκμήριο 14 να αποτρέψουν, ήταν οι αγορές μετοχών από κατόχους επενδυτικών λογαριασμών που παρουσίαζαν υπερβάσεις. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του Εναγόμενου και σχετική υποβολή του συνηγόρου του προς τον Μ.Ε.2 πως είχε δώσει την εντολή στο χρηματιστή της Επενδυτικής Χάρη Σαββίδη (Μ.Ε.3), ο τελευταίος ανέφερε πως το καλοκαίρι του 2001, που ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος ότι του είχε δώσει εντολή, δεν εργαζόταν στην Επενδυτική και συνεπώς δεν μπορούσε να του είχε δοθεί τέτοια εντολή. Ο εναγόμενος στη γραπτή του δήλωση (έγγραφο Γ) αποδέχθηκε ότι όλες οι αγοραπωλησίες που παρουσιάζονται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 10, εκτός από τις πωλήσεις μετοχών και «warrants» της Louis Plc, έγιναν κατόπιν δικών του εντολών. Συνεχίζοντας, εξηγεί ότι από τον Αύγουστο του έτους 2000, ο λογαριασμός του άρχισε να παρουσιάζει υπερβάσεις γι' αυτό και η Τράπεζα του απέστειλε, στις 22.11.2000, την επιστολή Τεκμήριο 23, με την οποία τον πληροφορούσε ότι το σχέδιο επενδυτής αναστέλλεται και ότι δεν θα δέχονταν εντολές του, μέχρι το περιθώριο κάλυψης (margin) ανέλθει στο 100% πέραν του εγκριμένου ορίου. Προσπάθησε, αναφέρει, τόσο πριν όσο και μετά την παραλαβή του τεκμηρίου 23, να δώσει εντολές για νέες αγορές, αλλά η απάντηση που έπαιρνε ήταν πως δεν μπορούσαν να εκτελέσουν τις εντολές του, μέχρι να επανέλθει ο λογαριασμός του στα συμφωνηθέντα επίπεδα. Επειδή, συνεχίζει, ήθελε να αγοράζει και πωλεί μετοχές την περίοδο εκείνη, τον Σεπτέμβριο του έτους 2000, υπέβαλε αίτηση για πιστωτική διευκόλυνση για επενδυτικούς σκοπούς στη Universal Bank, η οποία έγινε αποδεκτή, όπως βεβαιώνεται με την επιστολή της Universal, Τεκμήριο 24, και τη σχετική κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
  5. Όπως εξηγεί στη συνέχεια, το καλοκαίρι του 2001, αποφάσισε να αποχωρήσει από το χρηματιστήριο και για το λόγο αυτό έδωσε ρητή εντολή στο χρηματιστή της επενδυτικής Χάρη Σαββίδη (ΜΕ3), για πλήρη ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου του. Ο ΜΕ3 όμως αρνήθηκε να εκτελέσει την εντολή του, αναφέροντας του πως ο λογαριασμός του είχε ανασταλεί και δεν είχε δικαίωμα να δίνει οποιεσδήποτε εντολές, μέχρι να επανέλθει το περιθώριο ασφάλειας σε επίπεδα πέραν του 100% του εγκεκριμένου ορίου. Ενισχυτικό στοιχείο της απόφασης του να ρευστοποιήσει το χαρτοφυλάκιο του, αναφέρει στη γραπτή του δήλωση, αποτελεί το γεγονός ότι δεν έχει προβεί σε αγοραπωλησίες μετοχών μετά το καλοκαίρι του
  6. Αυτό, εξηγεί, προκύπτει από τις αναλυτικές καταστάσεις όλων των αγορών και πωλήσεων που διενεργήθηκαν στο χρηματιστήριο για λογαριασμό του - Τεκμήρια 26 και 27, αντίστοιχα - υποδεικνύοντας πως η τελευταία αγορά μετοχών, με βάση το Τεκμήριο 26, έγινε στις 16.5.2001, ενώ η τελευταία συναλλαγή που αφορούσε πώληση μετοχών, έλαβε χώρα, με βάση το Τεκμήριο 27, στις 16.8.
  7. Ακολούθως, ο εναγόμενος αναφέρεται σε συνάντηση και συζητήσεις που είχε με τον ΜΕ1 για εξεύρεση λύσης οι οποίες δεν τελεσφόρησαν, γιατί, όπως υποστηρίζει, η ενάγουσα και η επενδυτική αρνήθηκαν να αναλάβουν το μερίδιο ευθύνης που της αναλογούσε για την ζημιά που υπέστη, λόγω της άρνησης τους να εκτελέσουν την εντολή του για πλήρη ρευστοποίηση. Ο ΜΕ1, του πρότεινε, όπως αναφέρει στη γραπτή του δήλωση, να του χάριζαν 2 - 3 χιλιάδες λίρες από τη συνολική οφειλή, πρόταση την οποία απέρριψε. Καταλήγοντας, ο εναγόμενος αναφέρει πως οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας δεν ήταν υπόψη του κατά τον ουσιώδη χρόνο και πληροφορήθηκε το περιεχόμενο τους από το δικηγόρο του, μετά τη καταχώριση της αγωγής. Ουδείς τον ενημέρωσε για το περιεχόμενο των εγκυκλίων, προσθέτει και δεν χωρεί αμφιβολία πως αν ενημερωνόταν θα προχωρούσε άμεσα με κλείσιμο του λογαριασμού του, γεγονός που θα του είχε αποφέρει κέρδος, το οποίο υπολογίζει σε £103,416.69 που αποτελούσε το υπόλοιπο του λογαριασμού του, με βάση το Τεκμήριο 10, στις 12.10.1999, πλέον την οποιαδήποτε αξία του χαρτοφυλακίου του, κατά το χρόνο εκείνο. Η παράληψη της Τράπεζας και της Επενδυτικής, καταλήγει, να τον ενημερώσουν για το περιεχόμενο των εγκυκλίων και να συμμορφωθούν με τις υποδείξεις της Κεντρικής, είχε ως αποτέλεσμα να απωλέσει τα ανωτέρω ποσά καθώς και επιπλέον ποσό £47,000 το οποίο είχε καταθέσει, στο λογαριασμό του. Τα ποσά αυτά τα διεκδικεί ανταπαιτητικά, ζητώντας, παράλληλα, απόρριψη της αξίωσης της ενάγουσας. Είναι ίσως κατάλληλο το σημείο αυτό να γίνει αναφορά στο περιεχόμενο των 12 εγκυκλίων (Τεκμήρια 1

(1)-
(12)), οι οποίες κατατέθηκαν με κοινή δήλωση των δύο πλευρών ότι αποστάληκαν από την Κεντρική Τράπεζα και παραλήφθηκαν από όλες τις εμπορικές τράπεζες. Οι εγκύκλιοι αποτέλεσαν τον κύριο άξονα επιχειρηματολογίας του Εναγόμενου, ο οποίος εισηγήθηκε πως η παράβαση τους από την Ενάγουσα δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιτυχία της αξίωσης της. Οι εγκύκλιοι, σε γενικές γραμμές, αναφέρουν τα ακόλουθα: Με τη πρώτη εγκύκλιο (Τεκμήριο 1(ι)) η Κεντρική Τράπεζα υποδεικνύει την ανάγκη για λήψη μέτρων προκειμένου να συγκρατηθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα, θέτοντας πιστωτικά όρια στις δανειακές δραστηριότητες των εμπορικών τραπεζών με ιδιαίτερη έμφαση στα δάνεια για καταναλωτικές δαπάνες. Στη δεύτερη εγκύκλιο, ημερομηνίας 12.7.99, Τεκμήριο 1
(2), γίνεται αναφορά στη παρατηρηθείσα αύξηση των πιστωτικών διευκολύνσεων για απόκτηση μετοχών και καλούνται οι τράπεζες .«να περιορίσουν τα δάνεια αυτά, να αυξήσουν το ποσοστό περιθωρίου ασφάλειας (margin) και να υποδεικνύουν στους πελάτες τους όλους τους σχετικούς κινδύνους». Η επόμενη εγκύκλιος, ημερομηνίας 12.10.99, Τεκμήριο 1
(3), αναφέρεται ειδικά στους λογαριασμούς για χρηματιστηριακές συναλλαγές (Trading and Investor accounts). Με την εν λόγω εγκύκλιο προτρέπονται οι Τράπεζες να λάβουν μέτρα για σταδιακή μείωση των λογαριασμών, κατά τρόπο που να μην δημιουργηθούν αρνητικές επιπτώσεις στην χρηματιστηριακή αγορά. Ο στόχος αυτός, όπως υποδεικνύεται, μπορεί να επιτευχθεί με το άμεσο κλείσιμο των λογαριασμών του τύπου Investor account με πιστωτικά ή μηδενικά υπόλοιπα και την παράλληλη λήψη μέτρων για μείωση των χρεωστικών υπολοίπων στους λογαριασμούς που παρουσιάζουν χρεωστικά υπόλοιπα. Η Κεντρική Τράπεζα αναμένει, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην εγκύκλιο, «ότι οι Τράπεζες δεν θα προσφέρουν πλέον σε νέους πελάτες τους ειδικούς λογαριασμούς για σκοπούς επενδύσεων (Investor accounts).». Με την εγκύκλιο ημερομηνίας 24.11.99, Τεκμήριο 1
(4), ζητείται, πλέον, επιτακτικά από τις Τράπεζες «όπως μη προβαίνουν σε παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων όταν γνωρίζουν ή εύλογα υποψιάζονται ότι αυτές θα χρησιμοποιηθούν για αγορά μετοχών». Με την 5η εγκύκλιο, Τεκμήριο 1
(5), αφού επαναβεβαιώνονται οι θέσεις που διατυπώθηκαν από τη Κεντρική με τις εγκυκλίους που προηγήθηκαν, διευκρινίζεται πως σε ότι αφορά τους υφιστάμενους λογαριασμούς για σκοπούς επενδύσεων, θα πρέπει να υπάρξει σταδιακή αύξηση του περιθωρίου ασφάλειας (margin). Με την εγκύκλιο ημερομηνίας 5.1.2000, Τεκμήριο
(6), τίθενται κατευθυντήριες γραμμές προς επίτευξη των στόχων της νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής ενώ, παράλληλα, επαναδιατυπώνονται οι προηγηθείσες συστάσεις σε σχέση με τη παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων από τις τράπεζες που προορίζονται για τη χρηματοδότηση αγοράς μετοχών και τους επενδυτικούς λογαριασμούς. Η επόμενη εγκύκλιος, ημερομηνίας 15.3.2000, Τεκμήριο 1
(7), εξαιρεί από τις πρόνοιες των εγκυκλίων που προηγήθηκαν την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων σε πελάτες που έχουν καταθέσεις στις Τράπεζες, υπό τον όρο δέσμευσης των καταθέσεων. Με την εγκύκλιο ημερομηνίας 24.3.2000, Τεκμήριο 1
(8), κοινοποιούνται στις Τράπεζες νέες οδηγίες σε σχέση με τη τήρηση κατωτάτων αποθεμάτων και εφιστάται η προσοχή των τραπεζών στο περιεχόμενο συγκεκριμένης οδηγίας, με βάση την οποία η Κεντρική δεν θα καταβάλλει τόκο σε όποια Τράπεζα δεν συμμορφώνεται με τις οδηγίες της. Στην εγκύκλιο ημερομηνίας 26.5.2000, Τεκμήριο 1
(9), επαναλαμβάνονται οι ανησυχίες της Κεντρικής για τη σταθερότητα της οικονομίας, υποδεικνύοντας ότι ο ρυθμός επέκτασης των τραπεζικών πιστώσεων προς τον ιδιωτικό τομέα, ήταν τριπλάσιος του ενδεικτικού στόχου που είχε τεθεί, ενώ με τις εγκυκλίους που ακολουθούν, ημερομηνίας 10.7.200 Τεκμήριο 1
(10)και 1
(11), κοινοποιείται διαφοροποίηση της εξαγγελθείσας Νομισματικής και Πιστωτικής Πολιτικής. Τελικά, στις 28.7.2000, με την εγκύκλιο Τεκμήριο 1
(12), αίρεται η απαγόρευση για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων για αγορά μετοχών αφού διαπιστώθηκε . «ότι οι λόγοι που επέβαλαν το μέτρο αυτό δεν υφίστανται πλέον». Επί της αμφισβητούμενης πτυχής της υπόθεσης που, όπως αναφέρθηκε, αφορά την ισχυριζόμενη εντολή του Εναγόμενου για ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου του, αποδέχομαι τη θέση της Ενάγουσας και απορρίπτω την εκδοχή του Εναγόμενου. Οι εξηγήσεις που δόδθησαν από τους Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 επί του ζητήματος αυτού, κρίνονται απόλυτα δικαιολογημένες και ικανοποιητικές. Εφόσον ο λογαριασμός του Εναγόμενου παρουσίαζε κατά το χρόνο εκείνο υπέρβαση, θα ήταν παράλογο να μην εκτελούσαν εντολή του για πώληση μετοχών ή για συνολική ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου του. Αποδέχομαι τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 2, οι οποίοι άφησαν άριστες εντυπώσεις με την όλη εμφάνιση τους από το εδώλιο του μάρτυρα. Θετική εντύπωση σχημάτισα και για τον Μ.Ε.3, η μαρτυρία του οποίου δεν έχει κλονιστεί σε οποιοδήποτε σημείο. Οι επιστολές και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν (Τεκμήρια 14, 15, 16, 17 και 23), καταδεικνύουν τις προσπάθειες της Ενάγουσας και της Επενδυτικής να ομαλοποιήσουν το λογαριασμό του Εναγόμενου που παρουσίαζε υπερβάσεις. Η θέση του Εναγόμενου ότι η Επενδυτική δεν δεχόταν εντολές του για πώληση μετοχών, κρίνεται ανεδαφική και αβάσιμη από κάθε άποψη. Προκύπτει αβίαστα από το περιεχόμενο των επιστολών (βλ. Τεκμήρια 14, 15, 16 και 17) ότι, τόσο η Ενάγουσα, όσο και η Επενδυτική, ήταν πρόθυμες και έτοιμες να εκτελέσουν οδηγίες του για πώληση μετοχών. Σε μια μάλιστα περίπτωση, η Ενάγουσα προχώρησε με πώληση μετοχών και ΔΑΜ της εταιρείας Louis, γεγονός που ενισχύει την εκδοχή της. Όπως μάλιστα ανέφερε ο Μ.Ε.2, ο Εναγόμενος διαμαρτυρήθηκε όταν πληροφορήθηκε ότι η Ενάγουσα είχε προβεί στις εν λόγω πωλήσεις. Το γεγονός αυτό το αποδέχεται και ο Εναγόμενος στην παράγραφο 19 της γραπτής του δήλωσης, προβάλλοντας βέβαια τις δικές του εξηγήσεις για τους λόγους της διαμαρτυρίας του. Ο Εναγόμενος, προσπαθώντας να οχυρωθεί πίσω από το λεκτικό των Τεκμηρίων 14 και 23, υποστήριξε πως η Επενδυτική αρνήθηκε να εκτελέσει, δήθεν, εντολή του για ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου του. Η μαρτυρία του κρίνεται ασυνεπής αφού διαφάνηκε από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.3 πως κατά το χρόνο που ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος ότι του είχε δώσει την εντολή, δεν εργαζόταν στην Επενδυτική, όπως βεβαιώνεται και στο Τεκμήριο
  1. Ο Εναγόμενος, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να διασώσει την πειστικότητα της εκδοχής του, υποστήριξε πως πιθανόν να έδωσε την εντολή σε κάποιο άλλο χρηματιστή. Αφού δε διαφάνη πως και ο άλλος χρηματιστής, που είχε αφήσει να νοηθεί ότι πιθανόν να του είχε δώσει την εντολή - ονόματι Κώστας Καττάμης - δεν εργαζόταν στην Επενδυτική, υποστήριξε πως πιθανόν να μπέρδεψε το όνομα του με κάποιον άλλο χρηματιστή της Επενδυτικής. Δεν διατηρώ αμφιβολία ότι ο Εναγόμενος δεν είπε την αλήθεια ως προς το ζήτημα αυτό. Απορρίπτω συνεπώς τη μαρτυρία του για το διαφιλονικούμενο αυτό γεγονός και αποδέχομαι τη μαρτυρία των μαρτύρων της Ενάγουσας. Ενόψει και της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: α) Μετά από αίτηση του Εναγόμενου, η Ενάγουσα συμφώνησε να του παραχωρήσει πιστωτικές διευκολύνσεις προς το σκοπό διενέργειας χρηματιστηριακών πράξεων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ), με βάση τους όρους του Τεκμηρίου
  2. β) Ο Εναγόμενος διόρισε την Επενδυτική ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του με βάση το Τεκμήριο 3 για να διενεργεί εκ μέρους του χρηματιστηριακές πράξεις και να τον εκπροσωπεί στις σχέσεις του με την Ενάγουσα για τη λειτουργία του λογαριασμού που είχαν συμφωνήσει να ανοιχθεί στο όνομα του, με την υπογραφή της ανωτέρω αναφερθείσας συμφωνίας (Τεκμήριο 2). γ) Η Ενάγουσα άνοιξε το λογαριαμσό 182-11-003277 - Τεκμήριο 6 - θέτοντας σε λειτουργία τη συμφωνία της με τον Εναγόμενο. δ) Καθόλη τη χρονική περίοδο που βρισκόταν σε ισχύ η συμφωνία, ο Εναγόμενος έδιδε οδηγίες στην Επενδυτική για αγοραπωλησίες κινητών αξιών και η Επενδυτική τις εκτελούσε. Για κάθε χρηματιστηριακή συναλλαγή ενημερωνόταν η Ενάγουσα, και γινόταν χρεωπίστωση του λογαριασμού, ανάλογα με το είδος της συναλλαγής. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος έδωσε εντολές στην Επενδυτική και εκτελέστηκαν για λογαριασμό του όλες οι χρηματιστηριακές πράξεις που περιέχονται στο Τεκμήριο 7, εκτός από τις δύο τελευταίες, οι οποίες διενεργήθηκαν με πρωτοβουλία της Ενάγουσας. ε) Αποτελεί, συνεπώς, εύρημα του Δικαστηρίου πως όλες οι χρηματιστηριακές συναλλαγές του Τεκμηρίου 7, διεκπεραιώθηκαν στο ΧΑΚ και ακολούθως έγιναν οι ανάλογες χρεωπιστώσεις με τα ποσά από τις καθαρές πληρωμές ή εισπράξεις, στον επίδικο λογαριασμό του Εναγόμενου, Τεκμήριο
  3. Προκύπτει όμως από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι στο Τεκμήριο 6 περιέχονται καταχωρίσεις που αφορούν τόκους με επιτόκιο πέρα του 8% που προβλεπόταν στη συμφωνία, όπως και ανατοκισμός. Ο συνήγορος της Ενάγουσας εισηγήθηκε πως η Ενάγουσα είχε δικαίωμα να χρεώνει τόκους πέραν του 8% με βάση τις πρόνοιες του Ν.160
(1)/99, εφόσον απέστειλε τη σχετική ειδοποίηση στον Εναγόμενο για την απόφαση της να αυξήσει το επιτόκιο, με την επιστολή Τεκμήριο
  1. Εκτιμώ πως δεν παρέχεται στο Δικαστήριο η ευχέρεια να επιδικάσει τόκους πέραν του 8% ετησίως, γιατί με την αξίωση της η Ενάγουσα δεν διεκδικεί τόκους πέραν του ποσοστού αυτού. Εφόσον στο Τεκμήριο 10 περιέχονται όλες οι καταχωρίσεις του Τεκμηρίου 6 αλλά με σταθερό επιτόκιο 8%, χωρίς ανατοκισμό, θεωρώ πως το τυχόν υπόλοιπο θα πρέπει να αναζητηθεί με βάση τις καταχωρίσεις του Τεκμηρίου
  2. στ) Με εξαίρεση τρεις καταχωρίσεις για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.2.556,65, αποδέχομαι ότι όλες οι άλλες καταχωρίσεις που περιέχονται στον επίδικο λογαριασμό έγιναν νόμιμα και δικαιολογημένα από την Ενάγουσα, με βάση τους όρους της συμφωνίας, Τεκμήριο
  3. Η αξίωση για καταχωρίσεις που σχετίζονται με έξοδα τα οποία δεν δικαιολογούνται, με βάση τους όρους της συμφωνίας, εγκαταλείφθηκε με σχετική δήλωση του συνηγόρου της Ενάγουσας. Πρόκειται για τις καταχωρίσεις: I. Hμερομηνίας 30.5.2000 για το ποσό των £901.91 ΙΙ. Ημερομηνίας 26.3.2002 για το ποσό των £682.08 και ΙΙΙ Ημερομηνίας 9.10.2003 για το ποσό των £972.66 ---------- £2.556,65 Ενόψει των ανωτέρω, καταλήγω ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού του Εναγόμενου είναι όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 10, μείον το ανωτέρω ποσό των £2.556,65, ήτοι £82.169,55, πλέον τόκοι 8% ετησίως επί ποσού £57.633,45 από 23.1.
  4. ζ) Επειδή ο λογαριασμός του Εναγόμενου παρουσίαζε υπερβάσεις, η Ενάγουσα αφού επέστειλε στον Εναγόμενο προειδοποιητικές επιστολές (Τεκμήρια 15,16 και 17) τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού, με την επιστολή Τεκμήριο 22, ημερομηνίας 3.12.
  5. η) Για τους λόγους που αναφέρθηκαν νωρίτερα, απορρίπτω την εκδοχή του Εναγόμενου ότι είχε δώσει εντολή για ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου του, το καλοκαίρι του έτους
  6. θ) Αποτελεί, τέλος, εύρημα του Δικαστηρίου, το παραδεκτό γεγονός, ότι η Κεντρική Τράπεζα απέστειλε στην Ενάγουσα και σ' όλες τις άλλες εμπορικές Τράπεζες, τις εγκυκλίους Τεκμήρια 1
(1)-1
(12), καθώς και το γεγονός ότι δεν υπήρξε πλήρης συμμόρφωση από την Ενάγουσα με το περιεχόμενο των εγκυκλίων καθόσον αφορά τη λειτουργία λογαριασμών για επενδύσεις στο χρηματιστήριο. Ειδικότερα, στο βαθμό και την έκταση που ενδιαφέρει την παρούσα διαδικασία, καταλήγω ότι η Ενάγουσα, κατά παράβαση των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας που περιέχονται στην εγκύκλιο ημερομηνίας 12.10.99 - Τεκμήριο 1
(3)- παρέλειψε να προβεί σε κλείσιμο του λογαριασμού, εφόσον κατά την ημερομηνία εκείνη, παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο (βλ. Τεκμήρια 6 και 10). Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων μου, η θέση του Εναγόμενου για αντισυμβατική συμπεριφορά της Ενάγουσας, λόγω της ισχυριζόμενης παράλειψης της να εκτελέσει την εντολή του, αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Ανεδαφική κρίνεται και η εισήγηση για παράλειψη της Ενάγουσας και Επενδυτικής να προβούν σε μέτρα για μετριασμό της ζημιάς, τόσο της δικής τους, όσο και του Εναγόμενου. Η Ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση με βάση τους όρους της συμφωνίας - Τεκμήριο 2 - να παρέχει συμβουλές στον Εναγόμενο, ούτε ανέλαβε να διαχειρίζεται το χαρτοφυλάκιο του. Με βάση δε τους όρους του εγγράφου ενεχυρίασης (Τεκμήριο 9), η Ενάγουσα είχε δικαίωμα και όχι υποχρέωση να προβαίνει σε πωλήσεις των ενεχυριασμένων μετοχών. Η παράλειψη της να ασκήσει αυτό το δικαίωμα δεν μπορεί να έχει επιπτώσεις στις υποχρεώσεις του Εναγόμενου προς την Τράπεζα. Οι άλλες εισηγήσεις του Εναγόμενου σχετίζονται με την παράλειψη της Ενάγουσας να συμμορφωθεί με τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας. Αναπτύσσοντας την επιχειρηματολογία για το ζήτημα αυτό, ο ευπαίδευτος συνήγορος του, έκαμε ιδιαίτερη αναφορά στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1
(3). Υπενθυμίζω πως με την εγκύκλιο αυτή, ημερομηνίας 12.10.99, η Κεντρική Τράπεζα καλούσε τις εμπορικές τράπεζες, μεταξύ άλλων, όπως ενημερώσουν όλους τους πελάτες τους κατόχους investor accounts με μηδενικά ή πιστωτικά υπόλοιπα ότι ο λογαριασμός τους έχει κλείσει. Η μη συμμόρφωση της Ενάγουσας με το περιεχόμενο της πιο πάνω εγκυκλίου, ισοδυναμεί κατά το συνήγορο, με παρανομία που καθιστά παράνομη τη σύμβαση και την εμποδίζει να ζητά τη βοήθεια του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, ο συνήγορος εισηγήθηκε πως η παράλειψη της Ενάγουσας και Επενδυτικής να κοινοποιήσουν στον Εναγόμενο το περιεχόμενο των εγκυκλίων, ισοδυναμεί με αμέλεια που είχε συνέπεια την πρόκληση τεραστίων οικονομικών ζημιών στον Εναγόμενο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας αντέτεινε πως οι εγκύκλιοι εκδόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα μέσα στα πλαίσια της νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής που επιθυμούσε να εφαρμόσει κατά τον ουσιώδη χρόνο και δεν παρέχουν στον Εναγόμενο νομικό έρεισμα για να αρνηθεί να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις προς την Ενάγουσα. Η παράβαση των οδηγιών και εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, συνέχισε ο συνήγορος της Ενάγουσας, μπορεί να επισύρει διοικητικές κυρώσεις από την Κεντρική στις Εμπορικές Τράπεζες, αλλά δεν αποστερεί από τις Τράπεζες το δικαίωμα τους για πρόσβαση στο Δικαστήριο. Σε σχέση με την προβληθείσα από τον Εναγόμενο αμέλεια της Ενάγουσας λόγω της παράλειψης της να ενημερώσει τον Εναγόμενο για το περιεχόμενο των εγκυκλίων και να τον προειδοποιήσει και τους κινδύνους, ο συνήγορος εισηγήθηκε πως δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι η Ενάγουσα είχε γνώση του κινδύνου κατάρρευσης του χρηματιστηριακού δείκτη. Υπέδειξε, περαιτέρω, πως ο Εναγόμενος δεν απέδειξε οποιαδήποτε ζημιά αφού εξακολουθεί να διατηρεί το χαρτοφυλάκιο του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Επενδυτικής, αφού υιοθέτησε τις θέσεις και εισηγήσεις της Ενάγουσας, υπέδειξε πως η ουσιαστική θέση του Εναγόμενου για την ισχυριζόμενη άρνηση της Επενδυτικής να εκτελέσει την εντολή του για ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου του, κατέρρευσε μετά από τη μαρτυρία του Μ.Ε.3. Η θέση του Εναγόμενου ότι η παράβαση των εγκυκλίων από την Ενάγουσα ισοδυναμεί με παρανομία μέσα στην έννοια του άρθρου 23 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 και την εμποδίζει να ζητήσει τη βοήθεια του Δικαστηρίου, δεν είναι ορθή, για τους ακόλουθους λόγους: α) Οι εγκύκλιοι αποστάληκαν από την Κεντρική στις Εμπορικές Τράπεζες, μέσα στα πλαίσια της νομισματοπιστωτικής πολιτικής και του ελέγχου των εμπορικών τραπεζών από την Κεντιρκή (άρθρο 38 του περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου (Ν.48/63όπως ίσχυε τότε) και άρθρα 26 και 41 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου (Ν.66
(1)/97). Δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια στο Νόμο που να εμποδίζει την πρόσβαση στο Δικαστήριο σε περίπτωση παράβασης των εγκυκλίων από τις Τράπεζες. Εκείνο που προβλέπεται στο Νόμο, είναι η επιβολή διοικητικών προστίμων και άλλων κυρώσεων από την Κεντρική Τράπεζα, ανάλογα με το είδος και την έκταση των παραβάσεων από τις Τράπεζες (βλ. άρθρα 30, 42 και 43 του Νόμου). Όπως ορθά υποδείχθηκε από το συνήγορο της Ενάγουσας, οι οδηγίες και κανονισμοί που εκδίδονται από την Κεντρική προς τις Εμπορικές Τράπεζες, αποσκοπούν στη ρύθμιση θεμάτων μεταξύ διοικητικού οργάνου, δηλαδή της Κεντρικής Τράπεζας και διοικουμένων, ήτοι των Εμπορικών Τραπεζών. β) Δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί βάσιμα πως οι εγκύκλιοι αποσκοπούσαν στην προστασία των επενδυτών και στην παροχή σ' αυτούς δικαστικής θεραπείας εφόσον τέτοια πρόνοια δεν υπάρχει στο Νόμο. Έχει νομολογηθεί πως όταν ένα νομοθέτημα δεν περιέχει οποιαδήποτε απαγορευτική διάταξη για πρόσβαση στα Δικαστήρια για διεκδίκηση αποζημιώσεων και υποβάλλεται εισήγηση ότι η απαγόρευση είναι εξυπακουόμενη, η απάντηση βασίζεται πάνω στην ερμηνεία του σχετικού Νόμου (βλ. Αγαθοκλέους κ.ά. ν. Λάππα
(1998)1 Α.Α.Δ. 2202). Με δεδομένο πως δεν υπάρχει πρόνοια στο Νόμο για ακυρότητα των συναλλαγών που τελούνται κατά παράβαση του Νόμου ή των εγκυκλίων, εκτιμώ πως η πρόθεση του νομοθέτη δεν ήταν να καταστήσει άκυρες και παράνομες τις συναλλαγές κατά τρόπο που να εμποδίζει την πρόσβαση στο Δικαστήριο. Εάν αυτή ήταν η πρόθεση του νομοθέτη, θα υπήρχε ρητή απαγορευτική πρόνοια στο Νόμο, όπως συμβαίνει με πολλά άλλα νομοθετήματα. Ενόψει των ανωτέρω, καταλήγω ότι η παραβίαση των εγκυκλίων από την Ενάγουσα δεν την εμποδίζει να διεκδικήσει από τον Εναγόμενο το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. Ανεξάρτητα όμως από την πιο πάνω κατάληξη, η εισήγηση του Εναγόμενου, κρίνεται ανεδαφική για ακόμη ένα λόγο. Κατά το χρόνο συνομολόγησης της συμφωνίας (Μάιο του έτους 1999) δεν υφίστατο οποιοσδήποτε περιορισμός ή απαγόρευση. Η πρώτη σύσταση της Κεντρικής προς τις Τράπεζες για δάνεια που σχετίζονταν με επενδύσεις στο Χ.Α.Κ, έγινε με την εγκύκλιο ημερομηνίας 12.7.1999, Τεκμήριο 1
(2)). Δεν μπορεί, επομένως, να γίνεται λόγος για παρανομία της συμφωνίας. Η απαγόρευση την οποία επικαλέστηκε ο Εναγόμενος που αφορούσε τον επίδικο λογαριασμό, περιέχεται στην εγκύκλιο ημερομηνίας 12.10.99, Τεκμήριο 1
(3), η οποία τροποποιήθηκε, σε σχέση με τους υφιστάμενους λογαριασμούς, όπως ο επίδικος, με την εγκύκλιο ημερομηνίας 29.11.99, Τεκμήριο 1
(5). Σε συμμόρφωση με τη νέα οδηγία, η Επενδυτική απέστειλε στον Εναγόμενο και σε όλους τους άλλους πελάτες της, την επιστολή ημερομηνίας 3.12.1999 (Τεκμήριο 12) με την οποία, αφενός του κοινοποίησε την απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας για τους κατόχους investor accounts και αφετέρου, τον ενημέρωσε για την απαγόρευση υπερβάσεων και την αύξηση του ορίου κάλυψης σε 100%. Αξίζει να σημειωθεί πως κατά την περίοδο της απαγόρευσης, ο λογαριασμός του Εναγόμενου παρουσίαζε κέρδη. Συνέχισε δε να λειτουργεί με κέρδη ακόμη και μετά την άρση της απαγόρευσης. Αξίζει ακόμη να υποδειχθεί πως τον Ιανουάριο του έτους 2000, ο Εναγόμενος απέσυρε ποσό £200.000 από τα κέρδη που υπήρχαν στον επίδικο λογαριασμό, ενώ μερικούς μήνες νωρίτερα, το Σεπτέμβριο του έτους 1999, είχε αποσύρει άλλο ποσό ύψους £150.000. Όσον αφορά τη θέση του Εναγόμενου ως προς το χρονικό σημείο που ενημερώθηκε για πρώτη φορά για το περιεχόμενο των εγκυκλίων και για τους κινδύνους από επενδύσεις μετοχών στο ΧΑΚ είναι αρκετό να υποδειχθεί το περιεχόμενο των επιστολών που αποστάληκαν από την Επενδυτική στον Εναγόμενο Τεκμήρια 11 και 12, ημερομηνίας 8.9.99 και 3.12.99, αντίστοιχα. Με την επιστολή Τεκμήριο 11, η Τράπεζα εφιστά την προσοχή των πελατών της στην «αυξημένη μεταβλητικότητα της χρηματιστηριακής αγοράς» που είχε παρατηρηθεί το τελευταίο διάστημα η οποία, όπως αναφέρεται στην επιστολή, «οφείλεται στις μεγάλες διακυμάνσεις που παρουσίασαν οι τιμές των μετοχών». Τους ενημερώνει επίσης, για την απόφαση της να αυξήσει, με άμεση ισχύ, το όριο κάλυψης του λογαριασμού σε 60%. Περαιτέρω, με την επιστολή της ημερομηνίας 3.12.99, Τεκμήριο 12, ενημέρωσε τους πελάτες της για τις πρόσφατες αποφάσεις της Κεντρικής Τράπεζας (εννοώντας, προφανώς, τις εγκυκλίους), καθώς και για την ανάγκη κάλυψης των υπερβάσεων το αργότερο μέχρι την 31.12.99, υποδεικνύοντας και τους τρόπους για κάλυψη των υπερβάσεων. Ο Εναγόμενος δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι στάληκαν οι ανωτέρω επιστολές και καταρρίπτεται, συνεπώς, η θέση του πως ενημερώθηκε για πρώτη φορά για τους «κινδύνους», μετά την καταχώρηση της αγωγής. Είναι, βέβαια, γεγονός πως η Τράπεζα δεν συμμορφώθηκε πλήρως με τις εγκυκλίους και ιδιαίτερα με την εγκύκλιο ημερομηνίας 12.10.99, Τεκμήριο 1
(3), η οποία προέτρεπε σε άμεσο κλείσιμο των λογαριασμών που παρουσίαζαν πιστωτικά υπόλοιπα, όπως ήταν ο επίδικος λογαριασμός του Εναγόμενου, κατά το χρόνο εκείνο. Για το ζήτημα αυτό σχετική είναι η μαρτυρία του Μ. Ξιούρου (Μ.Ε.2), ο οποίος εξήγησε πως η αυστηρή συμμόρφωση της Ενάγουσας με τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας θα επέφερε κατάρρευση του Χρηματιστηρίου. Εξήγησε πως όταν επικοινωνούσαν με πελάτες για πώληση μετοχών, εκείνοι αντιδρούσαν, όπως έπραξε και ο Εναγόμενος όταν ενημερώθηκε ότι πωλήθηκαν οι μετοχές και τα ΔΑΜ της εταιρείας Louis. Εξήγησε, περαιτέρω, πως το κλείσιμο των επενδυτικών λογαριασμών ήταν αδύνατο, λόγω του «παροξυσμού» και της ευφορίας που επικρατούσε από τους επενδυτές , κατά το χρόνο εκείνο. Ανέφερε, τέλος, πως η Ενάγουσα δέχθηκε κυρώσεις από την Κεντρική Τράπεζα για την παράλειψη της να συμμορφωθεί πλήρως με τις εγκυκλίους της. Υπό τις περιστάσιες που επικρατούσαν τον ουσιώδη χρόνο, όπως τις έχουν περιγράψει οι Μ.Ε.1, 2 και 3, η μαρτυρία των οποίων έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, δεν μπορεί να καταλογιστεί στην Ενάγουσα αμέλεια. Όπως ορθά υποδεικνύεται από το συνήγορο της Ενάγουσας, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι με τη συνέχιση λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού, θα υφίστατο οικονομική ζημιά ο Εναγόμενος, λόγω επικείμενης κατάρρευσης των τιμών των μετοχών. Η μόνη μαρτυρία σχετιζόμενη με το θέμα αυτό, είναι αυτή του Μ. Ξιούρου, με βάση την οποία μάλλον το αντίθετο θα συνέβαινε. Θα προκαλούσε πανικό και κατάρρευση των τιμών τυχόν συμμόρφωση με τις εγκυκλίους, λόγω των μαζικών πωλήσεων που θα λάμβαναν χώρα. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν θεωρώ ότι η ανωτέρω παράλειψη της Ενάγουσας ισοδυναμεί με το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Υπάρχει όμως ακόμη ένα σοβαρό εμπόδιο στην επιτυχία της ανταπαίτησης του Εναγόμενου στη βάση της αμέλειας. Όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία, ο Εναγόμενος κατείχε, κατά το χρόνο του τερματισμού και εξακολουθεί να κατέχει, το χαρτοφυλάκιο μετοχών που απέκτησε μέσω της χρηματοδότησης της Ενάγουσας από το επίδικο «σχέδιο επενδυτής». Ο Εναγόμενος δεν πώλησε το χαρτοφυλάκιο του και επομένως δεν έχει αποκρυσταλλωθεί οποιαδήποτε ζημιά για να μπορεί να τη διεκδικήσει με ανταπαίτηση (βλ. M. Loizides Syrimis & Co. κ.ά. v. L.K. Globalsoft Com. Ltd
(2007)1 A.A.Δ. 54). Όπως ορθά υπέδειξε ο συνήγορος της Ενάγουσας, δεδομένης της ιδιοκτησίας των μετοχών του, δεν μπορεί ο Εναγόμενος να προβάλει ως υπεράσπιση ή ανταπαίτηση στο χρέος την ισχυριζόμενη αμέλεια της Ενάγουσας. Xωρίς την πώληση των μετοχών του, δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει ο Εναγόμενος την τυχόν δική του απαίτηση ή και ζημιά, αφού, θεωρητικά, η αξία των μετοχών, μεταβαλλόμενη χρονικά, δυνατό να υπερκαλύπτει κατά τη δεδομένη στιγμή διάθεσης, το οφειλόμενο υπόλοιπο του προς την Ενάγουσα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, όλοι οι λόγοι υπεράσπισης που έχει προβάλει ο Εναγόμενος, αποτυγχάνουν και απορρίπτονται. Καταλήγω ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει την αξίωση της και δικαιούται σε απόφαση για το υπόλοιπο που παρουσιάζεται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 10, μείον τα ποσά που εγκαταλείφθηκαν, ήτοι για το αντίστοιχο ποσό σε ευρώ των £82.169,55 με 8% τόκο ετήσια επί του αντίστοιχου ποσού σε ευρώ των £57.633,45, από 23.1.
  1. Εκδίδεται, κατά συνέπεια, απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €140.395,01 με 8% τόκο ετήσια επί του ποσού των €98.472,60 από 23.1.2007, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 2 και εναντίον του Εναγόμενου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, στην κλίμακα της ανταπαίτησης. Δεδομένου ότι η ανταπαίτηση του Εναγομένου εναντίον της Ενάγουσας Τράπεζας συνεκδικάστηκε με την αγωγή, δεν εκδίδεται περαιτέρω διαταγή ως προς τα έξοδα της ανταπαίτησης σε σχέση με την εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη
  2. (Υπ.) .............. Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.