Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κυπερούντας ν. Βάσου Αργυρίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 5202/04, 1.6.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A149 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5202/04 Μεταξύ: Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κυπερούντας Ενάγουσας - και -
- Βάσου Αργυρίδη, υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Μιχάλη Τάκη Χατζηπαύλου
- Τάκη Μιχάλη Χατζηπαύλου, από τη Λεμεσό
- Χριστόδουλου Τάκη Μιχαηλίδη, από τη Λεμεσό
- Ανδρέα Τάκη Μιχαηλίδη, από τη Λεμεσό Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - - 1.6.2009 Για την Ενάγουσα: κ. Χρ. Πουργουρίδης (κ. Π. Ιωάννου για ν΄ ακούσει απόφαση) Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κα Γ. Νικολάου (κ. Α. Δημητρίου για ν΄ ακούσει απόφαση) Για τους Εναγόμενους 3 και 4: κα Κ. Κακουλλή (κα Σ. Ρούσου για ν΄ ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Δικογραφία: Η Ενάγουσα Σ.Π.Ε. αξιώνει την ακύρωση των μεταβιβάσεων 880 και 786 μετοχών της Haggipavlou Distributors Ltd που την 14.8.2002 μεταβιβάστηκαν από τον Εναγόμενο 2 στους Εναγόμενους 3 και 4 αντίστοιχα. Στην συνέχεια την ακύρωση της μεταβίβασης του συνόλου των πιο πάνω μετοχών
(1666)που την 11.12.1993 μεταβιβάστηκαν από τον Μιχάλη Τάκη Χατζηπαύλου, αποβιώσαντα, στον Εναγόμενο
- Ο αποβιώσας, την περιουσία του οποίου εκπροσωπεί ο διαχειριστής του Εναγόμενος 1, ήταν o πατέρας του Εναγόμενου 2, οι δε Εναγόμενοι 3 και 4 ήταν αδέλφια του αποβιώσαντα, είναι δηλαδή θείοι του Εναγόμενου 2 Είναι η θέση της Σ.Π.Ε. πως οι πιο πάνω μεταβιβάσεις ήταν δόλιες, παράνομες και ακυρωτέες. (παράγραφος 14 της Έκθεσης Απαίτησης). Αναφορικά με τη μεταβίβαση της 11.12.1993 γιατί ο διαθέτης, αποβιώσας, είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο της μεταβίβασης οφειλές προς την Σ.Π.Ε. στις οποίες δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί χωρίς την βοήθεια ή συνδρομή των μετοχών αυτών. Ότι ουσιαστικά μεταβίβασε τις μετοχές στον γιο του, ώστε να καταδολιεύσει την Σ.Π.Ε. και να καταστήσει οιαδήποτε διαδικασία εναντίον του για την είσπραξη του οφειλομένου ποσού ατελέσφορη. Αναφορικά με τις μεταβιβάσεις της 14.8.2002 γιατί τόσο ο γιος όσο και οι θείοι του γνώριζαν τα πιο πάνω και με σκοπό την καταδολίευση της Σ.Π.Ε. διευθέτησαν τις μεταβιβάσεις αυτές. Εάν η απαίτηση επιτύχει οι μετοχές θα καταστούν μέρος της περιουσίας του αποβιώσαντα και το σημερινό χρέος προς την ΣΠΕ θα μπορεί να ικανοποιηθεί. Διατείνεται ακόμα η Σ.Π.Ε. (παράγραφος 15 της Έκθεσης Απαίτησης) πως οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 καρπώθηκαν αθέμιτα τις πιο πάνω μετοχές και εδράζει την αξίωση της εναντίον τους και επί ιδιοποιήσεως και αθέμιτου πλουτισμού σε βάρος της. Η τελευταία βάση αγωγής εγκαταλείφθηκε με δήλωση κατά την τελική αγόρευση των δικηγόρων της. Οι Εναγόμενοι με τις ξεχωριστές υπερασπίσεις τους (οι Εναγόμενοι 1 και 2 μαζί αφενός και οι Εναγόμενοι 3 και 4 μαζί αφετέρου) δεν παραδέχονται το χρέος του αποβιώσαντα στην Σ.Π.Ε. ούτε τα όσα η τελευταία διατείνεται αναφορικά με την γενική οικονομική του κατάσταση κατά τον ουσιώδη χρόνο και προβάλλουν την θέση πως η μεταβίβαση της 11.12.1993 έγινε χωρίς κακή πίστη και ότι για οικογενειακούς και επιχειρηματικούς λόγους ο αποβιώσας μεταβίβασε τις 1666 μετοχές στον γιο του. Οι μεταβιβάσεις της 14.8.2002 ακολούθησαν την αγορά των μετοχών από τους Εναγόμενους 3 και 4 όταν πλέον ο Εναγόμενος 2 έπαψε να εργάζεται στην εταιρεία και εγκαταστάθηκε μόνιμα στο εξωτερικό. Με τις υπερασπίσεις τους οι Εναγόμενοι εγείρουν αριθμό «προδικαστικών» ενστάσεων. Εφόσον οι ενστάσεις αυτές δεν εκδικάστηκαν προδικαστικά είναι ίσως πιο πρόσφορο να αποφασίσω επί της ουσίας των ζητημάτων που εγείρονται στην αγωγή, τα οποία θα πρέπει ούτως ή άλλως να αποφασίσω, και ανάλογα με την κατάληξη μου να αποφανθώ επί των όποιων σημείων θα είναι απαραίτητα για την ολοκληρωτική κρίση της αγωγής. Τα δάνεια από τη Σ.Π.Ε. - το χρεωστικό υπόλοιπο: Ο Αντώνης Ιωάννου (ΜΕ1) είναι ο γραμματέας της Ενάγουσας από το
- Γνώριζε προσωπικά τον αποβιώσαντα ο οποίος τέλη Αυγούστου του 1992 αποτάθηκε στην Σ.Π.Ε. για δάνειο ύψους ΛΚ250.
- Τέτοιο ποσό ήταν εκτός του ορίου των ΛΚ15.000 που η ΣΠΕ μπορούσε να δανείσει σε ένα μέλος της, οπόταν συνήφθηκαν τέσσερα δάνεια. Στα τρία που ήταν για συνολικό ποσό ΛΚ190.000 ο αποβιώσας παρουσιαζόταν ως εγγυητής 5, 4 και 5 συνοφειλετών ενώ στο ένα που ήταν για ΛΚ60.000 ως συνοφειλέτης με άλλα 3 πρόσωπα. Για κάθε δάνειο παραχωρήθηκε από τον αποβιώσαντα την 25.9.1992 μια υποθήκη για το αντίστοιχο ποσό πλέον τόκους. Οι περιουσίες που υποθήκευσε ο αποβιώσας ήταν δύο. Μια εξοχική κατοικία στον Σαϊτά και μια υπό ανέγερση οικοδομή στο Τραχώνι. Δεν διευκρινίστηκε ποια περιουσία αφορούσε η κάθε υποθήκη. Η περιουσία στο Τραχώνι σχετιζόταν και με τη δανειοδότηση γιατί ο δανεισμός έγινε για να αποπερατωθεί εκεί υπόγειο εργοστάσιο οινοπνευματωδών ποτών και κατοικία στο ισόγειο και ανώγειο. Οι αποπληρωμές των δανείων υπήρξαν, σύμφωνα με την Σ.Π.Ε., εξ΄ υπαρχής προβληματικές. Τον Δεκέμβριο του 1993, ένα περίπου χρόνο μετά και ενώ έπρεπε να είχαν πληρωθεί δόσεις ΛΚ70.000 είχαν πληρωθεί μόνο ΛΚ22.060,50 σε ένα από τα δάνεια, δεν αναφέρθηκε ποιο, και καθόλου για τα άλλα. Είχαν γίνει προς τον αποβιώσαντα προφορικές οχλήσεις από τον μάρτυρα και ο αποβιώσας επικαλείτο οικονομικά προβλήματα αναφέροντας ότι προσπαθούσε να διευθετήσει τις πληρωμές. Ο Αχιλλέας Παπαχριστοδούλου (Μ.Ε.2) υπάλληλος της Σ.Π.Ε. από το 1989, υπεύθυνος για τα καθυστερημένα δάνεια, είχε και αυτός τηλεφωνικές επαφές με τον αποβιώσαντα. Ο τελευταίος ζητούσε πίστωση χρόνου. Είχε επικαλεστεί την ύπαρξη διαφόρων πιστωτών του χωρίς συγκεκριμένη αναφορά. Τα ποσά των δανείων δεν είχαν όλα εκταμιευτεί άμεσα. Κάποια ποσά εκταμιεύονταν με την πρόοδο των εργασιών στην οικοδομή στο Τραχώνι. Την 10.11.1993 ποσό ΛΚ31.222,46 δεν είχε ακόμη εκταμιευτεί και σε συνεννόηση με τον αποβιώσαντα το ποσό λογίστηκε έναντι ενός από τα δάνεια. Δεν αναφέρθηκε ποιο. Ανάφερε ο Α. Ιωάννου πως μετά τον Δεκέμβριο του 1993 δεν έγιναν άλλες πληρωμές έναντι των δανείων. Προέκυψε από την μαρτυρία του Α. Ιωάννου πως η προσωπικότητα του αποβιώσαντα και το ότι ήταν δημόσιο πρόσωπο, γόνος της γνωστής στην Λεμεσό οικογένειας Χατζηπαύλου, έπαιξαν ρόλο ώστε να μην διερευνηθούν περαιτέρω οι οικονομικές του δυνατότητες όταν παραχωρούνταν τα δάνεια, ούτε και ζητήθηκε έκθεση βιωσιμότητας της επιχείρησης του. Ακόμα και από τους συνοφειλέτες στα παραχωρηθέντα δάνεια το μόνο που ζητήθηκε ήταν ο μηνιαίος τους μισθός. Ότι ο αποβιώσας είχε μετοχές στην Haggipavlou Distributors Ltd ήταν γνωστό στην Σ.Π.Ε. Ερωτηθείς ο Α. Ιωάννου γιατί δεν ζητήθηκε η ενεχυρίαση τους προς όφελος της Σ.Π.Ε. ως εξασφάλιση, ανέφερε πως με τα δεδομένα η Σ.Π.Ε. ήταν εξασφαλισμένη. Ακόμη και όταν τον Δεκέμβριο του 1993 ανησύχησαν δεν ζήτησαν περαιτέρω εξασφαλίσεις. Τελικά λόγω των καθυστερήσεων οι συμφωνίες των τεσσάρων δανείων παραπέμφθηκαν σε διαιτησία, εκδόθηκαν διαιτητικές αποφάσεις, κατατέθηκαν, όπως λέχθηκε, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και προωθήθηκε διαδικασία αναγκαστικής πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Αυτά πωλήθηκαν στην καθορισθείσα επιφυλαχθείσα τιμή. Στις 14.3.1999 η περιουσία στο Τραχώνι για ΛΚ191.000 και στις 21.3.1999 η περιουσία στον Σαϊτά για ΛΚ75.
- Τα ποσά λογίστηκαν έναντι των δανείων κατά την σειρά των υποθηκών. Όπως ανέφερε ο Α. Παπαχριστοδούλου, εξοφλήθηκαν τα τρία δάνεια και παρέμεινε απλήρωτο αυτό της 4ης υποθήκης. Έτσι τους υπέδειξαν, ανέφερε, από το Κτηματολόγιο. Οι υποθήκες, όπως ανάφερε ο Α. Ιωάννου, ήταν οι Υ.6034/92, Υ.6035/92, Υ.6036/92 και Υ.6037/
- Οι πρώτες τρεις ήταν για ΛΚ60.000 πλέον τόκους από 25.9.92 και η τελευταία για ΛΚ70.000 πλέον τόκους από 25.9.
- Τα δάνεια ήταν, πάντα σύμφωνα με τη μαρτυρία του Α. Ιωάννου, τα υπ΄ αρ. 11838-05, 11839-05, 11840-05 και 11841-
- Προκύπτει από το περιεχόμενο παλαιότερης Ένορκης Δήλωσης του Α. Παπαχριστοδούλου (Ένορκη δήλωση ημερομηνίας 3.2.2000 παράγραφος 3 στην Γενική Αίτηση 47/97 Ε.Δ. Λεμεσού - Τεκμήριο 4) πως εξοφλήθηκαν οι τρεις πρώτες υποθήκες και παρέμεινε υπόλοιπο στην Υ.6037/92, δηλαδή στο δάνειο 11841-05 όπου ο αποβιώσας ήταν εγγυητής 5 συνοφειλετών. Ήταν τότε το χρεωστικό υπόλοιπο ΛΚ75.000 πλέον τόκους. Αναφορικά με το τελευταίο δάνειο το υπ΄ αρ. 11841-05 προκύπτει από έγγραφα άλλων διαδικασιών που από κοινού ετέθηκαν ενώπιον μου πως διαιτητική απόφαση εναντίον 4 εκ των συνοφειλετών (σε ένα δεν επιτεύχθηκε επίδοση) και εναντίον του αποβιώσαντα εξεδόθηκε την 10.6.1996 για ποσό ΛΚ92.565,54 με τόκο 9% από 1.1.
- (βλ. Τεκμήριο 15). Για τα άλλα δεν δόθηκαν στοιχεία των διαιτητικών αποφάσεων προφανώς γιατί έχουν εκ των υστέρων, με τις πωλήσεις, εξοφληθεί. Σύμφωνα με τον Α. Ιωάννου το σημερινό υπόλοιπο είναι ΛΚ83.000 πλέον τόκους από 1.1.
- Αναφέρθηκε πως η επιτροπή της Σ.Π.Ε. σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί η θυματοποιήση των συνοφειλετών προέβηκε σε διευθέτηση μαζί τους ώστε αυτοί να πληρώσουν κάποιο μικρό ποσό ο καθένας και να απαλλαγούν των υποχρεώσεων τους. Ο Α. Παπαχριστοδούλου ανάφερε πως τον Μάρτιο του 2001 έγιναν πληρωμές από 9 συνοφειλέτες που πλήρωσαν από ΛΚ2.400 και απαλλάγησαν. Εισπράχθηκε τότε ποσό ΛΚ22.700 (δεν είναι το ακριβές γινόμενο). Δεν αναφέρθηκε ποιοι ήταν. Ο Αντώνης Κυβίττης (Μ.Υ.3) τότε υπάλληλος της εταιρείας ήταν ένα από τα δεκαεπτά πρόσωπα που ενεπλάκησαν στο δανεισμό του αποβιώσαντα από τη Σ.Π.Ε. Ο ίδιος, όπως προφανώς και αρκετοί εκ των υπολοίπων, ήταν της εντύπωσης πως είχαν υπογράψει ως εγγυητές του αποβιώσαντα και όχι ως πρωτοφειλέτες. Κατά το χρόνο των υπογραφών ο Α. Κυβίττης είχε ρωτήσει τον Α. Ιωάννου αναφορικά με τις εξασφαλίσεις που είχε προσφέρει ο αποβιώσας και ο Α. Ιωάννου του απάντησε ότι υπερκάλυπταν. Ότι του είχε λεχθεί ήταν πως το δάνειο ήταν για ΛΚ150.
- Οι εξασφαλίσεις δεν κάλυπταν το πραγματικό ποσό των δανείων και ο Α. Ιωάννου το γνώριζε. Αν πράγματι διαβεβαίωσε τον Α. Κυβίττη, όπως ο τελευταίος διατείνεται, τον παραπλάνησε. Το ζήτημα όμως δεν άπτεται των επιδίκων θεμάτων ούτε και η θέση συνιστά ένδειξη ότι η Σ.Π.Ε. θεωρούσε πως ήταν εξασφαλισμένη για την παραχώρηση των δανείων που άλλωστε συμποσούνταν σε ΛΚ250.000 και όχι ΛΚ150.
- Το 2001 μετά τις διαιτητικές και δικαστικές διαδικασίες ο Α. Κυβίττης με αριθμό άλλων συνοφειλετών κατέληξε σε διευθέτηση με τη Σ.Π.Ε. ώστε να δανειστούν από τη Σ.Π.Ε. ΛΚ2.300 έκαστος και να αποδώσουν στη Σ.Π.Ε. τα ποσά και να απαλλαγούν περαιτέρω υποχρεώσεων. Οι συνοφειλέτες υπόγραψαν ο καθένας ως πρωτοφειλέτης σε ένα δάνειο και εγγυητής σε άλλα. Ο Α. Κυβίττης πέραν από το δικό του δάνειο υπέγραψε και ως εγγυητής στο δάνειο που έκαμε η σύζυγος του αποβιώσαντα (Τεκμήριο 25), που ήταν και αυτή συνοφειλέτης στα αρχικά δάνεια. Ο Α. Κυβίττης ήταν της θέσης πως με τη διευθέτηση είχαν εξαληφθεί τα χρεωστικά υπόλοιπα (αυτή τη θέση υποστήριξε και η Μάγδα Χατζηπαύλου (Μ.Υ.1) (γραπτή δήλωση Τεκμήριο 21) σύζυγος του αποβιώσαντα), του υποβλήθηκε όμως πως η Σ.Π.Ε. δεν είχε απαλλάξει τον αποβιώσαντα ή την περιουσία του παρά μόνο τους συνοφειλέτες οι οποίοι προσχώρησαν στη διευθέτηση. Ακόμα κι έτσι, ο Α. Κυβίττης ήταν συνοφειλέτης στο δάνειο υπ΄ αρ. 11841-05, το μόνο που εκκρεμεί και εκκρεμούσε μετά τις αναγκαστικές πωλήσεις. Η απαλλαγή του από την Σ.Π.Ε. με τη διευθέτηση του Μαρτίου του 2001 δεν αφορούσε οτιδήποτε άλλο εκτός από το ρηθέν δάνειο. Δεν αναφέρθηκαν τα ονόματα των υπόλοιπων 8 συνοφειλετών που προσχώρησαν στη διευθέτηση, πέραν της συζύγου και κόρης του αποβιώσαντα, ώστε να γνωρίζει το Δικαστήριο κατά πόσο και άλλοι συνοφειλέτες στο δάνειο 11841-05 απαλλάγηκαν. Εφόσον οι 18 συνοφειλέτες ήσαν οφειλέτες σε ένα μόνο δάνειο ο καθένας και εφόσον τα τρία πρώτα δάνεια είχαν εξοφληθεί με τις αναγκαστικές πωλήσεις των ενυπόθηκων ακινήτων το 1999, μόνο οι 5 συνοφειλέτες στο τελευταίο δάνειο υπ΄ αρ. 11841-05 και ο αποβιώσας εγγυητής τους είχαν έκτοτε υποχρεώσεις προς τη Σ.Π.Ε. Πώς η Σ.Π.Ε. το Μάρτιο του 2001 ενέπλεξε 9 πρόσωπα στη διευθέτηση που έγινε; Οι μόνοι που θα είχαν λόγο και κίνητρο να προσχωρήσουν στη διευθέτηση ήταν οι συνοφειλέτες και ο εγγυητής του τελευταίου δανείου. Προκύπτει εκ πρώτης, πως από κάποια πρόσωπα, συνοφειλέτες στα τρία πρώτα δάνεια, η Σ.Π.Ε. εξασφάλισε την πληρωμή ποσού ΛΚ2.300 παραπλανώντας τους ότι ήσαν υπόλογοι για πληρωμή μεγαλύτερου ποσού στη Σ.Π.Ε. κάτι που δεν ήταν η αλήθεια. Επιστρέφοντας στο ζήτημα των οικονομικών υποχρεώσεων της περιουσίας του αποβιώσαντα προς τη Σ.Π.Ε. βρίσκω να εγείρεται ζήτημα ενδεχόμενης εμπλοκής του άρθρου 92 του Περί Συμβάσεων Νόμου το οποίο αναφέρει πως ο εγγυητής απαλλάσσεται κάθε ευθύνης με τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ πιστωτή και πρωτοφειλέτη με την οποία απαλλάσσεται ο πρωτοφειλέτης. Εγγραφή της διαιτητικής απόφασης στο Δικαστήριο: Η Γενική Αίτηση 47/97 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού καταχωρίστηκε εναντίον των 4 συνοφειλετών και του αποβιώσαντα και στις 11.3.1997 επιτράπηκε η εκτέλεση της Διαιτητικής απόφασης της 10.6.1996 (Τεκμήριο 15) εναντίον των καθ΄ ων η Αίτηση. Με απόφαση ημερομηνίας 29.1.2004 (Τεκμήριο 36) το διάταγμα της 11.3.1997 ακυρώθηκε για το λόγο ότι κατά την 11.3.1997 ο αποβιώσας ήταν ήδη νεκρός. Αντικαταστάθηκε από τον διαχειριστή της περιουσίας του ως καθ΄ ου η αίτηση μεταγενέστερα στις 26.11.
- Εντωμεταξύ και καθ΄ ον χρόνο η εγγραφή της Διαιτητικής απόφασης ήταν σε ισχύ καταχωρίστηκε την 3.2.2000 αίτηση από την Σ.Π.Ε. για ακύρωση της μεταβίβασης από τον αποβιώσαντα. Στις 5.2.2003 η αίτηση καταχωρήθηκε τροποποιημένη (Τεκμήριο 4) κατ΄ ακολουθία της τροποποίησης στον τίτλο, που έγινε στις 26.11.
- Η εταιρεία Haggipavlou Distributors Ltd προς την οποία απευθύνετο η αίτηση καταχώρησε ένσταση βασισμένη σε ένορκη δήλωση ημερομηνίας 26.9.2000 (Τεκμήριο 11) του νυν Εναγόμενου
- Ένσταση καταχώρισε και ο υιός του αποβιώσαντα προς τον οποίο επίσης απευθύνετο η αίτηση, που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 24.10.2000 (Τεκμήριο 12) της μητέρας του Μάγδας, νυν Μ.Υ.
- Είχε καταχωρηθεί και μονομερής αίτηση την 3.2.2000 και εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα ώστε ο γιος να μην αποξενώσει τις μετοχές, που όμως ακυρώθηκε με απόφαση ημερομηνίας 24.1.2001 (Τεκμήριο 35). Η διά κλήσεως αίτηση ημερομηνίας 3.2.2000 που «καταχωρήθηκε τροποποιημένη» την 5.2.2003 και κάθε διαδικασία στην Γενική Αίτηση 47/97 διακόπηκε την 3.8.2004 (Τεκμήριο 5). Υπάρχει σχετική αξίωση (παράγραφος 17 της Έκθεσης Απαίτησης) για τα έξοδα της διαδικασίας εκείνης. Την 20.8.2002 η Σ.Π.Ε. καταχώρησε την Γενική Αίτηση 257/02 Ε.Δ. Λεμεσού για την καταχώρηση και εγγραφή της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης (Τεκμήριο 13), που είχε στις 31.7.2002 επιδοθεί στον διαχειριστή του αποβιώσαντα, εναγόμενο 1 (Τεκμήριο 14). Παρήλθαν έξι χρόνια και στις 10.10.2008 εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο επιτρεπόταν η εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης (Τεκμήριο 15). Τι οφειλόταν στη Σ.Π.Ε. το Δεκέμβριο του 1993: Άμεση μαρτυρία για την οποία σκέψη βούληση ή σκοπό του αποβιώσαντα κατά τον χρόνο της επίδικης μεταβίβασης δεν υπάρχει. Ακόμη και αν το πρόσωπο την διάνοια του οποίου αναζητεί το Δικαστήριο είναι ζωντανό και με τη διά ζώσης μαρτυρία του υποστηρίζει ποια ήταν, η εκδοχή του δεν είναι καταλυτικής σημασίας και συνήθως ούτε καν βαρύνουσα για το Δικαστήριο των πραγματικών του σκοπών και τούτο για ευνόητους λόγους. Είναι οι περιβάλλουσες αντικειμενικές περιστάσεις, προσαρμοσμένες ίσως στα υποκειμενικά του κριτήρια, που θα επιτρέψουν στο Δικαστήριο να του αποδώσει και να θεωρήσει πως είχε την μια ή την άλλη αντιμετώπιση. Αναφέρεται στους Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 18 παραγρ. 362 πως: «The question of intent to defraud creditors is always one of fact, which the Court has to decide on the merits of each particular case after taking into account all the circumstances surrounding the making of the disposition. It is not necessary to show actual deceit, but there should be some element of dishonesty or sharp practice.» Πέραν της γενικής οικονομικής κατάστασης του αποβιώσαντα, έχει ιδιαίτερη σημασία να αποκρυσταλλωθεί η οικονομική του σχέση με την Σ.Π.Ε. ειδικά τον Δεκέμβριο του 1993 όταν προέβηκε στην μεταβίβαση των επίδικων μετοχών στον γιο του. Με τη σύναψη των τεσσάρων δανείων τον Σεπτέμβριο του 1992 ο αποβιώσας ήταν εγγυητής σε τρία δάνεια συνολικού ποσού ΛΚ190.000 με 14 διαφορετικά πρόσωπα ως συνοφειλέτες. Ήταν ακόμη ο ίδιος συνοφειλέτης με ακόμη 3 πρόσωπα για ποσό ΛΚ60.
- Αυτό ήταν αριθμητικά το τρίτο και η υποθήκη που το εξασφάλιζε η τρίτη στη σειρά. Αναφορικά με τις ΛΚ190.000 ο αποβιώσας δικαιούτο νομικά (άρθρα 98 και 103 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149) να απαιτήσει σε κάθε δάνειο από τους συνοφειλέτες οιονδήποτε ποσό θα είχε πληρώσει, στην δε περίπτωση των ΛΚ60.000 δικαιούτο, πάντα νομικά ομιλούντες, να απαιτήσει από τους συνοφειλέτες του οιονδήποτε ποσό πέραν των ΛΚ15.000 (ΛΚ60.000÷4) που θα είχε πληρώσει (κατ΄ αναλογία του άρθρου 104 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149). Πέραν της καθαρά νομικής θέσης η πραγματικότητα ήταν ότι ο αποβιώσας ήταν ο μόνος που ωφελήθηκε το σύνολο των ποσών των δανείων και πως τα λοιπά 17 πρόσωπα, συγγενείς, φίλοι και υπάλληλοι των επιχειρήσεων Χατζηπαύλου από υποχρέωση ενεπλάκησαν για να τον διευκολύνουν. Ο αποβιώσας πρέπει να είχε υπόψη του πως ο ίδιος θα αποπλήρωνε το σύνολο των ποσών και πως ουδεμία συνεισφορά θα απαιτούσε από οποιοδήποτε από τα 17 πρόσωπα. Αφότου προέκυψαν οι καθυστερήσεις, ο αποβιώσας είχε ζητήσει από τη Σ.Π.Ε. να μην οχληθούν και αναστατωθούν οι συνοφειλέτες, ενδεικτικό της αντίληψης του ότι επρόκειτο στην πραγματικότητα για δικές του οφειλές και υποχρεώσεις. Προς εξασφάλιση των τεσσάρων δανείων υπήρχαν, όπως προειπώθηκε, υποθηκευμένες δύο περιουσίες με ποσά που κάλυπταν τα παραχωρηθέντα ποσά πλέον τόκους. Σημασία όμως έχει η πραγματική αξία των υποθηκευμένων περιουσιών ή καλύτερα τι θα μπορούσαν αυτές να αποδώσουν. Ο αποβιώσας είχε προσκομίσει στην Σ.Π.Ε. εκτίμηση εκτιμητή ότι η περιουσία στο Τραχώνι θα απέφερε σε αναγκαστική πώληση τότε ΛΚ64.000 και ότι η περιουσία στον Σαϊτά είχε αγοραία αξία τότε ΛΚ110.
- (Διήλθα με μεγάλη προσοχή τα πρακτικά της αγωγής και αυτή είναι η δοθείσα μαρτυρία και όχι ότι οι Λ.Κ.64.000 αφορά τον Σαϊττά όπως η δικηγόρος των Εναγομένων 3 και 4 καταγράφει στη γραπτή της αγόρευση. Ίσως να έχει υπόψη της στοιχεία, αλλά ενώπιον μου είναι ξεκάθαρο τι ειπώθηκε) Η Σ.Π.Ε. δεν έκαμε δική της εκτίμηση. Δέχθηκε τις εκτιμήσεις του εκτιμητή του αποβιώσαντα και προφανώς επειδή δεν κάλυπταν τα ποσά των υποθηκών και των δανείων έγινε, όπως ανάφερε ο Α. Ιωάννου, δέσμευση ποσού για έλεγχο του σκοπού. Αντιλαμβάνομαι ότι γινόταν αυτό που πιο πάνω ειπώθηκε, δηλαδή ανάλογα με την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών στο Τραχώνι αποδεσμεύονταν ποσά τα οποία εισέπραττε ο αποβιώσας. Φτάνοντας στον Δεκέμβριο του 1993, περί τους 14 μήνες μετά το δανεισμό, οι ΛΚ250.000 είχαν επιβαρυνθεί τόκους, είχαν όμως μέχρι τότε πληρωθεί ΛΚ22.060,65, όπως αναφέρθηκε, ενώ πιστώθηκαν και ΛΚ31.222,46 όπως εξηγήθηκε πιο πάνω. Ο Α. Παπαχριστοδούλου ανάφερε πως τα υπόλοιπα των δανείων κατά την 31.12.1993 ήταν: ΛΚ12.287,95 ΛΚ61.666,99, ΛΚ61.652,20 και ΛΚ71.908,64 αντίστοιχα, στο σύνολο ΛΚ207.515,74 περιλαμβανομένων των τόκων. Προδήλως οι πληρωμές ήταν περισσότερες από όσο αναφέρει ο Α. Ιωάννου, όπως προκύπτει από ένα πρόχειρο υπολογισμό των τόκων. Η αξία των ενυπόθηκων περιουσιών είχε στον χρόνο που μεσολάβησε αναμφίβολα αυξηθεί. Αφενός είναι σε όλους γνωστό πως η ακίνητη ιδιοκτησία στην Κύπρο έχει και είχε στα τελευταία 10-20 χρόνια αύξηση στην αξία. Σε σωρεία παραπομπών που τα δικαστήρια μας και το παρόν εξετάζουν, υιοθετείτο και ήταν αποδεκτή από τους ιδιώτες εκτιμητές και το Κτηματολόγιο, μια ετήσια επαύξηση του 10%. Αφετέρου ειπώθηκε από τον Α. Ιωάννου πως μέρος του δανείου είχε επενδυθεί στην ανάπτυξη της περιουσίας στο Τραχώνι που συνεπώς είχε οικοδομικά προχωρήσει με ανάλογη αύξηση στην πραγματική της αξία. Δεν εξήγησε ο Α. Ιωάννου ποιος ήταν ο μηχανισμός αποδέσμευσης των ποσών που ήταν δεσμευμένα και δεν υπάρχει ένδειξη για το μέγεθος της προόδου των οικοδομικών εργασιών στο Τραχώνι που, εν πάση περιπτώσει, δεν είχαν αποπερατωθεί. Η δικηγόρος των Εναγόμενων 1 και 2 αναφέρει στην αγόρευση της πως το δεσμευμένο ποσό ήταν ΛΚ200.000 (σελ. 15) όμως δεν ανευρίσκω τέτοια μαρτυρία. Ίσως έχει υπόψη στοιχεία που δεν τέθηκαν υπόψη μου. Έχουμε και το δεδομένο ότι η περιουσία στο Τραχώνι 5 ½ χρόνια μετά, σε αναγκαστική πώληση, απέφερε ΛΚ191.
- Το αξιοπερίεργο αφορά στο ποσό των ΛΚ75.000 που απέφερε η αναγκαστική πώληση της περιουσίας στον Σαϊττά, ακίνητης ιδιοκτησίας με τρέχουσα τιμή ΛΚ110.000 τον Σεπτέμβριο του 1992 όπως δέχθηκε η Σ.Π.Ε. Τι συνέβηκε; Μήπως η πραγματική η αξία το 1992 ήταν πολύ μικρότερη των ΛΚ110.000 ή κάτι πήγε στραβά κατά την αναγκαστική πώληση το 1999; Ότι γνωρίζω και λαμβάνω ως δεδομένο είναι ότι η Σ.Π.Ε. δέχθηκε το 1992 την αξία των ΛΚ110.000 αναφορικά με την περιουσία στο Σαϊττά όπως οι μάρτυρες της παραδέχτηκαν. Χρέη προς τρίτα πρόσωπα το Δεκέμβριο του 1993: Η αγωγή αρ. 6752/96 Ε.Δ. Λεμεσού αφορούσε αξίωση για ΛΚ123.244,48 πλέον τόκους εναντίον της εταιρείας Μιχάλης Χατζηπαύλου και Υιος Λτδ, της εταιρείας που σύστησε ο αποβιώσας για την παραγωγή οινοπνευματωδών ποτών στο Τραχώνι, και του ιδίου του αποβιώσαντα. Είχε καταχωριστεί την 29.10.1996, πριν τον θάνατο του αποβιώσαντα. Σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Τεκμήριο 16) το χρέος αφορούσε την αξία εμπορευμάτων που οι δύο Ενάγουσες εταιρείες Pambos Zenios Trading Ltd και Zenios Closures Ltd πώλησαν και παρέδωσαν στη Εναγόμενη εταιρεία τη εγγυήσει του αποβιώσαντα. Στην παράγραφο 5 αναφέρεται πως οι πωλήσεις έγιναν την περίοδο 1993 -
- Στην παράγραφο 8 αναφέρονται 13 συναλλαγματικές προς όφελος της πρώτης Ενάγουσας εταιρείας και 2 προς όφελος της δεύτερης. Η παλαιότερη συναλλαγματική έχει ημερομηνία έκδοσης 7.7.1994 ενώ οι υπόλοιπες εκδόθηκαν μετά το Φεβρουάριο του 1995 και μέχρι τον Φεβρουάριο του
- Για να εκδοθεί την 7.7.1994 συναλλαγματική σημαίνει πως υπήρχαν προγενέστερες δοσοληψίες. Ίσως κάποιες να αφορούσαν περίοδο πριν τον Δεκέμβριο του 1993 και γι΄ αυτό στην παράγραφο 5 γίνεται μνεία στο έτος
- Στις 19.1.1999 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του αποβιώσαντα (Τεκμήριο 18) που ακυρώθηκε την 24.7.2003 (Τεκμήριο 19) και αφού τροποποιήθηκε στις 10.5.2002 το Κλητήριο Ένταλμα (Τεκμήριο 17) δεδομένου ότι είχε μεσολαβήσει ο θάνατος του αποβιώσαντα (πριν την έκδοση της απόφασης). Την 12.1.2002 και καθ΄ ον χρόνο η απόφαση εναντίον του αποβιώσαντα υφίστατο, οι εξ΄ αποφάσεως πιστωτές καταχώρησαν δια κλήσεως αίτηση για ακύρωση της μεταβίβασης των επίδικων μετοχών από τον αποβιώσαντα επί το ότι έγινε με σκοπό τον δυσμενή επηρεασμό ή την καταδολίευση τους. (Τεκμήριο 29). Είχε καταχωριστεί και μονομερής αίτηση ιδίας ημερομηνίας ώστε να απαγορευτεί στον νυν εναγόμενο 2, τον γιο, από του να αποξενώσει τις μετοχές. Τέθηκε ενώπιον μου απόφαση ημερομηνίας 9.3.2001 στην μονομερή αίτηση (Τεκμήριο 37). Δεν συζητείται σε αυτή ζήτημα ουσίας καθ΄ όσον αφορά το χρέος. Ότι η απόφαση στην αγωγή είχε εκδοθεί εναντίον αποβιώσαντα είχε οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης. Είναι παραδεκτό γεγονός πως η απόφαση παραμερισμού της 24.7.2003 ανατράπηκε από το Εφετείο έτσι που η απόφαση ημερομηνίας 19.1.1999 εναντίον του αποβιώσαντα να ισχύει. Απόφαση στην διά κλήσεως αίτηση ημερομηνίας 12.1.2000 εκδόθηκε την 22.10.2008 (Τεκμήριο 30). Η μαρτυρία που παρουσιάστηκε στη δια κλήσεως αίτηση ήταν φαίνεται σε μεγάλο βαθμό η ίδια με αυτή που παρουσιάστηκε στην παρούσα αγωγή. Με την μαρτυρία του Πάμπου Ζένιου διευθυντή των Εναγουσών εταιρειών, ο οποίος δεν είχε δώσει στο Δικαστήριο την εικόνα ειλικρινούς μάρτυρα, δεν διαφάνηκε ποιο μέρος από το εξ΄ αποφάσεως χρέος ήταν οφειλόμενο κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδικης μεταβίβασης. Ο Α. Παπαχριστοδούλου υιοθέτησε κατά την κύρια εξέταση του το περιεχόμενο ένορκης δήλωσης που είχε ορκιστεί στις 3.2.2000 στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 47/97 (Τεκμήριο 4). Διευκρίνισε δια ζώσης πως η αναφορά του σε χρέη του αποβιώσαντα που υπερέβαιναν τις ΛΚ300.000 μετά και την πώληση της ακίνητης περιουσίας του ελάμβανε υπόψη ότι ο αποβιώσας όφειλε ΛΚ200.000 στις εταιρείες Pambos Zenios Trading Ltd και Zenios Closures Ltd. Η εκδοθείσα απόφαση στην Αγωγή 6752/96 αφορούσε, όπως προειπώθηκε, ποσό ΛΚ123.244,48 και δεν αποκρυσταλλώθηκε ποιο ποσό όφειλε ο αποβιώσας το Δεκέμβριο του
- Ίσως μέρος των ποσών για τα οποία εκ των υστέρων εξεδόθηκαν οι συναλλαγματικές. Ούτε μαρτυρήθηκε εκ μέρους της ΣΠΕ κατά πόσο η πρωτοφειλέτρια εταιρεία είχε οιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία. Ότι είχε αναφερθεί από τη Μάγδα ήταν πως υπήρχαν στο εργοστάσιο στο Τραχώνι μηχανήματα τα οποία παρέλαβε πίσω ο Π. Ζένιος. Τα μηχανήματα είχε πάρει ο σύζυγος της από τον Π. Ζένιο όταν οργάνωσε τη δική του επιχείρηση. Κατά πόσο ήταν εξοφλημένα ή όχι ή σε ποιο βαθμό ή αν αφορούν τα γεγονότα της υπ΄αρ. 6752/06 δεν διευκρινίστηκε. Η αναφορά του Α. Παπαχριστοδούλου σε οφειλή προς την Τράπεζα Lombard Natwest Bank Ltd για την οποία ο αποβιώσας φέρεται να υποθήκευσε με δεύτερη υποθήκη τα ενυπόθηκα ακίνητα, φαίνεται να μην είναι άμεσα συνδεδεμένη με τα ουσιώδη γεγονότα αφού σημειώνεται πως η υποθήκη (Υ.1533/94) συνάφθηκε και το χρέος δημιουργήθηκε στις 10.3.1994 μετά τον ουσιώδη χρόνο που ήταν ο Δεκέμβριο του 1993 (βλ. Evanthia I. Kotsapa v. The Official Receiver and Registrar
(1966)1 C.L.R. 119). Η περαιτέρω αναφορά του Α. Παπαχριστοδούλου στην ένορκη του δήλωση πως ο Εναγόμενος 2 γνώριζε για τεράστια οικονομικά προβλήματα του πατέρα του κατά το χρόνο της μεταβίβασης το Δεκέμβριο του 1993 εξηγήθηκε από τον ίδιο ότι δεν εδράζεται σε συνομιλία που είχε με τον Εναγόμενο 2 αλλά πως ήταν λογικό ο Εναγόμενος 2 να γνώριζε. Ο Εναγόμενος 2 (Μ.Υ.2) (γραπτή δήλωση Τεκμήριο 31) μαρτύρησε πως από τη ζωή που έκαναν αντιλαμβανόταν ότι η οικονομική κατάσταση της οικογένειας ήταν μια χαρά. Η Μάγδα υποστήριξε πως τον Δεκέμβριο του 1993 ο σύζυγος της δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα ούτε και ανησυχούσε ότι δεν θα μπορούσε να αντεπεξέλθει οικονομικά γιατί η επιχείρηση του πήγαινε καλά και είχε καλές προοπτικές. Δεν γνωρίζει αν ο σύζυγος της χρωστούσε σε κάποιο Κόκο Γεωργίου που έκαμνε ετικέττες ή στον ΣΟΔΑΠ που τον προμήθευε με σπίρτο. Ο αποβιώσας εξασφάλιζε στην οικογένεια του ένα ικανοποιητικό επίπεδο ζωής. Η θέση της Υπεράσπισης αναφορικά με τη μεταβίβαση της 11.12.1993: Η Haggipavlou Distributors Ltd είναι η μητρική εταιρεία της Christ. Haggipavlou & Sons Ltd που παράγει οινοπνευματώδη ποτά. Σύμφωνα με τον εναγόμενο 4 (Μ.Υ.4) (γραπτή δήλωση Τεκμήριο 32) μέχρι και πριν 8-10 χρόνια η μητρική εταιρεία διένεμε τα προϊόντα της θυγατρικής, σήμερα όμως δεν διεξάγει οποιαδήποτε δραστηριότητα. Πρόκειται, ανάφερε, για οικογενειακή επιχείρηση της οικογένειας Χατζηπαύλου με μοναδικούς μετόχους μέχρι και τις 11.12.1993 τον αποβιώσαντα και τους Εναγόμενους 3 και 4 και παλαιότερα τους γονείς τους Τάκη και Στέλλα Μιχαηλίδου. (Προκύπτει από Πιστοποιητικό Μετόχων ημερομηνίας 12.8.1999 - Τεκμήριο 22 πως οι γονείς ήσαν τουλάχιστον μέχρι τότε μέτοχοι με περιορισμένο αριθμό μετοχών.) Η Μάγδα μαρτύρησε πως κατά το 1992 ο αποβιώσας σύζυγος της άρχισε να σκέφτεται τη δημιουργία ανεξάρτητης επιχείρησης παραγωγής και εμπορίου οίνων και κονιάκ και ξεκίνησε ενέργειες για να οργανώσει μονάδα παραγωγής στο Τραχώνι. Σύστησε εταιρεία με το όνομα Μιχάλης Χατζηπαύλου & Υιός Λτδ. Ανάφερε η Μάγδα πως η δραστηριότητα του συζύγου της προκάλεσε την αντίδραση της οικογένειας του και των αδελφών του Εναγομένων 3 και 4 που θεώρησαν ότι ο αποβιώσας ανταγωνίζετο και έβλαπτε τα συμφέροντα της οικογενειακής επιχείρησης. Η αντίδραση κορυφώθηκε όταν ο αποβιώσας άρχισε την παραγωγή και προώθηση ενός νέου κονιάκ με το όνομα «Formula» το οποίο διαφήμιζε ως κονιάκ που δεν περιείχε ζάχαρη. Το «Formula» είχε, ανάφερε, μεγάλη ανταπόκριση στην Κυπριακή αγορά. Από τη σκοπιά τους ως επιχειρηματίες οι Εναγόμενοι 3 και 4 ενοχλήθηκαν και έθεσαν θέμα τάξης όταν ο αποβιώσας ίδρυσε δική του μονάδα παρασκευής οινοπνευματωδών ποτών ανταγωνιστική των προϊόντων της οικογενειακής επιχείρησης. Ανάφερε ο Α. Μιχαηλίδης πως η παρασκευή και κυκλοφορία από τον αποβιώσαντα του κονιάκ «Formula» προκάλεσε πτώση στις πωλήσεις του κονιάκ «Anglias» που παρήγε η εταιρεία Christ. Haggipavlou & Sons Ltd. Ο αποβιώσας προωθούσε το κονιάκ του διαφημίζοντας ότι δεν περιείχε ζάχαρη υπονοώντας ότι το κονιάκ των Χατζηπαύλου είχε. Υπήρξαν μεταξύ των αδελφών προστριβές και τελικά ο αποβιώσας αποδέχτηκε να αποχωρήσει από την οικογενειακή επιχείρηση και να μεταβιβάσει τις μετοχές που κατείχε στις διάφορες οικογενειακές εταιρείες στο γιο του (τα τεκμήρια 3, 6, 7, 8, 9 και 23 είναι σχετικά). Ο αποβιώσας έπαψε να είναι μέτοχος και διευθυντής στην Haggipavlou Distributors Ltd και τον διαδέχτηκε ο Εναγόμενος 2 που από εργοδοτούμενος διευθυντής πωλήσεων και διαφήμισης από την 1.2.1993, διορίστηκε και διευθυντής της εταιρείας και άρχισε να συμμετέχει ενεργά στη διεύθυνση της. Πρακτικό συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου της Christ. Haggipavlou & Sons Ltd ημερομηνίας 7.1.1994 (Τεκμήριο 26) επιβεβαιώνει την ενεργή ανάμιξη του Εναγόμενου 2 στη λειτουργία της επιχείρησης. Την 14.12.1993 κοινοποιήθηκε στον Έφορο Εταιρειών η αποχώρηση του αποβιώσαντα και ο διορισμός του Εναγόμενου 2 ως νέου διευθυντή (τεκμήριο 24) ενώ στις 20.1.1994 ειδοποιήθηκαν οι τραπεζίτες της εταιρείας πως ο αποβιώσας έπαυε να δεσμεύει την εταιρεία την οποία στο εξής θα δέσμευε η υπογραφή του Εναγόμενου 2 από κοινού με άλλο σύμβουλο της εταιρείας (Τεκμήριο 27). Σύμφωνα με τον Α. Μιχαηλίδη η εμπορία του κονιάκ «Formula» είχε πολύ καλές προοπτικές. Αντίθετα η οικογενειακή επιχείρηση δεν πήγαινε το ίδιο καλά και οι επίδικες μετοχές την εποχή που μεταβιβάστηκαν στερούνταν αξίας. Προς υποστήριξη της θέσης του παρουσίασε ο μάρτυρας τους ελεγμένους λογαριασμούς της εταιρείας Christ. Haggipavlou & Sons Ltd. για τα έτη 1992 και 1993 (Τεκμήρια 33 και 34 αντίστοιχα), όπου φαίνεται ότι η εταιρεία αυτή πραγματοποιούσε ζημιές. Το σενάριο που φέρει τον αποβιώσαντα να έρχεται σε σύγκρουση με την οικογένεια του και να αποχωρεί από τις οικογενειακές επιχειρήσεις, δεν επινοήθηκε από τους Εναγόμενους ώστε να προσφέρουν μια εξήγηση για τη μεταβίβαση των μετοχών το Δεκέμβριο του
- Ήταν μια πραγματικότητα την οποία ασπάζεται και ο Α. Παπαχριστοδούλου στην παράγραφο 9 της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 3.2.2000 την οποία δια ζώσης υιοθέτησε. Αναφέρει πως: «Πρόσθετα ένα-δύο χρόνια πριν από τις εν λόγω μεταβιβάσεις ο εν λόγω αποβιώσας είχε έλθει σε σύγκρουση με την οικογένεια του και απεχώρησε από την οικογενειακή επιχείρηση κατασκευής του γνωστού κονιάκ Χατζηπαύλου και άρχισε να συνάπτει μεγάλα δάνεια με σκοπό την κατασκευή δικού του κονιάκ με το όνομα FORMULA καθώς και άλλων οινικών προϊόντων.» Σε υποβολή εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2 ότι ο αποβιώσας ήρθε σε σύγκρουση με την οικογένεια του τέλη του 1993, επέμενε ο Α. Παπαχριστοδούλου πως ο αποβιώσας του είχε αναφέρει από αρχές του 1993 ότι ήταν σε σύγκρουση με την οικογένεια του. Δεν αποκλείεται να είχαν προκύψει διαφωνίες πιο νωρίς που να κορυφώθηκαν την περίοδο πριν το Δεκέμβριο του
- Άλλωστε αρχικά, όπως μαρτυρήθηκε, ο αποβιώσας παρήγαγε το περιορισμένης παραγωγής κονιάκ «Don Miquelle» και στη συνέχεια το ευρείας κατανάλωσης «Formula» που όπως ο Α. Μιχαηλίδης μαρτύρησε αυτό ήταν το 2ο εξάμηνο του
- Όσο και αν η δημιουργία και μόνο ανεξάρτητης επιχείρησης είχε ενοχλήσει είναι η επιτυχία του «Formula» που φέρεται να οδήγησε τις σχέσεις στα άκρα. Η θέση της Υπεράσπισης αναφορικά με τις μεταβιβάσεις της 14.8.2002: Αναφορικά με τη μεταβίβαση των μετοχών από τον Εναγόμενο 2 στον Εναγόμενο 3 και τον ίδιο ήταν η θέση του Α. Μιχαηλίδη πως τούτο έγινε όταν ο Εναγόμενος 2 έπαψε να εργάζεται στην επιχείρηση και κατέστηκε μόνιμος κάτοικος Αθηνών χωρίς πλέον ενδιαφέρον για τις δραστηριότητες της εταιρείας. Ο Εναγόμενος 2 είχε ανάγκη από χρήματα και οι επίδικες μετοχές δεν απέδιδαν οιονδήποτε μέρισμα. Προς απόδειξη τούτου παρουσίασε ο μάρτυρας τους ελεγμένους λογαριασμούς της εταιρείας Christ. Haggipavlou & Sons Ltd για τα έτη 2001 και 2002 (Τεκμήρια 38 και 39 αντίστοιχα). Η δικηγόρος των Εναγομένων 3 και 4 σημειώνει στη γραπτή της αγόρευση πως εκ παραδρομής παρουσιάστηκαν οι λογαριασμοί αυτοί αντί οι λογαριασμοί της Haggipavlou Distributors Ltd. Σε κάθε περίπτωση η Distributors ήταν η μητρική και διανομέας των προϊόντων που παρήγαγε η πρώτη. Το ίδιο διάστημα, ανάφερε ο Α. Μιχαηλίδης, οι Εναγόμενοι 3 και 4 εργάζονταν και αγωνίζονταν για να ορθοποδήσει η επιχείρηση και διαπραγματεύονταν την αξιοποίηση διατηρητέου ακινήτου της εταιρείας. Εφόσον όλες οι ευθύνες και εργασίες βρίσκονταν στα χέρια τους θεώρησαν ορθό να περιέλθει σε αυτούς αποκλειστικά ο έλεγχος της εταιρείας. Παράλληλα η μητέρα του Εναγόμενου 2 απαιτούσε να της πληρώσει η εταιρεία την αξία του μεριδίου του συζύγου της επί ενυπόθηκου κτήματος που πωλήθηκε έναντι υποχρεώσεων της εταιρείας. Έτσι αποφασίστηκε να διευθετηθούν τα δύο ζητήματα μαζί. Η Μάγδα μαρτύρησε πως ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Εναγόμενος 2, όπως της είπε, αποχώρησε από τις οικογενειακές επιχειρήσεις ήταν γιατί οι Εναγόμενοι 3 και 4 του έκαναν συνεχώς παράπονα για τον πατέρα του. Ο Εναγόμενος 2 μαρτύρησε ότι ένοιωθε άβολα απέναντι στους θείους του. Ο Α. Μιχαηλίδης μαρτύρησε πως δεν «μουρμουρούσαν» στον Εναγόμενο 2 γιατί ο τελευταίος σε τίποτε δεν έφταιγε. Δεν θεωρώ ότι υπάρχει αντίφαση στη δοθείσα μαρτυρία. Ο καθένας το βλέπει από τη σκοπιά του. Οι Εναγόμενοι 3 και 4 μπορεί να θεωρούσαν ότι επεδείκνυαν αυτοσυγκράτηση ενώ ο Εναγόμενος 2 να θεωρούσε ιδιαίτερα ενοχλητικό ένα υπονοούμενο. Άλλωστε δέχτηκε ο Α. Μιχαηλίδης πως στο διοικητικό συμβούλιο της οικογενειακής εταιρείας αναφέρονταν στο «Formula» και στον έντονο ανταγωνισμό που υφίσταντο. Εξήγησε ο Α. Μιχαηλίδης πως η κατοικία των γονέων τους είχε μεταβιβαστεί στα τέσσερα παιδιά τους από ¼ μερίδιο στον καθένα ενόσω οι γονείς τους ήταν εν ζωή. Δεν θυμόταν πότε είχε γίνει αυτό. Οι μεταβιβάσεις είχαν γίνει για σκοπούς φόρου κληρονομίας και οι γονείς είχαν τη διαχείριση της κατοικίας. Όταν οι γονείς αποφάσισαν την πώληση της κατοικίας διαπιστώθηκε πως το μερίδιο του αποβιώσαντα ήταν δεσμευμένο με εμπράγματο βάρος (memo) που είχε καταχωρηθεί από την Σ.Π.Ε.. Ανάφερε ο Α. Μιχαηλίδης πως διευθετήθηκε όπως η Μάγδα πληρώσει στην Σ.Π.Ε. Λ.Κ.25.000 και η Σ.Π.Ε. αποσύρει το εμπράγματο βάρος όπως και έγινε. Ο ίδιος έκαμε, όπως είπε, την πληρωμή. Ο Α. Παπαχριστοδούλου στον οποίο υποβλήθηκε ότι η Μάγδα πλήρωσε στη ΣΠΕ Λ.Κ.24.000 υποστήριξε πως δεν ήταν για τα επίδικα δάνεια. Δεν αναφέρθηκε όμως στην ύπαρξη οιουδήποτε άλλου δανείου ή υποχρέωσης του αποβιώσαντα. Είναι αντιληπτό πως η πώληση της κατοικίας πραγματοποιήθηκε μετά το θάνατο του αποβιώσαντα. Ότι έτσι συνέβηκε προκύπτει και από την μαρτυρία του Α. Κυβίττη που συνδέει χρονικά το γεγονός και σχετικές διαμαρτυρίες των συνοφειλετών με τη διευθέτηση του Μαρτίου του
- Προκύπτει από τη μαρτυρία του Α. Μιχαηλίδη αλλά και της Μάγδας πως η κατοικία αυτή είχε υποθηκευτεί στην Τράπεζα Κύπρου για σκοπούς της Haggipavlou Distributors Ltd που σε κάποιο στάδιο πληρώθηκε (η Τράπεζα) Λ.Κ.360.000 για να αποσύρει την υποθήκη. Έγινε αντιληπτό πως η εξόφληση της υποθήκης της Τράπεζας Κύπρου έγινε καθ΄ ον χρόνο ο αποβιώσας ζούσε και τούτο αφού ο Α. Μιχαηλίδης εξήγησε πως τόσο ο ίδιος όσο και ο Εναγόμενος 3 και ο αποβιώσας χρεώθηκαν από Λ.Κ.120.000 και τα έδωσαν στην εταιρεία για να εξοφλήσει την Τράπεζα. Έτσι η εταιρεία προς όφελος της οποίας είχε καταρτιστεί η υποθήκη και που προφανώς χρωστούσε το ποσό στην Τράπεζα ήταν πλέον υπόλογη σε κάθε ένα από τους Εναγόμενους 3 και 4 και τον αποβιώσαντα για ποσό Λ.Κ.120.
- Είναι το πιο πάνω ποσό των Λ.Κ.120.000 του συζύγου της που η Μάγδα απαιτούσε από την εταιρεία η οποία αναγνώριζε την οφειλή. Η Μάγδα ομίλησε για προσωπική προς την ίδια οφειλή και παρέμεινε μια αβεβαιότητα ως προς το κατά πόσο η οφειλή ήταν προς τον αποβιώσαντα ή την Μάγδα. Είναι αυτή η απαίτηση της Μάγδας που λήφθηκε υπόψη κατά τις διαπραγματεύσεις για την αγορά των μετοχών του Εναγόμενου 2 από τους Εναγόμενους 3 και
- Ο Α. Μιχαηλίδης μαρτύρησε πως οι Εναγόμενοι 3 και 4 πλήρωσαν Λ.Κ.312.000 για την αγορά των μετοχών του Εναγόμενου 2 και εξόφληση της απαίτησης της Μάγδας. Η Μάγδα αναφέρθηκε σε Λ.Κ.315.000 και ο Εναγόμενος 2 σε Λ.Κ.310.
- Δεν έχει σημασία ότι οι μάρτυρες δεν αναφέρθηκαν στο ίδιο ακριβώς ποσό. Ότι νομικά παρουσιάζεται ακατανόητο, δηλαδή το χρέος της εταιρείας να εξοφλείται από δυο μετόχους που αγοράζουν τις μετοχές ενός τρίτου, εξηγείται έχοντας υπόψη τις πραγματικότητες πέραν του νομικού πλαισίου που διέπει τα ζητήματα. Οι Εναγόμενοι 3 και 4 θέλοντας να πάρουν τον πλήρη έλεγχο της εταιρείας έπρεπε να πληρώσουν ότι εδικαιούτο η άλλη πλευρά, δηλαδή το χρέος προς τον αποβιώσαντα και την αξία των μετοχών του Εναγόμενου
- Τι πραγματικά άξιζε το ¼ μερίδιο του αποβιώσαντα δεν μαρτυρήθηκε. Ούτε αναφέρθηκε η τιμή πώλησης της κατοικίας ή πώς διατέθηκαν οι εισπράξεις. Ότι αντιλαμβάνομαι είναι πως ο αποβιώσας ήταν ο κατά ¼ μερίδιο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της κατοικίας των γονέων του. Πότε ενεγράφηκε ως ιδιοκτήτης δεν μαρτυρήθηκε. Δεν είναι γνωστό κατά πόσο ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του πιο πάνω μεριδίου του τον Δεκέμβριο του 1993, αλλά και αν δεν ήταν προφανώς γνώριζε και λογικά ανέμενε ότι θα καθίστατο δικαιούχος στο ¼ μερίδιο της κατοικίας εκείνης είτε δια μεταβιβάσεως είτε κληρονομιάς. Όποτε και αν ο αποβιώσας κατέστηκε εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ¼ μεριδίου δεν το αποξενώθηκε εξ΄ου και η Σ.Π.Ε. ενέγραψε εμπράγματο βάρος σ΄ αυτό. Το γεγονός καταδεικνύει την από μέρους του αποβιώσαντα απουσία γενικής διάθεσης αποξένωσης κάθε περιουσιακού του στοιχείου και γενικής πρόθεσης καταδολίευσης των πιστωτών του. Εάν το μερίδιο είχε μεταβιβαστεί επ΄ ονόματι του αποβιώσαντα πριν το Δεκέμβριο του 1993, τότε έχουμε ένα δεδομένο που αλλάζει την εικόνα. Εάν όχι και η μεταβίβαση έγινε μετά το Δεκέμβριο του 1993, εύλογα θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει πως ένας που το 1993 μεταβιβάζει περιουσία στο γιο του για να καταδολιεύσει τους πιστωτές του, θα διευθετήσει ώστε η περιουσία που δικαιούται και του προσφέρεται από τους δικούς του γονείς να μην μεταβιβαστεί επ΄ ονόματι του αλλά ίσως κατευθείαν στα παιδιά του. Καταχωρίστηκαν από κοινού (Τεκμήριο 10) Ένορκες Δηλώσεις, Ενδιάμεσοι και Τελικοί Λογαριασμοί από το φάκελο της Διαχείρισης αρ. 56/2001 Ε.Δ. Λεμεσού που αφορά την περιουσία του αποβιώσαντα. Δεν εντοπίζω οτιδήποτε το αξιοσημείωτο πέραν της δήλωσης του διαχειριστή, Εναγόμενου 1, ότι ο αποβιώσας δεν άφησε οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία, δήλωση που αφορά στο χρόνο του θανάτου του αποβιώσαντα και όχι στο χρόνο της υπό διερεύνηση μεταβίβασης το Δεκέμβριο του
- Το αξιοπρόσεκτο είναι πως στα έγγραφα του φακέλου της διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα δεν παρουσιάζεται ούτε το ¼ μερίδιο της κατοικίας ούτε ότι είχε να λαμβάνει Λ.Κ.120.000 από την εταιρεία. Αναμφίβολα θα ανέμενα από την Υπεράσπιση να παρουσιάσει αυτό το ζήτημα με μεγαλύτερη σαφήνεια. Γεγονός παραμένει πως υφίστατο κάποια περιουσία του αποβιώσαντα επί της οποίας η ΣΠΕ είχε εμπράγματο βάρος. Η ΣΠΕ δεν εξήγησε τι αφορούσε το εμπράγματο βάρος. Προσέτρεξε να επικαλεστεί χρέη του αποβιώσαντα προς τις εταιρείες του Πάμπου Ζένιου και την Τράπεζα Lombard. Αν υπήρχαν άλλα χρέη προς την ίδια θα αναμενόταν να το αποκάλυπτε. Καταλήγω πως δεν πρέπει να υπήρχαν. Το εμπράγματο βάρος πρέπει να εδραζόταν στο επίδικο χρέος. Εφόσον ο Α. Παπαχριστοδούλου αποδέχτηκε την είσπραξη των Λ.Κ.24.000 από τη Μάγδα οδηγούμε στο να αποδεχτώ πως υφίστατο το επικαλούμενο εμπράγματο βάρος για την εγκατάλειψη του οποίου η ΣΠΕ, στην έλλειψη εξηγήσεων, παραμένει εκτεθειμένη. Οι προοπτικές της νέας επιχείρησης του αποβιώσαντα το Δεκέμβριο του 1993: Ο Α. Κυβίττης μαρτύρησε πως πριν τον επίδικο δανεισμό ο αποβιώσας είχε αποχωρήσει από τις επιχειρήσεις Χατζηπαύλου και παρήγαγε το δικό του κονιάκ με την επωνυμία «Formula». Δεν ήταν βέβαιος κατά πόσο το «Formula» κυκλοφόρησε πριν ή μετά το Δεκέμβριο του
- Γνώριζε από την αγορά, ως επιθεωρητής πωλήσεων των Χατζηπαύλου πως το «Formula» είχε τρομερή απήχηση στο καταναλωτικό κοινό γεγονός που είχε επιπτώσεις στις πωλήσεις των δικών τους κονιάκ. Η Μάγδα που βοηθούσε τον αποβιώσαντα στη νέα του επιχείρηση αντιλαμβανόταν πως υπήρχαν καλές προοπτικές ιδιαίτερα με την προώθηση του κονιάκ «Formula», σημειώνει δε πως το «Formula» ήταν τόσο πετυχημένο που η παραγωγή του συνεχίστηκε σε μεταγενέστερα χρόνια από τις οικογενειακές επιχειρήσεις. Ο Εναγόμενος 2 ως διευθυντής πωλήσεων των Χατζηπαύλου πληροφορείτο από τους διάφορους πλασιέ ότι ο πατέρας του είχε καλές πωλήσεις και παρακολουθούσε πως το «Formula» «κινείτο» στα διάφορα κέντρα, μπαρς κλπ. Αποδίδει η Μάγδα την οικονομική κατρακύλα του αποβιώσαντα στο ότι ο τελευταίος δημιούργησε εξωσυζυγική σχέση με νεαρή από τη Ρουμανία που αναστάτωσε την οικογενειακή τους ζωή, προκάλεσε προβλήματα με την ίδια και τα παιδιά τους αλλά και στην εργασία του αποβιώσαντα και τις υποχρεώσεις του προς τρίτους. Αποτέλεσμα τούτων ήταν να οδηγηθεί στην αυτοκτονία. Σημειώνει στην αγόρευσή του ο δικηγόρος της Σ.Π.Ε. πως οι καλές προοπτικές της επιχείρησης του αποβιώσαντα και να υφίσταντο δεν αποτελούσαν διαθέσιμο περιουσιακό στοιχείο (παραγρ. Δ.7 σελ. 22). Ακόμα και έτσι, είναι παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη στο να καταλήξει το Δικαστήριο αναφορικά με τις προθέσεις του αποβιώσαντα όταν προέβηκε στη μεταβίβαση των μετοχών του το Δεκέμβριο του
- Σημεία που αφορούν τη μεταβίβαση της 11.12.1993: Α. Η μεταβίβαση ήταν διά δωρεάς: Στη γενική αίτηση αρ. 47/97 ο Α. Μιχαηλίδης δεν ήταν διάδικο μέρος, είχε όμως ορκιστεί, Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 26.9.2000, προς υποστήριξη ένστασης που η Haggipavlou Distributors Ltd είχε καταχωρήσει. Αναφερόταν στους λόγους ένστασης πως η μεταβίβαση των επίδικων μετοχών από τον αποβιώσαντα στον Εναγόμενο 2 ήταν διά δωρεάς. Ο Α. Μιχαηλίδης στην ένορκη του δήλωση δεν έκαμνε μνεία στο ζήτημα. Στο έγγραφο μεταβίβασης των επιδίκων μετοχών (Τεκμήριο 3) αναφέρεται πως η μεταβίβαση έγινε για καλή αντιπαροχή που πληρώθηκε στον αποβιώσαντα. Η θέση του Α. Μιχαηλίδη ήταν πως δεν υπήρχε αντιπαροχή. Το Τεκμήριο 3, όπως και τα έγγραφα μεταβίβασης που αφορούσαν τις άλλες εταιρείες, ετοιμάστηκαν από τους δικηγόρους των εταιρειών που χρησιμοποίησαν το λεκτικό όπως εμφανίζεται στο Τεκμήριο 3 αλλά και τα τεκμήρια 6, 7, 8 και
- Υποβλήθηκε στο μάρτυρα πως ο αποβιώσας είχε δώσει συγκεκριμένες οδηγίες στους δικηγόρους να καταγραφεί ότι υφίστατο αντάλλαγμα ακριβώς γιατί είχε πρόθεση καταδολίευσης των πιστωτών του. Ο Α. Μιχαηλίδης δεν ήταν βέβαιος αν ο ίδιος είχε δώσει τις σχετικές οδηγίες στους δικηγόρους. Πιθανολογεί πως ο ίδιος ως γραμματέας των εταιρειών θα πρέπει να τις είχε δώσει. Δεν αποκλείει οι οδηγίες να δόθηκαν από τον Εναγόμενο 3, αποκλείει όμως αυτές να δόθηκαν από τον αποβιώσαντα. Η Μάγδα μαρτύρησε πως υπήρχε συναντίληψη μέσα στην οικογένεια τους ότι ο Εναγόμενος 2 θα διαδεχόταν τον αποβιώσαντα στις οικογενειακές επιχειρήσεις και θα αποκτούσε τις μετοχές του. Στο άλλο τους παιδί την Στέλλα είχαν αγοράσει ένα διαμέρισμα. Ο γιος τους δεν πλήρωσε οιοδήποτε αντάλλαγμα για την επ΄ ονόματι του μεταβίβαση των μετοχών του αποβιώσαντα. Η ίδια είχε την εποχή εκείνη πωλήσει μια κάβα και εισέπραξε ένα ποσό από το οποίο δεν έδωσε οτιδήποτε στον γιο τους αφού ο τελευταίος εξασφαλιζόταν με την παραχώρηση των μετοχών και έδωσε το ποσό στο σύζυγο της για να τον βοηθήσει στη νέα του επιχείρηση. Ο Εναγόμενος 2 μαρτύρησε πως κανένα ποσό δεν πλήρωσε στον πατέρα του και κανένα αντάλλαγμα του έδωσε εκτός από το ότι, όπως εκφράστηκε, δεν πήρε κανένα ποσό από τη μητέρα του από την πώληση της κάβας όπως επρόκειτο αρχικά να γίνει. Δεν νομίζω πως τα πιο πάνω γεγονότα να ήταν ο λόγος για να καταγραφεί στα έγγραφα μεταβίβασης των μετοχών ότι υπήρχε αντιπαροχή. Ούτε αναφέρθηκε πως τα γεγονότα είχαν τεθεί υπόψη των δικηγόρων που κατάρτησαν τα έγγραφα μεταβίβασης. Β. Ο Εναγόμενος 2 ήταν μέτοχος στην Μιχάλης Χατζηπαύλου & Υιός Λτδ: Επιχειρηματολογήθηκε ακόμα από πλευράς της Σ.Π.Ε. πως η εκδοχή των Εναγομένων αναφορικά με την πρώτη μεταβίβαση δεν είναι ειλικρινής και δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια γιατί στην εταιρεία που σύστησε ο αποβιώσας για να διεξάγει την επιχείρηση του στο Τραχώνι μέτοχος ήταν και ο Εναγόμενος
- Η λογική του επιχειρήματος είναι πως εφόσον οι Εναγόμενοι 3 και 4 δεν μπορούσαν να ανεχτούν τον αποβιώσαντα ως συμμέτοχο και συνδιευθυντή στην οικογενειακή εταιρεία γιατί με τη νέα του εταιρεία ανταγωνιζόταν την οικογενειακή επιχείρηση κατά τον ίδιο τρόπο δεν θα μπορούσαν να ανεχτούν ούτε τον Εναγόμενο 2 που ήταν και αυτός μέτοχος μαζί με τον πατέρα του στην εταιρεία που σύστησε ο τελευταίος. Η Μάγδα μαρτύρησε πως ο Εναγόμενος 2 δεν ασχολήθηκε ποτέ με τις εργασίες της εταιρείας που σύστησε ο αποβιώσας και δήλωσε άγνοια στο ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν μέτοχος στην εταιρεία αυτή. Ο Εναγόμενος 2, νεαρός τότε 25 ετών, μαρτύρησε πως δεν γνώριζε τότε ότι ήταν μέτοχος και ότι το έμαθε αργότερα μέσω των δικαστικών διαδικασιών. Ο Α. Μιχαηλίδης μαρτύρησε πως δεν γνώριζαν ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν μέτοχος στην εταιρεία που σύστησε ο αποβιώσας και πως αν το γνώριζαν θα αντιδρούσαν. Ανάφερε πως την εποχή εκείνη ο Εναγόμενος 2 ήταν αφοσιωμένος στην οικογενειακή επιχείρηση και δεν είχε καλές σχέσεις με τον πατέρα του. Αποδέχομαι τη θέση των μαρτύρων Υπερασπίσεως ότι ο Εναγόμενος 2 ουδεμία ανάμιξη είχε στη λειτουργία και τις εργασίες της εταιρείας Μιχάλης Χατζηπαύλου & Υιός Λτδ. Παρά το πιο πάνω γεγονός δεν ήταν αφύσικο ο αποβιώσας να εγγράψει τον υιό του ως μέτοχο στη νεοσυσταθείσα εταιρεία. Άλλωστε τούτο έγινε σε χρόνο προγενέστερο του Δεκεμβρίου του 1993 και προτού συναποφασιστεί ή απαιτηθεί η αποχώρηση του αποβιώσαντα από την οικογενειακή εταιρεία. Γ. Μεταβιβάστηκαν στον Εναγόμενο 2 μετοχές του αποβιώσαντα και σε άλλες οικογενειακές εταιρείες: Υποστηρίχτηκε από τη Σ.Π.Ε. πως οι μεταβιβάσεις των μετοχών του αποβιώσαντα στο γιο του δεν έγιναν για τους λόγους που οι Υπερασπίσεις επικαλούνται γιατί εκτός από τις μετοχές της Haggipavlou Distributors Ltd μεταβιβάστηκαν στον Εναγόμενο 2 και άλλες μετοχές του πατέρα του σε άλλες οικογενειακές εταιρείες όπως η Tastel Ltd που δεν είχε καμία σχέση με τις επιχειρήσεις ποτών αλλά ήταν εταιρεία που ασχολείτο με ακίνητη ιδιοκτησία. Μπορεί η αντιπαλότητα μεταξύ του αποβιώσαντα και των Εναγομένων 3 και 4 να αφορούσε την επιχείρηση των ποτών, πλην όμως είχε ως αποτέλεσμα να διασαλευτούν οι σχέσεις μεταξύ των προσώπων έτσι που να θεωρείται, προφανώς, ότι δεν θα μπορούσαν να έχουν επαγγελματική συνεργασία με την απαραίτητη προσωπική επαφή και συναντίληψη σε κανένα πεδίο. Εφόσον η λύση ήταν ο αποβιώσας να διακόψει τις επαγγελματικές του σχέσεις με τα αδέλφια του είναι κατανοητό ότι θα το έπραττε σε κάθε πτυχή της συνεργασίας τους. Δ. Κατά πόσο υφίστατο πληρεξούσιο από τον Εναγόμενο 2 στον αποβιώσαντα Υποβλήθηκε στον Εναγόμενο 2 πως είχε δώσει γενικό πληρεξούσιο στον αποβιώσαντα, ώστε ο τελευταίος να διατηρεί μετά τη μεταβίβαση της 11.12.1993 τον έλεγχο των επίδικων μετοχών κάτι που αν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα θα ήταν στοιχείο υπέρ της υπόθεσης της ΣΠΕ. Όπως είχα αναφέρει σε ενδιάμεση απόφαση μου ημερομηνίας 13.1.2009 επί του ζητήματος: «Ο ιδιοκτήτης μιας περιουσίας που έχει χρεώστες τους οποίους επιδιώκει να καταδολιεύσει τυγχάνει να μην νοιάζεται να διατηρήσει τον έλεγχο στην περιουσία του, ιδιαίτερα από τη στιγμή που την μεταβιβάζει σε συγγενικά πρόσωπα ιδίως τέκνα. Μπορεί όμως να επιθυμεί να διατηρήσει τον έλεγχο ιδίως όταν δεν είχε πρόθεση να διαθέσει την περιουσία, έστω στα τέκνα του, αν δεν επικρεμμόταν πάνω από το κεφάλι του η σπάθη του χρέους προς τους χρεώστες του. Σε τέτοιες περιπτώσεις η μεταβίβαση της περιουσίας και η κατοχή ενός σχετικού πληρεξουσίου, μιας εν λευκώ μεταβίβασης κλπ αναλόγως της περίστασης, για την οποία ο χρεώστης δεν γνωρίζει, εξυπηρετεί ώστε ο διαθέτης να διατηρεί ουσιαστικά τον έλεγχο ενώ να φαίνεται πως η περιουσία ανήκει σε άλλον (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η εκδ., τόμος 18, παραγρ.366, σελ.171-172).» Ο Εναγόμενος 2 ήταν της θέσης πως εάν είχε τότε υπογράψει πληρεξούσιο θα ήταν μετά το 1996 και αφού μετέβηκε για μόνιμη διαμονή στην Αθήνα. Δεν έδωσε ποτέ πληρεξούσιο στον αποβιώσαντα για να μπορεί να πωλεί τις επίδικες μετοχές. Ο Α. Μιχαηλίδης θυμήθηκε κάποιο έγγραφο που ο Εναγόμενος 2 έκαμε όταν έφυγε για την Αθήνα το οποίο όμως ανακάλεσε όταν οι σχέσεις του αποβιώσαντα με τη σύζυγο του χάλασαν και ο αποβιώσας συγκατοίκησε με άλλη κοπέλα. Η υποβολή προς τον Εναγόμενο 2 δεν τεκμηριώθηκε. Ο χρόνος που πραγματοποιήθηκαν οι μεταβιβάσεις της 14.8.2002: Υποστήριξε η πλευρά της Σ.Π.Ε. πως οι μεταβιβάσεις των μετοχών στους Εναγόμενους 3 και 4 ήταν δόλιες αφού οι τελευταίοι, όπως και ο Εναγόμενος 2, γνώριζαν για τις εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες και το εκεί εγειρόμενο ζήτημα, ότι δηλαδή η μεταβίβαση από τον αποβιώσαντα στον Εναγόμενο 2 προσβαλλόταν ως δόλια. Ήταν η θέση του Α. Μιχαηλίδη πως είχαν νομική συμβουλή ότι οι εκκρεμούσες διαδικασίες θα αποτύγχαναν και υποδεικνύοντας πως τα σχετικά ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα ακυρώθηκαν στις 24.1.01 και 9.3.01 ενώ οι μεταβιβάσεις πραγματοποιήθηκαν την 14.8.02 υποστήριξε ότι καταδεικνύεται πως οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 δεν προσέτρεξαν άμεσα να πραγματοποιήσουν τις μεταβιβάσεις μετά την άρση των απαγορεύσεων, γεγονός που καταδεικνύει πως δεν ενήργησαν δόλια, αλλά καλή τη πίστη όταν και εφόσον ολοκληρώθηκαν οι γνήσιες διαπραγματεύσεις των Εναγομένων 3 και 4 με τον Εναγόμενο 2 και τη μητέρα του. Η θέση υποστηρίχθηκε και από τη Μάγδα που εκπροσωπούσε τα συμφέροντα και του γιού της που διέμενε πλέον μόνιμα στην Αθήνα. Ότι την 21.2.2002 η Σ.Π.Ε. μαζί με τις εταιρείες Pambos Zenios Trading Ltd και Zenios Closures Ltd δι΄ επιστολών των κοινών τους δικηγόρων προς τους Εναγόμενους 3 και 4 (Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα) αναφέρονταν στις εκκρεμοδικίες επαναλαμβάνοντας τη θέση τους πως η μεταβίβαση του Δεκεμβρίου του 2003 ήταν δόλια, δεν προσθέτει στα όσα οι Εναγόμενοι 3 και 4 γνώριζαν. Νομική πτυχή - το βάρος απόδειξης: Το άρθρο 3
(1)του Περί Δόλιων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου καθ΄ όση έκταση ενδιαφέρει προνοεί πως: 3.-
(1)Κάθε δωρεά, πώληση, ενέχυρο, υποθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση οποιασδήποτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας που γίνεται από οποιοδήποτε πρόσωπο με πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του ή οποιοδήποτε από αυτούς να ανακτήσουν από αυτόν, τα χρέη αυτού ή αυτών, θα θεωρείται ότι είναι δόλια, και θα είναι άκυρη εναντίον του εν λόγω πιστωτή ή πιστωτών.» Δηλαδή για να θεωρηθεί η πράξη δόλια και άκυρη σύμφωνα με το πιο πάνω νομοθέτημα πρέπει ο διαθέτης να είχε πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του να ανακτήσουν τις προς αυτούς οφειλές του. Το εδάφιο
(2)που ακολουθεί αφορά στο βάρος απόδειξης στην περίπτωση που η μεταβίβαση είναι προς πρόσωπο συγγενικό του διαθέτη και χωρίς καλή αντιπαροχή. Προνοεί πως: «Σε οποιαδήποτε αίτηση, βάσει των διατάξεων του Νόμου αυτού για ακύρωση μεταβίβασης ή εκχώρησης οποιασδήποτε περιουσίας που έγινε σε οποιοδήποτε γονιό, σύζυγο, παιδί, αδελφό ή αδελφή του δικαιοπάροχου ή εκχωρητή, όχι με χρηματικό αντάλλαγμα ή με αντάλλαγμα άλλη περιουσία ισοδύναμης αξίας ή με καλή αντιπαροχή, το βάρος απόδειξης ότι αυτή η μεταβίβαση ή εκχώρηση έγινε καλή τη πίστη και δεν έγινε με πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του θα έχει ο δικαιοπάροχος ή εκχωρητής και το πρόσωπο στο οποίο έγινε η εν λόγω μεταβίβαση ή εκχώρηση.» Η υπό εκδίκαση αγωγή δεν είναι διαδικασία αίτησης ακύρωσης μεταβίβασης όπως προνοείται στο άρθρο 4 του Περί Δόλιων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου. Το άρθρο 4 (πιο πάνω) προνοεί πως: «4. Οποιαδήποτε δωρεά, πώληση, ενέχυρο, υποθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση οποιασδήποτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας που θεωρείται ως δόλια βάσει των διατάξεων του άρθρου 3 του Νόμου αυτού η οποία έγινε πριν από ή μετά την έναρξη αγωγής ή άλλης διαδικασίας στην οποία το δικαίωμα για ανάκτηση του χρέους έχει αποδειχτεί, δύναται να ακυρωθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου που εξασφαλίζεται με αίτηση οποιουδήποτε εξ αποφάσεως πιστωτή που γίνεται στην εν λόγω αγωγή ή άλλη διαδικασία, και στο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου η αγωγή ή άλλη διαδικασία έχει ακουστεί ή εκκρεμεί.» Επιβεβαιώθηκε στην Χ"Κυπρή ν. Γιωργαλλή κ.α.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 1239 ότι οι πρόνοιες του άρθρου 4 (πιο πάνω) αφορούν στην εκδίκαση αίτησης στα πλαίσια της αγωγής ή άλλης διαδικασίας που δημιούργησε τη σχέση εξ αποφάσεως πιστωτή - χρεώστη (βλ. ακόμη Κτηματικές Επιχειρήσεις Ανδρέα Ευριπίδη Διογένους Λτδ
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 224). Ως εκ τούτου οι πρόνοιες του άρθρου 3
(2)(πιο πάνω) δεν έχουν εφαρμογή. Το άρθρο 91Α του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, καθ΄ όση έκταση ενδιαφέρει, προνοεί ότι: «
(1)Πράξεις καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτών συνιστούν, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες ενέργειες από ή εκ μέρους του εξ αποφάσεως οφειλέτη - (α) Οποιαδήποτε δωρεά, μεταβίβαση ή επιβάρυνση προς όφελος τρίτου οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του εξ αποφάσεως οφειλέτη, ή (β) ............................. εφόσον αυτές γίνονται με σκοπό την παρεμπόδιση ή καθυστέρηση ικανοποίησης των εξ αποφάσεως χρεών του οφειλέτη.
(2)Οι ενέργειες που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου
(1)τεκμαίρονται, μέχρις απόδειξης του αντιθέτου, ότι έγιναν με σκοπό την καταδολίευση του εξ αποφάσεως πιστωτή, ανεξαρτήτως εάν έγιναν πριν ή μετά την καταχώρηση της αγωγής, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε απόφαση την εκτέλεση της οποίας επιδιώκει ο ειρημένος πιστωτής.» Το άρθρο 91Γ προνοεί ότι: «
(1)Οποιαδήποτε καταδολιευτική μεταβίβαση, επιβάρυνση ή άλλη αποξένωση περιουσιακού στοιχείου η οποία γίνεται από οποιοδήποτε οφειλέτη δύναται να κηρυχθεί άκυρη από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε εξ αποφάσεως πιστωτή του εν λόγω οφειλέτη, λαμβανομένων προσηκόντως υπόψη των συμφερόντων οποιουδήποτε καλόπιστου τρίτου. Προς το σκοπό αυτό το Δικαστήριο δύναται, κατά τη κρίση του, να διατάξει όπως η αίτηση επιδοθεί επίσης σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δυνατό να έχει οποιοδήποτε συμφέρον επί του περιουσιακού στοιχείου που αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης.» Είναι ξεκάθαρο πως το τεκμήριο που δημιουργεί το εδάφιο
(2)του άρθρου 91Α (πιο πάνω) εφαρμόζεται στην περίπτωση καταχώρησης αίτησης στα πλαίσια της αγωγής όπου επιδικάστηκε το εξ αποφάσεως χρέος του οποίου η εκτέλεση επιδιώκεται (βλ. Λουγκρίδης ν. Eurolife, Π.Ε. 11648, ημερομηνίας 23.4.2004 και Χριστοφόρου ν. Σ.Π.Ε. Ακακίου, Π.Ε. 198/2006 ημερομηνίας 27.5.2008). Η παρούσα αγωγή δεν είναι αίτηση στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 257/02 η οποία κατέστησε την Σ.Π.Ε. εξ αποφάσεως πιστωτή του αποβιώσαντα. Άλλη περίπτωση όπου το βάρος εναποτίθεται στην πλευρά του δικαιοπαρόχου ή εκχωρητή και του προσώπου στο οποίο έγινε η εν λόγω μεταβίβαση ή εκχώρηση είναι όταν ο δικαιοπάροχος ή εκχωρητής πτωχεύσει μέσα σε 10 χρόνια από τη διάθεση ή εκχώρηση. Προνοείται στο σχετικό άρθρο 46
(1)του Περί Πτωχεύσεων Νόμου Κεφ. 5 πως: «Διάθεση περιουσίας, η οποία δεν συνιστά διάθεση που γίνεται πριν και ως αντιπαροχή γάμου, ή που γίνεται προς όφελος αγοραστή ή ενυπόθηκου δανειστή καλή τη πίστει και έναντι αξιόλογης αντιπαροχής, ή που γίνεται στη σύζυγο ή τα τέκνα ή υπέρ της συζύγου ή των τέκνων του διαθέτη της περιουσίας η οποία περιήλθε σε αυτόν μετά το γάμο ως δικαίωμα της συζύγου του, είναι άκυρη, έναντι του διαχειριστή της πτώχευσης, αν ο διαθέτης πτωχεύσει μέσα σε δύο χρόνια από την ημερομηνία της διάθεσης, και αν ο διαθέτης πτωχεύσει σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο μέσα σε δέκα χρόνια από την ημερομηνία της διάθεσης, η διάθεση είναι άκυρη έναντι του διαχειριστή της πτώχευσης, εκτός αν τα μέρη που προβάλλουν αξίωση με βάση τη διάθεση δυνηθούν να αποδείξουν ότι ο διαθέτης κατά το χρόνο που έκαμε τη διάθεση, ήταν ικανός να πληρώσει όλα τα χρέη του χωρίς τη συνδρομή της περιουσίας, που διατέθηκε και ότι το συμφέρον του διαθέτη στην περιουσία αυτή μεταβιβάστηκε στο διαχειριστή τέτοιας περιουσίας που διατέθηκε με την εκτέλεση της.» Προδήλως ούτε οι πιο πάνω διατάξεις του Πτωχευτικού Νόμου τυγχάνουν εφαρμογής. Επομένως στην προκειμένη περίπτωση, όπως συμβαίνει όταν δεν υφίσταται κάποιο τεκμήριο που να ανατρέπει τον κανόνα ότι η πλευρά που επικαλείται κάτι φέρει το βάρος απόδειξης του, η ΣΠΕ είχε το βάρος απόδειξης να πείσει, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η μεταβίβαση της 11.12.1993 ήταν δόλια ότι δηλαδή ο αποβιώσας μεταβιβάζοντας τις επίδικες μετοχές στον Εναγόμενο 2 ενήργησε με πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του ή οποιοδήποτε από αυτούς να ανακτήσουν από αυτόν. Η θέση του δικηγόρου της Σ.Π.Ε. (σελ. 20, παραγρ. Δ-3 της γραπτής του αγόρευσης) πως «ένας που διαθέτει περιουσιακό στοιχείο χωρίς να λαμβάνει μέριμνα να αφήσει ικανοποιητικά περιουσιακά στοιχεία για εξόφληση των πιστωτών του τεκμαίρεται σαν θέμα νόμου ότι διέθεσε την εν λόγω περιουσία με πρόθεση να καταδολιεύσει τους πιστωτές του» δεν με βρίσκει σύμφωνο. Έχω πιο πάνω καταγράψει πότε οι διάφορες νομοθετικές μας πρόνοιες δημιουργούν τεκμήριο απόδειξης μεταθέτοντας το βάρος στον διαθέτη και εξήγησα πως δεν εφαρμόζονται στην παρούσα διαδικασία. Δεν παραπέμφθηκα σε νόμο άλλο που να υποστηρίζει την πιο πάνω θέση της Σ.Π.Ε. Τελικά συμπεράσματα: Το κατά πόσο υπήρχε το στοιχείο της δολιότητας στις μεταβιβάσεις της 14.8.2002 θα χρήζει απαντήσεως μόνο εάν ήθελε διαπιστωθεί πως η μεταβίβαση της 11.12.1993 ήταν δόλια. Εάν η μεταβίβαση από τον αποβιώσαντα προς τον Εναγόμενο 2 δεν ήταν δόλια τότε, ως ζήτημα νόμου, δεν έχει σημασία εάν οι μεταβιβάσεις της 14.8.2002 έγιναν με δόλια διάθεση υπό το φόβο ή ανησυχία μήπως η μεταβίβαση της 11.12.1993 κηρυσσόταν δόλια. Παρακολούθησα με κάθε προσοχή τους μάρτυρες όταν έδιναν ενώπιον μου μαρτυρία και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τον τρόπο με τον οποίο απάντησαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αναφορικά με τους Μ.Υ. 1, 2 και 4 είχα πάντα κατά νου ότι από την έκβαση της αγωγής διακυβεύονται οικονομικά τους συμφέροντα και προσέγγισα τη μαρτυρία τους με επιφυλακτικότητα. Η Μάγδα μου έκαμε θετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μετέφερε, πιστεύω, στο Δικαστήριο ότι θυμόταν και ότι αντιλαμβανόταν ως την πραγματικότητα για την κάθε δεδομένη περίοδο. Αναφορικά με το ζήτημα των υποχρεώσεων του αποβιώσαντα προς τρίτους, συνεργάτες και προμηθευτές του στη νέα του επιχείρηση, παρά το ότι ήταν πρόδηλο πως η Ενάγουσα δεν είχε πληροφόρηση και η αντεξέταση της ήταν διερευνητικού χαρακτήρα, η Μάγδα δεν το εκμεταλλεύτηκε, δεν ήταν αρνητική και ανέφερε όλα όσα φαίνεται να γνώριζε. Ο Εναγόμενος 2 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Είμαι βέβαιος ότι μετέφερε στο Δικαστήριο την ειλικρινή γνώση του των γεγονότων. Ότι μαρτύρησε ήταν η εικόνα των γεγονότων όπως ο ίδιος τη βίωσε κατά τους ουσιαστικούς χρόνους. Αποδέχομαι κάθε πτυχή της μαρτυρίας του. Ειδικά αποδέχομαι ότι δεν είχε δώσει πληρεξούσιο προς τον αποβιώσαντα όπως του υποβλήθηκε. Ο Εναγόμενος 4 μου έκανε και αυτός θετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Τη δική του μαρτυρία προσέγγισα με ακόμα μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα και διερευνητικό φακό γιατί θα ήταν το πρόσωπο που μαζί με τον αδελφό του, Εναγόμενο 3, θα υπόκειντο στη μεγαλύτερη δυσχέρεια και άμεσα σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Ο μάρτυρας Α. Κυβίτης μου έκαμε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία του ήταν αληθοφανής. Αποδέχομαι κάθε πτυχή της περιλαμβανομένης και της θέσης πως είχε παραπλανηθεί από τον Α. Ιωάννου κατά την υπογραφή το 1992 του τέταρτου δανείου. Αποδέχομαι ότι τα ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα είναι όπως περιγράφηκαν από τους μάρτυρες υπεράσπισης. Δεν θα τα επαναλάβω στο σύνολό τους αλλά θα ανιχνεύσω μέσα από αυτά ουσιώδη στοιχεία που βοηθούν στην κρίση του θεμελιώδους σημασίας ερωτήματος κατά πόσο ο αποβιώσας προέβηκε στη μεταβίβαση του Δεκεμβρίου του 1993 με σκοπό να καταδολιεύσει τους πιστωτές του. Η προβληματική κατάσταση αντιπαραθέσεως και δυσαρέσκειας στους κόλπους των οικογενειακών επιχειρήσεων Χατζηπαύλου κατά τον ουσιώδη χρόνο και τους μήνες που προηγήθηκαν είναι δεδομένη. Η κατάσταση αυτή μπορεί αντικειμενικά και χωρίς άλλο να δικαιολογήσει τη μεταβίβαση των μετοχών από τον αποβιώσαντα στο γιο του Εναγόμενο
- Θα έλεγα πως υπό τις περιστάσεις και όπως φαίνεται να κορυφώθηκε η αντιπαράθεση και δυσαρέσκεια με την προώθηση του κονιάκ «Formula» ο αποβιώσας δεν μπορούσε να έχει θέση μέσα στην οικογενειακή επιχείρηση. Ο Εναγόμενος 2 ήταν νεαρός, στην ηλικία που, στην κυπριακή κοινωνική πραγματικότητα, τα παιδιά εμπλέκονται, ασχολούνται και αναλαμβάνουν ρόλους στις εργασίες ή επιχειρήσεις των γονέων τους. Ο Εναγόμενος 2 από πριν 10 μήνες είχε αναλάβει θέση στις επιχειρήσεις. Είναι σωστή η διατύπωση της Μάγδας πως ο Εναγόμενος 2 ήταν ο φυσικός διάδοχος του πατέρα του στις επιχειρήσεις και εφόσον η αδελφή του Στέλλα είχε προικοδοτηθεί με άλλη περιουσία ήταν αναμενόμενο πως οι μετοχές θα μεταβιβάζονταν στον Εναγόμενο
- Οι πιο πάνω περιστάσεις ήταν βρίσκω και ο λόγος για τον οποίο ο αποβιώσας μεταβίβασε τις μετοχές στο γιο του. Υπήρξε αντιπαράθεση που κατέληξε στην αποδοχή του αποβιώσαντα να μεταβιβάσει τις μετοχές στο γιο του και να αποχωρήσει. Αποδέχομαι πως έτσι ήταν η σειρά των γεγονότων. Αντικειμενικά δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ο αποβιώσας να πείστηκε ή να ενέδωσε στο να αποχωρήσει από τις επιχειρήσεις και να προβεί στη μεταβίβαση των μετοχών του στον γιο του έχοντας στο βάθος του μυαλού του ανησυχίες σε σχέση με τους πιστωτές του. Το ενδεχόμενο τούτο πρέπει να ανιχνευτεί κατά πόσο υφίστατο στη βάση των περιβάλλουσων συνθηκών. Αυτές δεν υποστηρίζουν τέτοια διάθεση. Αποδέχομαι πως η αναγραφή επί των εγγράφων μεταβίβασης ότι έγιναν για καλή αντιπαροχή που πληρώθηκε στον αποβιώσαντα έγινε αυτόβουλα από τους δικηγόρους που χειρίστηκαν το ζήτημα. Εάν γινόταν επί σκοπό, τότε θα αναμενόταν στις διαδικασίες που ακολούθησαν και στην παρούσα να εμμένει η Υπεράσπιση στη θέση ότι υπήρξε καλή αντιπαροχή. Η εισήγηση της πλευράς της Ενάγουσας είναι ότι η πλευρά του αποβιώσαντα και των Εναγομένων σκόπιμα εισήξε το στοιχείο της αντιπαροχής για να διαμορφώσει ένα υπέρ της σκηνικό το οποίο όμως ουδέποτε επικαλέστηκε αντίθετα με κάθε ειλικρίνεια η Υπεράσπιση διέψευσε και ανάτρεψε. Ο αποβιώσας ήταν στα αρχικά στάδια της επιχείρησης του. Αναφέρθηκε τι φύση άνθρωπος ήταν. Μαρτυρήθηκε ακόμα πως το κονιάκ «Formula» που παρήγαγε είχε επιτυχία σε βαθμό μάλιστα που να ανταγωνίζεται το κονιάκ «Anglias» των Χατζηπαύλου. Ότι η επιχείρηση του ήταν ανταγωνιστική της οικογενειακής επιβεβαιώνεται και από το γεγονός της ανησυχίας και δυσαρέσκειας των αδελφών του. Εάν επρόκειτο για μια επιχείρηση αποτυχημένη η δυσαρέσκεια δεν θα ήταν μεγάλη. Δεν ήταν τόσο θέμα αρχής όσο ζήτημα οικονομικών συμφερόντων. Ο αποβιώσας πρέπει να αισθανόταν ότι δημιουργούσε και λειτουργούσε μια επιχείρηση που είχε, αν όχι πολύ καλές, τουλάχιστο βάσιμες προοπτικές επιτυχίας. Διαφορετικά δεν θα εμπλεκόταν σε τέτοιο εγχείρημα. Θα πρέπει να ανέμενε πως οι δουλειές του θα πήγαιναν καλά με την ανάλογη οικονομική επιτυχία. Ο κάθε επιχειρηματίας πιστώνεται με τη λογική ότι ξεκινά μια επιχείρηση για το κέρδος και τουλάχιστον ο ίδιος πιστεύει σε αυτό. Ότι ο αποβιώσας είχε πρόβλημα ρευστότητας την εποχή εκείνη είναι γεγονός αλλά τούτο, δικαιολογημένο αφού βρισκόταν στο αρχικό στάδιο της λειτουργίας της επιχείρησης του, δεν ανατρέπει την εικόνα της ευοίωνης προοπτικής της επιχείρησής του. Φαίνεται πως οι δόσεις ήταν ιδιαίτερα ψηλές γιατί ειπώθηκε πως σε 15 μήνες έπρεπε να είχαν πληρωθεί ΛΚ70.000 δηλαδή περίπου το ¼ των ποσών των δανείων. Τα δάνεια εξασφαλίζονταν με υποθήκες δύο ακινήτων. Έχω πιο πάνω αναλύσει τα αντικειμενικά δεδομένα αναφορικά με την αξία των ακινήτων. Εφόσον ο Α. Ιωάννου θεωρούσε ότι η Σ.Π.Ε. ήταν εξασφαλισμένη, γιατί ο αποβιώσας να μην πιστώνεται με την ίδια αντίληψη. Και γιατί όχι; Τα δάνεια έγιναν το Σεπτέμβριο του
- Ο Ενάγοντας είχε περιουσία που η Σ.Π.Ε. δέχτηκε πως τότε άξιζε ΛΚ174.
- Το δάνειο εκ ΛΚ250.000 δεν εκταμιεύτηκε όλο. Η Σ.Π.Ε. εκταμίευε ποσά ανάλογα της προόδου των οικοδομικών εργασιών για να είναι καλυμμένη. Θα αναμενόταν πως με τον κατάλληλο έλεγχο κάθε εκταμίευση δεσμευμένου ποσού θα σήμαινε ανάλογη πρόοδο των οικοδομικών εργασιών στο Τραχώνι και ανάλογη αύξηση της αξίας της εκεί περιουσίας. Πώς από εξασφαλισμένη με το συνδυασμό υποθήκες - δεσμευμένα ποσά η Σ.Π.Ε. κατέληξε εκτεθειμένη παρά και την είσπραξη ποσών από τρίτους. Όπως η Σ.Π.Ε. ήταν, κατά τον Α. Ιωάννου, εξασφαλισμένη γιατί ο αποβιώσας να το αντιλαμβανόταν διαφορετικά; Ένα σημείο που παρέμεινε ζοφερό αφορά ένα μερίδιο του αποβιώσαντα στην κατοικία των γονέων του με τις δύο ξεκάθαρες προεκτάσεις που έχει το γεγονός. Πρώτον, στο να καταδείξει την εν γένει διάθεση και συμπεριφορά του αποβιώσαντα να μην αποξενωθεί όλης της περιουσίας του και, δεύτερο, ότι η περιουσία αυτή ήταν κατά τους ουσιώδεις χρόνους υπόψη του ως περιουσία που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, αν απαιτείτο, από τους πιστωτές του προς ικανοποίηση του λαβείν των. Κατέληξε άλλωστε να επιβαρυνθεί με εμπράγματο βάρος που αποσύρθηκε υπό συνθήκες που δεν διαλευκάνθηκαν πλήρως. Δεν έχω πειστεί ότι ο αποβιώσας μεταβίβασε τις μετοχές στο γιο του με σκοπό την καταδολίευση των πιστωτών του ή για να προβάλει σε αυτούς εμπόδια ή δυσκολίες. Αντίθετα, έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου και έχοντας υπόψη τις πραγματικότητες της ζωής και των διαπροσωπικών σχέσεων, έχω ικανοποιηθεί και πιστεύω πως η μεταβίβαση της 11.12.1993 δεν έγινε από τον αποβιώσαντα με σκοπό να καθυστερήσει ή παρεμποδίσει οποιονδήποτε πιστωτή του να εισπράξει από αυτόν και δεν ήταν δόλια. Καθ΄ όσον αφορά τις μεταβιβάσεις από τον Εναγόμενο 2 στους Εναγόμενους 3 και 4 έχω ικανοποιηθεί πως έγιναν για τους λόγους που τέθηκαν από τις υπερασπίσεις των Εναγομένων μήνες μετά την ακύρωση των σχετικών απαγορευτικών διαταγμάτων μέσα στα πλαίσια του διακανονισμού των υποθέσεων των στενότερων οικογενειών των εμπλεκομένων. Ούτε ζήτημα ιδιοποίησης εγείρεται στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης (άρθρο 39 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148). Η Σ.Π.Ε. ποτέ δεν δικαιούτο στην κατοχή των επίδικων μετοχών. Ήταν περιουσία του αποβιώσαντα και στη συνέχεια του Εναγόμενου 2 και ποτέ δεν είχαν ενεχυριαστεί, ούτε καν ζητήθηκε, προς όφελος της Σ.Π.Ε. Η αναφορά του δικηγόρου της Σ.Π.Ε. στην αγόρευσή του (παραγρ. Γ-2, σελ. 18) ότι από την ώρα που οι πιστωτές του αποβιώσαντα καταχώρισαν δικαστικά μέτρα διεκδικώντας ακύρωση της μεταβίβασης οι μετοχές έπαψαν να ανήκουν στον Εναγόμενο 2, εκλαμβάνει ως δεδομένο το ζητούμενο ότι δηλαδή η μεταβίβαση της 11.12.1993 ήταν δόλια. Το ίδιο αναφορικά και με τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση των δικηγόρων της Σ.Π.Ε. με παραπομπή στα άρθρα 302 και 310 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και άρθρο 30 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ.189 δεν έχουν εφαρμογή στα περιστατικά της παρούσας και εκλαμβάνουν τη θέση της Σ.Π.Ε. ως δεδομένη. Ως εκ των ανωτέρω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 που είχαν κοινή εκπροσώπηση θα δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων και οι Εναγόμενοι 3 και 4 που είχαν και αυτοί κοινή εκπροσώπηση ξεχωριστή από τους Εναγόμενους 1 και 2 θα δικαιούνται σε ξεχωριστό σετ εξόδων. (Υπ) ................. Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ, ΜΔ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Δόλια μεταβίβαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο