← Κύπρος

YUKOS FINANCE BV κ.α. ν. HALEBAY HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 3578/08, 28.5.2009

YUKOS FINANCE BV κ.α. ν. HALEBAY HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 3578/08, 28.5.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A138 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3578/08 Μεταξύ:

  1. YUKOS FINANCE BV
  2. DAVID GODFREY
  3. BRUCE MISAMORE Εναγόντων - και - HALEBAY HOLDINGS LIMITED Εναγόμενης - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 11.3.2009 28.5.2009 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Ν. Πιριλλίδης, κ. Ν. Μουκταρούδης για ν΄ακούσει απόφαση Για την Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση 1 και Καθ΄ ου η Αίτηση 2: κ. Χαβιαράς Καθ΄ ου η Αίτηση 2 παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 23.2.2009 κατόπιν ακρόασης αίτησης των Εναγόντων διατάχθηκε η Εναγόμενη εταιρεία όπως ετοιμάσει, καταθέσει και παραδώσει στους δικηγόρους των Εναγόντων, ένορκη δήλωση δεόντως εξουσιοδοτημένου από αυτήν προσώπου η οποία να δηλώνει κάποια στοιχεία και να αποκαλύπτει κάποια έγγραφα. Διατάχθηκε ακόμα η Εναγόμενη όπως αποκαλύψει και παραδώσει στους δικηγόρους των Εναγόντων αντίγραφα κάποιων εγγράφων. Με την υπό κρίση αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές εξαιτούνται την τιμωρία της Εναγόμενης και κάποιου Πέτρου Ονησιφόρου, διευθυντή της - Καθ΄ ων η Αίτηση επί το ότι θεληματικά και με πρόθεση παρακούουν τη διαταγή της 23.2.2009 και περιφρονούν το Δικαστήριο. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 11.3.2009 του κ. Νικόλα Μουκταρούδη δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρισαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 7.5.2009 της κας Μισιελλίνας Χριστοδούλου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Καθ΄ ων η Αίτηση. Εξειδικεύονται στην Ειδοποίηση τρεις λόγοι ένστασης. Ο 2ος που αφορούσε στην επίδοση του επίδικου διατάγματος εγκαταλείφθηκε με δήλωση του δικηγόρου των Καθ΄ ων η Αίτηση την ημέρα της δίκης. Οι εναπομείναντες λόγοι είναι οι ακόλουθοι:
  4. Η διατύπωση των αιτητικών της αίτησης, που θα έπρεπε να αντιστοιχούν με καταγραφή των λεπτομερειών αδικήματος ποινικής διαδικασίας γίνεται κατά τρόπο ασαφή και/ή διαζευκτικό και εν πάση περιπτώσει κατά τρόπο που αποτελεί πολλαπλότητα κατηγοριών.
  5. Δεν διαπράχθηκε από τους Καθ΄ ων η αίτηση οποιαδήποτε παρακοή Διατάγματος ή περιφρόνηση του Διατάγματος ημερομηνίας 23.2.
  6. Θα ασχοληθώ πρώτα με το λόγο ένστασης
  7. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Τάκης Μακρίδης

(1991)1 Α.Α.Δ. 401, 406: «Σε περιπτώσεις, όπως εδώ, που αφορούν την ελευθερία του πολίτη, οι δικονομικές διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία, πρέπει να τηρούνται αυστηρά και κατά γράμμα.» Γίνεται αναφορά στις υποθέσεις Gordon v. Gordon
(1946)1 All E.R. 247 και Beeston Shipping Ltd v. Babanaft International S.A.
(1985)1 All E.R. 923. Αναφορά στις ίδιες υποθέσεις είχε γίνει και στην υπόθεση Papasian Ltd v. Xenophontos
(1987)1 C.L.R. 376 όπου στη σελίδα 381 αναφέρεται πως η υπόθεση Gordon (πιο πάνω) αποφάσισε: «That no committal for contempt should be recorded, unless the rules relevant to disobedience of an order have been complied with.» ενώ στη συνέχεια το Ανώτατο Δικαστήριο σχολιάζει με αναφορά στην υπόθεση Beeston (πιο πάνω) πως: «Indeed where the liberty of the subject is at risk, as in the case of disobedience of an order of the Court, there must be both certainty as to the details of disobedience, and strict adherence to procedure requirement relevant to disobedience of an order of the Court.» Στην Krashias Shoe Factory v. Adidas
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 και στην Ιωάννου ν. Μανώλη κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1423 υποδεικνύεται ότι οι παραβιάσεις του διατάγματος πρέπει να προσδιορίζονται με την ίδια σαφήνεια όπως και τα αδικήματα στο κατηγορητήριο στις ποινικές υποθέσεις. Στην Chiltern District Council v. Keane
(1985)2 All E.R. 118, 119-120 αναφέρεται ότι: «It has been said in many cases that what is required is that the person alleged to be in contempt shall know, with sufficient particularity to enable him to defend himself, what exactly he is said to have done or omitted to do which constitute a contempt of court. The particular undertakings and injunctions in this case cover a wide range of activities. Mr Keane was entitled to know whether it was said by the council that he was in breach of every single requirement of those orders or only some, and if so which, of them and the notice failed to give him that information. Every notice of application to commit must be looked at against its own background. The test, as I have said, is: does it give the person alleged to be in contempt enough information to enable him to meet the charge? If, for example, a defendant is subject to an injunction to leave a stated house not later than a particular time on a particular day, then it would be sufficient to say that he had failed to comply with that order, because it only permits of one breach, namely failure to leave the house by the time stated. But where the order is not in such a simple form and it is possible for the defendant to be in doubt what breach is alleged then the notice is defective.» Εξηγείται στην Harmsworth v. Harmsworth
(1987)3 All E.R. 816, 821 ότι: «As I read the rules of Court and as I understand the decision in the Chiltern case the rules require that the notice itself must contain certain basic information. That information is required to be available to the respondent to the application from within the four corners of the notice itself. From the notice itself the person alleged to be in contempt should know with sufficient particularity what are the breaches alleged. A fortiori, in my view, where the document referred to is an affidavit, which does not set out particulars in an itemized form, but which leaves the respondent to the committal application to extract and cull for himself from an historical narrative in the affidavit relevant dates and times and so forth, and to work out for himself the precise number of breaches being alleged and the occasions on which they took place.» Το επίδικο διάταγμα διέταττε την καταχώριση ένορκης δήλωσης όπου να παρατίθενται συγκεκριμένα στοιχεία και να αποκαλύπτονται κάποια έγγραφα. Διατασσόταν ακόμα η Εναγόμενη όπως αποκαλύψει και παραδώσει στους δικηγόρους των Εναγόντων αντίγραφα κάποιων εγγράφων. Δεν επρόκειτο για δυσκατανόητη προσταγή. Στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης του κ. Ν. Μουκταρούδη που συνοδεύει την Αίτηση και συνιστά αναπόσπαστο μέρος αυτής εξηγείται και καταλογίζεται στους Καθ΄ ων η Αίτηση ότι ουδέν έπραξαν και η απραξία τους συνιστά μη συμμόρφωση με τη διαταγή του Δικαστηρίου. Διατάχθηκαν να πράξουν κάτι και ουδέν έπραξαν. Τόσο απλά. Ο λόγος ένστασης 1 δεν ευσταθεί. Την 20.5.2009 ημερομηνία ακρόασης της αίτησης, οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρισαν έγγραφο τιτλοφορούμενο «Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης σε συμμόρφωση με τη διαταγή του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.2.2009». Προκύπτει από το περιεχόμενο του εγγράφου πως κανένα στοιχείο από όσα το διάταγμα διέταττε να δηλωθούν δηλώνεται και κανένα έγγραφο αποκαλύπτεται. Κανένα αντίγραφο εγγράφου επισυνάπτεται προς παράδοση στους δικηγόρους των Εναγόντων. Η εκτέλεση και καταχώριση της ένορκης δήλωσης της 20.5.2009 δεν συνιστά συμμόρφωση προς το διάταγμα του Δικαστηρίου. Αντίθετα επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της πως δεν υπήρξε συμμόρφωση καθότι, κατά τον ομνύοντα, υφίσταται εξ αντικειμένου αδυναμία συμμόρφωσης. Αναφέρεται στην Δήμος Έγκωμης ν. Μαριάννου Πέτρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 70 ότι το στοιχείο του ηθελημένου τόσο της παρακοής όσο και της μη συμμόρφωσης προς εκείνο το οποίο επιβάλλει το διάταγμα, αποτελούσε συστατικό στοιχείο των αδικημάτων. Επρόκειτο για αδικήματα κατά παράβαση του άρθρου 20
(5)του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96. Υιοθετείται απόσπασμα από την Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309 ότι: «Όπως επισημαίνεται στην Antonis Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή του Καθ΄ ου η αίτηση προς την απόφαση του Δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του Δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ΄ εαυτού δεν αρκεί πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου.» Αναφορικά με τη Δ.48 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που προνοεί για την καταχώριση Ειδοποίησης Πρόθεσης Ένστασης σε αίτηση που θα εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους ένστασης, αναφέρεται στην Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.α.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 92, 97 ότι: «Θα θέλαμε όμως με αυτή την ευκαιρία να θυμίσουμε τον επιτακτικό χαρακτήρα της νέας διάταξης αναφορικά με τον καθορισμό, στο σώμα της γραπτής ένστασης, των λόγων που την υποστηρίζουν και το συναφές καθήκον του συντάκτη της να τους εξειδικεύσει. Και θα προσθέταμε με την καθαρότητα, λιτότητα έκφρασης και περιεκτικότητα, που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη νομική γραφή. Ας μη λησμονείται ότι ο συντάκτης της ένστασης δεν έχει μόνο καθήκον να πληροφορήσει τον αντίδικο του σε ποιους ακριβώς λόγους έγκειται η ένσταση του, αλλά και ανάλογη υποχρέωση απέναντι στο δικαστήριο.» Η αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης θα αναμένετο να εγειρόταν ρητά ως λόγος ένστασης στην Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που καταχωρίστηκε. Ο λόγος ένστασης 1 με κανένα τρόπο δεν εγείρει ζήτημα αντικειμενικής αδυναμίας συμμόρφωσης προς τη διαταγή του Δικαστηρίου. Καθ΄ όσον αφορά το λόγο ένστασης 3, ακόμα και αν θεωρηθεί πως η γενικότητα της διατύπωσης εγείρει ως επίδικο κάθε ζήτημα που αφορά στην απόδειξη της ισχυριζόμενης παρακοής ή περιφρόνησης, γεγονός παραμένει πως με την υποστηρικτική της ένστασης ένορκη δήλωση δεν εγείρεται ζήτημα αδυναμίας συμμόρφωσης με το επίδικο διάταγμα. Το ερώτημα είναι κατά πόσο το ζήτημα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο ή θα πρέπει η εξέταση να περιοριστεί στα όσα ρητά εγείρονται με τους λόγους ένστασης και υποστηρίζονται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης. Η εξαιτούμενη καταδίκη των Καθ΄ ων η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 42 των Περί Δικαστηρίων Νόμων το οποίο τιτλοφορείται «Εξαναγκασμός υποταγής σε διατάγματα» και έχει ως ακολούθως: «Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού κάθε δικαστήριο θα έχει εξουσία να εξαναγκάζει σε υπακοή προς οποιοδήποτε διάταγμα που εκδόθηκε από αυτό, το οποίο διατάζει ή απαγορεύει την εκτέλεση οποιασδήποτε πράξης, με πρόστιμο ή φυλάκιση ή μεσεγγύηση πραγμάτων. Και το δικαστήριο δύναται επιπρόσθετα να επιδικάσει στο πρόσωπο προς το συμφέρον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα τέτοιο ποσό υπό μορφή αποζημίωσης, όπως το δικαστήριο δύναται να θεωρήσει πρέπον.» Αναφέρεται στην Μαύρος ν. Στυλιανού κ.α.
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2389, 2396 ότι: «Σύμφωνα με τη νομολογία το άρθρο αυτό είναι δικαιοδοτικό και προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την τιμωρία προσώπων, φυσικών και νομικών, για την παρακοή διαταγμάτων. Καθορίζει τα μέσα για την εξασφάλιση συμμόρφωσης προς τα διατάγματα με την επιβολή προστίμου ή φυλάκισης ή με την έκδοση διατάγματος για τη μεσεγγύηση πραγμάτων. (Βλ. Krashias Shoe Factory v. Adidas
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750). Είναι άρθρο με ποινικό χαρακτήρα, το δε αδίκημα που διαγράφει δεν είναι αδίκημα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης (strict or absolute liability) αλλά αδίκημα που έχει όχι μόνο αντικειμενική αλλά και υποκειμενική υπόσταση. Η αντικειμενική του υπόσταση (actus reus) συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη η οποία παραβιάζει το διάταγμα, η δε υποκειμενική του υπόσταση (mens rea) σε ηθελημένη ανυπακοή ή, άλλως, σε πρόθεση ανυπακοής ή καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου.» Υιοθετείται ακόμα απόσπασμα από την Παπαχρυσοστόμου (πιο πάνω) σελ. 314 - 315 ότι: «Παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και το μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του δικαστηρίου αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη. Κατά συνέπεια η αίτηση για καταδίκη προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών της στοιχείων ειδικά, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Στην Οικονομίδου ν. Ph. Economides Estates Ltd
(1999)1(Β) A.A.Δ. 1145, 1148 γίνεται παραπομπή στην Steiner Products Ltd v. Willy Steiner Ltd
(1966)2 All E.R. 387, 390 ότι: «. the court must be satisfied that a contempt of court has been committed, in other words, that its order has be contumaciously disregarded.» Στο σύγγραμμα των Borrie & Lowe: The Law of Contempt, 1η έκδοση, 1973, και κάτω από το γενικό τίτλο «Civil Contempt» στις σελ. 315-316 αναφέρονται τα ακόλουθα: «. the courts will only punish a person for contempt upon adequate proof of the following points. First, it must be established that the terms of the injunction are clear and unambiguous; secondly, it must be shown that the defendant has had proper notice of such terms; and thirdly, there must be clear proof that the terms have been broken by the defendant. There is also a fourth issue, namely, the mens rea required in such cases.» Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1085 σημειώνεται στη σελίδα 1089 ότι: «Η διαδικασία για τη διαπίστωση της ευθύνης ατόμου για παρακοή διατάγματος δικαστηρίου είναι ιδιόμορφη. Ενώ η διαδικασία εντάσσεται στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, η στοιχειοθέτηση και απόδειξη της κατηγορίας συναρτώνται με τα θέσμια και τους κανόνες της ποινικής δίκης. Αυτό επιβάλλεται από τις συνέπειες που συνεπάγεται η καταδίκη του καθ΄ ου η αίτηση, που ταυτίζονται με τις κυρώσεις ποινικού δικαστηρίου.» Στη σελίδα 1090 αναφέρεται σε σχέση με την επίδοση οπισθογραφημένου διατάγματος στον καθ΄ ου η αίτηση πως: «Η απόδειξη του γεγονότος αυτού βαρύνει, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, τον κατήγορο. Υποθέσεις για την ύπαρξη γεγονότων, που συνθέτουν την κατηγορία, δεν χωρούν - Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365.» Στη Mouzouris (πιο πάνω) σελίδα 299 αναφέρεται: «. the trial Court properly directed itself on the standard of proof necessary to substantiate a complaint for contempt which, as stated, has to be proved beyond reasonable doubt, the disobedience complained of being wilful in the sense of voluntary as opposed to accidental conduct.» Είμαι της άποψης πως η ιδιομορφία της αίτησης για παρακοή δικαστικού διατάγματος που εστιάζεται στο ενδεχόμενο αποτέλεσμα της στέρησης της ελευθερίας φυσικού προσώπου και που δικαίως χαρακτηρίζεται ως διαδικασία προσομοιάζουσα με την ποινική, επιτρέπει ελαστικότητα σε σχέση με τις πρόνοιες της Δ.48 θ.4 έτσι που κάθε ζήτημα που άμεσα ή έμμεσα εγείρεται να μπορεί να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Οι πρόνοιες του διαδικαστικού κανονισμού δεν είναι δυνατό να αφαιθούν να υπερισχύσουν του πρωτεύοντος καθήκοντος του Δικαστηρίου να διαπιστώσει την τήρηση όλων των προϋποθέσεων, διαδικαστικών και ουσιαστικών, προτού κρίνει πρόσωπο ένοχο παρακοής διατάγματος του Δικαστηρίου. Αναφέρθηκε πως ζήτημα αντικειμενικής αδυναμίας συμμόρφωσης είχε εγερθεί από πλευράς της Εναγόμενης και κατά τη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος. Ανάφερε ο δικηγόρος των Αιτητών πως προκύπτει από το φάκελο ότι το ζήτημα συζητήθηκε κατά τη διαδικασία εκείνη και η θέση της Εναγόμενης απορρίφθηκε από το Δικαστήριο το οποίο και προχώρησε στην έκδοση του διατάγματος. Είναι τέτοια η φύση του διατάγματος που εάν κατά την έκδοση του η δυνατότητα συμμόρφωσης υφίστατο, δύσκολα μπορώ να φανταστώ πώς θα μπορούσε να προκύψει εκ των υστέρων αδυναμία συμμόρφωσης. Είμαι εν πάση περιπτώσει της άποψης πως το ζήτημα της δυνατότητας συμμόρφωσης εγείρεται σε κάθε αίτηση παρακοής και το γεγονός ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε το διάταγμα ασχολήθηκε με το ζήτημα και αποφάσισε προτού εκδώσει το διάταγμα, ότι υπήρχε δυνατότητα συμμόρφωσης από το πρόσωπο προς το οποίο απευθυνόταν, δεν απαλλάττει το Δικαστήριο που εξετάζει αίτηση για την παρακοή του της υποχρέωσης να διαπιστώσει ότι αποδείχθηκε ενώπιον του κατά τρόπο θετικό και πέρα από κάθε λογική αμφιβολία το συστατικό τούτο στοιχείο της παρακοής. Άλλωστε η δυνατότητα του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 δεν ήταν ζήτημα προς εξέταση κατά την εκδίκαση της Αίτησης στην οποία εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα και ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 δεν ήταν διάδικο μέρος στη διαδικασία. Κατά την ακρόαση της υπό κρίση αίτησης δεν παρουσιάστηκε οιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς των Αιτητών προς αυτή την κατεύθυνση. Ενδεχομένως και γιατί το ζήτημα δεν ηγέρθηκε ρητά με τους λόγους ένστασης αλλά και στην υποστηρικτική της Ένστασης ένορκη δήλωση ουδεμία αναφορά επί του ζητήματος έγινε. Δεν μπορώ, με κανένα τρόπο, να αισθάνομαι ικανοποιημένος, πολύ περισσότερο στο βαθμό που απαιτείται, ότι υφίστατο εξ αντικειμένου δυνατότητα συμμόρφωσης προς το διάταγμα του Δικαστηρίου και κατ΄ ακολουθία ότι υπήρξε παρακοή. Η κατάληξη μου πως οφείλω να εξετάσω κάθε πτυχή του αιτήματος για καταδίκη των Καθ΄ ων η Αίτηση και να διαπιστώσω την ύπαρξη των απαραίτητων προϋποθέσεων πέραν και των λόγων ένστασης που μνημονεύονται στην Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης, με οδηγεί στο ζήτημα της επίδοσης του διατάγματος προς τον Καθ΄ ου η Αίτηση 2, όπου, παρά την απόσυρση του λόγου ένστασης 2, δεν μπορώ να αγνοήσω το τι ισχυρίζονται οι Ενάγοντες Αιτητές και τι παρουσιάζουν προς τεκμηρίωση των θέσεών τους. Σε περίπτωση κατά την οποία δεν καταχωρείται Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης και συνεπώς δεν προβάλλονται λόγοι ένστασης, το Δικαστήριο δεν θεωρεί αυτόματα την Αίτηση ως επιτυχούσα αλλά διαπιστώνει την ύπαρξη όλων των απαραίτητων προϋποθέσεων προτού προχωρήσει στην καταδίκη οιουδήποτε προσώπου για παρακοή δικαστικού διατάγματος. Η Δ.42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθιστά την προσωπική επίδοση του οπισθογραφημένου διατάγματος απαρέγκλιτο όρο για την καταδίκη προσώπου για την παρακοή διατάγματος (βλ. Krashias (πιο πάνω)). Αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση (παραγρ. 5) πως έγινε προσωπική επίδοση στον Καθ΄ ου η Αίτηση 2. Προκύπτει από αντίγραφο της ένορκης δήλωσης επίδοσης που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Γ πως δεν έγινε επίδοση στον Π. Ονησιφόρου. Όπως εμφαίνεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης που παρουσιάζεται, ο ιδιώτης επιδότης ορκίζεται ότι επέδωσε στην Εναγόμενη εταιρεία το διάταγμα ημερομηνίας 23.2.2009 αφήνοντας το έναντι της υπογραφής του στον Πέτρο Ονησιφόρου, διευθυντή της εταιρείας. Ο Π. Ονησιφόρου δεν θα είχε λόγο να εκλάβει πως γινόταν επίδοση στον ίδιο προσωπικά αφού ούτε διάδικος είναι στην αγωγή ούτε στην οπισθογράφηση του διατάγματος γινόταν μνεία στο πρόσωπο του. Στη σύνταξη της οπισθογράφησης του επίδικου διατάγματος ακολουθήθηκε το λεκτικό της Δ.42Α των Θεσμών. Αναφέρεται στη θεμελιακή υπόθεση Iberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd
(1932)2 K.B. 87, 97 ότι: «It is to be noticed that the form of the memorandum is not in any sense a rigid form. It may be altered so long as the effect is in substantial accord with the form. This must give such latitude as is necessary to meet the facts of the particular case. The object of the indorsement is plain-namely, to call to the attention of the person ordered to do the act that the result of disobedience will be to subject him to penal consequences.» Στους Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 8, σελίδα 27, παραγρ. 47 αναφέρεται με παραπομπή στην Iberian Trust (πιο πάνω) ότι: «Directors who are not a party to the action, but are sought to be attached, must be served personally with a copy of the order or judgment to be enforced and the judgment or order must be endorsed with the memorandum prescribed by the Rules of Court addressed to the corporation, and including in it the name of the particular director served.» Η Αίτηση εναντίον του Καθ΄ου η Αίτηση 2 απορρίπτεται και για τον αμέσως πιο πάνω επιπρόσθετο λόγο. Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη πως το ουσιαστικό ζήτημα της αντικειμενικής αδυναμίας συμμόρφωσης δεν τέθηκε ρητά στην Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης και την ένορκη δήλωση που την υποστήριζε αλλά μόνο κατά την ημερομηνία της δίκης και με τον τρόπο που εξηγήθηκε, θεωρώ πως είναι ορθό και δίκαιο να μην επιδικάσω έξοδα υπέρ των επιτυχόντων Καθ΄ ων η Αίτηση. Ουδεμία λοιπόν διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .................. Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Παρακοή διατάγματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.