MIOMIR MLADENOVICH κ.α. ν. VASILEV KORSHELEV κ.α., Αρ. Αγωγής: 6592/04, 29 Μαΐου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A147 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6592/04 Μεταξύ:
- MIOMIR MLADENOVICH, από τη Λεμεσό
- ΕMED SHIPPING LIMITED, από τη Λεμεσό
- JIVE MARITIME LTD. από τη Λεμεσό Εναγόντων και
- VASILEV KORSHELEV, από τη Λεμεσό
- SILVERLAND SHIPPING LTD, από τη Λεμεσό
- ΜARECO MARINE SYSTEMS (CYPRUS) LTD., από τη Λεμεσό Εναγομένων ------------------------- Αίτηση ημερ. 18.2.2009 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 29 Μαΐου 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές-ενάγοντες: κ. Κυπρίζογλου Για τους καθ' ων η αίτηση-εναγόμενους: κ. Γλυκής Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση οι αιτητές ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διαγράφονται και να αντικαθίστανται με νέες παραγράφους αρκετές από τις υφιστάμενες παραγράφους της έκθεσης απαίτησης καθώς και για την προσθήκη νέων παραγράφων και νέων απαιτήσεων με την ανάλογη αναρίθμηση των υφιστάμενων παραγράφων, παραθέτοντας το κείμενο των τροποποιήσεων στο αιτητικό. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας Δ.25, Δ.39 θ.2, Δ.48 θθ 1-4 και 9 και Δ.64 θ.1, οι περί Δικαστηρίων Διαδικαστικοί Κανονισμοί Κ.8 και 11, το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος καθώς και οι γενικές αρχές του νόμου, οι κανόνες της επιείκειας, η πρακτική και η σύμφυτη εξουσία των Δικαστηρίων. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας στην αγγλική γλώσσα του Miomir Mladenovich, ενάγοντα 1, καθώς και του Κύπρου Τούμπα, δικηγόρου, που ασκεί το επάγγελμα στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες. Ο δικηγόρος κ. Τούμπας στην ένορκη του δήλωση, αναφέροντας ότι η μητρική του γλώσσα είναι η ελληνική και ότι είναι πολύ καλός γνώστης της αγγλικής γλώσσας, δηλώνει ότι προέβη σε πιστή μετάφραση από την ελληνική στην αγγλική γλώσσα της μετάφρασης του "Affidavit made by Miomir Mladenovich" από τη Λεμεσό, ημερομηνίας 12.5.2008, που υποστηρίζει την αίτηση των εναγόντων ίδιας ημερομηνίας, επισυνάπτοντας αντίγραφα των δυο αυτών ενόρκων δηλώσεων ως Τεκμήρια 1 και 2. Στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1, αναφέρεται ότι ο ενάγοντας 1, υπό την ιδιότητα του ως ένας εκ των κυρίων μετόχων των εναγουσών εταιρειών 2 και 3, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που σχετίζονται με την υπόθεση καθώς και την αγγλική γλώσσα πάρα πολύ καλά, γράφοντας, μιλώντας, κατανοώντας και χρησιμοποιώντας την τα τελευταία 30 χρόνια ως την γλώσσα της εργασίας του και ως δεύτερη του γλώσσα μετά την μητρική του, που είναι η γιουγκοσλαβική. Με αναφορά στο ιστορικό της αγωγής, δηλαδή την καταχώρηση της στις 16.11.2004, την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης στις 4.3.2005, της υπεράσπισης και ανταπαίτησης στις 21.12.2005 και της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση στις 11.1.2007, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι δεν κατέστη δυνατό να ανταλλάξουν τα έγγραφα που είχαν στην κατοχή τους οι ενάγοντες με τους εναγόμενους, παρά τις σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου στις 23.3.2007, στις 30.4.2007 και στις 6.7.2007, λόγω του τεράστιου όγκου των εγγράφων της υπόθεσης, τα οποία, μετά το κλείσιμο των γραφείων των εναγουσών εταιρειών 2 και 3 περί τον Ιανουάριο του 2001 συνεπεία της οικονομικής δυσχέρειας στην οποία αυτές υπέπεσαν περί τον Σεπτέμβριο του 2000, είχαν μεταφερθεί σε πολύ μεγάλο εμπορευματοκιβώτιο τοποθετημένο δίπλα στο σπίτι του. Συνεπεία αυτού δεν μπορούσε να βρει στοιχεία τόσο για τα αληθή ποσά αλλά και τον εξαναγκασμό του να υπογράψει τα έγγραφα (promissory bonds) και τις συμφωνίες ημερομηνίας 19 και 20.9.2001 μεταξύ του ίδιου και του εναγόμενου 1 και για το ακριβές ποσό που οφείλουν οι εναγόμενοι στους ενάγοντες όσο και για τις απειλές του εναγόμενου 1 προς τον ίδιο, την θυγατέρα του και την οικογένεια του γενικότερα κατά την χρονική περίοδο 2000-2004 (τα σχετικά έγγραφα επισυνάπτονται ως Τεκμήρια Α και Β στην ένορκη δήλωση). Τα προαναφερθέντα στοιχεία εντόπισε σταδιακά κατά το χρονικό διάστημα από 1.3.2007 μέχρι 20.9.2007 και τα έδιδε στον δικηγόρο του, ο οποίος τον συμβούλευσε στις 5.7.2007, ότι θα ζητούσε χρόνο από το Δικαστήριο για να καταχωρηθεί, αν είναι αναγκαίο, αίτηση τροποποίησης του κλητηρίου εντάλματος. Δεδομένου ότι τα τελευταία σχετικά έγγραφα εντόπισε και προσκόμισε στους δικηγόρους του στις 21.9.2007, οι τελευταίοι προετοίμασαν την αίτηση περιλαμβάνοντας στην αιτούμενη τροποποίηση και λάθη εξ αβλεψίας και παρόλο που η αίτηση καταχωρήθηκε, απεσύρθη δυο φορές άνευ βλάβης, με αποτέλεσμα η επανακαταχώρηση της να μην θεωρηθεί ως κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Επιπρόσθετα, ως αναφέρει ο ενόρκως δηλών, υπήρχαν στοιχεία σχετικά με τον κατάλογο των συναλλαγών μεταξύ των διαδίκων που δεν μπορούσε να θυμηθεί όταν έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του αρχικά για την έγερση της αγωγής καθώς και για περαιτέρω οφειλές του εναγόμενου 1 προς τον ίδιο, τα οποία συγκέντρωσε κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα και παρέδωσε στους δικηγόρους του. Η παρούσα αίτηση, κατά τον ενόρκως δηλούντα, δεν έχει υποβληθεί με υπαίτια καθυστέρηση αλλά και υπό τις περιστάσεις δικαιολογείται απόλυτα η καθυστέρηση στην καταχώρηση της, ενόσω οι ενάγοντες δεν ενεργούν κακόπιστα ούτε επιδιώκουν την τροποποίηση εκ βάθρων της αγωγής ή την αλλαγή της βάσης της, επεκτείνοντας μόνο τις αιτίες της αγωγής με την προσθήκη συγκεκριμένων γεγονότων. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η αιτούμενη τροποποίηση, στο στάδιο αυτό πριν την έναρξη της ακρόασης, δεν θα παραβιάσει τα δικαιώματα των εναγομένων κατά τρόπο που δεν διορθώνεται με έξοδα, ούτε θα επηρεαστεί το δικαίωμα τους για διεξαγωγή της δίκης σε εύλογο χρόνο, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Αντίθετα αν δεν εγκριθεί η τροποποίηση οι ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη καθότι θα αδυνατούν να προβάλλουν τους ισχυρισμούς τους στην υπόθεση και ενόψει της πλήρωσης των απαιτουμένων προϋποθέσεων η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί. Στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των καθ' ων η αίτηση που καταχωρήθηκε στις 12.3.09 και βασίζεται στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 και Δ.48 θθ 2-4, στη συμφυή εξουσία και την πρακτική του Δικαστηρίου καθώς και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: -η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και αστήρικτη, καθότι ενώ ο ενόρκως δηλών, όντας Γιουγκοσλάβος, δεν γνωρίζει και/ή δεν αναφέρει ότι γνωρίζει την ελληνική γλώσσα, φαίνεται να ορκίστηκε και υπέγραψε την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, χωρίς ουσιαστικά να γνωρίζει το περιεχόμενο της, -δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έγκριση της αίτησης, -οι προτεινόμενες τροποποιήσεις αλλάζουν άρδην τις απαιτήσεις των εναγόντων και/ή εισάγονται νέες βάσεις αγωγής, -οι ισχυρισμοί των αιτητών είναι γενικοί, αόριστοι, αδικαιολόγητοι και μη επαρκείς για την ανάγκη της αιτούμενης τροποποίησης, -τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις στα δικαιώματα και συμφέροντα των καθ' ων η αίτηση και θα τους προκαλέσει αδικία, -οι αιτητές χωρίς καθαρά χέρια και με κακή πίστη προσπαθούν να κατασκευάσουν και/ή να βελτιώσουν την υπόθεση τους ανεπίτρεπτα και παρελκυστικά, επιδιώκοντας την προσθήκη αβάσιμων, αστήρικτων και άσχετων με την πραγματικότητα ισχυρισμών, που αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και δικαιολογίες για την αποφυγή πληρωμής των οφειλόμενων ποσών, -με την αιτούμενη τροποποίηση και την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής και της ανταπαίτησης παραβλάπτονται ουσιωδώς τα ανθρώπινα δικαιώματα των εναγομένων για σύντομη και δίκαιη δίκη και με αποκλειστική ευθύνη των εναγόντων επιβαρύνεται συνεχώς με τόκους και έξοδα η υπόθεση, -η αίτηση καταχωρήθηκε σε πολύ καθυστερημένο στάδιο, παραβιάζοντας κατάφωρα τους δικονομικούς κανόνες και τα δικαιώματα των εναγομένων, -η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και των διαδικαστικών θεσμών εφόσον καταχωρήθηκε η ίδια ακριβώς αίτηση στις 25.9.2007 και στις 28.2.2008 και αποσύρθηκε και τις δυο φορές από τους δικηγόρους των αιτητών, -οι ισχυρισμοί των αιτητών που ζητείται να προστεθούν στη έκθεση απαίτησης, τόσο αυτοί που αφορούν τις λεπτομέρειες εξαναγκασμού του ενάγοντα 1 από τον εναγόμενο 1, όσο και αυτοί που αφορούν τις λεπτομέρειες απειλών, αφενός δεν δικαιολογήθηκε γιατί δεν αναφέρθηκαν εξ αρχής και αφετέρου αποτελούν μαρτυρία που δεν είναι επιτρεπτό να προστεθεί στην έκθεση απαίτησης και -ενώ τα γεγονότα που οι αιτητές επιδιώκουν να προσθέσουν φαίνεται να ήταν γνωστά σ' αυτούς από το έτος 2000 και/ή πριν την καταχώρηση της αγωγής, δεν δικαιολογείται με οποιοδήποτε τρόπο η μη αναφορά τους εξ αρχής, γεγονός που καταδεικνύει την υστεροβουλία τους. Την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης συνοδεύουν ένορκες δηλώσεις ίδιας ημερομηνίας αφενός του Vasili Koshelev, εναγόμενου 1 και διευθύνοντα σύμβουλου και μετόχου των εναγομένων εταιρειών 2 και 3, και αφετέρου του Κωνσταντίνου Κουρίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους εναγόμενους. Ο δικηγόρος κ. Κουρίδης στην ένορκη του δήλωση, αναφέροντας ότι η μητρική του γλώσσα είναι η ελληνική και ότι είναι πολύ καλός γνώστης της αγγλικής γλώσσας, δηλώνει ότι προέβη σε πιστή μετάφραση από την ελληνική στην αγγλική γλώσσα της ένορκης δήλωσης του Vasili Koshelev από τη Λεμεσό, ημερομηνίας 12.3.2009, επισυνάπτοντας αντίγραφα των δυο αυτών ενόρκων δηλώσεων ως Τεκμήρια Α και Β. Στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1, αναφέρεται ότι ο εναγόμενος 1, γνωρίζοντας πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης προσωπικά και έχοντας ενημερωθεί από τους δικηγόρους των εναγομένων, είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους εναγόμενους 2 και 3 να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Ο εναγόμενος 1 αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα 1 στην ένορκη του δήλωση κατά το μέρος που είναι αντίθετοι με τους δικούς του ισχυρισμούς και αναπτύσσοντας όλους τους λόγους της ένστασης, επισημαίνει ότι οι ανυπόστατοι ισχυρισμοί που επιδιώκεται αδικαιολόγητα να εισαχθούν στην έκθεση απαίτησης με την παρούσα αίτηση ήταν γνωστοί εξ αρχής στους ενάγοντες και είναι ανεπίτρεπτο να προστεθούν μετά την πάροδο πέραν των έξι ετών, με αποτέλεσμα η αίτηση να πρέπει να απορριφθεί. Κατά την ακρόαση της αίτησης αντεξετάστηκαν εκ μέρους του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων οι ενόρκως δηλούντες των αιτητών-εναγόντων και στη συνέχεια αγόρευσαν οι συνήγοροι των δύο πλευρών με αναφορά στα δεδομένα της υπόθεσης και τις νομολογιακές αρχές. Εκ μέρους των αιτητών ο συνήγορος τους υποστήριξε ότι με βάση τις νομολογιακές αρχές και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης το Δικαστήριο μπορεί να εγκρίνει την αίτηση εφόσον από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων των αιτητών δεν διεφάνη ότι η ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1 έγινε με παράτυπο τρόπο ούτε και ότι δεν έγινε δέουσα μετάφραση αυτής αλλά και ότι υπήρξε κακοπιστία των αιτητών ενόσω μάλιστα από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 δεν προκύπτει ότι αυτός γνωρίζει την αγγλική γλώσσα. Αντίθετα, ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση υποστηρίζοντας τους λόγους της ένστασης εισηγήθηκε ότι, συνεπεία του τρόπου που έγινε η ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1, η αίτηση στερείται υποβάθρου γεγονότων αλλά και ελλείπει δικαιολόγηση της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης ενόσω διαφαίνεται η κακοπιστία των αιτητών, λόγω δε μη αντεξέτασης του εναγόμενου 1 δεν μπορεί να τεθεί θέμα σχετικά με την γνώση του στην αγγλική γλώσσα και ως εκ τούτου η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι αρχές που διέπουν το επιτρεπτό ή μη του αιτήματος για τροποποίηση σύμφωνα με τη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών είναι πολύ καλά γνωστές. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση του κλητηρίου ή των εγγράφων προτάσεων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είναι ευρύτατη. Όσο πιο έγκαιρα υποβάλλεται η σχετική αίτηση τόσο πιο εύκολα ασκείται η διακριτική ευχέρεια για αποδοχή της. Όπου η αίτηση γίνεται καλόπιστα, ακόμη και αν εντοπίζεται αμέλεια ή απροσεξία στο δικόγραφο και ανεξάρτητα από την καθυστέρηση υποβολής της αίτησης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την τροποποίηση, νοουμένου ότι ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων κι αυτή δεν προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά εκτός από ταλαιπωρία, η οποία μπορεί να αποκατασταθεί με επιδίκαση εξόδων (βλ. μεταξύ άλλων Georghiou and another v. Pistolia
(1969)1 ΑΑΔ 613, Mahattou v. Viceroy Shipping Co. Ltd
(1979)1 ΑΑΔ 542, United Sea Transport Co. Ltd v. Zakou
(1980)1 ΑΑΔ 510, Ευριπίδου v. Καννάουρου
(1985)1 ΑΑΔ 24, Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 ΑΑΔ 607, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 934, Χρίστου v. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, SABA and Co. v. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426). Κάθε περίπτωση, φυσικά, πρέπει να εξετάζεται και αποφασίζεται με βάση τα δικά της γεγονότα (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. v. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 237). Στην υπόθεση Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω) λέχθηκε ότι η τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223). Βασική αρχή που διέπει την τροποποίηση είναι η κατά κανόνα έγκρισή της με ευκολία πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ενώ όταν έχει αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης και οι διάδικοι προσφέρουν ενόρκως τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου η τροποποίηση δεν γίνεται με τόση ευκολία δεκτή. Είναι νομολογημένο ότι όταν η αναγκαιότητα της τροποποίησης ήταν έκδηλη από καιρό ή σαφώς φανερή αλλά δεν είχε ζητηθεί, η τροποποίηση δεν θα επιτραπεί όχι μόνο επειδή θα δημιουργήσει περισσότερη καθυστέρηση αλλά και λόγω του ότι οι διάδικοι οφείλουν να ετοιμάζουν τη δικογραφία τους με την απαραίτητη προσοχή και ενδελέχεια και να καταγράφουν από την αρχή τις συγκεκριμένες θέσεις τους, τις οποίες έπρεπε ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να γνωρίζουν ή ήταν γνωστές σε αυτούς. Όσο πιο καθυστερημένα γίνεται η αίτηση τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος του αιτητή που πρέπει να αποσείσει για να επιτραπεί η τροποποίηση. Όπως προκύπτει από τη νομολογία το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με μεγάλη φειδώ μετά την έναρξη της δίκης όταν πλέον το στάδιο υποβολής της αίτησης είναι πολύ καθυστερημένο έχοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης και τις επιπτώσεις που θα επιφέρει μια τέτοια καθυστερημένη αίτηση στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 33, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607). Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1956, στη σελίδα 456 όπου αναλύεται ο αντίστοιχος Αγγλικός Θεσμός Ο.28 r.1, αναφέρεται το εξής: «But the Court will not readily allow at the trial an amendment, the necessity for which was abundantly apparent months ago, and then not asked for (Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. p. 361)». Αχρείαστες ή άσχετες τροποποιήσεις, επίσης, δεν πρέπει να επιτρέπονται και το Δικαστήριο πάντοτε εξετάζει το ουσιώδες της προς εισαγωγή τροποποίησης. Χωρίς να αποφασίζεται η ουσία του θέματος ή να αξιολογούνται οι θέσεις των διαδίκων είναι πρόδηλο ότι η αιτούμενη τροποποίηση πρέπει να είναι σχετική με το επίδικο θέμα (βλ. Alexandra Rent a Car Ltd v. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Όπως προκύπτει από το δικογραφικό φάκελο η αγωγή καταχωρήθηκε στις 16.
- Με αυτήν οι ενάγοντες απαιτούν από τους εναγόμενους ποσό U.S.D. 220.724,20 πλέον τόκους, ως αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό με το οποίο οι εναγόμενοι κατέστησαν αδικαιολόγητα πλουσιότεροι καθώς και πληθώρα διαταγμάτων και/ή αναγνωριστικών αποφάσεων του Δικαστηρίου που σχετίζονται με τις συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων και τους δανειοληπτικούς και εξοφλητικούς λογαριασμούς της συνεργασίας τους κατά την περίοδο από 25.6.1999 μέχρι 31.12.2001 και με τις μεταξύ τους συμφωνίες ημερομηνίας 19 και 20.9.2001 για την αγοραπωλησία οικίας. Στην έκθεση υπεράσπισης που καταχωρήθηκε στις 21.12.2005, οι εναγόμενοι αρνούνται την αξίωση των εναγόντων κατόπιν άρνησης των ισχυρισμών τους, ανταπαιτώντας τα ποσά των U.S.D. 592.079,46 και €12.206,70 δυνάμει γραμματίων και/ή συναλλαγματικών και/ή εγγράφων αναγνώρισης χρέους και/ή συμφωνιών δανείου, πλέον τόκους. Στην απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση που καταχωρήθηκε στις 11.1.2007 οι ενάγοντες αρνούνται τις θέσεις και την ανταπαίτηση των εναγομένων εμμένοντας στην αξίωση τους. Η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 23.2.2007 κατόπιν αίτησης ορισμού και στη συνέχεια εκ νέου για οδηγίες τρεις φορές, ενόψει της πρόθεσης των διαδίκων να ανταλλάξουν έγγραφα και να προβούν σε ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων. Στις 25.9.2007 καταχωρήθηκε και ορίστηκε η πρώτη αίτηση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης, έχοντας προηγηθεί δήλωση του συνηγόρου των εναγόντων, για την πρόθεση τους για καταχώρηση τέτοιας αίτησης, ενώπιον του Δικαστηρίου στις 6.7.
- Μετά την καταχώρηση της ένστασης των εναγομένων στις 24.1.2008, η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε από τους ενάγοντες στις 29.1.2008 και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο άνευ βλάβης του δικαιώματος καταχώρησης νέας αίτησης. Δεύτερη παρόμοια αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες στις 26.2.2008 και μετά την καταχώρηση της ένστασης των εναγομένων στις 8.1.2009 και η αίτηση αυτή αποσύρθηκε και απορρίφθηκε με παρόμοιο τρόπο στις 13.2.
- Στις 18.2.2009 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, ενόσω η αγωγή παραμένει για οδηγίες και εκκρεμεί επίσης αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 12.5.2008 για έκδοση συντηρητικού διατάγματος εναντίον των εναγομένων. Εξετάζοντας με πολλή προσοχή τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των διαδίκων όπως προβάλλουν από την υπό κρίση αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν αντίστοιχα, υπό το φως όσων προέκυψαν κατά την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων των αιτητών, των νομολογιακών αρχών και των εισηγήσεων των συνηγόρων και των δυο πλευρών, θεωρώ ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης, όπως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια. Ως πρώτο θέμα που πρέπει να εξεταστεί είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1 που θέτει το υπόβαθρο των γεγονότων προς υποστήριξη της αίτησης, θα πρέπει να αγνοηθεί καθότι δεν έγινε με τον δέοντα τρόπο εφόσον ο ενάγοντας 1 δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα. Από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1, προκύπτει ότι ο ενάγοντας 1, όντας πολύ καλός γνώστης της αγγλικής γλώσσας, προέβη στην ένορκη του δήλωση στην αγγλική γλώσσα, την οποία και υπέγραψε ενώπιον του Πρωτοκολλητή, όπως συνάγεται από την σχετική πιστοποίηση του τελευταίου επ' αυτής στις 18.2.
- Όπως, περαιτέρω εξήγησε ο ενάγοντας 1 κατά την αντεξέταση του, η ένορκη του δήλωση ετοιμάστηκε σε συνεργασία με τον δικηγόρο του και την διάβασε ο ενάγοντας 1 προτού την υπογράψει. Δεν διευκρινίστηκε βέβαια σε ποια γλώσσα είχε γίνει αρχικά η ένορκη δήλωση, συνάγεται όμως από την μαρτυρία του κ. Τούμπα ότι η ένορκη δήλωση μεταφράστηκε στην αγγλική γλώσσα από την ελληνική, στην οποία προφανώς περιελήφθηκαν οι θέσεις του ενάγοντα 1 από τον δικηγόρο που χειρίζετο την υπόθεση των εναγόντων. Όπως και να έχουν τα πράγματα, η ουσία είναι ότι ο ενάγοντας 1 έχει αναγνώσει την ένορκη του δήλωση προτού την υπογράψει σε γλώσσα, που δεν αμφισβητήθηκε ότι ο ίδιος αντιλαμβάνεται και δεν έχει ιδιαίτερη σημασία σε ποια γλώσσα η δήλωση αυτή είχε γίνει αρχικά. Ανατρέχοντας στα δυο κείμενα της ένορκης δήλωσης, δηλαδή στην αγγλική και στην ελληνική γλώσσα, διαπιστώνεται ότι υπάρχουν αρκετές διαφορές πέραν αυτής που υποδείχθηκε από τον συνήγορο των καθ' ων η αίτηση. Η υποδειχθείσα από τον συνήγορο διαφορά αφορά την δεύτερη παράγραφο, όπου από το αγγλικό κείμενο λείπει η φράση «η παρούσα ένορκη δήλωση γίνεται στην Αγγλική γλώσσα» και που όπως δέχθηκε ο κ. Τούμπας κατά την αντεξέταση του αποτελεί παράλειψη του καθότι απέδωσε το νόημα της εν λόγω παραγράφου. Κατά την αντίληψη μου, αυτή η παράλειψη δεν θα έπρεπε από μόνη της να οδηγήσει το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει καθ' ολοκληρίαν ένορκη δήλωση υποστηρίζουσα την αίτηση, ως είναι η εισήγηση του κ. Γλυκή. Ωστόσο από την αντιπαραβολή των δυο κειμένων της ένορκης δήλωσης διαπιστώνονται διαφορές τόσο στην όγδοη παράγραφο, όπου στην ελληνική μετάφραση υπάρχει μια περαιτέρω πρόταση όσο και μετά την ένατη παράγραφο, όπου στο αγγλικό κείμενο περιλαμβάνεται διαφορετική παράγραφος από αυτή του ελληνικού κειμένου με αποτέλεσμα στο αγγλικό κείμενο η ένορκη δήλωση να αποτελείται από 16 παραγράφους ενώ στο ελληνικό από
- Παρόλα αυτά, έχοντας κατά νου ότι όπως προνοείται στο εδάφιο 1 του άρθρου 5 του περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου του 1988, όπως τροποποιήθηκε, σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα, ενόσω σύμφωνα με το εδάφιο 4 του ίδιου άρθρου, έγγραφο περιλαμβάνει και ένορκη δήλωση, θεωρώ ότι η ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1 στην αγγλική γλώσσα αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης. Περαιτέρω, ακόμη και αν αγνοηθεί το κείμενο της ελληνικής μετάφρασης, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν κρίνεται αναγκαίο να διαταχθεί από το Δικαστήριο η μετάφραση της ένορκης αυτής δήλωσης στην ελληνική, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν έχει τεθεί εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση ότι δεν είναι καταληπτή από αυτούς η αγγλική γλώσσα. Η παρούσα υπόθεση διακρίνεται σαφώς από την υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Saab Abbas Nazar
(2003)1(Β) ΑΑΔ 772, στην οποία επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου ο κ. Γλυκής, όπου είχε κριθεί ότι δεν είχε ακολουθηθεί ικανοποιητική διαδικασία πριν την προσκόμιση της ένορκης δήλωσης του αιτητή ενώπιον του Δικαστηρίου, καθότι η ένορκη δήλωση του αιτητή δεν είχε γίνει στην γλώσσα του και δεν συνοδεύετο από ένορκη δήλωση του μεταφραστή και την μετάφραση της στην ελληνική, δεδομένου ότι ο ενόρκως δηλών είχε υπογράψει ένορκη δήλωση στην ελληνική, δηλαδή σε γλώσσα που δεν γνώριζε, και υπήρχε χειρόγραφη σημείωση κάτω από την βεβαίωση του Πρωτοκολλητή ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης μεταφράστηκε ενώπιον του στον ενόρκως δηλούντα στα urdu (Πακιστάν) από τον Wagas Zafar Bhatti. Στην παρούσα υπόθεση η ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1 έχει γίνει και υπογράφηκε σε γλώσσα που ο ίδιος γνωρίζει και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του μεταφραστή που βεβαιώνει την μετάφραση της, με επισυναπτόμενα ως Τεκμήρια τα κείμενα και στις δυο γλώσσες, που όμως λόγω των διαφορών που επισημάνθηκαν το ελληνικό κείμενο δεν αποτελεί πιστή μετάφραση του αγγλικού. Κατά συνέπεια και δεδομένου ότι η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1 στην αγγλική γλώσσα, που αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία, όπως ήδη κρίθηκε, η εισήγηση των καθ' ων η αίτηση ότι η αίτηση στερείται του υποβάθρου γεγονότων δεν μπορεί να ευσταθήσει, υπό τις περιστάσεις. Ως προς την ουσία της αίτησης, όπως προβάλλει από τα γεγονότα που συνοψίστηκαν πιο πάνω όπως τα επικαλείται ο ενάγοντας 1 στην ένορκη του δήλωση στην αγγλική γλώσσα, η αναγκαιότητα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης διαφάνηκε ουσιαστικά στο στάδιο προδικασίας της αγωγής και τα σχετικά διαβήματα άρχισαν μετά τον ορισμό της υπόθεσης για οδηγίες κατόπιν της συμπλήρωσης των δικογράφων. Τα δεδομένα φανερώνουν ότι η μη συμπερίληψη ουσιωδών γεγονότων στην έκθεση απαίτησης των εναγόντων δεν μπορεί να αποδοθεί σε κακοπιστία αυτών εφόσον παρέμεινε αναμφισβήτητο ενώπιον του Δικαστηρίου ότι λόγω του όγκου των εγγράφων που σχετίζοντο με την συνεργασία των διαδίκων δεν ήταν εύκολο να εντοπιστούν τα σχετικά στοιχεία, ιδιαίτερα μετά το κλείσιμο των γραφείων των εναγουσών εταιρειών 2 και 3, αν και αυτά υπήρχαν εξ αρχής και τα γνώριζαν οι ενάγοντες. Όπως και η νομολογία υποδεικνύει, ακόμη και τυχόν αμέλεια ή απροσεξία στη σύνταξη των δικογράφων που δεν οφείλεται σε κακοπιστία των διαδίκων, δεν μπορεί να στερήσει αυτούς από τη δυνατότητα να προβάλλουν ουσιώδεις ισχυρισμούς για την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Και στην παρούσα περίπτωση, όπως λέχθηκε ήδη, δεν μπορεί να αποδοθεί κακοπιστία στους ενάγοντες καθότι θα ήταν αυθαίρετο τέτοιο συμπέρασμα, ενόψει της προεκτεθείσας μαρτυρίας του ενόρκως δηλούντος των αιτητών και της αντεξέτασης του ως προς το θέμα αυτό. Απόρριψη της αίτησης υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα θα ισοδυναμούσε με άρνηση να ακουστούν οι ενάγοντες κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις και ενόψει της περιπλοκότητας των θεμάτων της υπόθεσης, δεν θα πρέπει να στερηθούν οι ενάγοντες του δικαιώματος να προβάλλουν τους ισχυρισμούς τους ενώπιον του Δικαστηρίου, δεδομένου μάλιστα ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις προτεινόμενες νέες παραγράφους της έκθεσης απαίτησης οι ενάγοντες επικαλούνται πέραν των προφορικών και γραπτά στοιχεία προς υποστήριξη της θέσης τους. Βέβαια η ουσία και ειδικότερα το βάσιμο των επικαλούμενων γεγονότων και ισχυρισμών, που ως είναι πρόδηλο εξειδικεύουν αλλά και διευρύνουν την υφιστάμενη πραγματική βάση και συνακόλουθα την αξίωση των εναγόντων, δεν μπορούν να εξεταστούν σ' αυτό το στάδιο και επισημαίνεται ότι οι ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς τους. Αναμφίβολα η τροποποίηση που επιζητείται είναι αναγκαία εφόσον με αυτή θα τεθούν γεγονότα που θεμελιώνουν τους ισχυρισμούς των εναγόντων ενώπιον του Δικαστηρίου, ενόψει του ελλιπούς περιεχομένου της αρχικής έκθεσης απαίτησης για τους λόγους που επεξηγήθηκαν. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι αν επιτραπεί η τροποποίηση θα επηρεαστούν δυσμενώς οι καθ' ων η αίτηση στο χειρισμό της υπόθεσης ενόψει της αοριστίας της σχετικής θέσης τους. Οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι μπορούν να καταχωρήσουν τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση ενώ οι αιτητές-ενάγοντες δεν απαλλάσσονται από το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους, θα έχουν ωστόσο την δυνατότητα οι εναγόμενοι να αντεξετάσουν τους μάρτυρες των εναγόντων, οι οποίοι, όπως ήδη επισημάνθηκε, έχουν το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους και δεν μπορεί να προβλεφθεί στο στάδιο αυτό ότι οι καθ' ων η αίτηση θα είναι αδύνατο να αντικρούσουν τους εν λόγω ισχυρισμούς. Η οποιαδήποτε βλάβη των καθ' ων η αίτηση κατά συνέπεια μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων. Η τροποποίηση ζητείται πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η δίκη εκτροχιάζεται αν αυτή επιτραπεί και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μετά τον εντοπισμό στοιχείων που καθιστούν αναγκαία την τροποποίηση. Με την αιτούμενη τροποποίηση θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ουσιώδη και σχετικά με τα επίδικα θέματα στοιχεία ώστε να επιλυθεί η όλη διαφορά των διαδίκων. Η οποιαδήποτε καθυστέρηση στην όλη υπόθεση εξάλλου, όπως συνάγεται από την προεκτεθείσα πορεία της αγωγής, δεν φαίνεται να οφείλεται εξ ολοκλήρου στους αιτητές, αν ληφθεί υπόψη, πέραν των καθυστερήσεων που οφείλονται στους ενάγοντες, η μεγάλη καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση τόσο της έκθεσης υπεράσπισης των εναγομένων όσο και των γραπτών ειδοποιήσεων τους περί πρόθεσης ένστασης κατά την εκδίκαση των δυο παρόμοιων αιτήσεων τροποποίησης, που προηγήθηκαν της παρούσας αίτησης. Όπως έχει επισημανθεί, είναι υποχρέωση κάθε διαδίκου να θέτει με πολλή προσοχή τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου στα δικόγραφα που καταχωρεί και στην παρούσα υπόθεση υπάρχει αμέλεια, η οποία ωστόσο μπορεί να διορθωθεί σε αυτό το στάδιο της δίκης. Έχει λεχθεί εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση ότι δεν εξηγήθηκε η καθυστέρηση εκ μέρους του αιτητών ωστόσο, όπως ήδη αναφέρθηκε και προηγουμένως, θεωρώ τους λόγους που προβλήθηκαν ικανοποιητικούς για επεξήγηση της καθυστέρησης, υπό τα δεδομένα της υπόθεσης. Όπως τονίστηκε στην απόφαση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1005, το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στις αιτήσεις τροποποίησης είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης και τελικά ο κρίσιμος παράγων, από τους παράγοντες στους οποίους το Δικαστήριο βασίζει την απόφαση του, είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Όπως λέχθηκε στην απόφαση αυτή, όταν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα θέματα τα οποία εγείρει. Ως προς δε τη θέση ότι επιζητείται αλλαγή της βάσης της αγωγής δεν συμφωνώ καθότι δεν προκύπτει ότι μεταβάλλεται η βάση της αγωγής με τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Ακόμη δε και αν ήθελε θεωρηθεί ότι εισάγονται νέες βάσεις αγωγής, όπως αναφέρεται στην Ετήσια Αγγλική Δικονομική Πρακτική του 1966 στη σελίδα 456, αυτό είναι επιτρεπτό, είναι δε πρόδηλο ότι αυτές ευχερώς μπορούν να εκδικασθούν με την αρχική απαίτηση (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. v. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά. (πιο πάνω)). Εξάλλου σύμφωνα με τη νομολογία όταν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις ακόμη και προσθήκη ανταπαίτησης μπορεί να εγκριθεί μέσα στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Άννα Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος
(1999)1 ΑΑΔ 11). Όσον αφορά την επιζητούμενη προσθήκη των λεπτομερειών εξαναγκασμού και απειλών, όπως ορθά εισηγήθηκε ο κ. Κυπρίζογλου, σύμφωνα με τη νομολογία είναι αναγκαία η αναφορά τους στα δικόγραφα όταν εγείρονται σχετικοί ισχυρισμοί (βλ. Ιωάννου ν. Χαραλαμπίδου
(1998)1(Β) ΑΑΔ 555) και η εισήγηση των καθ' ων η αίτηση ότι πρόκειται να εισαχθεί ανεπίτρεπτα μαρτυρία με την αιτούμενη σχετική τροποποίηση δεν μπορεί να ευσταθήσει. Η απόσυρση εξάλλου των δυο παρόμοιων αιτήσεων που είχαν προηγουμένως καταχωρηθεί και αποσύρθηκαν άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των εναγόντων για καταχώρηση νέας αίτησης και χωρίς ένσταση εκ μέρους των εναγομένων, δεν φανερώνει άνευ άλλου τινός κακοπιστία εκ μέρους των αιτητών ούτε και κατάχρηση της διαδικασίας, υπό τα δεδομένα της υπόθεσης. Ο σχετικός ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε επιχειρήματα και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος. Κρίνεται κατ' επέκταση ότι η αίτηση είναι επιτρεπτή και εγκρίνεται ως προς την αιτούμενη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης ενόψει της αντίληψης ότι δεν θα προκληθεί αδικία στους καθ' ων η αίτηση και αυτοί ικανοποιούνται στο στάδιο αυτό με την καταβολή των εξόδων. Δίδονται συνεπώς οδηγίες όπως τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος, τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την επίδοση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος, να ακολουθήσει δε εντός 10 ημερών η καταχώρηση της τροποποιημένης απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. Τα έξοδα, που περιλαμβάνουν τόσο τα έξοδα της αίτησης καθ' ολοκληρίαν όσο και όσα καθίστανται αναγκαία λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται εναντίον των αιτητών και υπέρ των καθ' ων η αίτηση και θα καταβληθούν στο τέλος της υπόθεσης, αφού υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο