VADIM ESIPOVICΗ ν. LOUDMILA PECHTCHACHANSKAIA κ.α., Αρ. Αιτ. 3586/07, 3 Ιουνίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A152 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αιτ. 3586/07 Μεταξύ: VADIM ESIPOVICΗ, εκ Λεμεσού Ενάγοντας και
- LOUDMILA PECHTCHACHANSKAIA, εκ Λεμεσού
- ANDREY PECHCHANSKIY, εκ Λεμεσού Εναγομένων ------------------------------------------------- (Αίτηση ημερ. 5.2.09) 3 Ιουνίου, 2009 Για Ενάγοντα-Αιτητή: κος Μ. Ιωάννου Για Εναγόμενους 1 και 2-Καθ' ων η Αίτηση: κος Ν. Καλλής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Δ.24 - Παραδοχές Με την αίτηση ημερ. 5.2.09 ο ενάγων επιδιώκει απόφαση σύμφωνα με τις παραδοχές των εναγομένων στις παραγράφους 1 και 6 της Υπεράσπισης. Με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ο ενάγων σε έκταση παραπέμπει στο ιστορικό και τη βάση του αγώγιμου δικαιώματος του που κατ' ουσία στηρίζεται, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης, στο ότι όλες οι διαφορές μεταξύ των μερών έχουν επιλυθεί στα πλαίσια της Αγωγής 3797/
- Επισυνάπτεται ως Τεκμ. 11 το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 16.2.04 όπου καταγράφεται η απόρριψη της αγωγής ως διευθετηθείσας, όπως καταγράφονται και οι δηλώσεις των συνηγόρων των διαδίκων. Οι «παραδοχές» των παραγράφων 1 και 6 περιλαμβάνουν: «1.Οι εναγόμενοι εγείρουν προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι η παρούσα αγωγή δεν δύναται να προχωρήσει και/ή ο ενάγων εμποδίζεται να εγείρει την παρούσα αγωγή επειδή στην αγωγή με αριθμό 3797/00 στις 16/2/04 εδηλώθη από τους παρόντες διάδικους ότι όλες οι μεταξύ των διαφορές έχουν διευθετηθεί και ο εναγόμενος (ενάγων στην παρούσα αγωγή) κατέβαλε στον ενάγοντα (εναγόμενο 2 στην παρούσα αγωγή) το ποσό των 60,000.- δολαρίων.
- Οι εναγόμενοι αρνούνται την παράγραφο 11 της Εκθέσεως Απαιτήσεως και καλούν τον ενάγοντα εις αυσηράν απόδειξη των ισχυρισμών τους. Περαιτέρω οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι στην πιο πάνω αγωγή στις 16/2/04 εδηλώθη από τους διάδικους ότι όλες οι μεταξύ τους διαφορές έχουν διευθετηθεί.» Στηριζόμενος λοιπόν στις πιο πάνω παραδοχές ο αιτητής επιδιώκει να εκδοθεί απόφαση ως οι παράγραφοι 16(Α)(Β)(Γ) και (Ζ) της Έκθεσης Απαιτήσεως. Οι εναγόμενοι παρά τις οδηγίες του Δικαστηρίου ημερ. 27.2.09 δεν καταχωρούν ένσταση και στις 13.5.09, όταν η αίτηση είναι ορισμένη για ακρόαση, η διαδικασία ολοκληρώνεται με αγορεύσεις των δικηγόρων των αντιστοίχων μερών, εφόσον το Δικαστήριο προηγουμένως απέρριψε αίτημα των καθ' ων η αίτηση για αναβολή. Το Δικαστήριο καλείται με τα δεδομένα που έχει ενώπιον του να εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια μέσα στις παραμέτρους που θέτει η Δ.24 κάτω από τον τίτλο «παραδοχές» και συγκεκριμένα κάτω από την πρόνοια του θ.6 όπου και επιλέγει να στηρίξει την αίτηση του ο ενάγων. Η Δ.24 θ.6 είναι επί λέξη αντιγραφή και μεταφορά της Ο.32 r.6 των Αγγλικών Θεσμών. Εξάγεται από την πιο πάνω Διαταγή πως οποιοσδήποτε διάδικος σε οποιοδήποτε στάδιο όπου έγιναν παραδοχές γεγονότος, είτε στα δικόγραφα, όπως είναι η περίπτωση εδώ, ή άλλως πως, μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο για απόφαση ή διάταγμα που θα δικαιούται σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, χωρίς να αναμένει την αποπεράτωση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος μεταξύ των διαδίκων. Το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοια απόφαση εάν την κρίνει δίκαια. Στην Eτήσια Δικαστική Πρακτική (Annual Practice) του 1995, στα σχόλια της O.32 r.6, αναφέρεται πως οι παραδοχές πρέπει να είναι ξεκάθαρες και όχι αμφιλεγόμενες (clear and unequivocal). «The plaintiff must have a clear case, and the mere admission or non denial by the defendant of a right asserted by plaintiff, but which in fact has no existence in law, is not sufficient to entitle the plaintiff to a judgment establishing the right.» Σε κάθε περίπτωση η εξουσία του Δικαστηρίου, όπως έχω αναφέρει, είναι διακριτική και δεν θα πρέπει να εξασκηθεί στην περίπτωση όπου η υπόθεση δεν είναι πρόσφορο να εκδικαστεί στα πλαίσια της αίτησης. Εξέτασα με προσοχή, ενόψει της έλλειψης ένστασης εκ μέρους της πλευράς των εναγομένων, την ένορκη δήλωση των αιτητών και τα αντίστοιχα δικόγραφα με ιδιαίτερη αναφορά στις παραγράφους 1 και 6 της Υπεράσπισης, και υπό τας περιστάσεις καταλήγω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Με την παράγραφο 1 της Υπεράσπισης, ουσιαστικά, για ότι μπορώ μέσα στα πλαίσια της παρούσας αίτησης να παρατηρήσω, η όποια «παραδοχή» εγείρεται υπό μορφή προδικαστικής ένστασης. Στην δε παράγραφο 6 εισάγεται άρνηση της παραγράφου 11 της Έκθεσης Απαιτήσεως. Η όποια παραδοχή του ισχυρισμού ότι στην Αγωγή 3797/00 «επιλύθηκαν οι μεταξύ των διαδίκων διαφορές» δεν συνιστούν, καταλήγω, ξεκάθαρη και μη αμφιλεγόμενη παραδοχή, όπως εισηγείται ο ενάγων, ούτε και η υπόθεση του ενάγοντα παρουσιάζεται ξεκάθαρη και αποκρυσταλλωμένη. Αντιπαράθεση δε των δύο αυτών θέσεων σε αναφορά με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση επικυρώνει με κατηγορηματικό τρόπο ότι τα δύο μέρη κινούνται σε διαφορετικά επίπεδα και αποδίδουν διάφορο νόημα στην «επίλυση» των διαφορών μέσα στα πλαίσια της άλλης αγωγής. Η αίτηση απορρίπτεται με €1000 έξοδα σε βάρος του αιτητή. (Υπ.) .............. Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΟΚ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Δ.24 - Παραδοχές cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο