Στέφανου Πιτσιλλίδη ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Αγωγή Αρ. 1042/05, 29 Μαΐου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A143 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 1042/05 Μεταξύ: Στέφανου Πιτσιλλίδη, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγομένων -------------------------------------- 29 Μαΐου 2009 Για τον ενάγοντα: κ. Χρ. Νικολάου Για τους εναγόμενους: κα Ν. Παρτασίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή του ο ενάγων αξιώνει: «Α(
- i)Ποσό ΛΚ606.806,00 και/ή όπως θα ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο ως αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της συμφωνίας εργοδότησης του Ενάγοντα ημερομηνίας 1.10.1994 που αντιπροσωπεύει απώλεια μισθών από 1/01/2005 μέχρι 31/12/2029 ημερομηνία αφυπηρέτησης του Ενάγοντα από την υπηρεσία των Εναγομένων. (
- ii)Ποσό ΛΚ159.100,00 και/ή όπως θα ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο που αντιπροσωπεύει απώλεια ωφελημάτων και/ή φιλοδώρημα αφυπηρέτησης (εφάπαξ) και/ή διαφορετικά ποσό που θα δικαιούτο να λάβει ο Ενάγοντας κατά τον χρόνο της αφυπηρέτησης του. (Β) Διαζευκτικά με το (Α) (
- i)και (
- ii)πάνω: (
- i)Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόλυση του Ενάγοντα από την υπηρεσία των Εναγομένων ήταν υπό τις περιστάσεις παράνομη και/ή αδικαιολόγητη και/ή ότι συνιστά παράβαση της συμφωνίας εργοδότησης του Ενάγοντα ημερομηνίας 1/10/1994. (
- ii)Διάταγμα του Δικαστηρίου για επαναπρόσληψη και/ή επαναφορά του Ενάγοντα και/ή διαφορετικά στην ίδια θέση και/ή με τους ίδιους όρους που ίσχυαν κατά τον ουσιαστικό χρόνο της απόλυσης του. (iii) Αποζημιώσεις και/ή όπως θα ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο ως απώλεια ενδιάμεσων μισθών και;/η ωφελημάτων για την περίοδο μεταξύ της ημερομηνίας απόλυσης του από την υπηρεσία των Εναγομένων και της ημερομηνίας επαναπρόσληψης και/ή επαναφοράς του στην υπηρεσία των Εναγομένων.» Οι εναγόμενοι ήσαν και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να είναι τραπεζικός οργανισμός με παραρτήματα σε όλες τις πόλεις της Κύπρου. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο ενάγων ήταν εργοδοτούμενος των εναγομένων από 1.10.1994 δυνάμει γραπτών συμφωνιών, Τεκ.1 και Τεκ.3. Εργοδοτήθηκε αρχικά ως προσωρινός λογιστικός υπάλληλος για περίοδο ενός έτους από 1.10.1994 και συνέχισε να εργάζεται κανονικά, για σχεδόν 10 χρόνια, μέχρι τις μέχρι τις 31.12.2004. Η υπηρεσία του τερματίστηκε στις 5.1.2005 με επιστολή των εναγομένων με την οποία τον πληροφορούσαν ότι απολύθηκε οριστικά από την υπηρεσία τους χάνοντας όλα τα ωφελήματα αφυπηρέτησης που θα λάμβανε κανονικά (Τεκ.11). Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι οι υπηρεσίες του τερματίστηκαν παρανόμως και κατά παράβαση της συμφωνίας εργοδότησης του. Παράλληλα με τη μαρτυρία που προώθησε προβάλλει και προσβάλλει την διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά την πειθαρχική του δίωξη την οποία χαρακτηρίζει ως αντινομική και κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης η οποία οδήγησε στη λήψη μιας άδικης απόφασης: την οριστική του απόλυτη. Είναι η θέση των εναγομένων ότι ο ενάγων υπέπεσε σε σοβαρά παραπτώματα που ενείχαν μεταξύ άλλων και το στοιχείο της έλλειψης τιμιότητας και τα οποία οδήγησαν στη λήψη πειθαρχικών μέτρων. Υπερασπίζονται την όλη διαδικασία και την κανονικότητα της ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου, η οποία οδήγησε στη λήψη απόφασης τερματισμού των υπηρεσιών του ενάγοντα και προβάλλουν πως ο ενάγων δεν είχε δικαίωμα εκ της συμβάσεως να παραμείνει στην εργοδότηση της τράπεζας μέχρι το 60 έτος της ηλικίας του. Οι οποιεσδήποτε αποζημιώσεις σε περίπτωση επιτυχίας του ενάγοντα δεν μπορούν να βασιστούν στο αφυπηρετικό όριο που καθορίζεται με την συμφωνία εργοδότησης ή τον οργανισμό υπηρεσίας της τράπεζας: Η σύμβαση ήταν αορίστου διαρκείας. Τα γεγονότα που προηγήθηκαν της απόλυσης του εναγομένου είναι κατ' ουσίαν απλά. Εκείνο που πρέπει να αποφασισθεί είναι η ερμηνεία και η διάσταση που παίρνουν ιδωμένα μέσα στις παραμέτρους της συμφωνίας εργοδότησης του ενάγοντα, των εγκυκλίων της εναγομένης, καθώς και των συναφών συμφωνιών του Κυπριακού Εργοδοτικού Συνδέσμου Τραπεζών και της Ένωσης Τραπεζικών Υπαλλήλων Κύπρου. Διάσταση η οποία από τη στιγμή που τα γεγονότα αποκρυσταλλωθούν και ενταχθούν μέσα στο πνεύμα της νομολογίας θα οδηγήσουν στην επίλυση του όλου ζητήματος. Ο ενάγων, με τη μαρτυρία που πρόσφερε, ισχυρίζεται ότι την προηγούμενη ημέρα του ελέγχου και μετά το κλείσιμο του ταμείου του, στις 30.11.2004, απέσυρε το ποσό των £500,00 με ένταλμα ανάληψης υπογραμμένο από τον ίδιο με σκοπό να διευκολυνθεί προσωρινά. Επειδή είχε ανάγκη από ρευστό. Είναι θέση του, όπως αντικρύζεται στην απάντηση στην υπεράσπιση, παράγραφος 2(Β), πως πρόθεση του ήταν να καταχωρίσει το ποσό αυτό στο λογαριασμό του την επόμενη εργάσιμη μέρα και όχι η εξαπάτηση της τράπεζας, θέση την οποία διαφοροποιεί, ως προς το χρόνο επιστροφής του ποσού με τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, όπου ισχυρίστηκε πως η όποια υπέρβαση θα ήταν για λίγες μόνο μέρες, εφόσον κατά τις 20.12.2004 επρόκειτο να κατατεθεί στο λογαριασμό του ο 13ος μισθός του, διαφοροποίηση στην οποία θα επανέλθω πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Επειδή ξέχασε να κάμει ανάληψη από τον προσωπικό του λογαριασμό κατά τις εργάσιμες ώρες πήρε τα χρήματα που τα χρειαζόταν για να πληρώσει για την αγορά επίπλων, για το νέο του σπίτι στο οποίο είχε μετακομίσει πρόσφατα. Για το σκοπό αυτό εξέδωσε μόνος του το ένταλμα κάνοντας ανάληψη £500,00 και το έβαλε στο ταμείο του, με σκοπό την επομένη να το καταχωρίσει στο σύστημα και να ζητήσει τη μονογραφή και κατ' επέκταση, την έγκριση του διευθυντή του. Δέχθηκε ότι ο λογαριασμός του με αυτό τον τρόπο θα βρισκόταν σε υπέρβαση του ορίου του, όμως επειδή ο διευθυντής του είχε εν τω μεταξύ φύγει δεν ζήτησε από κανένα άλλο σχετική έγκριση. Το ένταλμα ανάληψης με τον τρόπο αυτό επρόκειτο να καταχωριστεί την επόμενη μέρα σαν να επρόκειτο για μια πράξη «after banking hours». Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η ανάληψη των χρημάτων διαπιστώθηκε αμέσως την επόμενη μέρα, 1.12.2004. Εξωτερικοί ελεγκτές της τράπεζας που έκαναν αιφνίδιο έλεγχο του ταμείου και της αυτόματης ταμιακής μηχανής του υποκαταστήματος, ο οποίος γινόταν μια φορά το χρόνο και απροειδοποίητα, πληροφόρησαν τον ενάγοντα ότι διαπιστώθηκε έλλειμμα £500,00 στο ταμείο του. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι ο ίδιος πληροφόρησε μια εκ των λογιστών για την ενέργεια του αυτή πριν την καταμέτρηση του ταμείου του και της εξήγησε τόσο τις ενέργειες όσο και την πρόθεση του για επιστροφή του ποσού υποδεικνύοντας της το σχετικό ένταλμα το οποίο κρατούσε στα χέρια του, αλλά η τελευταία δεν ήθελε να το δει. Στα Τεκ.6 και 7, έκθεση λογιστών 1.12.2004 και αναφορά του Γεωργίου Χατζηγεωργίου, Επιθεωρητής της Τράπεζας στη Λευκωσία, 3.12.2004 αντιστοίχως παρατίθενται τα γεγονότα όπως τα προβάλλουν οι συγγραφείς των επιστολών. Αργότερα την ίδια μέρα ο ενάγων κλήθηκε στο γραφείο του τότε διευθυντή του καταστήματος Μ.Υ.1 Κωστάκη Αργυρού, για να δώσει εξηγήσεις. Είναι η θέση του ενάγοντα πως ο Αργυρού αντί να του ζητήσει να ετοιμάσει το ένταλμα για να το μονογράψει ως διευθυντής του υποκαταστήματος, του ζήτησε να βάλει στο ταμείο το ποσό των £500,00 σε μετρητά για να καλύψει την υπέρβαση. Αργότερα κλήθηκε στο γραφείο του διευθυντή Αργυρού στην παρουσία του Γεωργίου Χατζηγεωργίου, επιθεωρητή της τράπεζας, από την Λευκωσία, ο οποίος του ζήτησε να ετοιμάσει επιστολή που να περιγράφει το περιστατικό, πράγμα που έκαμε, επιστολή 1.12.2004, Τεκ.8. Με την επιστολή του ο ενάγων ουσιαστικά επιβεβαιώνει την πράξη του, την αιτιολογεί και την αποδίδει σε φόρτο εργασίας. Σχολιάζοντας δε το γεγονός το χαρακτηρίζει, απολογούμενος, «παράπτωμα», το οποίο δεν γνώριζε ότι ήταν τόσο σοβαρό βεβαιώνοντας ταυτοχρόνως πως δεν θα το επαναλάμβανε. Οι εναγόμενοι μέσα στο πλέγμα της όλης συμπεριφοράς του ενάγοντα και ως εξήγηση των μετέπειτα ενεργειών τους, να παραπέμψουν τον ενάγοντα σε πειθαρχική διαδικασία επικαλούνται ακόμη ένα παρόμοιο περιστατικό το οποίο έλαβε χώρα στις 12.11.2004, και πάλι χωρίς την έγκριση του Αργυρού ως διευθυντή του υποκαταστήματος. Είναι η θέση της εναγομένης όπως προβλήθηκε από τον Αργυρού ότι για το περιστατικό της 12ης Νοεμβρίου έγινε αυστηρή προειδοποίηση στον ενάγοντα και ότι ο Αργυρού ενημέρωσε τους ανωτέρους του. Ο ενάγων δεν αρνήθηκε ότι έγινε παρόμοιο περιστατικό στις 12.11.2004, αμφισβήτησε όμως τη θέση της εναγομένης, λέγοντας ότι ο Αργυρού του υπέδειξε απλώς το λάθος του χωρίς να προχωρήσει σε αυστηρές συστάσεις. Απλώς εκείνη τη φορά ο Αργυρού είχε μονογράψει κανονικά το ένταλμα παρατηρώντας πως θα ήταν καλύτερα, όταν ένα ένταλμα γίνεται εκτός ωρών εργασίας, να μονογράφεται από πριν. Ο ενάγων περιγράφει την όλη στάση του Αργυρού ως φιλική, ήταν μια απλή υπενθύμιση για την πρακτική που έπρεπε να ακολουθείται. Ο ενάγων τέθηκε σε αναγκαστική άδεια και αργότερα μετατέθηκε στο κεντρικό υποκατάστημα από τις 9.12.2004. Τηλεφωνικώς ειδοποιήθηκε από τον κ. Α. Κιζουρίδη από τη Λευκωσία, Διευθυντής Προσωπικού των εναγομένων, όπου και διευθετήθηκε συνάντηση στο γραφείο του τελευταίου στη Λευκωσία. Εκεί πληροφορήθηκε πως μετά από συνεδρίαση των εναγομένων αποφασίσθηκε ο τερματισμός της απασχόλησης του. Ο Κιζουρίδης του έθεσε δυο επιλογές: είτε να παραιτηθεί από μόνος του, και να του δώσουν οι εναγόμενοι το ταμείο προνοίας του και μια συστατική επιστολή για να μπορέσει να εργοδοτηθεί αλλού, είτε να κινηθεί πειθαρχική διαδικασία εναντίον του, οπότε σε περίπτωση απόλυσης του θα έχανε και το Ταμείο Προνοίας και δεν θα του δινόταν συστατική επιστολή. Ο ίδιος ο Κιζουρίδης, ισχυρίστηκε ο ενάγων, του συνέστησε να πάρει την πρώτη επιλογή. Με την επιστολή 14.12.2004, Τεκ.10, με θέμα «αιφνιδιαστική καταμέτρηση του χρηματικού του ταμείου σας από τους εξωτερικούς ελεγκτές της τράπεζας» οι εναγόμενοι αποφασίζουν την παραπομπή του ενάγοντα σε Πειθαρχικό Συμβούλιο στηριζόμενοι στα γεγονότα που καταγράφονται στο σημείωμα των εξωτερικών ελεγκτών της τράπεζας, στο πόρισμα της Διεύθυνσης Επιθεώρησης 3.12.2004, στο εμπιστευτικό σημείωμα του διευθυντή της μονάδας και στην επιστολή του ενάγοντα 1.12.2004. Ακολούθησε πειθαρχική διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου της εναγόμενης, η οποία και οδήγησε στην επιβολή ποινής, όπως προβλεπόταν από το άρθρο 14, παράγραφος 2(ζ): οριστική απόλυση με απώλεια όλων των ωφελημάτων αφυπηρέτησης, Τεκ11. Από το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου, τις αγορεύσεις των συνηγόρων, εγείρονται τα πιο κάτω ζητήματα που πρέπει ν' αποφασιστούν: (α) Η φύση της εργοδότησης του ενάγοντα: τακτής ή αόριστης διάρκειας. (β) Κατά πόσο ο τερματισμός της εργοδότησης του ήταν νόμιμος (γ) Αν η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του ενάγοντα ήταν παράνομος και/ή αδικαιολόγητος κατά πόσο θα πρέπει να του επιδικαστούν αποζημιώσεις και τέλος ο προσδιορισμός τους. 1. Noμική πτυχή Το καθορισμένο όριο υποχρεωτικής αφυπηρέτησης «δεν σημαίνει ούτε και συνεπάγεται δέσμευση εργοδότησης για τακτή χρονική περίοδο» αν δεν υπάρχει ρητή περί τούτου συμφωνία. Το σχέδιο ασφάλισης και οι κανονισμοί ενός ταμείου προνοίας προσδιορίζουν τις προϋποθέσεις για την απόκτηση των ευεργετημάτων που εξασφαλίζουν. Τρύφωνας Χαραλάμπους κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Αγγλίας και Ουαλίας κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 90. Στην πιο πάνω απόφαση υιοθετήθηκε ουσιαστικά ο λόγος της Στυλιανίδης ν. British American Insurance
(1990)1 A.A.Δ. 517, όπου δόθηκαν οι κατευθύνσεις ώστε το Δικαστήριο να αποφασίσει τη διάρκεια σύμβασης ενός εργοδοτουμένου. Οδηγό στην πιο πάνω κατάληξη συνιστά η μελέτη των διαφόρων εγγράφων τα οποία ρυθμίζουν τους όρους εργοδότησης του προσωπικού. Όμως το σχέδιο ασφάλισης και οι κανονισμοί δεν παρέχουν πέρα από προσδοκία για τη συνέχιση εργοδότησης μέχρι του ορίου αναγκαστικής αφυπηρέτησης, η οποία όμως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να εξισωθεί με υποχρέωση για εργοδότηση του προσωπικού μέχρι την καθοριζόμενη ηλικία αφυπηρέτησης. «Ο καθορισμός ανώτατου ορίου αφυπηρέτησης δεν δεσμεύει αφ' εαυτού την εταιρεία να παράσχει εργοδότηση στο προσωπικό μέχρι την ηλικία εκείνη, θέση που επαναλήφθηκε και στη Σάββας Σαββίδης ν. Συνομοσπονδίας Εργατών Κύπρου κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 57. Σε μια άλλη απόφαση επί του θέματος Τρύφωνας Χαραλάμπους κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α.
(2004)1( Α) Α.Α.Δ. 90, το Εφετείο υιοθετώντας το απόσπασμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου κατέληξε πως «..ο εργοδοτούμενος εκτός αν υπάρχει ρητή πρόνοια περί του αντιθέτου στο συμβόλαιο, μπορεί μόνο να προσδοκά σε υπηρεσία μέχρι το έτος της αναγκαστικής αφυπηρέτησης του και δεν υπάρχει εγγυημένη τακτή προθεσμία εργοδότησης ακόμα και αν γίνεται αναφορά σε κανονισμούς ταμείων προνοίας - συντάξεως για τη λήψη ωφελημάτων στο 60ο έτος ...» Άλλωστε μια εταιρεία έχει τη δυνατότητα να καθορίσει ή να μη καθορίσει χρονική διάρκεια εργοδότησης ή απασχόλησης των υπαλλήλων της ενεργώντας δυνάμει συμβάσεων ακαθόριστης ή αόριστης διάρκειας θέτοντας παράλληλα ως όριο την ημερομηνία αφυπηρέτησης του υπαλλήλου, το 60ο έτος της ηλικίας του ή αναλόγως. Δυνατότητα και πρακτική η οποία και αναγνωρίστηκε στην Π.Ε. 104/07, Κ. Χαραλάμπους v. Michael Automotive Ltd, ημερ. 27.1.09. Το γεγονός ότι γίνεται αναφορά σε ημερομηνία αφυπηρέτησης δεν καθιστά εκ των πραγμάτων τη συμφωνία ως σύμβαση τακτής προθεσμίας, κατάληξη που ενισχύεται και από τον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο, άρθρο 5(δ). Στις συμβάσεις αορίστου διαρκείας απαιτείται δήλωση ή ενέργεια ενός εκ των συμβαλλομένων για τερματισμό της, ενώ επί συμβάσεως ορισμένου χρόνου η λήξη της επέρχεται αυτοδικαίως: με τη λήξη του χρόνου διάρκειας της. Σάββα Φιλ. Δρουσιώτη ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αγίου Δομετίου Λτδ
(2006)1(Β) Α.Α.Δ.
- Δεν μπορώ να δεχθώ σε καμιά περίπτωση την εισήγηση του ευπαιδεύτου δικηγόρου του τον ενάγοντα ότι η παρούσα είναι μια ασυνήθιστη περίπτωση «ίσως λόγω του ότι ακριβώς οι τραπεζικοί ήταν ειδική περίπτωση υπαλλήλων και αντιμετωπίζονταν κατά την πρόσληψη τους από τους εναγόμενους που ως τράπεζα ήταν ειδική περίπτωση εργοδότη, πολύ διαφορετικά από τους άλλους υπαλλήλους επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα». Σε καμία περίπτωση δεν είναι νοητό οι τραπεζικοί υπάλληλοι να θεωρηθούν ειδική περίπτωση υπαλλήλου ή η τράπεζα ειδική περίπτωση εργοδότη. Δεν αντιλαμβάνομαι αλλά ούτε και έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να μου επιτρέψει να προχωρήσω σε μια τέτοια «άσκηση» και να καταλήξω σε ένα τέτοιο συμπέρασμα που δεν υποστηρίζεται ούτε από τα γεγονότα, ούτε από τη λογική του πράγματος. Το εύλογο της προειδοποίησης σε περιπτώσεις εργοδότησης ακαθόριστης διάρκειας εξετάστηκε στην υπόθεση Σάββας Σαββίδης, πιο πάνω, προειδοποίηση η οποία κυμαίνεται μεταξύ 1 - 12 μηνών, αναλόγως της φύσης του επαγγέλματος, και της θέσης που κατέχει ο εργοδοτούμενος, διευθυντική ή άλλη. Σχετικά με το θέμα παραπέμπω στα Halsbury`s Laws of England, 3η ΄Εκδοση, Τόμος 25, σελ. 490 και Chitty on Contracts, 27η Εκδ., Τόμος 2ος, σελ.
- Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας όπως έχει τεθεί ενώπιον μου και ιδιαιτέρως από την εμπράγματη μαρτυρία, βρίσκω ότι η εργοδότηση του ενάγοντα ήταν αόριστης ή ακαθόριστης χρονικής διάρκειας. Κάτω από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο θα εξετασθεί και ο υπολογισμός επιδίκασης αποζημιώσεων στην περίπτωση όπου το Δικαστήριο καταλήξει ότι η απασχόληση του ενάγοντα τερματίστηκε παράνομα και/ή αδικαιολόγητα. Ο τερματισμός της απασχόλησης του ενάγοντα έγινε με την επιστολή ημερ. 5.1.2005, Τεκ.11, το περιεχόμενο της οποίας έχει ως πιο κάτω: «Σας γνωρίζουμε ότι σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 3 του Οργανισμού της Υπηρεσίας της τράπεζας, το Πειθαρχικό Συμβούλιο, αφού έλαβε υπόψη το παράπτωμα στο οποίο υποπέσατε κατά την εκτέλεση της εργασίας σας, αποφάσισε να σας επιβάλει την προβλεπόμενη από το άρθρο 14 παράγραφος 2(ζ) πειθαρχική ποινή, δηλαδή: Οριστική απόλυση με απώλεια όλων των ωφελημάτων αφυπηρέτησης.» Η όλη συμπεριφορά του ενάγοντα διαπλέκεται με τη δυνατότητα και τους λόγους που καθιστούν δικαιολογημένη ή μη την απόλυση ενός εργοδοτουμένου χωρίς προειδοποίηση. Θα πρέπει λοιπόν να εξεταστεί η μαρτυρία γύρω από το ζήτημα για να κριθεί τελικά σφαιρικά και μέσα στις παραμέτρους της φύσης της εργασίας του ενάγοντα: ταμίας της τράπεζας. Οι υποχρεώσεις των εργοδοτουμένων των εναγομένων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους καταγράφονται στον κανονισμό υπηρεσίας, άρθρο 13, η παράβαση των προνοιών του οποίου συνιστά παράπτωμα που δυνατό να επισύρει την επιβολή πειθαρχικών ποινών, (Τεκ. 2). Ο ίδιος ο ενάγων ισχυρίζεται ότι το μόνο που έκαμε την ημέρα εκείνη ήταν να υπερβεί το όριο του λογαριασμού του, πράγμα που ήταν συχνό φαινόμενο για όλους τους υπαλλήλους της τράπεζας. Στη βάση της πρακτικής που ακολουθείτο και στη βάση προφορικών οδηγιών και κατευθύνσεων των προϊσταμένων τους, δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε έγκριση από οποιοδήποτε προϊστάμενο ενός ταμία για πράξη ανάληψης χρημάτων όταν υπήρχε διαθέσιμο εγκεκριμένο πιστωτικό όριο. Συχνά γίνονταν συναλλαγές εκτός των καθορισμένων ωρών "after banking hours" για σκοπούς εξυπηρέτησης πελατών της τράπεζας, οι οποίες καταχωρούνταν την επόμενη μέρα. Το ίδιο μπορούσε να γίνει και γινόταν και για τους υπαλλήλους της τράπεζας. Οι υπερβάσεις αυτές γίνονταν πολλές φορές χωρίς τη λήψη προηγούμενης έγκρισης από τον προϊστάμενο, φαινόμενο που ήταν γνωστό στους εναγόμενους, οι οποίοι κατά καιρούς προσπάθησαν να το εμποδίσουν με αποστολή εγκυκλίων ζητώντας από τους υπαλλήλους τους να μην υπερβαίνουν τα όρια τους εκτός αν είχαν λάβει προηγούμενη σχετική έγκριση από τη διεύθυνση προσωπικού, Τεκ.20, 21,
- Είναι η θέση του ενάγοντα πως όταν ζητούνταν τέτοιες εγκρίσεις για υπέρβαση του ορίου αυτές, πάντοτε ή κατά κανόνα, εγκρίνονταν με μόνο κριτήριο το ύψος της υπέρβασης. Επανειλημμένως άλλωστε είχαν εγκριθεί υπερβάσεις του ορίου του, ακόμα και σε χρόνο που ήταν σε υπέρβαση και του ορίου αυτού, για πολύ μεγαλύτερα ποσά από το επίδικο. Ήταν ένα συχνό, όπως ισχυρίστηκε, φαινόμενο: όποτε είχε κάποιες ανάγκες χρησιμοποιούσε την υπέρβαση οι οποίες καλύπτονταν πάντοτε εντός μερικών ημερών και πάντως εντός του ιδίου μήνα. Ο ενάγων στις 30.11.2004 δεν θεώρησε ότι αν ζητούσε έγκριση για υπέρβαση του ορίου του τρεχούμενοι λογαριασμού του αυτή δεν θα δινόταν. Αντιθέτως είχε κάθε λόγο να πιστεύει ότι θα εξασφάλιζε τη σχετική έγκριση και ότι η λήψη της συνιστούσε μια καθαρά διαδικαστική τυπικότητα. Είναι η θέση του κ. Νικολάου πως δεν υπήρχε συγκεκριμένος γραπτός κώδικας που να ρυθμίζει ακριβώς τον τρόπο που έπρεπε να ενεργούν οι τραπεζικοί υπάλληλοι. Το γεγονός της ύπαρξης υπερβάσεως των ορίων εντός και εκτός των τυπικά των προκαθορισμένων ωρών εργασίας έγινε παραδεκτό και από τον τότε διευθύνοντα σύμβουλο της τράπεζας αλλά και από τον Αργυρού, ο οποίος δέχθηκε πως δεν υπήρχε λόγος να θεωρήσει κανείς ότι δεν θα δινόταν άδεια στον ενάγοντα να υπερβεί το όριο του ή ότι οι εναγόμενοι κινδύνευαν να μην πάρουν πίσω το ποσό που εισέπραξε ο ενάγων καθ' υπέρβαση του ορίου του, νοουμένου πάντοτε ότι θα ζητείτο η προηγούμενη έγκριση. Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου κάνω αποδεκτό ότι αργότερα κατατέθηκε στο λογαριασμό του ενάγοντα ο 13ος μισθός του και στο τέλος του μήνα ο κανονικός του μισθός ούτως ώστε γίνεται ουσιαστικά παραδεκτό ότι η συγκεκριμένη υπέρβαση του ενάγοντα ήταν δυνατό να καλυφθεί, ανεξαρτήτως αν καλύφθηκε την ιδία ημέρα από τον Αργυρού, ο οποίος διευκόλυνε τον ενάγοντα εφόσον αυτός δεν είχε την ημέρα εκείνη μετρητά στη διάθεση του. Ο μάρτυρας Τσιτσιρίδης ισχυρίστηκε ότι η όποια αναφορά των εναγομένων στις εγκυκλίους στις υπερβάσεις των ορίων από τους υπαλλήλους τους δεν αφορούσε κατ' ανάγκη σε μη εγκεκριμένες υπερβάσεις, αλλά αντίθετα σε εγκεκριμένες, προσθέτοντας κατά την αντεξέταση ότι σε περίπτωση που κάποιος υπάλληλος ήθελε να προβεί σε υπέρβαση τότε θα έπρεπε να ζητηθεί έγκριση από το αρμόδιο κλιμάκιο. Οι εγκύκλιοι, κατά την κρίση του, οι οποίες είχαν σταλεί κατά καιρούς, καθόριζαν τις διαδικασίες για υπεραναλήψεις οι οποίες ουσιαστικά συμπληρώνουν διαχρονικά τον Οργανισμό Υπηρεσίας. Εξετάζοντας τις σχετικές εγκυκλίους καθώς και την δέσμη εγγράφων, Τεκ.29, όπου η εναγόμενη παρουσίασε δείγματα αιτήσεων για υπέρβαση του λογαριασμού υπαλλήλων της που απευθύνονταν στη διεύθυνση προσωπικού, ικανοποιούμαι κάτω από τις περιστάσεις με τις εγκυκλίους γινόταν σαφές ότι δεν επιτρεπόταν η δημιουργία υπερβάσεων στους τρεχούμενους λογαριασμούς του προσωπικού. Μόνο σε έκτακτες και δικαιολογημένες περιπτώσεις, στις οποίες υπήρχε ανάγκη παραχώρησης προσωρινών υπερβάσεων, τα καταστήματα θα έπρεπε να υποβάλουν εκ των προτέρων εισήγηση στη διεύθυνση προσωπικού που θα την προωθούσε για να ληφθεί η απόφαση. Εκ των πραγμάτων φαίνεται ότι θα πρέπει να υπήρχαν τέτοιες συμπεριφορές είτε εκ μέρους προϊσταμένων, είτε υπαλλήλων έτσι ώστε να δημιουργούνται υπερβάσεις εκ μέρους του προσωπικού εξ ου και η Διοίκηση της τράπεζας, επειδή τις θεωρούσε ως σοβαρές παραβάσεις των οδηγιών της, Εγκύκλιοι Τεκ.20-Τεκ.21, απευθύνει προς τους υπαλλήλους της την εγκύκλιο ημερ. 29.6.2001, Τεκ.22, με την οποία τονίζεται πως οποιαδήποτε υπέρβαση ή ληξιπρόθεσμη οφειλή, που δεν θα τυγχάνει της προηγούμενης έγκρισης της διεύθυνσης προσωπικού θα θεωρείται ως παράβαση με όλες τις συνέπειες που αυτή συνεπάγεται. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, καταλήγω, πως καθίστατο προφανές ότι η δημιουργία υπερβάσεων κάλυπτε, σύμφωνα με τις εγκυκλίους, όλες τις υπερβάσεις οι οποίες γίνονταν χωρίς την έγκριση από τη διεύθυνση προσωπικού, αλλά και τις υπερβάσεις που δημιουργήθηκαν από τη χρήση της πιστωτικής κάρτας συμπεριλαμβανομένης και της Έθνο cash, εξ ου και ζητείτο η άμεση παράδοση των καρτών, Εγκύκλιος (αρ. 3), 9.7.1998, Τεκ.
- Η μαρτυρία καταδεικνύει ότι ο ενάγων αφαίρεσε από το ταμείο του χρήματα στις 30.11.2004 ποσό £500,00 για δικό του λογαριασμό καθ' υπέρβαση του υπολοίπου του. Απόσυρση και/ή αφαίρεση χωρίς την προηγούμενη έγκριση του προϊσταμένου του και χωρίς τη γνώση οποιουδήποτε διευθυντή αλλά και κατά παράβαση των σχετικών Εγκυκλίων, Τεκ.5, 20, 21 και
- Ο ενάγων γνώριζε πολύ καλά τη θέση της τράπεζας, υπέγραψε και ο ίδιος σχετική Εγκύκλιο 16.5.98, Τεκ.20, γνώριζε ότι απαγορευόταν να προχωρήσει σε υπέρβαση του λογαριασμού του χωρίς την έγκριση της διεύθυνσης προσωπικού. Δεν δέχομαι τη θέση που πρόβαλε ο ενάγων ότι αυτό συνιστούσε συχνό και καθημερινό φαινόμενο και ότι υπήρχε πρακτική, όπως την εισηγείται ο ενάγων και/ή ότι η προηγούμενη έγκριση από το διευθυντή συνιστούσε μια τυπική διαδικασία. Δεν συμμερίζομαι την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενάγοντα ότι οι Εγκύκλιοι ήταν κενές νοήματος. Αντιθέτως η Εγκύκλιος 16.5.1996, υποδεικνύει ότι ακριβώς επειδή κάποια υποκαταστήματα επέτρεπαν την δημιουργία υπερβάσεων στους τρεχούμενους λογαριασμούς του προσωπικού, ήθελαν να πατάξουν τέτοιες συμπεριφορές, όπου και αν αυτές παρουσιάζονταν εξ ου και η ανάγκη της εγκυκλίου. Η θέση της διεύθυνσης παρέμεινε πάγια και σταθερή: αν γίνονταν υπερβάσεις χωρίς την έγκριση της διεύθυνσης προσωπικού, αυτές κακώς γίνονταν. Ο ενάγων στην περίπτωση αυτή όχι μόνο παρέβηκε τις Εγκυκλίους αλλά παρέβηκε και ότι ο ίδιος προβάλλει ως πρακτική. Εδώ δεν είναι η περίπτωση όπου ζητήθηκε από τον υπάλληλο υπέρβαση του ορίου από τον αρμόδιο της μονάδας, το διευθυντή του. Ο ενάγων υπερέβηκε το όριο του χωρίς τη λήψη προηγούμενης έγκρισης από τον ίδιο το διευθυντή του υποκαταστήματος ή από οποιοδήποτε άλλο προϊστάμενο ο οποίος θα μπορούσε ενδεχομένως να την εγκρίνει και ενώ υπήρχε εκεί άλλος προϊστάμενος, ο Κωνσταντίνου από τον οποίο μπορούσε να ζητήσει την έγκριση και δεν το έπραξε ενώ είχε κάθε ευκαιρία. Ο ενάγων ο ίδιος κρίνει, καθορίζει, αξιολογεί τις ανάγκες του και ο ίδιος ενεργεί αυθαιρετώντας κατά παράβαση των σχετικών Εγκυκλίων και οδηγιών των προϊσταμένων του θεωρώντας ότι μπορούσε να διαχειριστεί τα χρήματα του ταμείου του, ασχέτως αν επρόκειτο για σχετικά μικρό ποσό, κατά το δοκούν και ως εάν να του ανήκαν. Η εισήγηση του ενάγοντα ότι οι Εγκύκλιοι παρέμειναν χωρίς εφαρμογή και ότι η πρακτική που ακολουθείτο ήταν να γίνονται συχνές υπερβάσεις λογαριασμών χωρίς προηγούμενη έγκριση δεν με πείθει. Αν ο προϊστάμενος του και συγκεκριμένα ο Αργυρού τον κάλυψαν στην προηγούμενη περίπτωση ή αν δεν προχώρησαν σε αυστηρότερα μέτρα εναντίον του δεν αλλάζει το γεγονός ότι η πράξη αυτή ήταν απαγορευμένη και σε καμιά περίπτωση η επιείκεια που επέδειξε ο προϊστάμενος του την οποία μάλιστα ο ίδιος προβάλλει εμφαντικά, δεν τον ωφελεί εκ των πραγμάτων. Αντιθέτως ενδυναμώνει την εικόνα που έχει πάρει το δικαστήριο από τον ενάγοντα όταν αυτός έδινε μαρτυρία ενώπιον του που φανερώνει ένα πρόσωπο το οποίο, με αναίδεια θα έλεγα, εισηγείται ότι οποτεδήποτε θα μπορούσε να παίρνει χρήματα από το ταμείο του, όποτε έκρινε ο ίδιος χωρίς προηγούμενη έγκριση, χωρίς προηγούμενη άδεια από τον άμεσα προϊστάμενο του για να εξυπηρετήσει δικές του ανάγκες. Το γεγονός μάλιστα ότι ο ενάγων δέχθηκε ότι δεν επρόκειτο να βάλει τα χρήματα στο ταμείο του την επόμενη, και κατέληξε να αμφισβητήσει τη μαρτυρία του Αργυρού λέγοντας ότι θα τα έβαζε στο τέλος του μήνα φανερώνει ακόμα κάτι. Όχι μόνο θα έπαιρνε χρήματα από το ταμείο του όποτε ο ίδιος έκρινε, αλλά και θα τα επέστρεφε όποτε ο ίδιος έκρινε. Ακόμα και αν δεχθώ, που δεν δέχομαι, τη θέση του ενάγοντα ότι υπήρχαν προφορικές οδηγίες και κατευθύνσεις των προϊσταμένων των καταστημάτων ώστε να μην απαιτείται οποιαδήποτε έγκριση από οποιοδήποτε προϊστάμενο επί ταμία για ανάληψη χρημάτων όταν υπήρχε διαθέσιμο πιστωτικό υπόλοιπο, βρίσκω πως το ζήτημα διακρίνεται από την περίπτωση της μη ύπαρξης διαθέσιμου υπολοίπου και της μη προηγούμενης έγκρισης όπως περιγράφηκε από τους μάρτυρες της εναγόμενης, και όπως είναι το ζήτημα εδώ. Ο ενάγων περιγράφει έτσι τα πράγματα για να πετύχει, όπως πιστεύει, να απλοποιήσει το ζήτημα και να παρουσιάσει αθώα την ενέργεια του. Η αξιοπιστία του ενάγοντα μένει μετέωρη. Η όλη στάση και συμπεριφορά του φανερώνει πρόσωπο το οποίο χρησιμοποιεί και ερμηνεύει τα γεγονότα όπως ο ίδιος αντιλαμβάνεται ότι τον εξυπηρετούν. Ενώ με την απάντηση στην υπεράσπιση, όπως ήδη παρατήρησα, ισχυρίζεται πως πρόθεση του ήταν να επιστρέψει τις £500,00 την επόμενη εργάσιμη ημέρα, με τη γραπτή του κατάθεση το μεταθέτει: όταν επρόκειτο να κατατεθεί στο λογαριασμό του ο 13ος μισθός του. Θέση την οποία χρησιμοποιεί και ο ευπαίδευτος συνήγορος του στην αγόρευση του, γεγονός καθόλου τυχαίο. Γίνεται, βρίσκω για να επεξηγηθεί το γιατί ο ενάγων την 1.12.2004 όταν γίνεται ο έλεγχος του ταμείου του δεν έχει μαζί του τις £500,00 για να καλύψει το ποσό, αλλά το καλύπτει με τις ενέργειες ή την πρωτοβουλία του Αργυρού. Στον οποίο επιρρίπτεται μάλιστα και μομφή και του αποδίδεται και ευθύνη: καλώντας τον ενάγοντα, ο Αργυρού, "να επιστρέψει στο ταμείο του τις £500,00, δανείζοντας του το ποσό αυτό, αντί να εγκρίνει έστω και εκ των υστέρων την υπέρβαση, στην πράξη εξέθεσε τον ενάγοντα». Αυτό εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος του ότι ο Αργυρού εξέθεσε τον ενάγοντα επειδή δεν τον κάλυψε. Αποδίδεται στον Αργυρού προσπάθεια να αποφύγει να αναλάβει την ευθύνη επειδή δεν ήταν πρόθυμος να καλύψει ή θεραπεύσει την παρατυπία του ενάγοντα ως έκανε στο παρελθόν. Το πράγμα όμως δεν σταματά εδώ. Ενώ ο ευπαίδευτος συνήγορος δέχεται δανεισμό του ποσού των £500,00 από τον Αργυρού προς τον πελάτη του, ο ίδιος ο ενάγων στην κατάθεση του περιγράφει άλλα. Ότι τα χρήματα αυτά τα είχε στο τσεπάκι του ο Αργυρού από κατάθεση που έγινε προηγουμένως από μητέρα φοιτητή και ότι στη συνέχεια του τα επέστρεψε αμέσως, αφού δανείστηκε το ποσό από κάποιο φίλο του. Γιατί το κάνει αυτό. Γιατί στην προσπάθεια του να αχρηστεύσει τη μαρτυρία του Αργυρού και να δώσει διαφορετική εικόνα, τόσο όσον αφορά το προηγούμενο περιστατικό, αλλά και την προειδοποίηση που του έκανε ο τελευταίος, θέλει να ρίξει σκιά στις πράξεις και τις ενέργειες του και να του αποδώσει ουσιαστικά εχθρική στάση απέναντι του: επειδή είχε διαφορές με τον πατέρα του, ο οποίος ήταν κάποτε διευθυντής και συνάδελφος του στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Όμως αυτό δεν συνάδει και δεν αντέχει στη λογική, συγκρούεται με τη στάση που έδειξε ο Αργυρού στη προηγούμενη περίπτωση, όπου και πάλι ο ενάγων ζήτησε εκ των υστέρων την έγκριση και μονογραφή του εντάλματος την οποία ο Αργυρού ενέκρινε μονογράφοντας το ένταλμα. Ο φιλικός του τόνος όπως τον χαρακτηρίζει ο ενάγων και οι ενέργειες του, η ουσιαστική κάλυψη και βοήθεια που του παρέχει, αν ληφθούν υπόψη οι "ψυχρές" τους σχέσεις, όπως ο ίδιος τις χαρακτηρίζει, έρχονται σε αντίθεση και συγκρούονται μεταξύ τους. Αντιθέτως το προηγούμενο περιστατικό έδινε μια καλή ευκαιρία στον Αργυρού και να απειλήσει τον ενάγοντα με λήψη μέτρων στο μέλλον αλλά και να τον καταγγείλει στη διεύθυνση για τις ενέργειες του. Βρίσκω ότι ο Αργυρού λέει την αλήθεια στο Δικαστήριο τόσο για το περιστατικό της 12.11.2004, όσο και για το τι έλαβε χώρα στις 30.11.
- Από συναδελφική αλληλεγγύη ο Αργυρού και όχι βέβαια από εχθρότητα καλύπτει στις 12.11.2004, ταυτοχρόνως όμως προχωρεί και σε αυστηρές συστάσεις προειδοποιώντας τον ότι για παρόμοια ενέργεια του στο μέλλον θα ακολουθούσε τις οδηγίες της Διοίκησης. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο μια τέτοια συμπεριφορά αρμόζει σε ένα ταμία τραπέζης στον οποίο η τράπεζα έχει εμπιστευθεί τη διαχείριση του ταμείου, την είσπραξη και πληρωμή μεγάλων χρηματικών ποσών και την ορθή διαχείριση τους. Από το σύνολο της μαρτυρίας και υπό το πρίσμα των πιο πάνω παρατηρήσεων μου θα πρέπει να εξεταστεί η συμπεριφορά του ενάγοντα και στη συνέχεια η ενέργεια της τράπεζας, ώστε να κριθεί το σύννομο απόλυση του ενάγοντα. Το βάρος απόδειξης ότι η διαγωγή του εργοδοτουμένου είναι τέτοια ώστε να δικαιολογεί απόλυση το φέρει η εναγόμενη τράπεζα. Στην υπόθεση Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318, εξετάστηκε ανάμεσα στ' άλλα το λογικό ή μη της απόλυσης όπου υιοθετήθηκε η αρχή που διατυπώθηκε στις συνεεκδικασθείσες εφέσεις Αγγλικών Δικαστηρίων Foley v. Post office και HSBC Bank pl.c. v. Madden, Times ημερ. 17.8.00: Η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν δικαστήριο θα έκαμνε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Το Δικαστήριο διαπράττει σφάλμα αν αντικαταστήσει την τράπεζα ως εργοδότη με τον εαυτό του κατά την εκτίμηση της ποιότητας και της αξίας της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει κατά πόσο με το μέτρο του λογικού εργοδότη η τράπεζα στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για τη πεποίθηση της ότι ο εργοδοτούμενος της υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από την τράπεζα ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Στην Galatariotis, πέρα από το πιο πάνω ζήτημα εξετάστηκε και το κατά πόσο η συμπεριφορά του εργοδοτουμένου ανάμεσα στα άλλα δημιούργησαν στην εργοδότρια εταιρεία την εύλογη πεποίθηση πως δεν ήταν δυνατή η συνέχιση της εργασιακής σχέσης, της οποίας συστατικός όρος ήταν η καλή πίστη. Αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο πως γενική αρχή του δικαίου της απόδειξης είναι ότι σε περίπτωση που διατυπώνεται κατηγορία εκτός δικαστηρίου κατά διαδίκου, η απάντηση του, είτε προφορική είτε διά συμπεριφοράς, δυνατό να αποτελεί παραδοχή στο βαθμό που αποτελεί αναγνώριση ολόκληρης της κατηγορίας ή μέρους της. Η σιωπή μπορεί να εκληφθεί ως παραδοχή αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες που λογικά αναμένεται κάποια εξήγηση ή ακόμη και άρνηση. Άρνηση και αμφισβήτηση υπάρχει εκ μέρους του ενάγοντα ως προς το ότι οι εναγόμενοι ακολούθησαν όλες τις νόμιμες διαδικασίες κατά την πειθαρχική διαδικασία που προβλέπεται από τον οργανισμό υπηρεσίας των εναγομένων. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η διεύθυνση προσωπικού των εναγομένων παρέλειψε να τον καλέσει σε γραπτή απολογία πριν την εκδίκαση της υπόθεσης. Δεν είχε την προβλεπόμενη προθεσμία για να υποβάλει την απολογία του και ότι στερήθηκε του δικαιώματος να λάβει προσωπική γνώση του φακέλου που σχηματίστηκε για την υπόθεση. Απλώς του ανακοινώθηκε η απόφαση των εναγομένων να τον απολύσουν οριστικά. Ο ενάγων, όπως φανερώνει η μαρτυρία, στην πειθαρχική διαδικασία αντιπροσωπεύθηκε από τον τότε δικηγόρο του κ. Αγγελίδη, στον οποίο δεν ήταν βέβαιος αν είχαν δοθεί κάποια ή οποιαδήποτε έγγραφα. Με αυτά τα δεδομένα και με το αόριστο κατηγορητήριο, όπως προώθησε τη θέση του ο ενάγων αλλά και ο ευπαίδευτος συνήγορος του, παραδέχθηκε ότι διέπραξε το αδίκημα και ότι τόσο ο ίδιος, όσο και ο δικηγόρος του αντιλήφθησαν ότι η κατηγορία ήταν το «ανυπόγραφο ένταλμα». Ο κ. Νικολάου εμπλέκει το ζήτημα του κατηγορητηρίου και της διαδικασίας που ακολουθήθηκε στο Πειθαρχικό Συμβούλιο με τη νομιμότητα της απόλυσης. Κατά την κρίση μου το ζήτημα δεν μπορεί να αντικρυστεί στο πλαίσιο που ο ίδιος το θέτει. Δέχομαι ότι δεν υπήρχε νομικός προσδιορισμός της πράξης ή των ενεργειών του ενάγοντα, όμως η απάντηση είναι και εδώ αρνητική, τα γεγονότα ετίθεντο με σαφήνεια, η συμπεριφορά περιγράφετο και είναι ως προς αυτά τα γεγονότα που ήδη ο ίδιος ο ενάγων παραδέχθηκε με την επιστολή του και που μέχρι σήμερα δεν αμφισβητεί, που προχώρησε στην παρουσία του δικηγόρου του σε παραδοχή. Η τεκμηρίωση του πειθαρχικού παραπτώματος θα έδινε το έρεισμα στους εναγόμενους και θα έθετε τις προϋποθέσεις για απόλυση του ενάγοντα. Όμως εδώ τηρήθηκαν όλα όσα έπρεπε να τηρηθούν. Τα γεγονότα δεν αμφισβητούνται. Ήταν αποδεκτά. Η υποχρέωση της Τράπεζας έναντι της ενάγουσας όπως προκύπτει από την υπόθεση Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ, Π.Ε. 11887, 16.12.05 και Στυλιανίδη, πιο πάνω, ήταν η διερευνήσει τα γεγονότα και να ακολουθήσει μια λογική διαδικασία δίνοντας την ευκαιρία στον ενάγοντα να προβάλει τη θέση του, όπως και έπραξε, στην παρουσία και με τη συμβουλή του δικηγόρου του. Υποχρέωση που βρίσκω πως τήρησε η Τράπεζα στο ακέραιο. Τα όσα ο ενάγων εισήγαγε περί "συνεννόησης" των μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου, και τα οποία προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να υποστηρίξει ο Μ.Ε.2 Λοϊζος Χ"Κωστή, Συντεχνιακός Πρόεδρος της ΕΤΥΚ, ότι θα του επέβαλλαν μία μικρή ποινή, επίπληξη, αν παραδεχόταν, δεν γίνονται αποδεκτά. Το όλο σκηνικό που στήνει ο ενάγων δεν αντέχει στη λογική. Ο ίδιος είχε, όπως λέει αρχικά, προειδοποιηθεί από το Κιζουρίδη, για το ενδεχόμενο της απόλυσης του, ο ίδιος λέει πως του είχε δώσει επιλογή. ΄Αρα ήταν υπόψη του αυτός ο κίνδυνος. Αργότερα είναι που προσπαθεί να παρουσιάσει άλλη εικόνα ακριβώς και πάλι για να ισχυριστεί πώς βρέθηκε προ εκπλήξεως. Πώς δε γνώριζε ότι κατηγορείτο για "υπεξαίρεση", πώς δεν ανέμενε τέτοια ποινή. Αποδεχόμενη το λόγο των μαρτύρων της υπεράσπισης, καταλήγω ότι η παραδοχή των γεγονότων εκ μέρους του ενάγοντα έγινε ελεύθερα και με την προηγούμενη συμβουλή του δικηγόρου. Ο λόγος του Μ.Ε.2, αδύνατος και αόριστος, στόχευε έστω και χλιαρά σε συντεχνιακή υποστήριξη του μέλους και όχι στην αλήθεια των πραγμάτων. Εκείνο που αξίζει να σημειωθεί και να τονισθεί είναι πως σε καμία περίπτωση, ούτε με την επιστολή του όπου αναφέρεται στα γεγονότα της κρίσιμης μέρας, ούτε στην απολογία του ενώπιον του πειθαρχικού, ο ενάγων ή ο δικηγόρος του επικαλούνται είτε θέμα πρακτικής είτε ανοχή ή τυπικότητα των εγκυκλίων. Αντιθέτως το θέμα περιορίζεται στο «ανυπόγραφο του εντάλματος» και παραμένει έτσι μέχρι τέλους. Γίνεται αντιληπτό ότι αν υπήρχε τέτοια γενικώς παγιομένη πρακτική το θέμα είναι λογικό να προβαλλόταν έντονα και σθεναρά τόσο εκ μέρους του ενάγοντα αλλά και ιδίως εκ μέρους του συνηγόρου του και τέλος όλως ιδιαιτέρως του εκπροσώπου της Συντεχνίας. Τίποτα απ' όλα αυτά δεν έγινε γεγονός που καταλήγω ότι διαψεύδει κατηγορηματικά τα όσα προωθήθηκαν περί «πρακτικής». Θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο με το μέτρο του λογικού εργοδότη η τράπεζα στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες ότι ο ενάγων υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από την τράπεζα ήταν υπό τας περιστάσεις εύλογη. Είναι η κατάληξη μου ότι με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου και με τη μαρτυρία στο σύνολο της ότι έχει καταδειχθεί ότι η συμπεριφορά, η όλη στάση και η διαγωγή του αιτητή ήταν τέτοια που η εργοδοτική πλευρά, η εναγόμενη, με τα στοιχεία που είχε ενώπιον της, ήταν και εύλογο και λογικό να καταλήξει στο άμεσο τερματισμό των υπηρεσιών του αιτητή. Η συμπεριφορά του αιτητή η οποία ουσιαστικά επανέλαβε το ίδιο παράπτωμα και παρά την προειδοποίηση που του έγινε από τον προϊστάμενο του, που ερχόταν σε αντίθεση με της Εγκυκλίους των εργοδοτών του, έδινε, βρίσκω, το δικαίωμα στους εργοδότες του να προχωρήσουν στην επιβολή πειθαρχικής ποινής και στον άμεσο τερματισμό των υπηρεσιών του. Η θέση του ενάγοντα ως ταμία ενείχε στο μεγαλύτερο βαθμό την ύπαρξη σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών. Η διαγωγή του ήταν τέτοια που δικαιολογούσε την ενέργεια των εναγομένων. Ουσιαστικά ο ενάγων με τη συμπεριφορά του και με τις ενέργειες του ακύρωσε τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου. Ακόμα και θεωρητικά να δεχθούμε ότι η πράξη αυτή δεν συνιστούσε στην πράξη "υπεξαίρεση" ο ενάγων παρέβηκε την υποχρέωση υπακοής έναντι των εργοδοτών του, υποχρέωση που πηγάζει από τη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας και παραβίαση των Εγκυκλίων των εργοδοτών του τις οποίες ο ίδιος αυθαίρετα έκρινε ότι δεν τύγχαναν εφαρμογής. Στην Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέα Ανδρέου
(2002)1(Β )1000, εξετάστηκε ανάμεσα στα άλλα η υποχρέωση υπακοής του εργοδοτουμένου έναντι των εργοδοτών του, καθώς και τα δικαιώματα και η προστασία των συμφερόντων του πρώτου έναντι του εργοδότη. Εδώ ο ενάγων ως ταμίας έβαλε ουσιαστικά το χέρι του στο μέλι παίρνοντας ετσιθελικά το ποσό που χρειαζόταν όποτε ο ίδιος έκρινε και κατά παράβαση των σχετικών Εγκυκλίων και σαφών οδηγιών των εργοδοτών του που απαγόρευαν τέτοιες ενέργειες. Μόνο η θέση του ταμία πρόσφερε μια τέτοια δυνατότητα. Δεν είναι δυνατό να θεωρήσω όπως καλούμαι από τον κ. Νικολάου ότι με τη συνολική εικόνα που έχω αναλύσει η λήψη έγκρισης για υπέρβαση ορίου για «μικροποσά», δεν θεωρείται τίποτε άλλο από μια «διαδικαστική λεπτομέρεια». Είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο ενάγων προέβηκε σε διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος με βάση τα άρθρα 13 και 14 του Τεκμηρίου 2, και με βάση το άρθρο 15, η Τράπεζα είχε τη διακριτική ευχέρεια να προβεί σε τερματισμό των υπηρεσιών του. Υπό τας περιστάσεις κρίνω ότι η απόλυση του ενάγοντα έγινε καθόλα νόμιμα και ως εκ τούτου δεν έχω παρά να απορρίψω την αγωγή. Πριν καταλήξω θα ήθελα να σχολιάσω τις θεραπείες που επιζητεί ο ενάγων σε περίπτωση που η κρίση μου είναι λανθασμένη. Έχοντας κατά νου τη νομολογία σε ζητήματα παράνομου τερματισμού συμφωνίας εργοδότησης παρατηρώ ότι ο τρόπος με τον οποίο ο ενάγων τροχιοδρόμησε την έκθεση απαιτήσεως του αλλά και η όλη επιχειρηματολογία του έχει περιπλέξει αχρείαστα τα ζητήματα κατά τρόπο τέτοιο ως αν το Επαρχιακό Δικαστήριο να είχε αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και ιδιαιτέρως όταν επιζητεί ως θεραπεία την επαναπρόσληψη του ενάγοντα. Το ζήτημα έχει εξεταστεί κατά πρώτο στη Στυλιανίδης, πιο πάνω, όπου ο Πικής, Δ., έθεσε τα εξής: «
(1)Διαφορές που αφορούν την παραβίαση δικαιωμάτων που παρέχει ο Ν.24/67ανάγονται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Κανένα άλλο δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένου και του Επαρχιακού Δικαστηρίου, δεν έχει αρμοδιότητα να επιλύσει διαφορές που αναφύονται στην εφαρμογή του νόμου αυτού.
(2)Το δικαίωμα εργοδοτουμένου να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο που ρητά διασφαλίζεται από το εδάφιο 2 εξυπακούει ευχέρεια διεκδίκησης αποζημιώσεων βάσει άλλου νόμου ή αρχών δικαίου. Διαφορετικά το δικαίωμα το οποίο παρέχεται θα ήταν άνευ αντικειμένου ενόψει της αποκλειστικής καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών προς επίλυση διαφορών που αναφύονται στη διεκδίκηση δικαιωμάτων που παρέχει ο Ν.24/67.
(3)Το δικαίωμα για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων (για τον άνευ λόγου τερματισμό απασχόλησης) πέραν του ορίου που προβλέπεται στο Ν.24/67, υποδηλώνει την ύπαρξη δικαιώματος για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων ανεξάρτητα και έξω από το πλαίσιο του νόμου αυτού.
(4)Ο Περί Τερματισμού απασχολήσεως νόμος δεν καταργεί ούτε περιορίζει τις διατάξεις του Κεφ.149 ή την εφαρμογή των αρχών του Κοινού δικαίου (άρθρο 29
(1)(γ) - Ν.14/60στο βαθμό που διέπουν συμβάσεις εργασίας ή τις συνέπειες από τη διάρρηξή τους. Ο πρωταρχικός σκοπός του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου είναι η προστασία του εργοδοτούμενου από τον μονομερή τερματισμό της απασχόλησης του ως μέτρο κοινωνικής ασφάλειας. Θα αποτελούσε αντινομία προς τους σκοπούς του νόμου η αποστέρηση του εργοδοτουμένου πλέον εκτεταμένων δικαιωμάτων που δυνατό να του παρέχει το δίκαιο των συμβάσεων ή οποιοσδήποτε άλλος νόμος.» Με δεδομένο ότι η σύμβαση ήταν αορίστου διαρκείας θα πρέπει να αποφασιστεί το εύλογο της προειδοποίησης του ενάγοντα και η οποιαδήποτε πραγματική ζημιά την οποία έχει υποστεί. Στην απουσία οποιασδήποτε ρητής πρόνοιας αναφορικά με τη διάρκεια λήξης ενός συμβολαίου, το συμβόλαιο θεωρείται ότι τερματίζεται με εύλογη ειδοποίηση ή σε περίπτωση όπου η διάρκεια είναι μεγαλύτερη τότε δίνεται η δια νόμου ελάχιστη προβλεπόμενη προειδοποίηση. Σύμβαση εργοδότησης υπαλλήλου ακαθόριστης χρονικής διάρκειας όπως η περίπτωση μας υπόκειται σε τερματισμό κατόπιν λογικής προειδοποίησης. Το τι συνιστά λογική προειδοποίηση εξαρτάται πάντοτε από τη φύση της εργασίας, τη διάρκεια εργοδότησης του και την ζήτηση υπηρεσιών ανάλογων με εκείνες που είναι σε θέση να προσφέρει ο εργοδοτούμενος στην ελεύθερη αγορά. Αρχές που υιοθετούνται από το Αγγλικό Κοινοδίκαιο και υιοθετήθηκαν στη συνέχεια ενσωματούμενες στο δικό μας σύστημα. Η νομολογία των Αγγλικών Δικαστηρίων αναφορικά με το χρόνο προειδοποίησης συνοψίζεται και στα συγγράμματα Chitty on Contract και Halsbury΄s, πιο πάνω, και τείνει να καταδείξει ότι η προειδοποίηση κυμαίνεται μεταξύ ενός και δώδεκα μηνών αναλόγως της φύσης του επαγγέλματος. Το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του για τη ζημιά που έχει υποστεί ο ενάγων σε συνάρτηση με τα μέτρα που έχει λάβει για μείωση της. Είναι πλέον γεγονός πως ο τρόπος με τον οποίο τερματίστηκαν οι υπηρεσίες του ενάγοντα του αποστέρησαν την δυνατότητα εργοδότησης σε τραπεζικό ή παρόμοιο οργανισμό, εφόσον απολύθηκε για «υπεξαίρεση,», πράξη ανεντιμότητας, χωρίς ποτέ να του δοθεί συστατική επιστολή, γεγονός που δυσκολεύει ακόμα περισσότερο τα πράγματα, για να βρει ο ενάγων παρόμοιας φύσης εργασία σε άλλη επιχείρηση. Έλαβα υπόψη μου ότι ο ενάγων είχε εργοδοτηθεί για 10 σχεδόν χρόνια, ότι κατείχε την εξειδικευμένη θέση του ταμία, ότι χωρίς συστατική επιστολή έχει αυξημένη δυσκολία εξεύρεσης ανάλογης φύσης εργασία είτε σε τραπεζικό οργανισμό ή σε άλλη επιχείρηση στην ελεύθερη αγορά. Έλαβα επίσης υπόψη μου ότι ο ενάγων δεν έπεισε ότι έκανε προσπάθειες για να βρει αλλού εργασία έστω και με χαμηλότερες απολαβές. Η μαρτυρία του γύρω από το ζήτημα και τα όσα ανέφερε για την απασχόληση του στην επιχείρηση του πατέρα του κινήθηκε, επί σκοπώ, στην αοριστία του πράγματος χωρίς αντικειμενική τεκμηρίωση στοχεύοντας σε μεγαλύτερες αποζημιώσεις, κάτι όμως που οδηγεί στο να μην έχει αποσείσει το βάρος που φέρει ως προς την υποχρέωση του για μείωση της ζημίας του. Αφού έλαβα υπόψη κάθε τι που προσμετρά στο μέτρο των αποζημιώσεων καταλήγω υπό τας περιστάσεις ότι λογική θα ήταν η προειδοποίηση 9 μηνών. Υπό τας περιστάσεις η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα της αγωγής. (Υπ.) ............. Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: Αποζημίωση για παράνομο τερματισμό. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο