← Κύπρος

Κώστα Θεοδότου ν. Γιώργου Θεοδότου κ.α., Αρ. Αγωγής: 7367/00, 2.6.2009

Κώστα Θεοδότου ν. Γιώργου Θεοδότου κ.α., Αρ. Αγωγής: 7367/00, 2.6.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A151 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7367/00 Μεταξύ: Κώστα Θεοδότου, από το Λονδίνο Ενάγοντα - και - 1. Γιώργου Θεοδότου, από το Λονδίνο 2. Χαρίκλειας Θεοδότου από τη Λεμεσό Θεόδοτου Θεοδότου Παπαϊωάννου, από τη Λεμεσό Εναγομένων - - - - - - - - - - - - ΚΑΙ ΔΙ΄ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ Γιώργου Θεοδότου, από το Λονδίνο Ενάγοντα - και - 1. Κώστα Θεοδότου από τη Λεμεσό 2. Θεόδοτου Θεοδότου Παπαϊωάννου, από τη Λεμεσό Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 6.4.2009 2.6.2009 Για τον Αιτητή: Αυτοπροσώπως ο κ. Στ. Στυλιανού (κα Γ. Στυλιανού για ν΄ ακούσει απόφαση) Για τον Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Χρ. Τιμοθέου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 1.8.2008 εκδόθηκε απόφαση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με την οποία διατασσόταν ο Εναγόμενος 1 Γιώργος Θεοδότου να μεταβιβάσει επ΄ ονόματι του Ενάγοντα Κώστα Θεοδότου 7/18 μερίδια σε τεμάχιο γης στη Λεμεσό. Προβλεπόταν πως ο Εναγόμενος 1 θα έπρεπε να πραγματοποιήσει τη μεταβίβαση εντός 30 ημερών από της 1.8.2008. Η απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε. Την 29.10.2008 διατάχθηκε η υποκατάστατη επίδοση της εκδοθείσας απόφασης εναντίον του Εναγόμενου 1 δια διπλοσυστημένης επιστολής στην τότε γνωστή του διεύθυνση στην Αγγλία. Η επιστολή επιστράφηκε στις 8.12.2008 ως αζήτητη. Την 18.12.2008 ο Ενάγοντας καταχώρησε δια κλήσεως αίτηση εξαιτούμενος διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Διευθυντής του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού να μεταβιβάσει επ΄ ονόματι του Ενάγοντα τα πιο πάνω μερίδια του συγκεκριμένου τεμαχίου. Αυθημερόν καταχώρησε και μονομερή αίτηση για υποκατάστατη επίδοση της δια κλήσεως αίτησης στον Εναγόμενο 1 στην τελευταία του γνωστή διεύθυνση στην Αγγλία. Εκδόθηκε την 8.1.2009 σχετικό διάταγμα αλλά η επιστολή επιστράφηκε στις 25.2.2009 με την ένδειξη «Gone away / moved». Ακολούθησε η Αίτηση ημερομηνίας 4.3.2009 και η έκδοση στις 11.3.2009 διατάγματος με το οποίο επιτρεπόταν η υποκατάστατη επίδοση της διά κλήσεως αίτησης ημερομηνίας 18.12.2008 στο δικηγόρο και πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του Εναγόμενου 1 κ. Στέλιο Κ. Στυλιανού, δικηγόρο από τη Λεμεσό. Στις 27.3.2009 και 10.4.2009 που η Αίτηση ημερομηνίας 18.12.2008 ήταν ορισμένη, εμφανίστηκε για τον Εναγόμενο 1 Καθ΄ ου η Αίτηση η κα Γ. Στυλιανού υπό διαμαρτυρία και με την προοπτική καταχώρησης αίτησης για παραμερισμό του διατάγματος της 11.3.2009. Στις 6.4.2009 καταχωρίστηκε εξ΄ ονόματος του κ. Στέλιου Κ. Στυλιανού η υπό κρίση Αίτηση με την οποία επιζητείται η ακύρωση και/ή παραμερισμός του διατάγματος της 11.3.2009. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 6.4.2009 του ιδίου του κ. Σ. Στυλιανού. Ο Καθ΄ ου η Αίτηση Ενάγοντας καταχώρισε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης ημερομηνίας 20.5.2009 που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, ιδίας ημερομηνίας, κάποιας Άννας Χρίστου, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του. Για να εκδοθεί διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση πρέπει να καταδειχθεί καθαρά ότι ο Ενάγοντας είναι εκ των πραγμάτων αδύναμος να επιτύχει την πραγματοποίηση σύντομης επίδοσης όπως προβλέπει η Δ.5, θ.2. Περαιτέρω θα πρέπει να διαφανεί ότι το κλητήριο αναμένεται (is likely
  2. to)να παραδοθεί ή να περιέλθει σε γνώση του Εναγόμενου αν η μέθοδος της υποκατάστατης επίδοσης που εισηγείται ο Ενάγοντας ακολουθηθεί. Στην υπόθεση Solomides & Another v. Cleareland Shipping Co

(1979)1 C.L.R. 298, 302-303, υιοθετείται το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Hope v. Hope 43 E.R. 534: «The object of all service is of course only to give notice to the party on whom it is made, so that he may be made aware of and may be able to resist that which is sought against him; and when that has been substantially done, so that the Court may feel perfectly confident that service has reached him, everything has been done that is required.» Στην Re Mclaughlin
(1905)A.C. 347 αναφέρεται ότι: «The primary consideration is as to how the matter can be best brought to the personal attention of the person in question himself.» Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Porter v. Freudenberg (1914-15) All E.R. Rep. 918, σε παρατηρήσεις σε σχέση με τέτοια επίδοση εκτός δικαιοδοσίας που ισχύουν, έστω συμβουλευτικά, και στην παρούσα περίπτωση, ο Δικαστής πρέπει να ικανοποιήσει τον εαυτό του ότι υπάρχει πρακτική αδυναμία πραγματικής επίδοσης (σύντομα) και ότι η μέθοδος της υποκατάστατης επίδοσης που ζητείται από τον Ενάγοντα, είναι τέτοια που με όλες τις λογικές πιθανότητες, αν όχι βεβαιότητα, θα είναι αποτελεσματική στο να γνωστοποιήσει το κλητήριο ένταλμα ή ειδοποίηση αυτού στον Εναγόμενο. (βλέπε επίσης Mehmet and Others v. Vassilico Cement Works
(1982)1 J.S.C. 18, Furber v. King (no.1)
(1881)29 W.R. 535, τις παρατηρήσεις του Cockburn CJ στην Watt v. Barnett
(1878)3 Q.B.D. 183 και Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 30, παράγρ. 586). Όσον αφορά την αδυναμία επίτευξης σύντομης (prompt) επίδοσης, καθοδηγητική είναι η υπόθεση Harwood v. Fides Union Fiduciaire
(1971)2 All E.R. 1377, όπου σχολιάζεται και η αλλαγή στους Αγγλικούς θεσμούς, οι οποίοι προηγουμένως προέβλεπαν ότι έπρεπε να ήταν μη πρακτική η προσωπική επίδοση («impracticable»), ενώ στη σημερινή τους μορφή έχουν παρόμοιο λεκτικό όπως η δική μας Δ.5, θ.9. Στην Karim v. Κονιδάρη
(1994)1 Α.Α.Δ. 36, 40, αναφέρεται πως το κύριο ερώτημα σε κάθε περίπτωση υποκατάστατης επίδοσης, όπως η λογική του πράγματος επιβάλλει, είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του Εναγόμενου. Γίνεται παραπομπή στην Ετήσια Πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας του 1960, τόμος 1, σελ. 133-134. Στην υπόθεση Cooper v. Wood 49 E.R. 629 επιτράπηκε υποκατάστατη επίδοση κλήσης στο δικηγόρο ο οποίος είχε ενεργήσει για τον εναγόμενο σε προγενέστερες διαδικασίες (βλ. επίσης Waters v. Waters
(1875)34 L.T. 33). Στην υπόθεση The Prommerania
(1879)4 P.D. 195, διαταγή που είχε εκδοθεί για υποκατάστατη επίδοση στους δικηγόρους του εναγόμενου παραμερίστηκε γιατί οι δικηγόροι του εναγόμενου είχαν πληροφορήσει τους δικηγόρους των εναγόντων ότι δεν ενεργούσαν πλέον για τους εναγόμενους, ενώ στην υπόθεση Margrett v. Emanuel
(1890)6 T.L.R. 453 το Δικαστήριο δεν είχε εκδώσει το ζητηθέν διάταγμα γιατί είχε διαφανεί από τα γεγονότα ότι οι δικηγόροι του εναγόμενου δεν γνώριζαν πού βρισκόταν και όταν του έγραφαν, αυτό γινόταν διά μεσάζοντος. Στην Karim (πιο πάνω) γίνεται αναφορά στην Armitage v. Fitzwilliam and Others
(1875)W.N. 238 όπου εγκρίθηκε ως μέθοδος υποκατάστατης επίδοσης η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στους δικηγόρους του ενάγοντα παρά την άρνηση τους να αποδεκτούν επίδοση στη βάση του ότι δεν είχαν οδηγίες. Σαν θέμα αρχής δεν υπάρχει κώλυμα στο να διαταχθεί τέτοια επίδοση στο δικηγόρο κάποιου διάδικου σε άλλη υπόθεση. Το ζήτημα είναι πραγματικό, εξαρτάται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης που καταλήγουν στο κατά πόσο τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που έχω πιο πάνω αναπτύξει. Από το υλικό το οποίο είχε τεθεί ενώπιον μου όταν εξέδιδα το διάταγμα της 11.3.2009 προέκυπτε πως ο κ. Σ. Στυλιανού ενεργούσε όχι μόνο ως δικηγόρος αλλά και ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Εναγόμενου 1. Στην Αίτηση Ε.83/08 Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού που καταχωρίστηκε στις 12.6.2008 ο Αιτητής ήταν ο Εναγόμενος 1 δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Στέλιου Στυλιανού από τη Λεμεσό ενώ στην Αγωγή 2680/08 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού που καταχωρίστηκε στις 18.6.2008, Ενάγοντας ήταν ο Εναγόμενος 1 δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Στέλιου Στυλιανού. Δικηγόρος και στις δύο υποθέσεις είναι η κα Γιωργούλα Στυλιανού με διεύθυνση γραφείου επιδόσεως το δικηγορικό γραφείο του κ. Στέλιου Στυλιανού. Ο κ. Σ. Στυλιανού στην ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 6.4.2009 αναφέρει στην παράγραφο 6 πως η εξουσιοδότηση που του παραχώρησε ο Εναγόμενος 1 είναι ειδική και όχι γενική και με αποκλειστικό σκοπό να εγείρει τις πιο πάνω δικαστικές διαδικασίες. Σε κανένα σημείο δεν αναφέρει ότι έχει πάψει να ενεργεί ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Εναγόμενου 1 ή ότι δεν ενεργεί πλέον ως Αιτητής ή Ενάγοντας στις πιο πάνω δικαστικές διαδικασίες. Ότι η πληρεξουσιοδότηση του από τον Εναγόμενο 1 μπορεί να έχει περιορισμένο εύρος δεν αφορά το ζήτημα που εδώ εξετάζεται. Δεν μπορώ να αποδεχτώ πως ο πληρεξούσιος για οποιοδήποτε λόγο αντιπρόσωπος δεν έχει τη δυνατότητα επαφής με τον εντολέα του για συνεννόηση ή λήψη οδηγιών. Άλλωστε στην παράγραφο 7 που ακολουθεί, ο ομνύοντας δεν ισχυρίζεται ότι βρίσκεται σε αδυναμία επαφής με τον Εναγόμενο 1 αλλά κατά τρόπο μη ξεκάθαρο υποστηρίζει ότι η εκ μέρους του άμεση επικοινωνία με τον Εναγόμενο 1 είναι σχεδόν αδύνατη. Με το ίδιο ύφος στην παράγραφο 8 αναφέρει ότι δεν είναι σίγουρο ότι ο ίδιος είναι σε θέση να εξασφαλίσει πως ο Εναγόμενος 1 θα λάβει γνώση. Είναι δίκαιο να αναφερθεί πως από το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει η ύπαρξη επιστολής του κ. Στέλιου Στυλιανού ημερομηνίας 19.9.2008 προς τους δικηγόρους του Ενάγοντα όπου με αναφορά σε προγενέστερη επιστολή των τελευταίων τους πληροφορεί ότι δεν ήταν σε θέση να τους ενημερώσει για τις προθέσεις του πελάτη του καθότι δεν κατέστη δυνατό να τον εντοπίσει. Η ρηθείσα επιστολή παραπέμπει χρονικά στην εποχή εκείνη και σε καμιά περίπτωση δεν ανατρέπει την εικόνα που αναδύεται μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ότι δηλαδή ο κ. Σ. Στυλιανού είναι σε θέση να έρθει, αν όχι άμεσα αναμφίβολα έμμεσα, σε επαφή με τον Εναγόμενο 1 και να του κοινοποιήσει το γεγονός της Αίτησης της 18.12.2008 (βλ. Karim (πιο πάνω)). Η πλευρά του Ενάγοντα ήγειρε με τον πρώτο λόγο ένστασης και ζήτημα νομιμοποίησης του κ. Σ. Στυλιανού να αιτηθεί εξ΄ ονόματός του τον παραμερισμό του διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση. Παρέπεμψε ο δικηγόρος του Ενάγοντα στην Ετήσια Πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας του 1959, τόμος 1, σελ. 135 όπου με παραπομπή στην Japhet v. Luerman που δεν δημοσιεύθηκε, αίτηση του δικηγόρου, μέσω του οποίου είχε διαταχθεί υποκατάστατη επίδοση, για παραμερισμό του διατάγματος απορρίφθηκε στη βάση ότι ο Αιτητής δικηγόρος δεν είχε locus standi. Στην υπόθεση Heli-Air v. Drescher
(1988)1 C.L.R. 234, 237, αναφέρεται πως: «. paragraph 4 of rule 8 of Order 48 does not in general give the right to a third person to apply by summons for the discharge or variation of an interim order issued in proceedings in which such person is not a party. We do not accept the argument that a reference to "any person" covers a person in the circumstances of this case where no application to be joined as a party was made.» Η υπόθεση Murfin v. Ashbridge & Martin
(1941)1 All E.R. 231, αφορούσε υπόθεση όπου οι ασφαλιστές του εναγόμενου είχαν αιτηθεί εξ ονόματος τους τον παραμερισμό διαταγής για υποκατάστατο επίδοση που είχε γίνει. Αναφέρεται στη σελ. 233 πως: «Garthwaite (ασφαλιστής) had no locus standi at all to make that application, and it ought to have been dealt accordingly. If the solicitors for Martin (ο εναγόμενος - ασφαλιζόμενος) had thought that, for some reason or other, some useful purpose would be served by endeavouring to get that order for substituted service set aside, it was in Martin's name that such an application ought to have been made. Instead of that, it was made in the name of a person who had no connection with this action whatsoever for any relevant purpose of procedure.» Στην Lion Insurance Agency Ltd v. Κωνσταντίνου
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 265 που αφορούσε αίτηση αντιπροσώπων αδειούχων ασφαλιστών για τον παραμερισμό προς αυτούς επίδοσης για τον εναγόμενο δυνάμει του άρθρου 15(β) του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλεια υπό Τρίτου) Νόμου αποφασίστηκε (σελ. 271) πως η Heli-Air (πιο πάνω) διαφοροποιείτο η δε Murfin (πιο πάνω) ήταν παλιά αυθεντία και στην Αγγλία δεν υπήρχε παρόμοια διάταξη ως η Δ.48 θ.8
(4)των Κυπριακών Θεσμών. Κρίθηκε ότι η Lion Insurance Agency Ltd ήταν άμεσα επηρεασμένο πρόσωπο και είχε το δικαίωμα καταχώρισης αίτησης για τον παραμερισμό του διατάγματος στη βάση του άρθρου 15(β) (πιο πάνω). Στην προκειμένη περίπτωση ο κ. Σ. Στυλιανού με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άμεσα επηρεαζόμενο πρόσωπο στα ουσιαστικά ζητήματα που αφορούν την υπόθεση. Δεν επηρεάζονται οικονομικά ή οιαδήποτε άλλα συμφέροντα του. Καταλήγω πως ο Αιτητής δεν νομιμοποιείτο σε κάθε περίπτωση στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. Ως εκ των ανωτέρω, και για τους δύο πιο πάνω λόγους, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή (βλ. Murfin (πιο πάνω) σελ. 234) όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Χ. Μαλαχτός, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Παραμερισμός επίδοσης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.