Γεώργιου Γεωργίου ν. Κυριάκου Κουταλιανού, Αρ. Αγωγής 1091/05, 29 Μαΐου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A144 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1091/05 Μεταξύ: Γεώργιου Γεωργίου Ενάγοντα Και Κυριάκου Κουταλιανού Εναγομένου ----------------- Ημερομηνία: 29 Μαΐου 2009 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα : κ. Ε. Αναστασίου με κα Καρεκλά Για εναγόμενο: κα Δικωμίτου και για να ακούσει απόφαση κ. Θεοφίλου ΑΠΟΦΑΣΗ Με το κλητήριο ένταλμα, όπως αυτό τροποποιήθηκε, ο ενάγοντας ζητά από τον εναγόμενο (α) το ποσό των ΛΚ 15.000 δυνάμει ακάλυπτης επιταγής, η οποία δόθηκε από τον Εναγόμενο στον Ενάγοντα ως εγγύηση και/ή ως εξασφάλιση , (β) ΛΚ 150 μηνιαία από 18.4.2003 μέχρι και 18.7.2004 το οποίο αντιπροσωπεύει το μέρισμα της απόδοσης του κεφαλαίου επένδυσης του ενάγοντα, πλέον τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, ο εναγόμενος κατά ή περί τις 18.7.2002 του παρέδωσε μία μεταχρονολογημένη επιταγή της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ για το ποσό των ΛΚ15.000, με ημερομηνία πληρωμής 18.7.2004, η οποία όταν παρουσιάστηκε για πληρωμή κατά την πιο πάνω αναφερόμενη ημερομηνία επιστράφηκε απλήρωτη λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων και ή για λόγους που ο ενάγοντας δεν γνωρίζει. Περαιτέρω ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος περί τον Ιούλιο του 2002 ως διευθυντής και ή ως υπάλληλος και ή ως επί προμήθεια αντιπρόσωπος της εταιρείας KS - Plus Enterprises Ltd πρότεινε στον ενάγοντα να επενδύσει κεφάλαια στην εν λόγω εταιρεία. Ο ενάγοντας ο οποίος είχε τις επιφυλάξεις του απαίτησε από τον εναγόμενο πρόσθετη εγγύηση και ή εξασφάλιση του κεφαλαίου του προτού προχωρήσει στην υπογραφή του σχετικού συμβολαίου και ο εναγόμενος πρότεινε όπως του παραδώσει επιταγή δική του για όλο το ποσό της επένδυσης δηλαδή για ΛΚ 15.000 πληρωτέα κατά τη λήξη του συμβολαίου. Κατά ή περί τις 18.7.2002 ο ενάγοντας κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό των ΛΚ 15.000 για να το επενδύσει στην προαναφερόμενη εταιρεία και υπέγραψαν προς τούτο και σχετικό συμβόλαιο. Ο εναγόμενος ταυτόχρονα παρέδωσε στον ενάγοντα προσωπική επιταγή για το ίδιο ποσό πληρωτέα στις 18.7.2004. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι εάν ο εναγόμενος δεν του παρέδιδε την προσωπική επιταγή ως εγγύηση δεν θα ελάμβανε μέρος στο επενδυτικό σχέδιο της KS - Plus Enterprises Ltd. Ακολούθως, ο εναγόμενος σύμφωνα με τους όρους του επενδυτικού σχεδίου πλήρωσε στον ενάγοντα με προσωπικές του επιταγές πέντε μηνιαίες δόσεις των ΛΚ 150 και με άλλες πέντε προσωπικές του επιταγές το ποσό των ΛΚ.150 προς την Ασφαλιστική εταιρεία Cypria Life για κάλυψη δόσεων της ασφάλειας υγείας του ενάγοντα και/ή της οικογένειας του. Ο εναγόμενος κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2002 απαίτησε από τον ενάγοντα όπως το κεφάλαιο επένδυσης των ΛΚ 15.000 το μεταφέρει στην εταιρεία Quan Enterprises Ltd αλλιώς το κεφάλαιο του θα ήταν επισφαλές και χωρίς απόδοση μερίσματος. Ο ενάγοντας μετά τις επιβεβαιώσεις του εναγομένου για την κερδοφορία της επένδυσης του και σε συνέχεια της παρεχομένης εγγύησης και ή εξασφάλισης του κεφαλαίου επένδυσης του με την προαναφερόμενη μεταχρονολογημένη επιταγή, περί τις 18.12.2002 υπέγραψε το νέο προτεινόμενο επενδυτικό σχέδιο. Σύμφωνα με τους όρους του πιο πάνω συμβολαίου ο εναγόμενος με προσωπικές του επιταγές κατέβαλε προς τον ενάγοντα τις δόσεις τριών μηνών δηλαδή μέχρι και το Μάρτιο του 2003, παραλείποντας είτε αυτός είτε ή εν λόγω εταιρεία να καταβάλουν προς τον ενάγοντα τις δόσεις Απριλίου και Μαΐου 2003 με αποτέλεσμα ο ενάγοντας περί τον Ιούλιο του 2003 να ακυρώσει το επενδυτικό σχέδιο με την Quan Enterprises Ltd και να απαιτήσει από τον εναγόμενο την επιστροφή του κεφαλαίου του. Ο εναγόμενος, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις του προς τον ίδιο , τον Αύγουστο του 2003 του κατέστησε σαφές ότι η επιστροφή του κεφαλαίου του των ΛΚ 15.000 ήταν αδύνατη λόγω του ότι το ποσό αυτό ήταν δεσμευμένο και ή μη διαθέσιμο και έπρεπε να περιμένει την πληρωμή της επιταγής των ΛΚ 15.000 στις 18.7.2004, ημερομηνία λήξης του επενδυτικού του σχεδίου. Ο ενάγοντας κατά ή περί τις 18.7.2004 κατέθεσε την επιταγή των ΛΚ 15.000 η οποία επιστράφηκε απλήρωτη και παρά τις επανειλημμένες κλήσεις του προς τον εναγόμενο για πληρωμή της εν λόγω επιταγής όπως επίσης των μερισμάτων του, ο τελευταίος αρνείτο να συμμορφωθεί. Με την υπεράσπιση του, η οποία καταχωρήθηκε στις 20.12.2005, ο εναγόμενος παραδέχεται ότι εξέδωσε την εν λόγω επιταγή αλλά είναι η θέση του ότι την παρέδωσε στον ενάγοντα περί τις 18.7.2002 χωρίς ημερομηνία πληρωμής και χωρίς νόμιμο αντάλλαγμα. Ειδικότερα ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι παρέδωσε την επιταγή στον ενάγοντα ως εγγύηση κατόπιν απαίτησης του τελευταίου όταν του παρέδωσε την επιταγή των ΛΚ 15.000 για να προβεί στη σύναψη του επενδυτικού σχεδίου με την KS - Plus Enterprises Ltd. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι παρέδωσε την επιταγή στον ενάγοντα μετά που ο τελευταίος εξέφρασε τις ανησυχίες του μήπως και συμβεί κάτι στον εναγόμενο μέχρι και τη σύναψη του συμβολαίου. Ο εναγόμενος περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η εταιρεία ΚS-Plus Enterprises Ltd έπαυσε τις εργασίες της και όλα τα ισχύοντα συμβόλαια, αφού πρώτα ενημερώνονταν οι κάτοχοι τους και κατόπιν της έγκρισης τους μεταβιβάστηκαν στην εταιρεία Quan Enterprises Ltd. Ο εναγόμενος επίσης παραδέχεται την υπογραφή των δύο επενδυτικών συμβολαίων και αναφέρει ότι για διευκόλυνση του ενάγοντα λάμβανε ο ίδιος το μέρισμα από την Quan Enterprises Ltd και του το έδινε. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι δεν έχει καμία σχέση με την εν λόγω εταιρεία και εάν ο ενάγοντας επιθυμούσε την ακύρωση του συμβολαίου του θα έπρεπε να αποταθεί στην εν λόγω εταιρεία και όχι στον ίδιο. Ο εναγόμενος αρνείται ότι ο ενάγοντας του ζήτησε σε οποιοδήποτε χρόνο την πληρωμή των ΛΚ.15.000 και αναφέρει ότι ο ενάγοντας του ανέφερε ότι γνώριζε ότι έπρεπε να καταστρέψει την εν λόγω επιταγή. Καταληκτικά, ο εναγόμενος απορρίπτει τους λοιπούς ισχυρισμούς του ενάγοντα και αρνείται ότι χρωστά οποιαδήποτε χρήματα ή και μερίσματα στον ενάγοντα. Προς απόδειξη της υπόθεσης του ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος. Για τον εναγόμενο μαρτυρία έδωσε ο ίδιος και ο κ. Νάκης Παρπούνας. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν τα ακόλουθα τεκμήρια ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους πλην της αναγραφόμενης ημερομηνίας στην επιταγή Τεκμήριο 1 πιο κάτω: (
- i)Επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας Λτδ με αριθμό 05801861 για το ποσό των ΛΚ15.000, ως Τεκμήριο 1, (
- ii)Συμβόλαιο ημερομηνίας 18.7.2002 μεταξύ του ενάγοντα και της εταιρείας KS-PLUS ENTERPRISES LTD, ως Τεκμήριο 2, (iii) Συμβόλαιο ημερομηνίας 18.12.2002 μεταξύ του ενάγοντα και της εταιρείας QUAN ENTERPRISES LTD. Ο ενάγοντας κατά τη μαρτυρία του ανέφερε ότι υπέγραψε το συμβόλαιο Τεκμήριο 2 με τη συγκεκριμένη εταιρεία της οποίας ιδιοκτήτης και μέτοχος ήταν ο εναγόμενος. Λόγω του ότι είχε σοβαρούς ενδοιασμούς για την υπογραφή του εν λόγω συμβολαίου ο εναγόμενος τον καθησύχασε και του πρότεινε να του δώσει προσωπική του επιταγή ως εξασφάλιση. Την επιταγή αυτή ο εναγόμενος του την παρέδωσε, όπως είπε, κοντά στην ημερομηνία που υπογράφτηκε και το πρώτο συμβόλαιο. Ο εναγόμενος, είπε ο ενάγοντας, είχε συμπληρώσει κανονικά την επιταγή και είχε προσθέσει και την ημερομηνία πληρωμής δηλαδή την 18.8.2004 που ήταν και η ημερομηνία λήξης του συμβολαίου. Ο ενάγοντας ανέφερε ότι εάν ο εναγόμενος δεν του παρέδιδε την επιταγή δεν θα προχωρούσε στην υπογραφή του συγκεκριμένου συμβολαίου. Ο ενάγοντας ανέφερε ότι για πέντε μήνες ελάμβανε το συμφωνηθέν μέρισμα με προσωπικές επιταγές του εναγομένου. Περί τον Δεκέμβριο του 2002 ο εναγόμενος του ζήτησε, όπως είπε, να μεταπηδήσει σε επενδυτικό σχέδιο της Quan Enterprises Ltd λόγω του ότι τα χρήματα του θα ήταν επισφαλή στην KS-Plus Enterprises Ltd. O ενάγοντας είχε πάλι τους ενδοιασμούς του λόγω του ότι δεν γνώριζε τη συγκεκριμένη εταιρεία αλλά ο εναγόμενος τον καθησύχασε ότι ήταν εξασφαλισμένος με την προσωπική του επιταγή και για αυτό προχώρησε στην υπογραφή του δεύτερου συμβολαίου -Τεκμήριο 3. Ο ενάγοντας ανέφερε ότι για τρεις μήνες λάμβανε κανονικά μέρισμα από το συμβόλαιο του με την Quan Enterprises Ltd το οποίο του πλήρωνε ο εναγόμενος με προσωπική του επιταγή. Ακολούθως όταν ζήτησε εξηγήσεις από τον εναγόμενο για τους λόγους που δεν έλαβε οποιοδήποτε άλλο μέρισμα ο εναγόμενος του ανέφερε ότι το κεφάλαιο ήταν παγοποιημένο και να έκανε υπομονή για λίγους μήνες. Ο ενάγοντας ακολούθως προχώρησε σε προφορική καταγγελία στην Αστυνομία Λεμεσού και στην παρουσία του ο κ. Μαυρομμάτης επικοινώνησε με τον εναγόμενο. Ο εναγόμενος ανέφερε στον κ. Μαυρομμάτη ότι ο ενάγοντας κρατούσε προσωπική επιταγή του και ήταν εξασφαλισμένος και του ζήτησε να περιμένει μέχρι τη λήξη του συμβολαίου του για να πληρωθεί. Ο ενάγοντας εντωμεταξύ ανέφερε ότι ζήτησε και ο ίδιος επανειλημμένα την επιστροφή του ποσού των ΛΚ 15.000 και ο εναγόμενος του έλεγε να περιμένει τη λήξη του συμβολαίου του. Κατά τη λήξη του συμβολαίου του ο ενάγοντας κατέθεσε την επιταγή σε κατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας η οποία επιστράφηκε με την ένδειξη "αποταθείτε στον εκδότη". Ο ενάγοντας τότε επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον εναγόμενο ο οποίος αρνείτο να πληρώσει την επιταγή με την αιτιολογία ότι τα χρήματα του ενάγοντα ήταν παγοποιημένα. Κατά την αντεξέταση του ο ενάγοντας, ο οποίος είναι δεύτερος εξάδελφος με τον εναγόμενο, ανέφερε ότι η συζήτηση για την υπογραφή του συμβολαίου, τεκμήριο 2, έγινε στα γραφεία του εναγομένου στη Cypria Life. Την επιταγή των ΛΚ 15.000 ο ενάγοντας από ότι θυμόταν χωρίς όμως να είναι σίγουρος, ανέφερε ότι την έδωσε στον εναγόμενο με την υπογραφή του εν λόγω συμβολαίου στα γραφεία της Cypria Life. Ο ενάγοντας απέρριψε τη θέση που του υποβλήθηκε από τη δικηγόρο του εναγομένου ότι έλαβε την επιταγή από τον εναγόμενο την ίδια ημέρα που παρέδωσε και αυτός τη δική του ως εξασφάλιση μέχρι την υπογραφή του συμβολαίου, Τεκμήριο 2, και επέμεινε στη θέση του ότι ο εναγόμενος του έδωσε την προσωπική του επιταγή των ΛΚ 15.000, Τεκμήριο 1, μετά την υπογραφή του συμβολαίου, Τεκμήριο 2. Ο λόγος που πήρε την επιταγή σε μεταγενέστερο χρόνο ήταν γιατί την ημέρα που υπέγραψαν το συμβόλαιο ο εναγόμενος του ανέφερε ότι δεν είχε προσωπικές επιταγές μαζί του. Ο ενάγοντας σε σχετική ερώτηση της δικηγόρου του εναγομένου ανέφερε ότι θα κατέστρεφε την επιταγή του εναγομένου για το ποσό των ΛΚ 15.000 μόνο όταν θα εξασφάλιζε το αρχικό κεφάλαιο γιατί αυτός ήταν και ο λόγος που του δόθηκε. Ο ενάγοντας ανέφερε ότι ελάμβανε κανονικά το μέρισμα του από τον εναγόμενο μέχρι το Δεκέμβριο του 2002 όταν ο εναγόμενος του ζήτησε να μεταπηδήσει σε άλλο σχέδιο με την εταιρεία Quan Enterprises Ltd γιατί τα χρήματα του ήταν επισφαλή στη ΚS Plus Enterprises Ltd. Ο ίδιος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει εάν ο εναγόμενος είχε οποιαδήποτε σχέση με τη Quan Enterprises Ltd αλλά κατά την κρίση του εκ των υστέρων ο εναγόμενος προσπάθησε με την πράξη του αυτή να μεταφέρει τις ευθύνες του συμβολαίου σε τρίτα πρόσωπα για να μην έχει ο ίδιος προσωπικά οποιοδήποτε πρόβλημα. Ο ενάγοντας ανέφερε ότι περί τον Δεκέμβριο του 2002 ζήτησε από τον εναγόμενο πίσω τα χρήματα του αλλά αυτός του απάντησε ότι αδυνατούσε να του τα δώσει και έπρεπε να μεταπηδήσει στο νέο συμβόλαιο γιατί υπήρχε ο κίνδυνος να χάσει τα χρήματα του αν δεν δεχόταν, τονίζοντας του ότι ήταν εξασφαλισμένος με την προσωπική επιταγή του. Ο ενάγοντας ανέφερε ότι παρόλο που δεν γνώριζε για την ύπαρξη του σχεδίου της Quan Enterprises Ltd με τα δεδομένα που του παρουσίασε ο εναγόμενος δεν είχε άλλη επιλογή από του να υπογράψει το συμβόλαιο, Τεκμήριο 3. Ο ενάγοντας από ότι θυμόταν δεν υπήρχε άλλο άτομο παρών όταν υπέγραφε το συμβόλαιο με την Quan Enterprises Ltd αλλά ενδεχομένως ανέφερε να υπήρχε κάποιος συνάδελφος του εναγομένου κατά την κατάρτιση του πρώτου συμβολαίου. Ο ενάγοντας αρνήθηκε ότι ο εναγόμενος κατά την υπογραφή του εν λόγω συμβολαίου ή και σε οποιοδήποτε άλλο χρόνο του ζήτησε πίσω την επιταγή του. Ο ενάγοντας επανέλαβε ότι το μέρισμα από την Quan Enterprises Ltd το έπαιρνε από τον εναγόμενο ο οποίος προφανώς ενεργούσε ως μεσάζων με κάποια ποσοστά , ο ίδιος δεν γνώριζε εάν η Quan Enterprises Ltd είχε γραφεία και πού ήταν αυτά, για αυτό και ζήτησε τα χρήματα του πίσω και ακύρωση του συμβολαίου του από τον εναγόμενο. Ο ίδιος θεωρούσε ότι η επικοινωνία με τον εναγόμενο ο οποίος ενεργούσε ως μεσάζων και ή αντιπρόσωπος της Quan Enterprises Ltd ήταν ικανοποιητική . Ο ενάγοντας ανέφερε επίσης ότι προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με την εν λόγω εταιρεία χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο εναγόμενος ο οποίος είναι ασφαλιστικός σύμβουλος στη Cypria Life κατά το 2002 ασχολείτο και με άλλα επενδυτικά σχέδια. Για την υπογραφή του συμβολαίου, Τεκμήριο 2, είχε συνάντηση με τον ενάγοντα στο σπίτι του τελευταίου, όπου και κατέληξαν στη κατάρτιση του συμβολαίου, το οποίο, ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι θα ήταν έτοιμο στις επόμενες 2 με 3 ημέρες. Ο εναγόμενος ακολούθως ανέφερε ότι έδωσε προσωπική επιταγή του για το ποσό των ΛΚ 15.000 στον ενάγοντα για να είναι καλυμμένος μέχρι την ετοιμασία του συμβολαίου του. Η ανταλλαγή των επιταγών ήταν ταυτόχρονη και έγινε πριν την παράδοση του συμβολαίου στον ενάγοντα. Ο ίδιος ανέφερε ότι συμπλήρωσε πλήρως την επιταγή χωρίς όμως να βάλει ημερομηνία πληρωμής γιατί δεν υπήρχε λόγος για κάτι τέτοιο, αφού εντός των επόμενων ημερών θα ήταν έτοιμο το συμβόλαιο του ενάγοντα. Ο ενάγοντας ακολούθως ανέφερε ο εναγόμενος τον επισκέφτηκε στο γραφεία του στη Cypria Life και παρέλαβε το συμβόλαιο . Ο εναγόμενος τότε του ζήτησε την επιταγή του πίσω και ο ενάγοντας του είπε ότι δεν την είχε μαζί του. Αυτή η συζήτηση επαναλήφθηκε και στους επόμενους πέντε μήνες μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2002 που του πρότεινε το σχέδιο με την Quan Enterprises Ltd στο οποίο ο ενάγοντας συμφώνησε να μεταπηδήσει. Ο ενάγοντας, ανέφερε ο εναγόμενος, ουδέποτε του ζήτησε τα χρήματα του πίσω αντιθέτως θεώρησε καλύτερο το μέρισμα του νέου συμβολαίου και του ζήτησε να του το ετοιμάσει. Όταν ο εναγόμενος ετοίμασε το συμβόλαιο ειδοποίησε τον ενάγοντα να το παραλάβει και να του επιστρέψει και την επιταγή του. Κατά την επίσκεψη του όμως στα γραφεία του για να πάρει το νέο συμβόλαιο πάλι ο ενάγοντας του ανέφερε ότι ξέχασε την επιταγή στο σπίτι αλλά του είπε να μείνει ήσυχος και θα την κατάστρεφε όταν επέστρεφε στο σπίτι του. Όταν ο ενάγοντας πήγε στο γραφείο του να παραλάβει το νέο συμβόλαιο με την Quan, παρών ήταν και κάποιος Νάκης Παρπούνας συνάδελφος του εναγομένου. Ο εναγόμενος αντιλήφθηκε ότι ο ενάγοντας τελικά δεν κατέστρεψε την επιταγή του όταν το 2004 επικοινώνησαν μαζί του από τη Λαϊκή Τράπεζα και του ανέφεραν ότι μια επιταγή του για ΛΚ 15.000 δεν είχε αντίκρισμα. Αμέσως, ο εναγόμενος ανέφερε ότι επικοινώνησε με τον ενάγοντα και ο ενάγοντας τον ενημέρωσε ότι δεν πρόκειται να κινηθεί εναντίον των δύο εταιρειών αλλά εναντίον του ιδίου αφού είχε την επιταγή του. Έκτοτε δεν επικοινώνησε ξανά μαζί με τον ενάγοντα. Ο εναγόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος καμία σχέση δεν είχε και ούτε έχει με την Quan Enterprises Ltd και λίγες ημέρες πριν την ακροαματική διαδικασία τύπωσε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή από την ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών σχετική έρευνα την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 σύμφωνα με την οποία πληροφορήθηκε ότι διευθυντές και μέτοχοι της εν λόγω εταιρείας είναι οι κ.κ. Χρίστος Προδρόμου και Χαράλαμπος Χριστοφόρου. Ο ίδιος ήταν απλά πελάτης της εταιρείας αυτής στην οποία επένδυσε πολλά χρήματα όπως και άλλοι συγγενείς και φίλοι του.Ο εναγόμενος έπαιρνε το μέρισμα εκ μέρους έντεκα περίπου ατόμων οι οποίοι ήταν συγγενείς και φίλοι και αφού πλήρωνε από αυτό το ασφαλιστικό μέρος που ήταν περίπου το ½ του μερίσματος τους διένειμε το υπόλοιπο με προσωπικές επιταγές του. Ο εναγόμενος ανέφερε ότι κανένας άλλος από τους υπόλοιπους που είχαν συμβόλαιο με την Quan Enterprises Ltd δεν στράφηκε εναντίον του λόγω του ότι αποτάθηκαν απευθείας στην ίδια την εταιρεία. Κατά την αντεξέταση του ο εναγόμενος ανέφερε ότι δεν ήταν ο ίδιος που ετοίμασε το συμβόλαιο με την Quan Enterprises Ltd αυτός απλά το παρέδωσε στον ενάγοντα. Ο εναγόμενος ανέφερε ότι δεν είχε εξουσιοδότηση από τα έντεκα άτομα που τους παρέδιδε το μέρισμα για να το εισπράττει από την Quan Enterprises Ltd όπως επίσης δεν υπήρχε οτιδήποτε γραπτό για να εισπράττουν απευθείας αυτοί από την εν λόγω εταιρεία. Η Quan Enterprises Ltd έστελλε το μέρισμα του ιδίου για να το διανέμει. Ο ίδιος είχε μιλήσει με την Quan Enterprises Ltd για τα συγκεκριμένα άτομα και η Quan Enterprises Ltd γνώριζε ότι ήταν πελάτες του για αυτό και του απέστελλαν το μέρισμα. Ο εναγόμενος δεν ήταν σε θέση όπως είπε να γνωρίζει εάν τα μερίσματα περνούν μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου ή και εάν πρέπει να εκδίδονται προσωπικά στο όνομα του κάθε δικαιούχου. Ο εναγόμενος ανέφερε ότι η ημερομηνία που δόθηκε η δική του επιταγή ήταν η ίδια με την ημερομηνία που ανέγραφε πάνω το συμβόλαιο, δηλαδή 18.7.2002. Ο εναγόμενος μετά ανέφερε ότι όταν έγινε η ανταλλαγή των δύο επιταγών δεν είχε δώσει το συμβόλαιο στον ενάγοντα γιατί, όπως είπε, έπρεπε να το πάρει και να το τυπώσει. Στις 18.7.2002 ο εναγόμενος είχε μαζί του άδειο, όπως είπε, το συμβόλαιο αλλά ο ενάγοντας γνώριζε τους όρους του συμβολαίου και αναγνωρίζοντας την υπογραφή του και αυτή του ενάγοντα επανέλαβε ότι δεν μπορούσε να το συμπληρώσει εκεί κατά τη συνάντηση τους στο σπίτι του ενάγοντα αλλά έπρεπε να το πάρει πίσω στο γραφεία του να το τυπώσει και να τοποθετήσει και την σφραγίδα της εταιρείας. Μετά από σχετική υποβολή του δικηγόρου του ενάγοντα ότι ο ενάγοντας δεν θα προέβαινε σε υπογραφή του συμβολαίου εάν δεν του έδινε την προσωπική του επιταγή ο εναγόμενος επέστησε την προσοχή του Δικαστηρίου στην μαρτυρία του ενάγοντα όπου ανέφερε ότι την επιταγή από τον εναγόμενο την έλαβε 2 με 3 ημέρες μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 2. Ο εναγόμενος σε σχετική ερώτηση του δικηγόρου του ενάγοντα ανέφερε ότι δεν είναι παράδοξο που παρότρυνε τους πελάτες της ΚS Plus Enterprises Ltd η οποία ήταν δική του να μεταπηδήσουν στην Quan Enterprises Ltd αφού αυτή έδινε καλύτερο μέρισμα, το κέρδος του ιδίου ήταν το ίδιο το οποίο στην ουσία ήταν η προμήθεια από τα υφιστάμενα ασφαλιστήρια συμβόλαια. Ο εναγόμενος επανέλαβε ότι ο ενάγοντας ουδέποτε του ζήτησε την επιστροφή των χρημάτων του παρά μόνο να του ετοιμάσει το νέο συμβόλαιο. Τα χρήματα του ενάγοντα ο εναγόμενος ανέφερε ότι ήταν ήδη στη νέα εταιρεία, επεξηγώντας ότι όταν ο ενάγοντας του έδωσε αρχικά τις ΛΚ 15.000 για το συμβόλαιο με την KS Plus Enterprises Ltd αυτός τα επένδυσε στην Quan πριν την υπογραφή του επενδυτικού σχεδίου με την Quan Enterprises Ltd. Ο ενάγοντας ανέφερε ότι είχε κάθε δικαίωμα να το κάνει αυτό σύμφωνα και με τους όρους της συμφωνίας τους εφόσον ο πελάτης επενδύει στην ΚS Plus Enterprises Ltd και η ΚS Plus Enterprises Ltd είχε δικαίωμα να επενδύσει τα χρήματα αυτά οπουδήποτε υπό την ευθύνη της εταιρείας του. Ο ενάγοντας, ανέφερε ο εναγόμενος, εάν ήθελε μπορούσε αντί να μεταπηδήσει στο συμβόλαιο με την Quan Enterprises Ltd να ζητούσε το κεφάλαιο του πίσω από την ΚS Plus Enterprises Ltd στην οποία είχε ευθύνη ο ίδιος να του το επιστρέψει. Κάποιοι πελάτες της KS Plus Enterprises Ltd είπε ότι ζήτησαν πίσω τα λεφτά τους και αυτός τους τα έδωσε. Σχετικά ο εναγόμενος κατέθεσε το επενδυτικό σχέδιο της KS Plus Enterprises Ltd με κάποια κα Μαυρομμάτη ως Τεκμήριο 4 και την απόδειξη πληρωμής του κεφαλαίου της ως Τεκμήριο 5. Ο εναγόμενος ανέφερε ότι παρόλο που ενημερώθηκε από την τράπεζα ότι παρουσιάστηκε η επιταγή του για Λ.Κ.15.000 η οποία δεν είχε αντίκρισμα δεν έδωσε οδηγίες για τη μη πληρωμή της γιατί, όπως είπε, δεν το θεωρούσε έντιμο να σταματούσε την πληρωμή της επιταγής του. Δεύτερος μάρτυρας για την υπεράσπιση κατέθεσε ο κ. Νάκης Παρπούνας, συνάδελφος του εναγομένου στη Cypria Life. Τον ενάγοντα ο ΜΥ1 τον γνώριζε από τις επισκέψεις τους στο κοινό γραφείο που διατηρούσε με τον εναγόμενο περί το 2002. Του ΜΥ1 του είχε κάνει εντύπωση και θυμόταν μια στιχομυθία που είχε ο ενάγοντας με τον εναγόμενο περί τον Μάιο ή Ιούνιο του 2002 όταν ο ενάγοντας πήγε στο γραφείο τους να παραλάβει ένα συμβόλαιο και ο εναγόμενος ζήτησε από τον ενάγοντα να του επιστρέψει μία προσωπική επιταγή του για το ποσό των ΛΚ.15.000 που κρατούσε ο ενάγοντας για ένα συμβόλαιο των ΛΚ.15.000. Ο ενάγοντας, θυμάται ο ΜΥ1, ανέφερε στον εναγόμενο ότι θα κατέστρεφε την επιταγή. Ο ΜΥ1 σχολίασε αυτή τη κίνηση του εναγομένου και ο εναγόμενος του απάντησε ότι ο ενάγοντας ήταν συγγενής του και δεν θα είχε οποιοδήποτε πρόβλημα. Πέραν των πιο πάνω ο ΜΥ1 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει το περιεχόμενο του επενδυτικού συμβολαίου που ανταλλάγηκε τη συγκεκριμένη ημέρα, ούτε και εάν ο εναγόμενος ασχολείτο με άλλα επενδυτικά σχέδια πέραν αυτών του Ομίλου της Λαϊκής Τράπεζας. Ο εναγόμενος ουδέποτε του ανέφερε το σκοπό που είχε δώσει την προσωπική του επιταγή στον ενάγοντα. Αγορεύσεις Η κα Δικωμίτου, δικηγόρος του εναγομένου, εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι η απαίτηση του ενάγοντα θα πρέπει να απορριφθεί επισημαίνοντας με λεπτομέρεια τις αντιφάσεις και τις ανακρίβειες στις οποίες κατ' ισχυρισμό υπέπεσε ο ενάγοντας. Από την άλλη είναι η θέση της ότι τόσο ο εναγόμενος όσο και ο ΜΥ1 πρέπει να γίνουν πιστευτοί και επικαλούμενη και τα κατατεθειμένα τεκμήρια εισηγείται ότι η ορθή εκδοχή είναι αυτή που ο εναγόμενος προέβαλε με την υπεράσπιση του και υποστήριξε με τη μαρτυρία του. Από την άλλη, ο κ. Αναστασίου, με αναφορά στη δοθείσα μαρτυρία, επισημαίνει με τη σειρά του τις αντιφάσεις και τις ανακρίβειες στις οποίες κατά το δικό του ισχυρισμό περιέπεσε ο εναγόμενος όπως επίσης και τις αντιφάσεις μεταξύ της μαρτυρίας του ιδίου του εναγομένου με τον ΜΥ1. Πέραν τούτου, ο κ. Αναστασίου, με αναφορά στο περιεχόμενο των δύο συμβολαίων επένδυσης και στη δοθείσα από τον εναγόμενο μαρτυρία, τονίζει την παραδοξότητα της λειτουργίας αυτών των επενδυτικών σχεδίων και τη σχέση του εναγομένου και με την εταιρεία Quan Enterprises Ltd στην οποία ο ενάγοντας μεταπήδησε και επένδυσε το Δεκέμβριο του 2002 το ποσό των ΛΚ 15.000. Καταληκτικά ο δικηγόρος του ενάγοντα κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία του ενάγοντα η οποία εισηγείται ότι ήταν σταθερή και ειλικρινής και να απορρίψει την εκδοχή και μαρτυρία του εναγομένου και του ΜΥ1 εκδίδοντας απόφαση υπέρ του ενάγοντα και σε βάρος του εναγομένου για το ποσό των ΛΚ 15.000 πλέον τόκους και έξοδα. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Ο Ενάγοντας παρακολουθώντας τον στο εδώλιο του μάρτυρα μπορώ να πω ότι μου έχει κάνει καλή εντύπωση. Παρατήρησα ότι απαντούσε αυθόρμητα προς το Δικαστήριο, με κάθε ειλικρίνεια, παραδεχόμενος σε κάποια σημεία ότι δεν θυμάται και δεν ήταν σίγουρος πού ο εναγόμενος του παρέδωσε την προσωπική του επιταγή, Τεκμήριο 1. Η θέση του κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του όμως παρέμεινε σταθερή και ήταν ότι ο εναγόμενος του παρέδωσε την επιταγή, Τεκμήριο 1, μετά την υπογραφή του επενδυτικού συμβολαίου, Τεκμήριο 2, ως εξασφάλιση και εγγύηση για το κεφάλαιο των Λ.Κ.15.000 που επένδυσε στην K-S Plus Enterprises Ltd και αργότερα στην Quan Enterprises Ltd. Η θέση του ότι έλαβε την επιταγή, Τεκμήριο 1, μετά την παράδοση του Τεκμηρίου 2 σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι δεν θα υπέγραφε εάν δεν θα είχε την προσωπική επιταγή του εναγομένου κατά την κρίση μου δεν αποτελεί αντίφαση η οποία πλήττει την αξιοπιστία του ενόψει του ότι δέχομαι τη θέση και επεξήγηση του ότι ο εναγόμενος ανέλαβε και ή υποσχέθηκε να του παραδώσει προσωπική του επιταγή και για αυτό έλαβε και την υπογραφή του. Ο χρόνος και ο τόπος παράδοσης της επιταγής από τον εναγόμενο στον ενάγοντα και από τον ενάγοντα στον εναγόμενο δεν θεωρώ ότι αποτελούν γεγονότα ουσιαστικής σημασίας στην παρούσα υπόθεση. H εισήγηση επίσης της κας Δικωμίτου ότι η αντίφαση στην οποία περιέπεσε ο ενάγοντας κατά τη μαρτυρία του δηλώνοντας ότι η επιταγή είχε ημερομηνία πληρωμής 18.8.2004 ενώ η αναγραμμένη σε αυτήν ημερομηνία είναι 18.7.2004 δεικνύει ότι αυτός συμπλήρωσε την ημερομηνία στην εν λόγω επιταγή και για αυτό δεν θυμόταν την ακριβή ημερομηνία, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Εξ αρχής η θέση του ενάγοντα ήταν ότι η προσωπική επιταγή του εναγομένου έφερε την ημερομηνία της λήξης του πρώτου επενδυτικού του συμβολαίου που ήταν αρχικά για δύο χρόνια δηλαδή μέχρι και τις 18.7.2004, όπως επίσης διαφάνηκε από το Τεκμήριο 3 και την ημερομηνία λήξης του δεύτερου συμβολαίου ημερομηνίας 18.12.2002 . Ο εναγόμενος από την άλλη δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Γενικά παρακολουθώντας τον στο εδώλιο του μάρτυρα η όλη εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο σε σχέση με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα δεν μπορεί να γίνει πιστευτή. Η θέση του εναγομένου ότι κατά την συνάντηση τους για την κατάρτιση του συμβολαίου έγινε η ανταλλαγή των επιταγών και ο ίδιος έδωσε την προσωπική του επιταγή ως εγγύηση μέχρι την παράδοση του συμπληρωμένου συμβολαίου δεν με πείθει. Ο εναγόμενος ανέφερε ότι τη συγκεκριμένη ημέρα ο ενάγοντας ενημερώθηκε για τους όρους του συμβολαίου το οποίο και υπέγραψε αλλά ο εναγόμενος δεν του το παρέδωσε γιατί έπρεπε να το πάρει πίσω στο γραφείο του να το τυπώσει, όπως είπε, και να βάλει και τη σφραγίδα της εταιρείας. Παρατηρώ ότι στο συμβόλαιο (Τεκμήριο 2) παρόλο που τα ονόματα των μερών είναι όντως τυπωμένα, καμία σφραγίδα εταιρείας δεν υπάρχει οπότε ενδεχομένως ο εναγόμενος να μπορούσε να αφήσει το συμβόλαιο τη δεδομένη ημέρα στον ενάγοντα αντί να δώσει την προσωπική του επιταγή. Το άλλο παράδοξο στη μαρτυρία του εναγομένου ήταν ότι ζήτησε από τον ενάγοντα την επιστροφή της επιταγής του στο γραφείο του στη Cypria Life ενώπιον του κ. Παρπούνα, όταν ο ενάγοντας πήγε να πάρει το συμβόλαιο με τη Quan Enterprises Ltd (Τεκμήριο 3). Ο ενάγοντας κατά τη μαρτυρία του την οποία και κρίνω αξιόπιστη, είπε ότι όταν πήγε να πάρει το συμβόλαιο με τη Quan Enterprises Ltd από ότι καλύτερα θυμόταν δεν υπήρχε άλλο άτομο παρών αλλά πιθανό να υπήρχε κάποιος άλλος στο γραφείο του εναγομένου όταν πήγε να παραλάβει το πρώτο συμβόλαιο. Αυτό το αναφέρω γιατί αποτελεί ουσιαστική αντίφαση με τη μαρτυρία του μάρτυρα που ο εναγόμενος έφερε για να στηρίξει τη θέση του αυτή αφού ο ΜΥ1 είπε ότι η συνδιάλεξη που θυμάται μεταξύ των μερών έγινε κάπου μεταξύ Μαΐου και Ιουνίου του 2002, δηλαδή κοντά στην κατάρτιση του πρώτου συμβολαίου η οποία έγινε το καλοκαίρι του 2002, ενώ το δεύτερο συμβόλαιο έγινε το Δεκέμβριο του 2002. Επιπλέον τα Τεκμήρια 4 και 5 κατά τη κρίση μου δεν υποστηρίζουν τη θέση του ότι περί τον Δεκέμβριο του 2002 όσοι πελάτες ήθελαν, πήραν τα λεφτά τους πίσω αντί να προχωρήσουν με νέα συμβόλαια στη Quan Enterprises Ltd εφόσον η απόδειξη (Τεκμήριο 5) δεν φέρει ημερομηνία πληρωμής αλλά απλά κάνει αναφορά σε επιστροφή του κεφαλαίου που έδωσε η συγκεκριμένη πελάτιδα πλέον ΛΚ 140, στη βάση του επενδυτικού σχεδίου της KS Plus Enterprises Ltd και αυτής, με γενική αναφορά στη όλη διάρκεια του συμβολαίου αυτού η οποία ήταν ένας χρόνος και η λήξη του ήταν τον Οκτώβριο του 2003 (Τεκμήριο 4). Η θέση του εναγομένου πάλι ότι μετά που ειδοποιήθηκε από την Λαϊκή Τράπεζα ότι μια επιταγή του για το ποσό των ΛΚ 15.000 δεν μπορούσε να καλυφθεί και αυτός αντί να δώσει οδηγίες με αιτιολογία για να σταματήσει την πληρωμή της, προτίμησε να την αφήσει να επιστραφεί απλήρωτη επειδή είναι γνωστός και είχε καλό όνομα στο παζάρι και δεν θεωρεί έντιμο να σταματά την πληρωμή μίας επιταγής, δεν με πείθει. Εφόσον πληροφορήθηκε από την τράπεζα του ότι ο ενάγοντας είχε σκοπό να χρησιμοποιήσει την επιταγή του την οποία τελικά δεν είχε καταστρέψει, λογικό θα ήταν να έδινε οδηγίες στην τράπεζα του να μην την πληρώσει. Το άλλο μέρος της μαρτυρίας του εναγομένου που κατά την κρίση μου καταρρίπτει την όλη εκδοχή του και την κάνει να φαίνεται εξωπραγματική είναι η θέση του ότι πριν καταθέσει ο ίδιος στο Δικαστήριο έκανε έρευνα στον Έφορο Εταιρειών και «έμαθε» όπως είπε τους διευθυντές της εταιρείας αυτής στην οποία επένδυσε τα λεφτά του ενάγοντα, τα δικά του, των φίλων και των συγγενών του. Από τη θέση του αυτή φαίνεται ότι στην ουσία δεν γνώριζε ποιοι ήταν πίσω από την εταιρεία αυτή στην οποία από ότι διαφάνηκε κατά την αντεξέταση του επένδυσε τα χρήματα του ενάγοντα πριν ακόμη υπογραφεί το επενδυτικό συμβόλαιο με την Quan Enterprises Ltd. Η κρίση μου αυτή για την αξιοπιστία του εναγομένου ενισχύεται και από τη θέση του ιδίου ότι η εν λόγω εταιρεία έστελλε τα μερίσματα όλων των ατόμων με τα οποία ο εναγόμενος συνδέονταν στον εναγόμενο και αυτός τα διαμοίραζε στους δικαιούχους. Η μαρτυρία του ΜΥ1 ο οποίος ήρθε στο Δικαστήριο να υποστηρίξει τη θέση του εναγομένου ότι σε κάποιο στάδιο ζήτησε από τον ενάγοντα την επιστροφή της προσωπικής του επιταγής πίσω, κατά κύριο λόγο δεν βοηθά τον εναγόμενο ενόψει της αξιολόγησης της δικής του μαρτυρίας από το Δικαστήριο. Όπως ήδη ανέφερα και πιο πάνω, ο χρόνος στον οποίο ο ΜΥ1 τοποθετεί τη συνδιάλεξη του ενάγοντα με τον εναγόμενο είναι κοντά στην ημερομηνία κατάρτισης του πρώτου συμβολαίου με την Κ S - Plus Enterprises Ltd ενώ η θέση που προώθησε ο εναγόμενος ήταν ότι η συνδιάλεξη ενώπιον του ΜΥ1 έγινε κατά την επίσκεψη του ενάγοντα στο γραφείο του στη Cypria Life όταν θα παραλάμβανε το δεύτερο συμβόλαιο (Τεκμήριο 3). Πέραν τούτου ο ΜΥ1 ανέφερε ότι πλην της συγκεκριμένης στιχομυθίας που του έκανε εντύπωση, δεν γνώριζε για ποιο λόγο δόθηκε η προσωπική επιταγή του εναγομένου στον ενάγοντα ή και για ποιο σχέδιο. Είναι άξιο απορίας όμως γιατί ο μάρτυρας αυτός θυμόταν τη συνδιάλεξη αυτή και του έκανε εντύπωση αφού όπως είπε και κάποιοι άλλοι συνάδελφοι του έκαναν το ίδιο. Δεν επεξήγησε ο ΜΥ1 ούτε και φυσικά ρωτήθηκε τι έκαναν οι άλλοι, δηλαδή εάν έδιναν προσωπικές τους επιταγές ως εξασφάλιση μέχρι την ετοιμασία των συμβολαίων ή την εξαργύρωση και εγγύηση για τη κάλυψη του κεφαλαίου. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω η εκδοχή του ΜΥ1 δεν είναι αποδεκτή. Ευρήματα Κατά ή περί τις 18.7.2002, ο ενάγοντας, κατόπιν υπόσχεσης του εναγομένου ότι θα του εξέδιδε προσωπική του επιταγή ως εγγύηση και εξασφάλιση του ποσού που θα επένδυε στην εταιρεία KS Plus Enterprises Ltd, υπέγραψε το επενδυτικό σχέδιο (Τεκμήριο 2) με την εταιρεία KS Plus Enterprises Ltd, καταβάλλοντας το ποσό των Λ.Κ.15.000. Μεταξύ των όρων του πιο πάνω επενδυτικού σχεδίου, το περιεχόμενο του οποίου είναι παραδεκτό ήταν ότι : (α) η διάρκεια της επένδυσης του θα ήταν για 24 μήνες και το κεφάλαιο του θα παρέμεινε μέχρι τότε δεσμευμένο. (β) μετά λήξη των 24 μηνών η εταιρεία δεσμεύετο να επιστρέψει το αρχικό κεφάλαιο των Λ.Κ.15.000 πλέον 1% σταθερό μέρισμα του τελευταίου μήνα. Σε κάποιο χρόνο, δηλαδή λίγες ημέρες μετά τις 18.7.2002 ο εναγόμενος παρέδωσε προσωπική του επιταγή της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας με αριθμό 05801861 για το ποσό των Λ.Κ.15.000 στον ενάγοντα, όπως είχαν συμφωνήσει κατά το χρόνο κατάρτισης του συμβολαίου ημερομηνίας 18.7.2002, ως εγγύηση για το καταβληθέν από τον ενάγοντα ποσό του κεφαλαίου της επένδυσης του (Λ.Κ.15.000). Δέχομαι τη θέση του ενάγοντα και αποτελεί και εύρημα μου ότι εάν ο εναγόμενος δεν αναλάμβανε να παραδώσει προσωπική επιταγή του για το ισάξιο ποσό του κεφαλαίου των ΛΚ 15.000 που σκοπό είχε να επενδύσει ο ενάγοντας στην εταιρεία η οποία στην ουσία άνηκε στον εναγόμενο ο ενάγοντας δεν θα προχωρούσε στην υπογραφή του εν λόγω συμβολαίου. Σημειώνω εδώ ότι η παράδοση της επιταγής από τον εναγόμενο στον ενάγοντα είναι παραδεκτό γεγονός. Παρομοίως αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η εν λόγω επιταγή (Τεκμήριο 2) ήταν δεόντως συμπληρωμένη από τον εναγόμενο και ενόψει της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ενάγοντα και της απόρριψης της εκδοχής του εναγομένου, δέχομαι ότι η επιταγή έφερε ημερομηνία πληρωμής 18.7.2004, ημερομηνία λήξης του επενδυτικού κεφαλαίου με την KS Plus Enterprises Ltd., της οποίας όπως ήδη ανέφερα ο εναγόμενος ήταν διευθυντής και μέτοχος. Για τους πρώτους πέντε μήνες της ισχύς του εν λόγω συμβολαίου ο ενάγοντας ελάμβανε κανονικά και σύμφωνα με τους όρους της εν λόγω συμφωνίας το συμφωνηθέν μέρισμα με προσωπική επιταγή του εναγομένου όπως επίσης ο εναγόμενος κατέβαλλε και το συμφωνηθέν μηνιαίο ασφάλιστρο της συζύγου του ενάγοντα. Ακολούθως περί τον Δεκέμβριο του 2002 ο εναγόμενος εισηγήθηκε στον ενάγοντα ότι λόγω του ότι το κεφάλαιο του ήταν επισφαλές στη KS Plus Enterprises Ltd., και για να μην χάσει τα λεφτά του, να υπογράψει νέο επενδυτικό σχέδιο με την εταιρεία Quan Enterprises Ltd για το ίδιο ποσό των Λ.Κ.15.000, επιβεβαιώνοντας του την προσωπική εγγύηση των Λ.Κ.15.000. Δέχομαι ότι ο ενάγοντας περί τον Δεκέμβριο του 2002 ζήτησε από τον εναγόμενο την επιστροφή το κεφαλαίου του πίσω, αλλά, ενόψει της δήλωσης του εναγομένου ότι ενδεχομένως να έχανε τα χρήματα του, και της επιβεβαίωσης της εγγύησης που ο ίδιος του παρείχε δυνάμει της προσωπικής του επιταγής, υπέγραψε το επενδυτικό σχέδιο με την εταιρεία Quan Enterprises Ltd ημερομηνίας 18.12.2002 το οποίο σύμφωνα με ειδικό όρο, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 3, έληγε στις 18.7.2004. Μεταξύ άλλων η πιο πάνω συμφωνία με την Quan Enterprises Ltd περιείχε μεταξύ άλλων τους ακόλουθους όρους οι οποίοι αποτελούν και παραδεκτό γεγονός ότι: (α) Η εταιρεία υποχρεούται να επιστρέψει το αρχικό κεφάλαιο συν 30% μέρισμα σε ένα χρόνο όπου θα είναι και η λήξη του συμβολαίου. Σε περίπτωση που ζητηθεί από τον πελάτη να πληρώνεται μηνιαίως τότε αυτό θα γίνεται κάθε 30 ημέρες. (β) Στη λήξη του συμβολαίου θα επιστρέφεται ολόκληρο το ποσό εκτός εάν έχει γίνει κάποιος ειδικός διακανονισμός στην αρχή του συμβολαίου. Ο εναγόμενος για περίοδο τριών μηνών, δηλαδή μέχρι και τον Μάρτιο του 2003 κατέβαλλε το συμφωνηθέν μέρισμα στον ενάγοντα κάτι το οποίο πάλι αποτελεί παραδεκτό γεγονός με δικές του προσωπικές επιταγές. Μετά τον Μάρτιο του 2003, ο ενάγοντας δεν έλαβε οποιοδήποτε άλλο μέρισμα μέχρι και την έγερση της αγωγής. Ο εναγόμενος παρά τις εκκλήσεις του ενάγοντα μέχρι και σήμερα, δεν επέστρεψε το ποσό των Λ.Κ.15.000 στον ενάγοντα, όπως επίσης δεν έλαβε και οποιοδήποτε άλλο μέρισμα . Ο ενάγοντας όταν η επιταγή (Τεκμήριο 1), η οποία επαναλαμβάνω ότι κατατέθηκε ως τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου της, κατέστη πληρωτέα, την κατέθεσε πρώτη φορά για πληρωμή στις 20.7.04 σε κατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας Λτδ και η επιταγή επιστράφηκε με την ένδειξη « να παρουσιασθεί ξανά, μη επαρκή υπόλοιπα». Ο Ενάγοντας τότε επικοινώνησε με τον εναγόμενο ο οποίος του ανέφερε ότι δεν μπορεί να του επιστρέψει τα χρήματα γιατί ήταν παγοποιημένα. Ακολούθως, ο ενάγοντας ξανακατάθεσε την επιταγή για πληρωμή στις 3.8.04 οπόταν πάλιν αυτή επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη «αποταθείτε στον εκδότη - μη επαρκή υπόλοιπα». Η μη τίμηση της επιταγής λόγω ανεπαρκούς υπολοίπου αποτελεί πάλιν παραδεκτό γεγονός από τον εναγόμενο και συνακόλουθα και εύρημα του Δικαστηρίου όπως επίσης και η μη επιστροφή στον ενάγοντα του ποσού των ΛΚ 15.000. Νομική Βάση Με την Έκθεση Απαίτησης του ο Ενάγοντας ζητά επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.15.000 το οποίο του δόθηκε από τον εναγόμενο με προσωπική του επιταγή, ως εγγύηση και/ή ως εξασφάλιση για να επενδύσει αρχικά στην KS Plus Enterprises Ltd και αργότερα στην Quan Enterprises Ltd το ποσό των ΛΚ 15.000, όπως επίσης και τα οφειλόμενα προς αυτών μερίσματα δυνάμει επενδυτικής συμφωνίας 18.12.2002. Ο ενάγοντας με την έκθεση απαίτησης του κάνει αναφορά σε όλα τα γεγονότα τα οποία περικλείουν την υπόθεση. Στο σύγγραμμα Byles on Bills of Exchange, 24η έκδοση στη σελίδα 315 αναφέρεται ότι είναι ασφαλέστερο να ενώνονται στο δικόγραφο όλες οι απαιτήσεις που πηγάζουν από την ίδια αιτία : «The safer course, where the action is between immediate parties, and there is any doubt as to the validity of the bill or the right of recovering upon it as such, is to sue upon both, as might have been done formerly. Though the forms of statement of claim in actions on bills in Appendix C, section 4, to the Rules of the Supreme Court do not include a form of statement of claim based on the consideration, yet a claim on the consideration as a substantive ground of claim is recognized by order 18, rule 7
(3). Hence, where the action is between immediate parties, there is no reason why a claim on the consideration should not be joined with a claim on the bill.» (Βλ. Χριστοδούλου ν Μιχαηλίδη
(1999)1(Γ)Α.Α.Δ. 2058). Προτού προχωρήσω στην εξέταση του θέματος εάν ο ενάγοντας δικαιούται την πληρωμή από τον εναγόμενο του ποσού των Λ.Κ.15.000 δυνάμει της επιταγής, Τεκμήριο 1, θα ασχοληθώ με την απαίτηση του ενάγοντα για την πληρωμή των μερισμάτων για τους μήνες Απρίλιο 2003 μέχρι και τον Ιούλιο του 2004. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι ο ενάγοντας υπέγραψε το συμβόλαιο με την εταιρεία Quan Enterprises Ltd. Ο ενάγοντας ανέφερε ότι δεν γνώριζε ποια ήταν η σχέση του εναγομένου με την εν λόγω εταιρεία αλλά τον θεωρούσε ως μεσάζων ή αντιπρόσωπο της και υπολόγιζε ότι θα είχε και κέρδος από αυτή. Από τη δοθείσα μαρτυρία εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο ενάγοντας γνώριζε ότι υπέγραψε μια συμφωνία και/ή ένα επενδυτικό σχέδιο με την εταιρεία Quan Enterprises Ltd, το οποίο του προτάθηκε από τον εναγόμενο, αλλά η εν λόγω εταιρεία είναι ευρέως γνωστό ότι αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα από τον εναγόμενο. Δεν μπορεί το παρόν Δικαστήριο με τη δοθείσα μαρτυρία να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα για το εάν ο εναγόμενος είχε οποιαδήποτε κέρδη από την εταιρεία Quan Enterprises Ltd, πλην της προμήθειας από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, αλλά αυτό εν πάση περιπτώσει δεν επηρεάζει την κρίση μου για την κατάληξη μου πιο κάτω όσον αφορά την συγκεκριμένη απαίτηση του ενάγοντα. Παρόλο που αποδέχομαι το παράδοξο ο εναγόμενος να πληρώνει με προσωπικές του επιταγές τα συμφωνηθέντα μερίσματα στον εναγόμενο, η συμφωνία ημερομηνίας 18.12.02 συνήφθηκε μεταξύ του ενάγοντα και της συγκεκριμένης εταιρείας και ο εναγόμενος την υπέγραψε όπως είναι παραδεκτό ως μάρτυρας. Δεν έχω ενώπιον μου μαρτυρία που να δικαιολογεί την απαίτηση του ενάγοντα εναντίον του εναγομένου για καταβολή από τον τελευταίο των λοιπών συμφωνηθέντων μερισμάτων δυνάμει παράβασης της συμφωνίας από την εταιρεία Quan Enterprises Ltd για πληρωμή των μερισμάτων. Η παράβαση της συμφωνίας αυτής και η μη καταβολή των συμφωνηθέντων μερισμάτων από τον Απρίλιο του 2003 μέχρι και τη λήξη του συμβολαίου αυτού αποτελούν στην ουσία παραδεκτά γεγονότα, αλλά είναι φανερό ότι η οποιαδήποτε παράβαση έγινε από μέρους της εταιρείας Quan Enterprises Ltd με την οποία ο ενάγοντας υπέγραψε τη συμφωνία, και όχι από τον εναγόμενο. Ενόψει της θέσης μου αυτής δεν κρίνω ορθό να ασχοληθώ περαιτέρω με το θέμα της παράβασης της συμφωνίας αυτής και εάν έγινε καλός και ή νόμιμος τερματισμός ενόψει του ότι αυτά τα γεγονότα θα ήταν σχετικά εάν και εφόσον η απαίτηση του ενάγοντα ήταν εναντίον της συγκεκριμένης εταιρείας η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα. Περαιτέρω, και σύμφωνα με το άρθρο 190 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, πέραν του ότι η συμφωνία Τεκμήριο 3 δεν υπογράφηκε από τον εναγόμενο ως αντιπρόσωπο της εταιρείας Quan Enterprises Ltd, ο εναγόμενος δεν θα είχε ευθύνη έναντι στον ενάγοντα εφόσον το όνομα της εταιρείας με την οποία ο ενάγοντας υπέγραψε τη δεύτερη συμφωνία ήταν γνωστό σ' αυτόν από την αρχή και εάν ήθελε θα μπορούσε να κινηθεί εναντίον της εταιρείας αυτής για αποζημίωση για παράβαση της συμφωνίας. Η υπόσχεση και η εγγύηση που παρείχε ο εναγόμενος με την έκδοση και παράδοση της επίδικης επιταγής ήταν για την εξασφάλιση της κατάρτισης του επενδυτικού συμβολαίου με την KS Plus Enterprises Ltd και αργότερα με την Quan Enterprises Ltd και την επιστροφή του ποσού των ΛΚ 15.000 και όχι για την πληρωμή των μερισμάτων εκ μέρους της εν λόγω εταιρείας. Ως εκ τούτου, κρίση μου είναι ότι ο ενάγοντας δεν μπορεί να απαιτεί από τον εναγόμενο αποζημιώσεις ή και τα μερίσματα τα οποία όφειλε να του καταβάλει η Quan Enterprises Ltd δυνάμει του μεταξύ τους συμβολαίου. Κρίση μου είναι ότι ο ενάγοντας εάν και εφόσον επιθυμούσε να απαιτήσει με σοβαρότητα την καταβολή των συμφωνηθέντων μερισμάτων δυνάμει της επενδυτικής συμφωνίας ημερομηνίας 18.12.2002 όφειλε να κινηθεί εναντίον της εταιρείας Quan Enterprises Ltd από την οποία ενδεχομένως να μπορούσε να τα εισπράξει ή ακόμη και για αποζημιώσεις από παράβαση της σχετικής συμφωνίας. Όμως όπως είναι νομολογιακά γνωστό εναπόκειται στον ενάγοντα η επιλογή των προσώπων εναντίον των οποίων επιθυμεί να κινηθεί όπως επίσης και η βάση της αγωγής. Τώρα όσον αφορά την επίδικη επιταγή θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω τις πιο κάτω σχετικές πηγές που διέπουν την ουσία της επίλυσης της διαφοράς των μερών. Σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 προνοούνται τα ακόλουθα : «Άρθρο 2: «αξία» σημαίνει αντιπαροχή που έχει αξία. «έκδοση» σημαίνει την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος «κάτοχος» σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του, ή τον κομιστή αυτών. «κομιστής» σημαίνει το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή.» Το άρθρο 3 του ιδίου Νόμου περιέχει τον ορισμό της συναλλαγματικής: «3
(1): Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφανίσει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή». Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι οι πρόνοιες του Περί Συναλλαγματικής Νόμου Κεφ. 262, δυνάμει του άρθρου 73, εκτός όπου υπάρχει διαφορετική πρόνοια, εφαρμόζεται και στις επιταγές, οι οποίες είναι ευρέως γνωστό ότι αποτελούν μορφή συναλλαγματικής. Σύμφωνα με το άρθρο 27
(1): Αντιπαροχή που έχει αξία για συναλλαγματική δύναται να συνίσταται - (α) από οποιανδήποτε αντιπαροχή επαρκή να στηρίξει σύμβαση, (β) από προηγούμενο χρέος ή υποχρέωση. Το χρέος αυτό ή υποχρέωση θεωρείται αντιπαροχή που έχει αξία είτε η συναλλαγματική είναι πληρωτέα εν όψει είτε σε μελλοντικό χρόνο. Στην υπόθεση Melita Manuf. Ltd v Chris Ioannou
(1996)1 A.A.Δ. 1238, αναφέρεται επίσης ότι σύμφωνα με το άρθρο 27 του Κεφ.262 προυπάρχουσα οφειλή μπορεί να αποτελέσει έγκυρο αντάλλαγμα συναλλαγματικής. Αναφέρεται ακόμη στη συνέχεια ότι η συναλλαγματική και γενικά αξιόγραφα μπορούν να εκδοθούν προς εξόφληση οφειλής απολύτως ή υπό τον όρο της τίμησης τους ή ως παράλληλη ασφάλεια τέτοιας οφειλής και το τι μπορεί να ισχύει ή να συμβαίνει σε κάθε περίπτωση, εξαρτάται από την πρόθεση των μερών που διαπιστώνεται ως πραγματικό γεγονός. Επιπλέον σύμφωνα με το άρθρο 2 (δ) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, όταν, με απαίτηση του οφειλέτη, ο δανειστής ή οποιοσδήποτε τρίτος προέβηκε ή προβαίνει ή υπόσχεται να προβεί σε πράξη ή αποχή, η πράξη αυτή ή η αποχή καλείται αντιπαροχή και (ε) κάθε υπόσχεση και κάθε σύνολο υποσχέσεων, οι οποίες συνιστούν την αντιπαροχή μεταξύ τους, είναι συμφωνία. Για τους σκοπούς του Κεφ.149 το πρόσωπο που προτείνει καλείται «οφειλέτης» και το πρόσωπο που αποδέχεται την πρόταση ο «δανειστής». Σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262 κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος αυτής για αξία. Εάν όμως σε αγωγή αποδειχθεί ότι η αποδοχή, η έκδοση ή η μεταγενέστερη μεταβίβαση της επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό ή βία ή φόβο ή παρανομία, το βάρος απόδειξης μετατίθεται, εκτός εάν, και μέχρι, ο κάτοχος αποδείξει ότι εν συνεχεία του ισχυριζόμενου δόλου ή της παρανομίας, έχει δοθεί καλή τη πίστη αξία στην συναλλαγματική. Συνάγεται συνεπώς με βάση τα πιο πάνω άρθρα όπως επίσης με τη σχετική νομολογία, ότι το τεκμήριο για την ύπαρξη αντιπαροχής συναλλαγματικής είναι μαχητό και μπορεί να παρουσιαστεί μαρτυρία για την απουσία ή αποτυχία ή για παράνομη αντιπαροχή ή για δόλο (βλ. Vassos Charalambous ν Ψαρά
(2000)1(Β) Α.Α.Δ.849 και Ρωμανός ν Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991). Στην παρούσα υπόθεση δεν προβάλλεται ισχυρισμός δόλου, εξαναγκασμού ή απάτης ή φόβου ώστε το βάρος να μετατεθεί στον ενάγοντα. (Βλ. Robust Trading Co. Ltd v Λεωνίδα
(1996)1(Α)Α.Α.Δ.304). Το ίδιο ισχύει και για το θέμα της επάρκειας ή μη της αντιπαροχής το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν είναι δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης από το Δικαστήριο εκτός εάν υπάρχει ισχυρισμός δόλου, κάτι το οποίο μόλις έχω αναφέρει δεν εγείρεται από τον εναγόμενο. Το κύριο ερώτημα που παραμένει, εφόσον όπως ανέφερα και πιο πάνω η απαίτηση του ενάγοντα περικλείει όλα τα σχετικά με την έκδοση της επιταγής γεγονότα, είναι κατά πόσο δόθηκε αντιπαροχή και ή αντάλλαγμα για την εν λόγω επιταγή με δεδομένη την ύπαρξη του μαχητού τεκμηρίου για την ύπαρξη αξίας από τον κάτοχο της, δηλαδή τον ενάγοντα. Ο εναγόμενος είναι αυτός που φέρει το βάρος να αποδείξει ότι η επιταγή δόθηκε χωρίς αντάλλαγμα. Με βάση τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, τις νομικές αρχές και ειδικότερα τα όσα προβλέπονται από τα άρθρο 27 και 30 του Κεφ.262 κρίνω ότι ο ενάγοντας έχει αποδείξει ότι είναι κάτοχος της επιταγής για αξία. Στην υπόθεση Papaellinas v Epco (Cyprus) Ltd and Lions Products
(1969)1 CLR 525 όσον αφορά το άρθρο 27 του Κεφ.262 λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι: «Το άρθρο αυτό ανταποκρίνεται κατά γράμμα προς το αγγλικό άρθρο 27
(2)της Bills of Exchange Act 1882, το οποίο εξετάστηκε πρόσφατα από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Diamond v Graham
(1968)2 All E.R. 909, στην οποία αποφασίστηκε ότι δεν υπάρχει τίποτε στο άρθρο αυτό που να απαιτεί ότι πρέπει να δοθεί αξία κατευθείαν από τον κάτοχο σε άλλο πρόσωπο εφόσον δίδεται αξία στην επιταγή.» Στην υπόθεση αυτή υπάρχει πραγματικό εύρημα ότι δόθηκε αξία στην επιταγή από τον τριτοδιάδικο προς την εναγομένη και δεν βρίσκουμε λόγο να το διαταράξουμε». Στην υπόθεση Ρωμανός ν Χρυσάνθου (πιο πάνω) παρόλο που αφορούσε παρελθούσα αντιπαροχή λέχθηκε μεταξύ άλλων: «Ο εφεσίφλητος δεν ήταν μόνο μέτοχος και σύμβουλος στην εταιρεία «Χρυσαυγή», αλλά, όπως ο ίδιος ανέφερε στη μαρτυρία του, και ο μοναδικός διαχειριστής της. Η εταιρεία μάλιστα δεν είχε ούτε καν τραπεζικό λογαριασμό, και γι' αυτό όλες οι πληρωμές γινόντουσαν από τον προσωπικό λογαριασμό του ιδίου. Εξέδωσε επομένως τις επιταγές, τις οποίες ο εφεσείων εδέχθη, προς εξόφληση αντίστοιχης οφειλής της εταιρείας. Με τα παραδεκτά αυτά γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν μπορούσε να εξαχθεί άλλο συμπέρασμα παρά μόνο πως ο εφεσίβλητος δεν κατέρριψε το μαχητό τεκμήριο υπέρ του εφεσείοντος, αποδεικνύοντας δηλαδή πως δεν υπήρξε αντιπαροχή για τις επιταγές που εξέδωσε.». Όπως ήδη έχω αναφέρει η μαρτυρία του εναγομένου έχει κριθεί κατά το στάδιο της αξιολόγησης της ως αναξιόπιστη οπότε και η εκδοχή του όσον αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε και δόθηκε η επίδικη επιταγή δεν είναι αποδεκτή. Ο ενάγοντας υπέγραψε το επενδυτικό συμβόλαιο ημερομηνίας 18.7.2002 και κατέβαλε στον εναγόμενο ΛΚ 15.000 ως το κεφάλαιο επένδυσης του στην εταιρεία του εναγομένου αφού του είχε δοθεί η υπόσχεση από τον εναγόμενο για την έκδοση της προσωπικής του επιταγής ως εγγύηση για το ισάξιο ποσό. Ο τελευταίος εξέδωσε και παρέδωσε την δική του επιταγή (Τεκμήριο 1) λίγες ημέρες μετά την υπογραφή του εν λόγω συμβολαίου ως εγγύηση για την επιστροφή του κεφαλαίου αυτού στον ενάγοντα κατά τη λήξη του συμβολαίου του. Επιπλέον όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω ο εναγόμενος είναι παραδεκτό ότι επωφελείτο από τα δύο επενδυτικά συμβόλαια που υπέγραψε ο ενάγοντας λαμβάνοντας προμήθεια από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια. Με τα πιο πάνω δεδομένα είναι φανερό ότι δόθηκε αντάλλαγμα για την έκδοση της επίδικης επιταγής. Η εμπλοκή του ενάγοντα και η υπογραφή του επενδυτικού συμβολαίου με την εταιρεία KS - Plus Enterprises Ltd, η οποία όπως ο εναγόμενος παραδέκτηκε ήταν δική του και είχε την πλήρη ευθύνη της, κατόπιν της υπόσχεσης και της παροχής από τον εναγόμενο της προσωπικής του επιταγής για την κάλυψη του ποσού που ο ενάγοντας κατέβαλε σε περίπτωση μη επιστροφής του κατά τη λήξη του εν λόγω συμβολαίου αποτελεί κατά την κρίση μου επαρκή αντιπαροχή αφού αυτή η υπόσχεση η οποία υλοποιήθηκε με την έκδοση και παράδοση της επίδικης επιταγής ήταν που έπεισε και ή παρότρυνε τον ενάγοντα να προχωρήσει στην υπογραφή του συμβολαίου (βλ. The Law of Contract, G.H.Treitel, 7η έκδοση, σελ.65-66,76-78). Το γεγονός ότι ο ενάγοντας μεταπήδησε σε άλλο συμβόλαιο με την εταιρεία Quan Enterprises Ltd με την οποία ο εναγόμενος ενδεχομένως να μην είχε σχέση δεν επηρεάζει κατά την κρίση μου την ευθύνη του εναγομένου αφού δέχομαι ότι συμφωνήθηκε μεταξύ τους ότι η προσωπική του εγγύηση δυνάμει της επίδικης επιταγής (Τεκμήριο 1) για την επιστροφή του αρχικού κεφαλαίου των ΛΚ 15.000 θα συνέχιζε να ισχύει. Πέραν τούτου επαναλαμβάνω και το οικονομικό όφελος που είχε ο εναγόμενος από την προμήθεια των ασφαλιστικών συμβολαίων σε σχέση πάντοτε με την υπογραφή των δύο συμβολαίων του ενάγοντα το οποίο αποτελεί και παραδεκτό γεγονός. Το άλλο ουσιαστικό σημείο κατά την κρίση μου στην παρούσα υπόθεση είναι ότι ο ενάγοντας μετά τη λήξη και του δεύτερου συμβολαίου με την Quan Enterprises Ltd στις 18.7.2004 δεν έλαβε το ποσό των ΛΚ 15.000. Η παράβαση της συμφωνίας από την εταιρεία Quan Enterprises Ltd και η μη επιστροφή του εξασφαλισμένου κεφαλαίου του ενάγοντα δυνάμει των όρων της συμφωνίας ημερομηνίας 18.12.2002 δεν αποδεικνύει έλλειψη αντιπαροχής σε σχέση με την επίδικη επιταγή. Από μία απλή ανάγνωση του συμβολαίου αυτού οι όροι του δεν φαίνεται να έχουν οποιαδήποτε σύνδεση με την προσωπική επιταγή και εγγύηση που παρείχε ο εναγόμενος, όπως επίσης ούτε και οποιαδήποτε πρόνοια που να υποχρεώνει τον ενάγοντα να καλέσει την εν λόγω εταιρεία να του καταβάλει το ποσό των ΛΚ 15.000 και μετά να στραφεί εναντίον του εναγομένου για να εισπράξει το ποσό της προσωπικής του επιταγής. Με βάση τα πιο πάνω ο ενάγοντας ορθά κατά την κρίση μου προχώρησε στην κατάθεση της επίδικης επιταγής αφού μετά τη λήξη του εν λόγω συμβολαίου δεν έλαβε τα χρήματα του. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνω επίσης ότι έχει αποδειχθεί και αποτελεί και παραδεκτό γεγονός ότι η επιταγή παρουσιάστηκε στην Λαϊκή Τράπεζα Λτδ αλλά δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, δηλαδή του εναγομένου, και παρά τις εκκλήσεις του ενάγοντα μέχρι και σήμερα ο εναγόμενος αρνείται να την πληρώσει. Στο στάδιο αυτό επιθυμώ επίσης να αναφερθώ στον ισχυρισμό του εναγομένου ότι η επιταγή που παρέδωσε στον ενάγοντα δεν είχε ημερομηνία πληρωμής, ανεξάρτητα του ότι όπως ήδη ανέφερα η εκδοχή του εναγομένου δεν είναι πιστευτή. Η ύπαρξη ή όχι ημερομηνίας πληρωμής στην επιταγή δεν αποφέρει ακυρότητα και ούτε θεωρείται αλλοίωση της επιταγής έστω και εάν η ημερομηνία συμπληρωθεί από τον κάτοχο αυτής, δηλαδή στην παρούσα υπόθεση από τον ενάγοντα, σύμφωνα με την προφορική τους συμφωνία, δηλαδή να αποτελεί εγγύηση μέχρι και τη λήξη του συμβολαίου του ενάγοντα αρχικά με την εταιρεία KS Plus Enterprises Ltd στις 18.7.2004 και αργότερα με την Quan Enterprises Ltd (βλ. άρθρα 3
(4)(α),12,20 και 64 του περί ΣυναλλαγματικώνΝόμου,Κεφ.262 και Τσιακλίδης ν Σιάνη,Πολ. Έφ.210/2006, ημερ.20.3.2008). Εάν και εφόσον ο εναγόμενος είχε σκοπό να προωθήσει τη θέση ότι υπήρξε δόλος στην κυκλοφορία της επιταγής όφειλε να το δικογραφήσει και ή να το πράξει με την απαιτούμενη επιμέλεια. Με τα πιο πάνω δεδομένα ικανοποιούμαι ότι ο ενάγοντας απέδειξε την υπόθεση του στον απαιτούμενο βαθμό και εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €25.629,02 (ΛΚ 15.000) με νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης. Όσον αφορά τα έξοδα της αγωγής δεν βρίσκω λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα αφού ο ενάγοντας πέτυχε έστω και μερικώς στην αγωγή του. Ως εκ τούτου τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και σε βάρος του εναγομένου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject:Civil/Other action/Final Αναφορά: Επιταγή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο