← Κύπρος

Beldi SA ν. Perola Limited κ.α., Αρ. Αίτησης 3591/08, 4.6.09

Beldi SA ν. Perola Limited κ.α., Αρ. Αίτησης 3591/08, 4.6.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:A153 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 3591/08 Μεταξύ: Beldi & S.A, εξ Ελβετίας Εναγόντων και

  1. Perola Limited, εκ Λεμεσού
  2. Laszlo Jalovesczki, εξ Ουγγαρίας
  3. Αντρη Αθανασίου, εκ Λεμεσού
  4. EnergoSolar Holding S.A. εξ Ελβετίας
  5. Οpto Elektronikai Kutatasfejleszto Kft, εξ Ουγγαρίας
  6. Jozsef Koves, εξ Ουγγαρίας
  7. Laszlo Kertesz, εξ Ουγγαρίας
  8. Ιstvan Maczinko, εξ Ουγγαρίας Εναγομένων (Αίτηση ημερ. 15.9.08) 4.6.09 Για ενάγοντες/αιτητές: κ. Π. Νεοκλέους με κ. Κ. Σταματίου Για εναγόμενους/καθ'ων η αίτηση: κ. Δ. Αραούζος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αιτητές με μονομερή αίτηση πέτυχαν την έκδοση διαταγμάτων ως εξής:
  9. Ενδιάμεσο διάταγμα το οποίο απαγορεύει στην εναγόμενη αρ. 1, υπό την ιδιότητα της ως μοναδικού μετόχου της εναγόμενης αρ. 4 και/ή στους αξιωματούχους της, και/ή τους αντιπροσώπους της και/ή στους υπαλλήλους της και/ή στους διευθυντές της και/ή στους εναγομένους αρ. 2 και 3 από του να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια ώστε να υλοποιήσουν και/ή εκτελέσουν και/ή συμφωνήσουν και/ή διευκολύνουν την πώληση και/ή οποιαδήποτε μεταβίβαση, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, των μετοχών που η εναγόμενη αρ. 1 κατέχει στην εναγόμενη αρ. 4 και/ή από το να προβούν με οποιοδήποτε τρόπο, άμεσο ή έμμεσο, στη μεταβίβαση και/ή αποξένωση και/ή επιβάρυνση και/ή διάθεση οποιασδήποτε από τις μετοχές που η εναγόμενη αρ. 1 κατέχει στην εναγόμενη αρ. 4 και/ή από του να δώσουν οποιαδήποτε εξουσιοδότηση και/ή συναίνεση για οποιαδήποτε πώληση και/ή διάθεση των μετοχών που η εναγόμενη αρ. 1 κατέχει στην εναγόμενη αρ.
  10. Ενδιάμεσο διάταγμα το οποίο απαγορεύει στην εναγόμενη αρ. 4 και/ή στους αξιωματούχους της και/ή στους αντιπροσώπους της και/ή στους υπαλλήλους της και/ή στους διευθυντές της από του να διαπράξουν οποιαδήποτε ενέργεια ώστε να υλοποιήσουν και/ή εκτελέσουν και/ή συμφωνήσουν και/ή διευκολύνουν και/ή βοηθήσουν την πώληση του ιδιοκτησιακού της καθεστώτος στην Ουγγρική εταιρεία EnergoSolar Equipment Manufacturing Kift, σε οποιοδήποτε τρίτο μέρος και/ή από το να προβούν με οποιοδήποτε τρόπο στη μεταβίβαση και/ή αποξένωση και/ή επιβάρυνση και/ή διάθεση οποιασδήποτε από τις μετοχές που ανήκουν στην εναγόμενη αρ. 1 και/ή από του να προβούν σε οποιαδήποτε εξουσιοδότηση και/ή συναίνεση για οποιαδήποτε πώληση και/ή διάθεση των μετοχών που ανήκουν στην εναγόμενη αρ.
  11. Η στηρικτική της αίτησης ένορκη ομολογία είναι του Heinz Beldi από την Ελβετία ο οποίος δηλώνει Πρόεδρος της αιτήτριας/ενάγουσας εταιρείας. Η αιτήτρια είναι μια από τις δύο μετόχους της Εναγόμενης 1, κατέχουσα μάλιστα το 42,5% του μετοχικού της κεφαλαίου δυνάμει συμφωνίας αγοραπωλησίας μετοχών ημερ. 12.7.
  12. Σύμφωνα με την ογκώδη μαρτυρία που στηρίζει την αίτηση συνοπτικά μπορεί να λεχθεί ότι αυτό που οδήγησε τους αιτητές στην επιζήτηση της θεραπείας σχετίζεται με τις δοσοληψίες-συναλλαγές και εν γένει εξελίξεις που έλαβαν χώραν σε σχέση με την μετοχική δομή της εναγόμενης σ' ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Ιδιαίτερη σημασία έχει για τους αιτητές ενέργειες του εναγόμενου 2 σε σχέση με την εναγομένη 1 (της οποίας ο σκοπός ίδρυσης είναι η κάτοχος των μετοχών της εναγομένης 4), της εναγόμενης 4 και της επονομαζόμενης σε συντομία εταιρεία (ή κατά τους εναγόμενους αποκαλούμενη ως ΕSΕΗΜΕΗ) θυγατρική εταιρεία της Εναγόμενης 4). Η Εναγόμενη 4 αποκαλείται μερικές φορές πιο κάτω ως ΕSCH. Η EnergoSolar Equipment Manufacturing Kift («ΕSHU»), είναι μια εταιρεία που είναι εγγραμένη και έχει ως έδρα της τη Βουδαπέστη, Ουγγαρία και η οποία ασχολείται με την κατασκευή εξοπλισμού για την κατασκευή ηλιακών μονάδων (solar modules). Η ESHU είναι θυγατρική εταιρεία και κατέχεται εξ ολοκλήρου από την EnergoSolar Holding S.A. (στο εξής «ESCH») (Εναγόμενη 4), εταιρεία που συστάθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 2006 στη Γενεύη, Ελβετία, και η οποία είναι θυγατρική εταιρεία και κατέχεται εξ ολοκλήρου από την εναγόμενη 1, Perola Limited. Η εναγόμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία είναι εγγραμμένη και έχει ως έδρα της τη Λεμεσό, Κύπριος. Ο μοναδικός διευθυντής της ΕSCH ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και εξακολουθεί να είναι ο Τal Schibler. Τον Δεκέμβρη 2007, η εναγόμενη 1 έχει εγγραφεί στη Λεμεσό, Κύπρο, με μετοχικό κεφάλαιο €11,363 και με σκοπό να ομαδοποιήσει όλους τους μετόχους της ΕSCH μέσω της ανταλλαγής μετοχών. Συνεπώς για τους αιτητές, η πρόθεση και ο σκοπός για τον οποίο δημιουργήθηκε η εναγόμενη 1 ήταν για να κρατά τις μετοχές της ΕSCH. Όπως φαίνεται από την παράγραφο

(7)της ένορκης δήλωσης του Η. Beldi (στο εξής «ο ΗΒ) η μετοχική δομή της εναγόμενης 1 από την ίδρυση της (10/12/2007) μέχρι και τον Ιούλιο του 2008, αποτελείτο από τους εξής μετόχους: Laszlo Jaloveczki (εναγόμενος 2) ο οποίος κατείχε 2,926 μετοχές, Jozsef Koves ο οποίος κατείχε 2,926 μετοχές, Istvan Maczinko ο οποίος κατείχε 227 μετοχές, Laszlo Kertesz ο οποίος κατείχε 454 μετοχές, Attila Horvath ο οποίος κατείχε 454 μετοχές και Istvan Krafssik ο οποίος 4,376 μετοχές. Κατά τον Ιούλιο του 2008 η αιτήτρια, βασιζόμενη στις παραστάσεις και δηλώσεις των Attila Horvath και Istvan Krafssik, μεταξύ των οποίων και στο ότι η εναγόμενη 1 ήταν η μητρική εταιρεία της εναγόμενης 4, αγόρασε τις μετοχές που κατείχαν στην εναγόμενη 1 ο Attila Horvath και ο Istvan Krafscik και έτσι απέκτησε συνολικά 4,830 μετοχές στην εναγόμενη
  1. Με την αγορά αυτή, η αιτήτρια κατέστη πλειοψηφικός μέτοχος στην εναγόμενη
  2. Κατά την αιτήτρια πάντα, αμέσως μετά την ως άνω μεταβίβαση των μετοχών της εναγόμενης 1 στην ενάγουσα, και συγκεκριμένα κατά τον Αύγουστο του 2008, οι λοιποί μέτοχοι της εναγόμενης 1, εν αγνοία της αιτήτριας, μεταβίβασαν τις μετοχές τους στην εναγόμενη
  3. Το γεγονός αυτό έγινε τελείως αθόρυβα και χωρίς να λάβει σχετική γνώση η αιτήτρια προτού διενεργηθεί αυτή η μεταβίβαση, η οποία της γνωστοποιήθηκε στις 29.8.2008 με το Τεκμήριο 40 της ένορκης δήλωσης του Η.Β. Ο κύριος πυρήνας των πραγματικών γεγονότων της αίτησης αποτελεί την σύγκληση και το περιεχόμενο της γενικής συνέλευσης της εναγόμενης 1, ημερ. 3.9.
  4. Σύμφωνα με τους αιτητές σ'αυτή την συνέλευση παρουσιάστηκε μόνον η ενάγουσα και η εναγόμενη
  5. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω κάποια σημεία από τις σχετικές παραγράφους της ένορκης δήλωσης (σε μετάφραση) που στηρίζει την αίτηση, ενόψει της σοβαρότητας που έχει το θέμα για την έγκριση της αίτησης στη βάση και των σχετικών αναφορών της ένστασης. Στις 3 Σεπτεμβρίου 2008 η έκτακτη γενική συνέλευση της εναγόμενης 1 έλαβε χώρα στην παρουσία της εναγόμενης 5 και της ενάγουσας αιτήτριας, ως των δύο μετόχων της εναγόμενης
  6. Ο εναγόμενος 2 διορίστηκε πρόεδρος της συνέλευσης. Κατά τη συνέλευση αυτή, ο εναγόμενος 2 υπό την ιδιότητα του προέδρου της συνέλευσης, αναφέρθηκε στην επιστολή του Tal Schibler - (Τεκμ.28) και τόνισε ότι οι εναγόμενοι 1 και 4 χρειάζονται επιπρόσθετα κεφάλαια ώστε να διευθετήσουν μία διακανονισμένη οικονομική θέση. Η ενάγουσα απάντησε στην εισήγηση αυτή δηλώνοντας τη βούληση της να υποστηρίξει και να χορηγήσει τα αναγκαία κεφάλαια προς υποστήριξη του κεφαλαίου της εναγόμενης 1 η οποία με τη σειρά της θα χορηγούσε κεφάλαια στην εναγόμενη 4 για να ικανοποιήσει τις Ελβετικές νομικές προϋποθέσεις, να απαλείψει την υφιστάμενη υπο-κεφαλοποίηση (undercapitalization) και έτσι να αποφύγει την κατάσταση της απειλούμενης πτώχευσης. Η Εναγόμενη 5, κατά τη διάρκεια της συνέλευσης, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να χρηματοδοτήσει τέτοια αύξηση κεφαλαίου και ότι δεν συγκατατίθετο στη χρηματοδότηση της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου από την ενάγουσα/αιτήτρια καθώς ως αποτέλεσμα μιας τέτοιας χρηματοδότησης η εναγόμενη 5 θα καθίστατο μειοψηφικός μέτοχος στην εναγόμενη
  7. Ως εκ τούτου, η πρώτη απόφαση (αναφορικά με την ανακεφαλαιοποίηση (Recapitalization) της εναγόμενης 1) απορρίφθηκε με 4830 ψήφους υπέρ (ενάγουσας/αιτήτριας) και 6533 κατά (εναγόμενη 5). Κατόπιν εισήγησης του εναγομένου 2 ως Πρόεδρου της συνέλευσης, η πώληση της ESCH στην ελάχιστη τιμή των €500,000 τέθηκε στη συνέλευση για ψηφοφορία. Με 4,830 ψήφους κατά (της αιτήτριας) και 6533 υπέρ (εναγόμενης 5), ο πρόεδρος δήλωσε ότι η απόφαση εγκρίθηκε. Η ενάγουσα αμέσως αμφισβήτησε την έγκριση μιας τέτοιας ειδικής επιχειρησιακής απόφασης με απλή πλειοψηφία και αντιτάχθηκε έντονα στην πρόθεση να πωληθεί η ESCH σε μια τέτοια υποτιμημένη τιμή. Η συνωμοσία μεταξύ του εναγομένου 2 και της εναγομένης 5 ήταν έκδηλη και είχε σκοπό να καταπιέσει και να εξαπατήσει την αιτήτρια ως το μειοψηφικό μέτοχο, και να της στερήσει την αξία της επένδυσης της στην εναγόμενη
  8. Η δεύτερη απόφαση, αν εγκρίθηκε νόμιμα, εξουσιοδοτούσε τον διευθυντή της εναγόμενης 1 να εξεύρει αγοραστή και να διαπραγματευτεί τους όρους και τις προϋποθέσεις (terms and conditions) καθώς επίσης και την εκτέλεση της συμφωνίας αγοράς και πώλησης των εν λόγω μετοχών. Κατά τους αιτητές, η απόφαση στις 3.9.08 πάσχει για τους εξής κύριους λόγους: - Η εν λόγω έκτακτη γενική συνέλευση συγκλήθηκε αντικανονικά καθώς δεν υπήρχαν οποιαδήποτε υποστηρικτικά έγγραφα αναφορικά με τα θέματα που θέτονταν στην ημερησία διάταξη. - Βάσει του άρθρου 19 του καταστατικού εγγράφου της εναγόμενης 1, οι μέτοχοι της εταιρείας δεν είχαν εξουσιοδότηση να εγκρίνουν την πώληση των μετοχών που κατέχονταν από την εναγόμενη 1 στην ESCH δυνάμει συνήθους ψηφίσματος καθώς απαιτείτο ειδική ή έκτακτη απόφαση για να ληφθεί δεόντως μια τέτοια απόφαση. Η απόφαση να πωληθούν οι μετοχές στην ESCH θα έπρεπε να ληφθεί μόνο με ειδική απόφαση και όχι με απλή πλειοψηφία που απαιτείται για την έγκριση μιας συνηθισμένης απόφασης. - Παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα αιτήτρια πρότεινε κατά τη διάρκεια της εν λόγω συνέλευσης μια πολύ απλή διαδικασία προς ανεύρεση του απαιτούμενου κεφαλαίου για την κάλυψη των αναγκών της εναγόμενης 1 και των θυγατρικών της εταιρειών, η πρόταση της ενάγουσας/αιτήτριας απορρίφθηκε από τους άλλους μετόχους της εναγόμενης 1 στη βάση του ότι μια τέτοια ενέργεια θα τους καθιστούσε μειοψηφικούς μετόχους στην εναγόμενη
  9. Αντίθετα, προτίμησαν να διαθέσουν προς πώληση τις μετοχές της εναγόμενης 1 στην ESCH στην αρχική τιμή (starting price) των €500,000 το οποίο αποτελεί τεράστια υποτιμημένη αξία. - (Aκολουθούν λόγοι γιατί είναι υποτιμημένη τέτοια αξία). - Ενεργώντας με βάση τις επίμαχες αποφάσεις της έκτακτης γενικής συνέλευσης, οι διευθυντές της εναγόμενης 1 (οι εναγόμενοι 2 και 3) ενεργούν κατά παράβαση των καθηκόντων εμπιστοσύνης που οφείλουν προς την εναγόμενη 1 και προς τους μετόχους της και σε βάρος των καλώς νοουμένων συμφερόντων της εναγόμενης 1 εφόσον στην πραγματικότητα πωλούν την ΕSCH, την Ελβετική υποθυγατρική της (sub-holding) συμπεριλαμβανομένης της Ουγγρικής θυγατρικής της ESCHU, σε τεράστια υποτιμημένη τιμή, δόλια βοηθώντας με αυτό τον τρόπο, ένα τρίτο πρόσωπο το οποίο μπορεί να συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με την εναγόμενη 1 και την εναγόμενη 6 από του να πραγματοποιήσουν τεράστιο αναπάντεχο (windfall) κέρδος σε βάρος της εναγόμενης 1 και της ενάγουσας η οποία θα αποστερηθεί της αξίας της επένδυσης της στην εναγόμενη
  10. «Πράγματι, η μία εκ των δύο αμφισβητούμενων αποφάσεων, η οποία τέθηκε σε ψηφοφορία κατά την έκτακτη γενική συνέλευση της εναγόμενης 1, και η οποία εξουσιοδοτεί τον εναγόμενο 2 να πωλήσει την ESCH, στην ελάχιστη τιμή των €500,000 αλλά δεν καθορίζει ότι υπόκειται στην ψηλότερη προσφορά, παρέχει την ευκαιρία για την ολοκλήρωση μιας προδιευθετημένης συναλλαγής μεταξύ ακόμα και φιλικών και συγγενικών προσώπων εις βάρος της εναγόμενης 1 και της ενάγουσας αιτήτριας». Η δόλια και/ή καταπιεστική συμπεριφορά των εναγομένων προς την μειοψηφία περιγράφεται ως ακολούθως: (α) Μόλις ένα μήνα μετά την αγορά των μετοχών από μέρους της ενάγουσας/ αιτήτριας από τους Istvan Krafesik και Attila Horvath, και συγκεκριμένα στις 14 Αυγούστου 2008, προχώρησαν στην σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης της εναγόμενης 1 χωρίς την κατάλληλη ειδοποίηση και με την ημερήσια διάταξη η οποία φαίνεται στο Τεκμήριο
  11. (β) Δύο εβδομάδες αργότερα, η αιτήτρια ενημερώθηκε ότι η εναγόμενη 5 είχε αποκτήσει 6533 μετοχές στην εναγόμενη, όλες δηλαδή τις μετοχές στην εναγόμενη 1 που κρατούσαν προηγουμένως οι εναγόμενοι 2, 6, 7 και
  12. (γ) Η εναγόμενη 5 κατέχεται από κοινού από την Oster Rent Lizing η οποία ελέγχεται από τον εναγόμενο 6 και την Pannon Flotta η οποία ελέγχεται έμμεσα από τον εναγόμενο 2 και φαίνεται ότι αποτελεί μέρος της Tozai Trading Corporation, μιας Μαλαισιανής εταιρείας η οποία διοικείται από τον εναγόμενο 2 (και εξ όσων οι αιτητές πιστεύουν) ανήκει ή ανήκει εν μέρει στον εναγόμενο
  13. (δ) Οι διευθυντές της εναγόμενης 1 σκόπιμα απέκρυψαν από τους μετόχους της εναγόμενης 1 το περιεχόμενο της επιστολής του Tal Schibler ημερομηνίας 7 Ιουνίου 2008 αναφορικά με την απειλούμενη διάλυση της ESCH μέχρι λίγες μέρες πριν την έκτακτη γενική συνέλευση της εναγόμενης
  14. (ε) Ο λόγος για τον οποίο οι εναγόμενοι 2, 6, 7 και 8 προχώρησαν (αγνοώντας και χωρίς να πληροφορήσουν την ενάγουσα/αιτήτρια) στην πώληση των μετοχών τους προς την εναγόμενη 5 ήταν για να δημιουργήσουν ένα μόνο μέτοχο πλειοψηφίας προκειμένου να απομονώσουν την ενάγουσα/αιτήτρια η οποία προηγουμένως ήταν η μεγαλύτερη μέτοχος και να δημιουργήσουν την ευκαιρία να της στερήσουν την αξία της επένδυσης της στην εναγόμενη 1 με το να πωλήσουν την κατά την έκτακτη γενική συνέλευση της εναγόμενης 1 ημερομηνίας 3 Σεπτεμβρίου
  15. (στ) Τα δύο ως άνω αναφερόμενα ψηφίσματα, πέρασαν σύμφωνα «με ανορθόδοξη, παράτυπη και παράνομη διαδικασία» εφόσον απαιτείτο ειδική ψηφοφορία για την πώληση του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου της εναγομένης
  16. Η προτιθέμενη πώληση αυτού του περιουσιακού στοιχείου καταργεί τον λόγο ύπαρξης της εναγόμενης
  17. (ζ) Η προτεινόμενη πώληση των μετοχών στην ESCH σε τόσο υποτιμημένη αξία συνιστά επαρκή μαρτυρία των αλλότριων σκοπών της εναγομένης 6 και όλων των σχετιζόμενων με αυτή προσώπων που πίεσαν ώστε να ληφθούν τέτοια ψηφίσματα αφού επιδιώκουν να προκαλέσουν ανεπανόρθωτη ζημιά στα συμφέροντα της ενάγουσας/αιτήτριας. (η) Ο εναγόμενος 2 θα πρέπει να είχε ήδη εμπλακεί σε διαπραγματεύσεις για την πώληση της ΕSCH πριν την έκτακτη γενική συνέλευση της εναγόμενης 1 αλλά η ενάγουσα/αιτήτρια δεν είχε καμία γνώση του γεγονότος αυτού. Πράγματι, ο εναγόμενος 2 μέχρι και σήμερα δεν έχει αποκαλύψει την ταυτότητα του αγοραστή στην ενάγουσα/αιτήτρια ούτε και τους όρους και τις προϋποθέσεις της προτιθέμενης πώλησης της ESCH. Είναι επομένως εύλογο να υποθέτουμε στην απουσία οποιασδήποτε αντίθετης πληροφορίας ότι ο αγοραστής δεν είναι καλόπιστος (bona fide) και ότι με κάποιο τρόπο σχετίζεται με τον εναγόμενο 2 και την εναγομένη 6 που πάντοτε είχαν ουσιώδη κοινά επιχειρησιακά ενδιαφέροντα. (θ) Πέντε μέρες μετά τη συνέλευση, στις 8 Σεπτεμβρίου 2008, με ερωτηματικά για την εγκυρότητα της συνέλευσης και των αποφάσεων που εγκρίθηκαν και επομένως και της γρήγορης πώλησης της ESCH, ο εναγόμενος 2 επ' ευκαιρία μιας συνάντησης με τον Tal Schibler εκδήλωσε ενδιαφέρον να αγοράσει το μερίδιο της ενάγουσας στην εναγόμενη 1 σε τιμή κόστους. Αυτό δεικνύει ότι ο εναγόμενος 2 δεν είχε πρόθεση να αποποιηθεί του μεριδίου στην εναγόμενη
  18. Στην αντιπέρα πλευρά οι καθ'ων η αίτηση ισχυριζονται τα ακόλουθα: (α) Δεν συντρέχουν οποιεσδήποτε από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμο αρ. 14/60 και/ή όλες μαζί σε σχέση με όλους τους εναγομένους ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του του αιτούμενου διατάγματος και/ή το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των εναγομένων και κατά της μονιμοποίησης του μονομερούς διατάγματος και/ή οποιουδήποτε μέρος αυτού. (β) Οι ενάγοντες είναι ένοχοι απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων με αποτέλεσμα να στερήσει από το Δικαστήριο της ευχέρειας να ενημερωθεί πλήρως αναφορικά με όλα τα γεγονότα προτού εκδώσει το μονομερές διάταγμα στη βάση της αίτησης ημερ. 15.9.
  19. (γ) Το μονομερές διάταγμα ημερομηνίας 16.9.2008 εκδόθηκε χωρίς να υπήρχε οτιδήποτε που να δικαιολογούσε την επίκληση του άρθρου 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  20. (δ)* ................... (ε) Με δεδομένο από την μια ότι οι ενάγοντες είναι μέτοχοι μόνο των εναγομένων 1 και η αγωγή αφορά στην ακύρωση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων των εναγομένων 1 ημερομηνίας 3.9.2008 για τους λόγους που επικαλούνται και από την άλλη ενόψει του ότι οι εναγόμενοι 5, *(υποσημείωση: Το σημείο Δ, ενόψει της καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης δεν έχει προωθηθεί) που είναι οι άλλοι μέτοχοι των εναγομένων 1, συγκατατίθενται για λόγους όμως διαφορετικούς από εκείνους που επικαλούνται οι ενάγοντες στην ακύρωση της πιο πάνω έκτακτης γενικής συνέλευσης, δεν υφίσταται οποιοσδήποτε πραγματικός λόγος για να παραμείνει το διάταγμα σε ισχύ. (στ) Η διαταχθείσα εγγύηση είναι ανεπαρκής. Το ίδιο και η μορφή της (βλ. σημείο 6 και 7 στη σελ. 36 και 37 της αγόρευσης του κ. Αρούζου). Οι λόγοι ένστασης εξειδικεύονται στην στηρικτική ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 και στην αναλυτική αγόρευση του κ. Αραούζου. Πρωταρχικά, οι καθ'ων η αίτηση προβάλουν έντονα την θέση ότι η αγωγή και το διάταγμα είναι άνευ αντικειμένου επειδή οι εναγόμενοι 2 έχουν αποδεχθεί με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 18.11.08 (Τεκμ.17 της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου 2) ότι η επίδικη γενική συνέλευση και οι αποφάσεις της «θα έπρεπε να ακυρωθούν». Προσθέτουν δε τα ακόλουθα: - την μέγιστη σημασία που πρέπει να δοθεί από το Δικαστήριο στο ότι οι ενάγοντες αποδέχθηκαν το ψήφισμα 1 της γενικής συνέλευσης. - Ότι αφού προβάλλεται από τους αιτητές η θέση ότι με το ψήφισμα 2 προωθείται να γίνει πώληση με ελάχιστη ποινών €500,000 (χωρίς να καθορίζεται ότι υπόκειται στην ψηλότερη προσφορά), δεν υφίσταται πλέον θέμα ζημιάς λόγω υλοποίησης του ψηφίσματος 2 διότι αφενός παρεμποδίστηκε και ματαιώθηκε η πιο πάνω απόφαση ούτως ή άλλως λόγω ακριβώς του ενδιάμεσου διατάγματος και αφετέρου εκείνο που συζητείται και επίκειται τώρα είναι η πώληση των μετοχών της εναγόμενης 4 στην Ουγγρική θυγατρικής της εταιρεία ESEMEH στους Γερμανούς αγοραστές, κάτι το οποίο είναι εντελώς ανεξάρτητο και άσχετο με τα γεγονότα με βάση τα οποία εκδόθηκε το ενδιάμεσο διάταγμα και επίσης είναι εντελώς έξω από την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. (Βλέπετε το Τεκμ.20 στην ένορκη δήλωση των εναγομένων). - Ουσιαστικά εκείνο που συμβαίνει είναι ότι η αξία της ΕSΕΜΕΗ που είναι το κύριο περιουσιακό στοιχείο της εναγόμενης 4 και έμμεσα της εναγόμενης 1 είναι εξαιρετικά χαμηλή όταν κάποιος συμψηφίσει τα περιουσιακά της στοιχεία με τις υποχρεώσεις της ιδίας και των θυγατρικών της ΕSEMEH. Εντούτοις το Δικαστήριο καλείται να διατηρήσει σε ισχύ το διάταγμα που απαγορεύει στην εναγόμενη 4 να κατέχει στην Ουγγρική θυγατρική της εταιρεία ΕSEMEH, χωρίς αυτό να συνδέεται με το σύνολο των θέσεων των εναγόντων. Το ίδιο πράττουν οι ενάγοντες ενώ υπερψήφισαν οι ίδιοι μέρος των ψηφισμάτων της γενικής συνέλευσης αφήνοντας το Δικαστήριο με την παραπλανητική αντίληψη ότι η όλη διαδικασία της συνέλευσης έπασχε. - Η στάση των εναγόντων είναι παντελώς καταχρηστική γιατί θέλουν να συντηρούν μια διαδικασία για να βρίσκεται σε ισχύ το ενδιάμεσο διάταγμα ημερομηνίας 16.9.2008 παρόλο που οι εναγόμενοι αποδέχονται ουσιαστικά τις θεραπείες Α - Γ που αναφέρονται στο Παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης που καταχωρήθηκε εξαιρετικά αργοπορημένα στις 5.5.2009, ενώ σε ότι αφορά τις θεραπείες Δ και Ε της έκθεσης απαίτησης που είναι αξιώσεις για ισχυριζόμενες ζημιές που προκύπτουν από υλοποίηση του Ψηφίσματος αρ. 2 καμία μαρτυρία προκύπτει από την ένορκη δήλωση των εναγόντων που να δικαιολογούσε οποιοδήποτε ποσό ως αποζημιώσεις. Η ακύρωση με την συγκατάθεση των εναγομένων του Ψηφίσματος αρ. 2 αφαιρεί από τους ενάγοντες οποιοδήποτε επιχείρημα ότι υπέστησαν ή θα υποστούν ζημιά από την υλοποίηση του πιο πάνω Ψηφίσματος αρ.
  21. - Οι ενάγοντες αντιλαμβανόμενοι την δυσκολία που έχουν για να πείσουν το Δικαστήριο σε ότι αφορά τον ισχυρισμό για ζημιές, τώρα ισχυρίζονται μέσω της έκθεσης απαίτησης ότι δήθεν η αξία του ποσοστού συμμετοχής της ενάγουσας στο μετοχικό κεφάλαιο της εναγόμενης 1, δηλαδή 42,5% επηρεάστηκε από την από την παράνομη αύξηση του κεφαλαίου της Ουγγρικής θυγατρικής εταιρείας της εναγόμενης 4 ESEMEH και έκδοσης νέων μετοχών προς όφελος της εταιρείας Tozai Trading Corporation, με αποτέλεσμα να μειωθεί η συμμετοχή της εναγόμενης 4 στην ESEMEH από 100% σε 43% και έτσι οι ενάγοντες που δεν είναι μέτοχοι της εναγόμενης 4 αλλά μέτοχοι της εναγόμενης 1 να υποστούν έμμεσα δήθεν ζημιά €8,500.000 διότι μειώθηκε η έμμεση συμμετοχή τους στην Ουγγρική θυγατρική εταιρεία από 42,5% σε 18.2%. Αυτός είναι καινούργιος ισχυρισμός που προστέθηκε στην παράγραφο 32 της έκθεσης απαίτησης εκ των υστέρων στην βάση ότι δήθεν η πιο πάνω αύξηση κεφαλαίου της ESEMEH και έκδοση νέων μετοχών προς όφελος της Tozai Trading Corporation συνέβηκε δήθεν μετά την έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος. - Πάντα κατά τους καθ'ων η αίτηση, οι ενάγοντες προσπαθούν με εκβιαστικό τρόπο και οχυρωμένοι πίσω από το ενδιάμεσο διάταγμα να εξασφαλίσουν αδικαιολόγητα οφέλη. - Οι ενάγοντες δεν ισχυρίσθησαν ότι η πιο πάνω προτεινόμενη συμφωνία με τους Γερμανούς ενδιαφερομένους αγοραστές στη βάση του Τεκμηρίου 20 στην ένορκη δήλωση των εναγομένων, η οποία είναι μια εξέλιξη που συνέβηκε μετά την έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος είναι είτε επιζήμια είτε οικονομικά ασύμφορη είτε κακόπιστη. - Ακολουθούν πολλοί λόγοι που οι καθ'ων η αίτηση θεωρούν κακόπιστες τις ενέργειες των εναγόντων καθώς και εκβιαστικές (βλ. 33 - 40 της αγόρευσης του κ. Αραούζου). Εξ άλλου είναι η βασική τους θέση ότι οι ενάγοντες υπό την ιδιότητα τους μόνο ως μέτοχοι της εναγόμενης 1, δεν έχουν οποιοδήποτε αναγνωρισμένο αγώγιμο δικαίωμα να προωθήσουν είτε προς όφελος τους είτε προς όφελος της εναγόμενης 1 στην οποία είναι μέτοχοι. Αν προκλήθηκε οποιαδήποτε ζημιά από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ESEMEH και την παραχώρηση μετοχών στην Tozai, αυτή την ζημιά υπέστη η εναγόμενη 4 και μόνο εκείνη και κανένας άλλος με βάση τις αρχές που διέπουν τις «παράγωγες αγωγές» (derivative action) θα μπορούσε να προωθήσει αγωγή για αποζημιώσεις. (Βλ. Θεόδωρος Πιρίλλης ν. Ελευθερίου Κουή
(2004)1 Α.Α.Δ 136 και Johnson v. Gore Wood & Co
(2001)1 All E.R. 481 Παράρτημα 1 και την αυστραλιανή υπόθεση Ruralcorp Consulting Pty Ltd v. Pynery Pty Ltd
(1996)21 ACSR 161). Ακόμη σημειώνεται ότι μέχρι στιγμής οι ενάγοντες δεν έχουν πωλήσει τις μετοχές τους που κατέχουν στην εναγόμενη 1 και συνεπώς τα μόνα ποσά που έχουν καταβάλλει για την απόκτηση του 42,5% της εναγόμενης 1 ήταν €999.810. Όταν κάποιος συγκρίνει αυτό το ποσό των €999.810 με το ποσό των €14,866.255 που ισχυρίζονται ότι άξιζαν οι μετοχές τους πριν από την έκδοση νέων μετοχών προς την Tozai από την ESEMEH και την μείωση του ποσοστού συμμετοχής της εναγόμενης 4 στην ESEMEH, κάποιος διαπιστώνει πόσο εύκολα οι ενάγοντες είναι πρόθυμοι να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Η πιο πάνω πραγματικότητα επίσης αποκρύφτηκε από το Δικαστήριο μέσα στην όλη προσπάθεια των αιτητών «να ζωγραφίσουν μια εικόνα για την πραγματική αξία του ομίλου εταιρειών EnergoSolar για να δικαιολογήσουν και να εξαπατήσουν το Δικαστήριο κατά την έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος». Στη βάση των πολύπτυχων συναφών δικογράφων και πολυσέλιδων αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων θα προχωρήσω στην εξέταση των εγερθέντων θεμάτων. I Μη αποκάλυψη Οι εναγόμενοι επικαλούνται ότι δεν αποκάλυψαν οι αιτητές το όλο πλέγμα των εργασιών της έκτακτης γενικής συνέλευσης και ειδικά το ψήφισμα 1 στο οποίο οι ενάγοντες έλαβαν μέρος και το υπερψήφισαν όπως ψήφισαν και υπέρ της αύξησης του κεφαλαίου της εναγόμενης 1, ούτε ότι αποδέχθηκαν ο εναγόμενος 2 να ενεργήσει ως πρόεδρος της συνέλευσης. Αυτό, κατά την υπεράσπιση είναι ένα είδος παραίτησης για τον τρόπο σύγκλισης της συνέλευσης. Επίσης ισχυρίζονται διάφορα άλλα σημεία απόκρυψης και εξαπάτησης που έχουν ήδη τεθεί πιο πάνω. Κατά την κρίση μου και κατ' εφαρμογή της σχετικής νομολογίας (βλ. Mitsingas Trading Ltd - v - The Timberland
(1997)
(1)Γ Α.Α.Δ 1791) δεν τίθεται θέμα μη αποκάλυψης. Τα πιο πάνω εμπλέκονται σαν στοιχεία επηρεάζοντα την εξέταση των προϋποθέσεων του συντηρητικού διατάγματος και σαν τέτοια θα κριθούν. II. Προϋποθέσεις του αρθρ. 32 του Ν. 14/60 υπό το πρίσμα της αίτησης και ενστάσεων. Εκείνο που πρέπει να εξετασθεί είναι αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθ. 32 εν προκειμένω υπό το βάρος της αμφισβήτησης που οι εναγόμενοι εγείρουν για την ύπαρξη τους και στη βάση των πραγματικών δεδομένων που η κάθε πλευρά «προσκομίζει» στο Δικαστήριο. Είναι γνωστό ότι το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι: (α) Σοβαρό ζήτημα πρς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω μετά την ικανοποίηση των προαναφερθέντων προϋποθέσεων στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του, το δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας. Εχω διαβάσει με προσοχή τη δικογραφία της αίτησης και ένστασης υπό το πρίσμα των επιμελών αγορεύσεων των πλευρών, και έχω καταλήξει σε σχέση με τα πιο πάνω ερωτήματα ως ακολούθως: Πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση Το βασικό αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας έναντι των εναγομένων είναι η ακύρωση των αποφάσεων και ψηφισμάτων τα οποία λήφθηκαν και εγκρίθηκαν κατά την επίδικη έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της εναγόμενης 1 που έλαβε χώρα στις 3 Σεπτεμβρίου 2008 ως το αποτέλεσμα απάτης, δόλου και συνωμοσίας μεταξύ των εναγομένων και επειδή λήφθηκαν εις βάρος των καλώς νοουμένων συμφερόντων της εναγομένης 1 και καθ' ότι λήφθηκαν παράνομα, αντικανονικά, παράτυπα και κατά παράβαση του άρθρου 19 του Καταστατικού της εναγόμενης 1 και κατά παράβαση των βασικών αρχών του Εταιρικού Δικαίου και/ή του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ., 113. Aκόμα επιδιώκεται ακύρωση οποιασδήποτε απόφασης προς πώληση που διενεργήθηκε, εξουσιοδοτήθηκε και εγκρίθηκε από οποιοδήποτε εκ των εναγομένων ή από οποιοδήποτε αξιωματούχο ή αντιπρόσωπο τους, που πιθανό να έλαβαν χώρα κατόπιν και προς συμμόρφωση και κατ' εφαρμογή των πιο πάνω αποφάσεων και ζητούνται αποζημιώσεις για απάτη και/ή δόλο και/ή συνωμοσία και/ή παράβαση σε βάρος της ενάγουσας και/ή των καθηκόντων εμπιστοσύνης των εναγομένων προς την εναγόμενη 1. Είναι γνωστός ο κανόνας που απορρέει από την κλασσική υπόθεση Foss v. Habottle
(1843)2 Hare 461, ότι τα δικαστήρια αρνούνται να ικανοποιήσουν αιτήματα μελών της μειοψηφίας των μετόχων τα οποία είναι δυσαρεστημένα με την διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας από την πλειοψηφία ή από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας και δεν επεμβαίνουν στη διεύθυνση της. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται επέμβαση ύστερα από αίτημα μελών της μειοψηφίας, όταν
(1)πράξη της εταιρείας έγινε καθ' υπέρβαση εξουσίας ή είναι παράνομη,
(2)πράξη συνιστά δόλο εναντίον της μειοψηφίας και οι αδικοπραγούντες διαθέτουν τον έλεγχο της εταιρείας,
(3)έχει παρατηρηθεί παρατυπία κατά τη ψήφιση ψηφίσματος το οποίο απαιτούσε ειδική πλειοψηφία και όταν
(4)πρόκειται για πράξη η οποία παραβιάζει τα προσωπικά δικαιώματα συγκεκριμένου μετόχου (βλ. Palmer's Company Law, 24η έκδοση, παράγραφοι 65- 04, σελ. 980), Είναι προφανές ότι οι αιτητές βασιζόμενοι στην εξαίρεση του κανόνα του Foss αιτήθηκαν τις θεραπείες υπό το κράτος της επικαλούμενης έλλειψης εμπιστοσύνης και προσπάθειας φίμωσης της μειοψηφίας που ισχυρίζονται. Οι εναγόμενοι, από την άλλη, ανησυχούν ιδιαίτερα για την δική τους φίμωση που μπορεί να έχει καταστροφικές επιπτώσεις για το οικονομικό status των εμπλεκομένων εταιρειών ειδικά λόγω των προβλημάτων φερεγγυότητας που αντιμετωπίζουν. Επικαλούνται δε ιδιαίτερα ότι είναι διατεθειμένοι να αποδεχθούν την ακύρωση της γενικής συνέλευσης ή καλύτερα εκείνο το μέρος που αφορά το Ψήφισμα αρ. 2. Και αυτό διότι το ψήφισμα αρ. 2 της γενικής συνέλευσης των μετόχων έχει να κάνει με την διεύθυνση των επιχειρηματικών υποθέσεων της εναγόμενης 1 που εμπίπτει στην αρμοδιότητα του διοικητικού της συμβουλίου και όχι της γενικής συνέλευσης. Οι ενάγοντες επιδιώκουν την ακύρωση των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης και επικαλούνται όλα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 30 - 36 της ένορκης δήλωσης των εναγόντων. Το Δικαστήριο, ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, με δεδομένη την θέση τους ότι για το λόγο που οι ίδιοι προβάλλουν η γενική συνέλευση δεν μπορούσε να περάσει το Ψήφισμα αρ. 2 διότι δεν ήταν εντός της αρμοδιότητας του, θα μπορούσε από τώρα να ακυρώσει την πιο πάνω γενική συνέλευση, εκτός του ψηφίσματος Α. Ακόμη ισχυρίζονται ότι η δυνατότητα προσβολής της απόφασης της εναγόμενης 4 να πωλήσει τις μετοχές της στην ESEMEH σε Γερμανούς αγοραστές είναι πέραν των δικαιωμάτων της ενάγουσας. Εχω προβληματιστεί για τις θέσεις των δύο πλευρών και το εύρος των επιτπώσεων των εκατέρωθεν εκδοχών. Όμως δεν μπορώ να παραγνωρίζω ότι κατά το πάγιο νομολογιακό κανόνα το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης, δεν καταλήγει δηλαδή σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης και δεν αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός και αν είναι απόλυτα αναγκαίο. Στο στάδιο αυτό και στα στεγανά που μου επιτρέπεται να κρίνω τα επίδικα θέματα, βρίσκω ότι δόθηκαν «σοβαρές ενδείξεις» για την ύπαρξη ουσιαστικού δικαιώματος των εναγόντων για παραβίαση του δικαιώματος μειοψηφίας στηριζόμενη στην εκ πρώτης όψεως παρατυπία της σύγκλησης της επίδικης γενικής συνέλευσης, των αποφάσεων που επηρεάζουν ουσιαστικά την δομή των εμπλεκομένων εταιρειών και την αξία των μετόχων αυτής σε συνδυασμό με τις λοιπές συναφείς ενέργειες των εναγομένων και δη του εναγόμενου 2 ως προβάλλεται από τους αιτητές. Οι δε σχέσεις των εμπλεκομένων εταιρειών μεταξύ τους είναι τέτοιες που δικαιολογούν τους φόβους των εναγόντων. Η παραδοχή του εναγόμενου 2 για το άκυρο της συνέλευσης και η πρόθεση αποδοχής των σχετικών διαταγμάτων για ακύρωση δεν μπορεί να απομονωθεί από τα επίδικα γεγονότα που οδήγησαν στη θεώρηση των αιτητών για καταπίεση των δικαιωμάτων τους. Ειδικά στη βάση της ενεργοποίησης της εταιρείας ως εκ της παρατυπίας της συνέλευσης, η οποία, εκ πρώτης όψης, οδηγεί τα πράγματα εκτός του κανόνα της Foss - v - Habottle (ανωτέρω). Στην ίδια λογική κρίνεται και η ορατή πιθανότητα επιτυχίας αφού στο στάδιο αυτό δεν χρειάζεται «η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του». (Βλ. T. A. Micrologic Computer Consultants Ltd - v - Microsoft Corporation,
(2002)1 A.A.Δ 1802 και Δημοκρατία της Σοβενίας - ν - Beogradska Banka A.D
(1999)1 Α.Α.Δ 225). Συνεπώς καταλήγω ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
  1. Τρίτη προϋπόθεση και το ισοζύγιο της ευχέρειας. Για την πλήρωση της τρίτης προϋπόθεσης, κατά την ενάγουσα, εάν τα αιτούμενα διατάγματα δεν οριστικοποιηθούν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εφόσον εάν το Δικαστήριο κρίνει τελικά ότι οι δύο αποφάσεις - ψηφίσματα που εγκρίθηκαν κατά την έκτακτη γενική συνέλευση της εναγόμενης 1 στις 3 Σεπτεμβρίου 2008 είναι άκυρα και στερούνται οποιουδήποτε αποτελέσματος, τότε οποιαδήποτε πώληση των μετοχών της εναγόμενης 1 στην ESCH που τυχόν πραγματοποιηθεί και/ή εκτελεστεί θα έχει γίνει χωρίς την απαραίτητη και/ή οποιαδήποτε εξουσιοδότηση και θα πρέπει ως εκ τούτου και αυτή να θεωρηθεί ως άκυρη και να παραμεριστεί. Επιπρόσθετα η επένδυση της ενάγουσας/αιτήτριας στην εναγόμενη 1 θα μείνει με ελάχιστη αξία και χωρίς πιθανότητες επανάκτησης οποιασδήποτε ζημιάς στην αξία της σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι εναγόμενοι και ειδικά οι εναγόμενοι 2 και 3 επιθυμούν ιδιαίτερα να διενεργήσουν και να ολοκληρώσουν την εκτέλεση οποιασδήποτε πώλησης των μετοχών της εναγόμενης 1 στην ESCH σε τρίτο πρόσωπο, εις βάρος των συμφερόντων της ενάγουσας/αιτήτριας, και αν η πραγματοποίηση και εκτέλεση μιας τέτοιας πώλησης δεν εμποδιστεί, οποιαδήποτε μελλοντική απόφαση στην παρούσα αγωγή δεν θα μπορεί να εκτελεστεί και θα καταστεί άνευ ουσίας και χωρίς αξία. Εξ άλλου ισχυρίζονται ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι υπέρ της αιτήτριας καθότι εάν τα αιτούμενα διατάγματα δεν οριστικοποιηθούν τα δικαιώματα αυτής θα πληγούν ανεπανόρθωτα επειδή θα αποστερηθεί της αξίας της επένδυσης της στην εναγόμενη 1 ενώ οι εναγόμενοι θα πετύχουν να αποκομίσουν τεράστιο κέρδος σε βάρος της. Από την άλλη πλευρά, εάν τα αιτούμενα διατάγματα οριστικοποιηθούν τα δικαιώματα της αιτήτριας θα προστατευθούν έναντι οποιασδήποτε ανεπανόρθωτης ζημιάς που η αλυσίδα των πράξεων των εναγομένων όπως περιγράφεται πιο πάνω θα προκαλέσει σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης. Οι εναγόμενοι, από την άλλη, έχουν έντονη αντίθετη άποψη για τις ισχυριζόμενες ζημιές των εναγόντων και ειδικότερα στη θέση ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι υπέρ των αιτητών. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα με το σχολιασμό μέρους της έκθεσης απαίτησης που καθυστερημένα έχει καταχωρηθεί στις 5.5.09 και δεν υπήρχε βέβαια κατά την έκδοση του διατάγματος. Ισχύουν επίσης αυτά που έχουν ήδη καταγραφεί ως μέρος των θέσεων τους για την φίμωση των δικών τους δικαιωμάτων. Η δυσκολία και η αδυναμία απονομής δικαιοσύνης αν δεν εκδοθεί το διάταγμα συναρτάται με την δραστική επέλευση ζημίας στο χώρο του εταιρικού δικαίου όπου οι εναλλαγές στη μετοχική δομή μπορεί να οδηγήσουν πολύ εύκολα σε εξανέμιση ουσιαστικών δικαιωμάτων. Τα πράγματα δεν διαφοροποιούνται και δεν μπορεί να κριθεί ότι η δυσκολία απονομής δικαιοσύνης έχει αρθεί λόγω της εκ των υστέρων δήλωσης πρόθεσης ακύρωσης της γενικής συνέλευσης που έγινε από τον εναγόμενο
  2. Η έλλειψη εμπιστοσύνης στις σχέσεις των διαδίκων και στις επικείμενες πράξεις που μπορεί να οδηγήσουν σε ουσιαστικές αποξενώσεις δεν μπορεί να μην έχει την δυναμική της στα πλαίσια της τρίτης προϋπόθεσης με δεδομένη τη σχέση των εμπλεκομένων εταιρειών μεταξύ τους. Οσο για το θέμα της εξέτασης της προσφορότητας του διατάγματος με βρίσκει σύμφωνη η αγωνία που εξέφρασε ο Δικαστής Hoffman στην υπόθεση Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R 670. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το σχετικό απόσπασμα σε μετάφραση: «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα». Αυτό θεωρώ ότι ενδείκνυται να κάνω, να ακολουθήσω την πορεία που θα οδηγήσει σε λιγότερους κινδύνους αδικίας. Ενας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo (για την επιτυχή έννοια του όρου βλ. την Metric Recourses Corp. - v - Lease metrix
(1979)F.S.R 571). Στη λεπτή προσπάθεια εξισορρόπησης των αντίθετων δεδομένων της κάθε πλευράς, θεωρώ ότι η διατήρηση του status quo ενδεχομένως να οδηγήσει σε μικρότερου βαθμού αδικίες. Και αυτό πετυχαίνεται με την έκδοση /οριστικοποίηση των διαταγμάτων παρά με την ακύρωση τους αν και αντιλαμβάνομαι την ανησυχία των εναγομένων για την έλλειψη οικονομικών πόρων και της εν γένει βιωσιμότητας των εμπλεκομένων εταιρειών.. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει κλίνω στην προσέγγιση ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι υπέρ των εναγόντων. Στην προσπάθεια όμως να εξισορροπηθούν τα αντικρουόμενα συμφέροντα και διαβλέποντας ότι οι εμπλεκόμενες εμποδιζόμενες συναλλαγές δυνατόν να οδηγήσουν σε μια μεγαλύτερη απώλεια απ' αυτή που αρχικά εκτιμάτο, αν οι εναγόμενοι τελικά αποδειχθεί ότι έχουν δίκαιο, κρίνω ότι η μορφή και το ποσό της δοθείσας εγγύησης πρέπει να διαφοροποιηθεί (όχι όμως στο ύψος που εισηγούνται οι εναγόμενοι). Το θεμιτό μιας τέτοιας ενέργειας έχει εμμέσως κριθεί στη Craham Hartmena
(1990)1 A.A.Δ 587 και Kerr on injuctions 6η έκδοση 645. Επιπλέον λοιπόν της εγγύησης των €200.000 που έχει ήδη κατατεθεί διατάσσεται η κατάθεση επιπρόσθετου ποσού εγγύησης €150.000 υπό μορφή τραπεζικής εγγύησης. Τα εκδοθέντα διατάγματα παραμένουν σε ισχύ και καθίστανται απόλυτα άμα τη καταθέσει της επιπρόσθετης εγγύησης σε 10 μέρες από σήμερα. Αν η εγγύηση δεν κατατεθεί ως ανωτέρω τα διατάγματα παύουν να ισχύουν και ακυρώνονται. Οσο για τα έξοδα, κρίνω ότι θα ήταν πιο δίκαιο να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της κυρίως δίκης. (ειδικά έχοντας υπόψη το γεγονός ότι πολλές δικάσιμοι αναλώθησαν μάλιστα, με κοινή δήλωση σε προσπάθεια συμβιβασμού που τελικά απέτυχε). (Υπ.) .............. Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία -Interim Order - αίτηση για συντηρητικό διάταγμα ) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.